Showing posts with label Άι Βασίλης. Show all posts
Showing posts with label Άι Βασίλης. Show all posts

Monday, 1 January 2024

O Μέγας Βασίλειος της αυτοθυσιαστικής προσφοράς και ο τροφαντός «άγιος» της Coca Cola

Πράξη αντιστάσεως και αυτογνωσίας είναι η ενημέρωση των παιδιών μας για το ήθος και την προσωπικότητα, την πλήρη αυτοθυσίας και καλών έργων, του ιεράρχη της Καππαδοκίας Μεγάλου Βασιλείου.

Η Εκκλησία μας του έδωσε τον μοναδικό τίτλο του ουρανοφάντορος, δηλαδή αυτού  που αποκάλυψε, φανέρωσε, τα μυστήρια του ουρανού, με τα δογματικά του έργα.
Πώς κατάφερε η διαφήμιση της Κόκα Κόλα να επιβάλλει αντί για  τον λιτό, ασκητικό και σχετικά νέο άγιο ιεράρχη, τον παχύσαρκο, καλοζωισμένο, γερο-πωλητή των προϊόντων της, o οποίος μοιάζει μάλλον με τον χοντρό Βούδα των ανατολικών παρά με οποιονδήποτε χριστιανικό άγιο, είναι άξιο απορίας!
Μεταξύ των αγίων Πατέρων που καταφέρθηκαν εναντίον των αδίκων πλουσίων, που στηρίζονταν πάνω στα υλικά αγαθά, και περιφρονούσαν η αδιαφορούσαν για την αδικία και την πείνα που επικρατούσε στην κοινωνία, ήταν και ο Μέγας Βασίλειος. Πρέπει να σημειωθή ότι ο Μ. Βασίλειος μίλησε για τα καυτά κοινωνικά θέματα της εποχής του, αφού προηγουμένως ο ίδιος έδωσε το παράδειγμα. Μοίρασε στους πτωχούς την μεγάλη περιουσία που είχε και έπειτα έγινε ιερεύς και επίσκοπος της Καισαρείας της Καππαδοκίας. Έτσι δεν μιλούσε από το γραφείο θεωρητικά. Ο ίδιος πρώτα το έζησε και έπειτα δίδαξε, γι' αυτό και ο λόγος του ήταν βροντή, αφού προηγουμένως ο βίος του ήταν αστραπή.

Ο Μ. Βασίλειος εργάσθηκε ποιμαντικά. Δεν προσπάθησε να μεταστρέψει την αγανάκτηση των πτωχών εναντίον των πλουσίων και να δημιουργήσει μίσος, αλλά προσπάθησε να θεραπεύσει τόσο τους πτωχούς όσο και τους πλούσιους να βλέπουν τα πράγματα διαφορετικά. Τα θέματα όταν αντιμετωπίζονται επιφανειακά δημιουργούν μεγαλύτερα προβλήματα. Έτσι μιλώντας για την αβεβαιότητα του πλούτου και ότι εύκολα μεταβάλλεται, αφού αλλάξουν μερικά κοινωνικά δεδομένα, στην συνέχεια τονίζει το να περιφρονούμε τα υλικά αγαθά. Όπως έγραψα προηγουμένως αυτό το κάνει για να εργασθεί ποιμαντικά στον λαό. Το ευκολότερο πράγμα είναι να γίνει κανείς λαοπλάνος και να πετάει συνθήματα επιφανειακά. Το δυσκολότερο είναι να θεραπεύει τα πάθη του λαού. Με την διδασκαλία περί περιφρονήσεως των υλικών αγαθών θέλει να μετατοπίσει την σκέψη τόσο των πλουσίων όσο και των πτωχών από τα υλικά αγαθά, ώστε να παύσουν να νομίζουν ότι αυτά αποτελούν τα μόνα αγαθά πάνω στην γη. Ο λόγος της περιφρονήσεως των υλικών αγαθών δεν είναι μανιχαϊκός, αλλά εντάσσεται μέσα στην προσπάθεια να φέρει μια ισορροπία στην κοινωνία. Πράγματι δυο είναι οι δυνατές στάσεις που μπορεί να λάβει κανείς απέναντι των υλικών αγαθών. Η μια είναι η ειδωλολατρική (θεοποίησή τους) και η άλλη η μανιχαϊκή (η απόρριψή τους). Οι Πατέρες της Εκκλησίας δεν δέχονται ούτε την μια ούτε την άλλη, αλλά δέχονται ότι τα υλικά αγαθά είναι δώρα του Θεού, που πρέπει να προσφέρονται ως αντίδωρα στον Θεό και στον συνάνθρωπο.
Όταν χρειάσθηκε να γίνει καυστικός το έκανε. 
Όταν έβλεπε τους πλούσιους να καυχώνται για την δύναμη του πλούτου τους, τότε δεν σιώπησε. Σε ένα έργο του λέγει ότι θεωρεί τέλεια κοινωνία εκείνη από την οποία έχει εξορισθή η ιδιότητα της κτήσεως και η εναντίωση της γνώμης (οι φιλονικίες). Όμως, μελετώντας όλη την διδασκαλία του Μ. Βασιλείου, συμπεραίνουμε ότι δεν κατηγορούσε τόσο την ιδιοκτησία όσο την ιδιοποίηση των υλικών αγαθών. Θέλει να φιλοτιμήσει τους πλούσιους να δίδουν ελεύθερα σ' αυτούς που έχουν ανάγκη, και έτσι να επικρατήσει πάνω στην γη η κοινοχρησία. Αυτήν την κοινοχρησία προσπαθεί να τεκμηριώσει με πολλά παραδείγματα.
Χρησιμοποιεί την περίπτωση των ζώων. Τα πρόβατα βόσκουν επάνω στα όρη και οι πολυπληθείς ίπποι απολαμβάνουν το χορτάρι στης γης στην ίδια πεδιάδα χωρίς έριδες μεταξύ τους. Εμείς όμως αρπάζουμε τα κοινά και ιδιοποιούμαστε αυτά που ανήκουν στους πολλούς. Χρησιμοποιεί επίσης επιχειρήματα φυσικά. Εκείνος, λέγει, που ιδιοποιείται τα υλικά αγαθά μοιάζει με τον θεατή που εισέρχεται πρώτος στο θέατρο, το καταλαμβάνει ολόκληρο και δεν αφήνει να εισέλθει άλλος, επειδή το θεωρεί απολύτως δικό του. Επίσης αφού ο άνθρωπος γεννιέται γυμνός και επιστρέφει στην γη γυμνός, είναι παράλογο να ιδιοποιείται τα υλικά αγαθά, επειδή πρόλαβε και τα απέκτησε αυτός. Χρησιμοποιεί ακόμη το επιχείρημα του κοινωνικού προορισμού των υλικών αγαθών και του πλούτου. Ο άρτος, λέγει, ανήκει στον πεινασμένο, το ιμάτιο στον γυμνό, το υπόδημα στον ανυπόδητο, το αργύριο στον πτωχό. Εκείνος ο οποίος κατακρύπτει τα αγαθά και αποφεύγει να ενδύσει τον γυμνό η να θρέψη τον πεινασμένο δεν είναι καλύτερος από τον λωποδύτη που γυμνώνει τον πεινασμένο. Τα έλεγε αυτά ο άγιος γιατί στην εποχή του σε περίοδο πείνας οι πλούσιοι είχαν γεμάτες τις αποθήκες.
Επίσης χρησιμοποιεί το παράδειγμα της πρώτης Εκκλησίας στην οποία όλα ήταν κοινά, ο βίος, η ψυχή, η συμφωνία, η τράπεζα, η αδελφότης και η αγάπη η οποία μετέβαλε σε ένα τα πολλά σώματα και συνάρμοζε σε μία ομόνοια τις διάφορες ψυχές. Αυτή η κοινοκτημοσύνη πρέπει να ερμηνευθή ως κοινοχρησία.
Πέρα από αυτά στα έργα του ο Μ. Βασίλειος τονίζει πολύ την αξία του πραγματικού πλούτου, που είναι η Χάρη του Χριστού. Ο πλούσιος χωρίς Χριστό είναι πάμπτωχος και ο πτωχός με τον Χριστό είναι πάμπλουτος. Οι υλικές απολαύσεις, έλεγε, έχουν περισσότερο πόνο, παρά υλική ευχαρίστηση. Τα πλούτη έχουν τις επιβουλές, οι τρυφές, οι χορτασμοί και οι αδιάκοπες απολαύσεις έχουν την ποικιλία των ασθενειών και άλλα ακόμη πάθη. Οι Απόστολοι είχαν τον Χριστό και είχαν τα πάντα. Το ίδιο συμβαίνει και με τους αγίους.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας προσπάθησαν να λύσουν τα προβλήματα της εποχής τους με βάση τον Θεό και την σωτηρία του ανθρώπου, αλλά συνεχώς επεδίωκαν να ανεβάσουν τον νου των ανθρώπων στο πραγματικό αγαθό, που είναι ο Θεός.

(κείμενο του μητρ. Ναυπάκτου π. Ιεροθέου Βλάχου)
Πηγή: Misha

Tuesday, 27 December 2022

Ποιος ήταν ο Άγιος Βασίλειος; (για παιδιά Δημοτικού)

Saint Basil the Great

― Άγιος Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία...
          Όλη η γειτονιά αντηχούσε απ’ τα χαρμόσυνα κάλαντα, που τραγουδούσαν τα παιδάκια την παραμονή της πρωτοχρονιάς. Και το βράδυ, μαζεμένη γύρω στο τζάκι η οικογένεια του παπα-Θύμιου, καμάρωνε τα δώρα, που χάρισε ο ένας στον άλλο, και περίμενε την ώρα της βασιλόπιτας.
          Ο Γιώργος, μαθητής της πέμπτης του δημοτικού σχολείου, επάνω κάτω έντεκα χρονώ, κρατούσε στα χέρια του ένα χρυσοδεμένο βιβλίο και το στριφογύριζε απ’ όλες τις μεριές και ξεφύλλιζε τις εικόνες του. Και η Μαρία, ένα χρόνο μικρότερη, κρατούσε και χάιδευε και καμάρωνε μια πανώρια κούκλα.
          Και πάλι αντήχησαν στη γειτονιά οι χαρούμενες φωνές των παιδιών:
          ― Άγιος Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία...
          ― Πού είναι η Kαισαρεία, μπαμπά; ρώτησε η Mαρία.
          ― Eίναι πέρα στην Aνατολή, παιδί μου. Mα τη λένε Kαισάρεια και όχι Kαισαρεία.
          ― Kαι γιατί τα παιδιά τη λένε έτσι;
          ― Γιατί έτσι ταιριάζει καλύτερα στο τραγούδι τους. Mήπως θέλετε να σας πω την ιστορία του Aϊ-Bασίλη; Έτσι θα περάσει και η ώρα, όσο να κόψουμε τη βασιλόπιτα.
          Xαρούμενα τα παιδιά τριγύρισαν τον παπα-Θύμιο. H παπαδιά έριξε κι άλλα ξύλα στη φωτιά, έδωσε σ’ όλους από έναν κουραμπιέ κι ο παπάς άρχισε την ιστορία.
― Όπως ας είπα και πρωτύτερα, η Kαισάρεια είναι βαθιά στην Aνατολή, σε μια χώρα που τη λένε Kαππαδοκία. Eκεί γεννήθηκε ο Aϊ-Bασίλης τριακόσια τριάντα χρόνια ύστερ’ απ’ τη γέννηση του Xριστού. Oι γονείς του, όπως οι περισσότεροι πατριώτες του, ήταν ειδωλολάτρες. H μητέρα του, η Eμμέλεια, ήταν μια σπάνια γυναίκα κι έδωσε στο παιδί της πολύ καλή ανατροφή. Πόσα χρωστούμε όλοι οι χριστιανοί στην καλή αυτή μητέρα!
          Όταν μεγάλωσε ο Βασίλειος, πήγε στην Αθήνα να σπουδάσει κι εκεί γνωρίστηκε με τον άγιο Γρηγόριο. Έγινε στην αρχή δικηγόρος. Στην πατρίδα του ήταν και δάσκαλος μερικά χρόνια. Αλλά ούτε το ένα ούτε το άλλο επάγγελμα του γέμιζε την ψυχή.
          Με το δυνατό του μυαλό είδε, πως η νέα θρησκεία του Χριστού ήταν καλύτερη απ’ την παλιά. Έβλεπε κάθε μέρα να κυνηγούν τους χριστιανούς και να τους βασανίζουν. Ο αυτοκράτορας ήταν κι αυτός ειδωλολάτρης και δεν ήθελε να πληθαίνουν οι χριστιανοί.
          Η ψυχή του Βασιλείου δεν μπορούσε να υποφέρει τις αδικίες αυτές. Σε ηλικία 27 χρονών έγινε χριστιανός, μοίρασε όλη την περιουσία του στους φτωχούς και ξεκίνησε να γυρίσει κι άλλους τόπους, να γνωρίσει κι άλλους χριστιανούς, ν’ αγωνιστεί κι αυτός για τη θρησκεία του Χριστού.
Θέλοντας να δει με τα μάτια του τα μέρη που γεννήθηκε κι έζησε ο Xριστός,
ταξίδεψε στην Aίγυπτο, την Παλαιστίνη, τη Συρία, τη Mεσοποταμία. Στην Aίγυπτο γνώρισε και τον άγιο Aντώνιο.
          Bλέπω στα μάτια σας, παιδάκια μου, ν’ αναγαλλιάζει η ψυχή σας ακούοντας τα ταξίδια αυτά, σα να τα ζηλεύετε. Mα λέτε, πως ήταν ευχάριστα τα ταξίδια αυτά; Eκείνον τον καιρό ούτε σιδηρόδρομοι υπήρχαν, ούτε ατμόπλοια, ούτε αυτοκίνητα. Mην ξεχνάτε πως ούτε χρήματα είχε πια ο Bασίλειος.
          Mην ξεχνάτε και πόσο κυνηγούσανε παντού τους χριστιανούς· και θα καταλάβετε πόσο βασανισμένο ήταν αυτό το μεγάλο ταξίδι του βασιλείου.
         
Σ’ ένα άλλο του ταξίδι στον Πόντο, που είχε κι ένα πατρικό του κτήμα, αποφάσισε να ζήσει κάμποσον καιρό στην ερημιά, μόνος του σαν καλόγερος. Διάλεξε μια τοποθεσία ήσυχη και τερπνή κι αφοσιώθηκε στη λατρεία του Θεού.
          Aκούστε, πώς περιγράφει ο ίδιος σ’ ένα γράμμα στο φίλο του Γρηγόριο, τον τόπο που διάλεξε να ζήσει:
          «Aφού απελπίστηκα πια ότι θα μ’ ακολουθήσεις, ζήτησα καταφύγιο εδώ, στον Πόντο. Kαι ο Θεός μ’ οδήγησε σ’ έναν τόπο που μ’ ευχαριστεί πάρα πολύ. Θυμάσαι καμιά φορά που παίζοντας πλάθαμε με τη φαντασία μας όμορφες τοποθεσίες; Tέτοιο είναι και το μέρος που ζω σήμερα. Eίναι ένα ψηλό βουνό σκεπασμένο από πυκνό δάσος. Eδώ κι εκεί τρέχουν κρύα και κατακάθαρα νερά. Στα πόδια του βουνού είναι μια πεδιάδα που ποτίζεται άφθονα από τα νερά αυτά. Στην πεδιάδα αυτή μόνα τους έχουν φυτρώσει όλων των λογιών τα δέντρα και τόσο πυκνά, που καμιά φορά δυσκολεύεται κανένας να περάσει. Mπροστά στην τοποθεσία αυτή δεν είναι τίποτε το νησί της Kαλυψώς, που τόσο θαύμασε την ομορφιά του ο Όμηρος.»
          Πολλοί φίλοι του πηγαίνανε να τον δουν στην ερημική ζωή του· πήγε κι ο Γρηγόριος, μα πολύ λίγο έμεινε μαζί του, γιατί δεν του άρεσε η ζωή της ερημιάς.
Aλλά κι ο Bασίλειος αναγκάστηκε ν’ αφήσει τη μοναχική ζωή. Oι
διωγμοί των χριστιανών εξακολουθούσαν αγριότεροι και η εξάπλωση της νέας θρησκείας του Xριστού κινδύνευε να σταματήσει. O αυτοκράτορας Iουλιανός προστάτευε με φανατισμό την ειδωλολατρία.
          Γύρισε στην πατρίδα του ο Bασίλειος και χειροτονήθηκε παπάς, τον ίδιο σχεδόν καιρό με το Γρηγόριο. Mε τη ρητορική του δύναμη έδωσε θάρρος στους κατατρεγμένους χριστιανούς και με την απλή και φιλάνθρωπη ζωή του έδωσε το καλύτερο παράδειγμα του αληθινού χριστιανού. Kαι όταν ένας μεγάλος λιμός ξαπλώθηκε σ’ όλη την Kαππαδοκία και τον Πόντο, ο Bασίλειος τρέχοντας παντού, μάζευε βοηθήματα από τους πλούσιους και μοίραζε στους φτωχούς και παρηγορούσε τους δυστυχισμένους, θυσιάζοντας και τη λίγη περιουσία που του είχε απομείνει.
          Σε ηλικία σαράντα χρονών, ο Bασίλειος έγινε επίσκοπος Kαππαδοκίας κι έμεινε πάντα ο πατέρας του λαού κι ο φίλος των δυστυχισμένων. Φορώντας πάντα το ίδιο ράσο και τρώγοντας μόνο ψωμί και χόρτα, εξοικονομούσε ό,τι χρειαζόταν για τους φτωχούς κι έχτισε στην Kαισάρεια μεγάλο νοσοκομείο και πτωχοκομείο. Kι έτσι όλος ο βίος του ήταν ένα πολύτιμο στήριγμα της χριστιανοσύνης.
O νέος αυτοκράτορας Oυάλης ―εχθρός κι αυτός του χριστιανισμού― έστειλε στην Kαισάρεια έναν αξιωματικό, το
Mόδεστο, για να φοβίσει το Bασίλειο και να τον αναγκάσει να πάψει το κήρυγμά του και τις φιλανθρωπίες του.
          Ατάραχος έμεινε ο Bασίλειος στις φοβέρες του αξιωματικού.
          ― Πώς, του λέει αυτός, δεν φοβάσαι τη δύναμή μου;
          ― Kαι γιατί να τη φοβηθώ; απάντησε ο Βασίλειος. Τι μπορείς να μου κάμεις;
          ― Tι μπορώ να σου κάμω; Όλα είναι στην εξουσία μου. Μπορώ να δημέψω την περιουσία σου, μπορώ να σ’ εξορίσω, μπορώ να σε βασανίσω, μπορώ ακόμη και να σε θανατώσω.
          ― Με τίποτε άλλο να με φοβερίσεις, γιατί αυτά δεν τα φοβούμαι. Τη δήμευση δεν τη φοβούμαι, γιατί δεν έχω τίποτε άλλο από δυο τριμμένα ράσα και λίγα βιβλία. Την εξορία δεν την φοβούμαι, γιατί όλη τη γη τη θεωρώ πατρίδα μου. Τα βάσανα δεν τα φοβούμαι, γιατί το σώμα μου είναι τόσο αδύνατο, ώστε θα νεκρωθεί, πριν προφτάσεις να το βασανίσεις. Kαι τέλος, δε φοβούμαι το θάνατο, γιατί αυτός θα με φέρει συντομότερα κοντά στο Θεό.
          ― Ποτέ δεν άκουσα τέτοια λόγια, αποκρίθηκε ο αξιωματικός με αληθινή κατάπληξη.
          ― Γιατί και ποτέ δεν απάντησες αληθινόν επίσκοπο. Εμείς είμαστε ήσυχοι και ταπεινοί, όχι μοναχά μπροστά στο βασιλιά, αλλά και στον τελευταίο άνθρωπο. Άμα όμως πρόκειται για την πίστη μας στο Θεό, ούτε τη φωτιά φοβόμαστε, ούτε το σπαθί, ούτε τα άγρια θηρία· αυτά τα θεωρούμε διασκέδαση. Αυτά ας μάθει ο αυτοκράτορας μια για πάντα.
          
― Τέτοιος, εξακολούθησε ο πάπα-Θύμιος, ήταν, παιδιά μου, ο σπάνιος αυτός ο επίσκοπος. Και με το ασθενικό του σώμα και μέσα σε πολλές κακουχίες αυτός εξακολούθησε να περιοδεύει παντού, να ελεεί τους δυστυχισμένους, να παρηγορεί τους θλιμμένους, να δίνει θάρρος στους βασανισμένους χριστιανούς.
          Κι από τους κόπους και τις στερήσεις πέθανε σε ηλικία πενήντα χρονών, την ημέρα της Πρωτοχρονιάς.
          Όλος ο τόπος έχασε τον πατέρα του και τον προστάτη του. Χιλιάδες απ’ όλη την επαρχία έτρεξαν στην κηδεία του. Χριστιανοί και Ιουδαίοι και ειδωλολάτρες έκλαψαν μαζί την ημέρα αυτή. Από τον πυκνό συνωστισμό πολλοί βρήκαν το θάνατο κι οι άλλοι τους καλοτύχιζαν, που πέθαναν μαζί με το Βασίλειο.
          ― Και τώρα, παιδιά μου, είπε τελειώνοντας ο πάπα-Θύμιος, ας ζητήσουμε την ευχή του Aϊ-Bασίλη και ας κόψουμε τη βασιλόπιτα για την καλή χρονιά.



πηγή o paidagogos 

Wednesday, 30 December 2020

Αγόρι ζητάει από τον Άγιο Βασίλη να δώσει το παιχνίδι του σε όποιο παιδί θρηνούσε φέτος

Ένα 9χρονο αγόρι ζήτησε από τον Άγιο Βασίλη να δώσει το hoverboard του σε όποιο παιδί θρηνούσε αυτές τις γιορτές και επιθυμούσε το ίδιο δώρο.

Ο εννιάχρονος Χάντσον, από τις ΗΠΑ, έγραψε μια επιστολή προς τον Άγιο Βασίλη ζητώντας του να δώσει το hoverboard του - δηλαδή ένα "πατίνι" τελευταίας τεχνολογίας- σε όποιο παιδί ήταν θλιμένο, θρηνούσε και ήθελε το ίδιο δώρο για Χριστούγεννα.

Οι γονείς του μικρού, Jason και Sandi Boyer, ήθελαν να βοηθήσουν μια άλλη οικογένεια τα Χριστούγεννα και τους αντιστοιχήθηκε ανώνυμα μέσω κάποιας οργάνωσης, ένα μικρό αγόρι που το φρόντιζε η γιαγιά του.

Το αγόρι που είχε μόλις χάσει τον παππού του από καρκίνο, είχε το hoverboard στην κορυφή της λίστας επιθυμιών του από τον Άγιο Βασίλη - όπως ακριβώς ο μικρός Χάντσον.

Όταν ο Χάντσον το ανακάλυψε, έγραψε στον Άγιο των Χριστουγέννων ρωτώντας αν το χριστουγεννιάτικο δώρο του θα μπορούσε να δοθεί στο άλλο αγόρι.

«Μας έφεραν σε επαφή με ένα παιδί που το φρόντιζαν οι παππούδες του, αλλά μόλις πρόσφατα ο παππούς του είχε πεθάνει από καρκίνο.

Τώρα έχει μόνο τη γιαγιά του να φροντίζει αυτόν και τα αδέλφια του. Καταλαβαίναμε ότι θα ήταν αγχωμένη αυτή τη στιγμή του χρόνου, ειδικά μετά τα έξοδα της ιατρικής περίθαλψης του συζύγου της.

Εξηγήσαμε την ιστορία στον γιο μας και τον ρωτήσαμε αν θα ήταν πρόθυμος να εγκαταλείψει το hoverboard του για αυτό το μικρό αγόρι.

Είπε αμέσως "ναι" και μας εξέπληξε, γιατί σε αυτήν την ηλικία δεν νομίζεις ότι ένα παιδί θα το έκανε αυτό» εξήγησαν οι γονείς του γεμάτοι περηφάνια, σύμφωνα με το Good News Network.

news247.gr

Monday, 31 December 2018

Ο δικός μου «κυρ Βασίλης»

Σε κάθε πόλη, σε κάθε χωριό, σε κάθε γειτονιά και ρούγα, υπάρχει πάντα ένας «κυρ Βασίλης»! Ακόμα και αν δεν τον λένε «Βασίλη»... πάντα υπάρχει ένας «κυρ Βασίλης»! Σας ακούγεται λίγο παράξενο αυτό... αλλά είναι αλήθεια, παντού και πάντα υπάρχει ένας «κύριος Βασίλης»... ή για να ήμαστε πιο ακριβείς... παντού και πάντα μπορεί να υπάρξει ένας «κυρ Βασίλης»!

Τώρα, θα σας παρακαλέσω να κάνετε για λίγο ησυχία και να δώσετε προσοχή στην ιστορία που θα σας διηγηθώ... Θα σας μιλήσω για το δικό μου «κυρ Βασίλη».

Και ο δικός μου «κυρ Βασίλης», όπως άλλωστε όλοι οι «κυρ Βασίληδες», κάποτε ήταν μικρό παιδί σαν και εσάς. Βέβαια αυτό συνέβαινε πριν πολλά - πολλά χρόνια...
Αυτός ο «κυρ Βασίλης», όταν ήταν παιδί, δεν πίστευε καθόλου στο συνονόματό του... Ξέρετε ποιόν εννοώ... Το γνωστό μας τον «Aϊ Βασίλη».
Όταν άκουγε τους συνομηλίκους του να μιλούν για τον «Aϊ Βασίλη», αυτός κρυφογελούσε και μάλιστα, θεωρούσε τουλάχιστον ανόητους, όσους πίστευαν ότι υπάρχει «Άγιος» που φέρνει δώρα στα παιδιά. Και όταν κάποιος μεγαλύτερος τον ρωτούσε... «Τι θέλεις Βασιλάκη να σου φέρει ο Aϊ Βασίλης την Πρωτοχρονιά;» ... αυτός εκνευρίζονταν, γιατί καταλάβαινε πως του έλεγαν ψέματα για την ύπαρξη ενός τέτοιου «Αγίου».
Ο «μικρός κυρ Βασίλης» γνώριζε ότι, όλα τα δώρα την Πρωτοχρονιά, τα φέρνουν οι γονείς στα παιδιά τους, ή κάποιοι κοντινοί συγγενείς.
Γι' αυτόν, δεν υπήρχαν εκκεντρικοί χοντροί άγιοι, ντυμένοι στα κόκκινα, με λευκές γενειάδες... ούτε έλκηθρα, ούτε τάρανδοι. Ήξερε πολύ καλά ότι, στα κεραμίδια των σπιτιών και στις καπνοδόχους, δεν ανέβαινε κανείς το χειμώνα, με τέτοιο κρύο... ούτε καν οι κεραμιδόγατοι. Αλλά δεν έλεγε και πολλά γιατί όλοι οι συνομήλικοι του... (είτε από αφέλεια, είτε από σκοπιμότητα) ... πίστευαν στον «άγιο των δώρων». Δεν ήθελε λοιπόν, να τους χαλάσει το όνειρο.

Ο «μικρός κυρ Βασίλης» μας, μπορεί να μην πίστευε στην ύπαρξη του «Aϊ Βασίλη»... όμως ήταν παιδί με ευαισθησίες και με καλή καρδιά.
Αυτός ήταν τυχερός, γιατί... (ξέχασα να σας το πω) ... ο πατέρας του ήταν κάτι σαν... Δήμαρχος στο χωριό... και σαν «κεφαλή» που ήταν, είχε έναν πολύ καλό μισθό, πρόσφερε τα πάντα στην οικογένεια του ... και φυσικά ποτέ δεν έλειπαν από τον «μικρό κυρ Βασίλη» τα δώρα. Κάθε Πρωτοχρονιά (και όχι μόνο) ο πατέρας του, του χάριζε ένα σορό παιχνίδια... και ο ίδιος γνώριζε πολύ καλά από που έρχονταν όλα αυτά.
Τέρμα λοιπόν, τα παραμύθια για τον «άγιο των δώρων».
Όπως είπαμε όμως, ο «μικρός κυρ Βασίλης» είχε καλή καρδιά... και ήξερε πολύ καλά πως... όλοι οι συνομήλικοι του δεν ήταν το ίδιο τυχεροί με αυτόν. Κάποιοι μάλιστα (και δεν ήταν λίγοι αυτοί) περνούσαν στο σπίτι τους πολύ φτωχικά... και γνώριζε πως έρχονταν ημέρες που δεν είχαν ούτε ψωμί να φάνε. Σε αυτά τα παιδιά οι φτωχοί γονείς τους φυσικά, δεν μπορούσαν να αγοράσουν δώρα... πολύ περισσότερο, κανένας ασπρογένης κοκκινοντυμένος «Aϊ Βασίλης» δεν τα θυμόταν.
Παρ' όλα αυτά, πάντα τα φτωχά παιδιά, (όπως όλα τα φτωχά παιδιά του κόσμου), πίστευαν (άδικα) και ήλπιζαν (μάταια) πως... ο «άγιος των δώρων», αυτή τη φορά θα τα θυμόταν και αυτά... και πως θα τα επισκέπτονταν, φέρνοντας τους κάτι όμορφο...
Αυτή η αδικία στενοχωρούσε πολύ το «μικρό κυρ Βασίλη».
Από τι μία, αυτός είχε τόσα πολλά παιχνίδια... αλλά δεν πίστευε καθόλου - μα καθόλου στην ύπαρξη του «Αγίου των δώρων»... και από την άλλη, οι φίλοι του -τα φτωχά παιδιά του χωριού- παρ' όλο που πίστευαν στο Aϊ Βασίλη ... σχεδόν ποτέ τους δεν έπαιρναν δώρα.

Κάποια Πρωτοχρονιά λοιπόν, κάτι του πέρασε από το μυαλό. Υπήρχαν τόσα παιχνίδια στο πατάρι του! Δε θα ήταν άσχημη ιδέα να μοιράσει μερικά από αυτά! Πίρε γρήγορα την απόφασή του. Θα χάριζε, στα φτωχά παιδιά του χωριού, μερικά από τα παιχνίδια του!
Νωρίς την Παραμονή της Πρωτοχρονιάς ανέβηκε στο πατάρι του και ξεχώρισε μερικά παιχνίδια, που από καιρό βρίσκονταν ξεχασμένα εκεί. Ανάμεσα σε αυτά ... και ένα πανέμορφο μικρό, σκαλισμένο σε ξύλο, αλογάκι! Ήταν βαμμένο με ένα κίτρινο χρώμα και γυαλισμένο με κάποιο λαμπερό λούστρο! Ήταν τόσο όμορφο που, για κάποια στιγμή, σκέφτηκε αυτό να μην το χαρίσει... όμως η καλή του καρδιά, του είπε ότι... δεν είναι σωστό να κρατά για τον εαυτό του τα καλά παιχνίδια... και να χαρίζει μόνο αυτά που δεν του αρέσουν... Έτσι λοιπόν πήρε και το όμορφο ξύλινο κίτρινο αλογάκι, μαζί με τα άλλα παιχνίδια που διάλεξε και τα έβαλε σε ένα κόκκινο σακούλι που βρήκε παρά πεταμένο... Μια χαρά έκανε αυτό το σακούλι για τη δουλειά που το χρειάζονταν.

Το βράδυ, μετά το εορταστικό δείπνο, φίλησε τους γονείς του και τους είπε ότι θα ήθελε να πάει να κοιμηθεί νωρίς. Περίμενε στο δωμάτιο του και όταν μετά από ώρα κατάλαβε πως και οι γονείς του κοιμήθηκαν... αυτός πήδηξε, με το σακούλι του, από το παράθυρό του, έξω. Ευτυχώς η ώρα ήταν προχωρημένη και έκανε τόσο κρύο... που ακόμα και τα σκυλιά του χωριού δεν είχαν καμία διάθεση να βγουν από την τρύπα τους για να το γαβγίσουν.
Ο «μικρός κυρ Βασίλης» έφτασε έξω από το πρώτο σπίτι, όπου έμενε το πιο φτωχό παιδί του χωριού... Γλίστρησε σαν σκιά και στάθηκε εμπρός στην ξύλινη πόρτα, έχωσε το χέρι του στο κόκκινο σακούλι, έβγαλε το μικρό σκαλιστό κίτρινο αλογάκι και το ακούμπησε στο σκαλοπάτι... ύστερα, κτύπησε με δύναμη το μάνταλο και προτού οι αγουροξυπνημένοι ένοικοι ανοίξουν... εξαφανίσθηκε τρέχοντας!
Αυτό το έκανε μερικές φορές ακόμα, σε διαφορετικά σπίτια... και όταν ο σάκος του άδειασε από τα δώρα που είχε διαλέξει για να μοιράσει... γύρισε ήσυχα στο σπίτι του. Ευτυχώς κανείς από τους γονείς του δεν κατάλαβε τίποτα από τη βραδινή εξόρμησή του!
Η άλλη ημέρα στο χωριό ήταν κάπως διαφορετική από τις προηγούμενες.
Οι φτωχοί χωριανοί χαιρετούσαν ο ένας τον άλλων, αντάλλαζαν ευχές και αλληλοκοιτάζονταν με κάποια απορία... Τα φτωχά παιδιά ήταν ιδιαίτερα χαρούμενα... και όλοι (οι καθώς πρέπει νοικοκύρηδες) παραξενεύονταν να τα βλέπουν να επιδεικνύουν τα δώρα, που έλεγαν... ότι τους έφερε ο Aϊ Βασίλης!!!
Μάλιστα, όσο περνούσε η ημέρα άρχισαν και συζητήσεις... ακούγονταν αφηγήσεις και γίνονταν και περιγραφές για το παράδοξο που είχε συμβεί στο χωριό τους.
Το περίεργο είναι ότι, όλοι όσοι δέχτηκαν «επίσκεψη» από τον «άγιο των δώρων» στο σπίτι τους... συμφωνούσαν!
Όλοι τους μιλούσαν για έναν ψιλό, παχουλό, ασπρογένη, καλόκαρδο γέροντα, που έκανε πολλά χαρωπά «χωπ - χωπ - χωπ»... που κρατούσε στους ώμους του ένα μεγάλο κόκκινο σακούλι γεμάτο με δώρα... και που οδηγούσε ένα ιπτάμενο έλκηθρο που το έσερναν τάρανδοι. Αυτός ο κοκκινοντυμένος ροδαλός χοντρούλης, σταμάτησε (όπως αφηγούνταν) στην αυλή τους, άφησε τα δώρα του, κτύπησε την πόρτα και ... εξαφανίσθηκε! Όμως (και εδώ είναι το περίεργο) όλοι όταν άνοιξαν την πόρτα τους... πρόλαβαν και τον είδαν! ... και όλοι βεβαίωναν ότι είδαν ακριβός την ίδια φιγούρα που περιέγραφαν!

Φυσικά, ο «μικρός κυρ Βασίλης» πολύ ευχαριστήθηκε με όλα αυτά.
Διασκέδασε... αλλά και καμάρωσε που ήταν υπαίτιος για να λέγονται αυτές η ιστορίες! Ένιωσε ευτυχισμένος γιατί μοιράσθηκε με τους φτωχούς συνομήλικους του, τα παιχνίδια του! Μια απεριόριστη ικανοποίηση τον πλημμύρισε όταν είδε τα «δώρα» του, στα χέρια των φίλων του! Τα φτωχά παιδιά του χωριού ήταν ίσως για πρώτη φορά, (τόσο μα τόσο) ευτυχισμένα, γιατί επιτέλους (όπως πίστευαν) τα θυμήθηκε και αυτά ο «άγιος των παιχνιδιών»!
Και την επόμενη χρονιά ο «μικρός κυρ Βασίλης» εφάρμοσε το ίδιο σχέδιο... μόνο που το προγραμμάτισε καλλίτερα. Διάλεξε νωρίτερα τα παιχνίδια που θα χάριζε, τα έβαλε σε ξεχωριστά κουτιά, τα τύλιξε με εορταστικό χαρτί περιτυλίγματος, τα έδεσε με όμορφους φανταχτερούς φιόγκους και έγραψε, έξω από κάθε κουτί, το όνομα του κάθε παιδιού - παραλήπτη!
Και πάλι τα μοίρασε κρυφά ... και πάλι την επόμενη ημέρα οι φτωχοί συγχωριανοί του έλεγαν παρόμοιες ιστορίες, για την επίσκεψη που δέχτηκαν από τον ίδιο καλοκάγαθο κόκκινο ντυμένο χοντρομπαλά «άγιο των δώρων»!
Και την επόμενη χρονιά, πάλι ο «μικρός κυρ Βασίλης» έκαμε το ίδιο... Και την επόμενη.... Και την επόμενη... Και πάντα ένιωθε την ίδια ικανοποίηση και έπαιρνε πάντα την ίδια χαρά! Ο φίλος μας είχε βρει το νόημα της ζωής του. Ένιωθε πως, ο λόγος που είχε έρθει σε αυτό το κόσμο, ήταν για να προσφέρει χαρά στα παιδιά!
Αυτή η γιορταστική μυστική αποστολή, που οικειοθελώς είχε αποδεχτεί, του διαμόρφωσε κατάλληλα σταδιακά και τον χαρακτήρα του. Ο «μικρός κυρ Βασίλης», χρόνο με το χρόνο, συνειδητοποιούσε ότι, εκτός από παιχνίδια... είχε και άλλα πράγματα να μοιρασθεί με τους συγχωριανούς του! Έτσι, πάντα έβρισκε τρόπο να μοιράζει (π.χ.) τα ρούχα που του περίσσευαν, σε αυτούς που δεν είχαν να ντυθούν... να μοιράσει τα βιβλία του, σε όσους που δεν είχαν να αγοράσουν... να μοιράσει τα φρούτα που του περίσσευαν, από τα δέντρα του κήπου του... Ο «μικρός κυρ Βασίλης», έδινε κάθε τί, που αυτός είχε σε αφθονία... και η άλλοι δεν είχαν.

Πρωτοχρονιά με Πρωτοχρονιά, τα χρόνια περνούσαν και ο «μικρός κυρ Βασίλης»... όπως είναι φυσικό, κάποια στιγμή έπαυσε να είναι «μικρός». Έγινε νεαρός... και μετά, πραγματικός άντρας... και μετά έγινε ώριμος μεσήλικας.
Ο «κυρ Βασίλης» ήταν πια, ένας τίμιος επαγγελματίας που εργάζονταν σκληρά για να ζήσει. Από τα χρήματα που κέρδιζε με τη δουλειά του, πάντα ένα ποσό το έβαζε στην άκρη και το προόριζε για αγορά παιχνιδιών, που τα μοίραζε πάντα (τώρα πια...) σε όλα ανεξαιρέτως τα παιδιά του χωριού... Αλλά πάντα κρυφά, όπως και την πρώτη φορά, την Παραμονή κάθε Πρωτοχρονιάς!

... Και ήταν τόσο, μα τόσο ευτυχισμένος με την «μυστική αποστολή» του!
... Και ας μην πίστευε ο ίδιος, ότι υπάρχει «Aϊ Βασίλης»!
Μάλιστα είχε πληροφορηθεί, από τα ιερά βιβλία μας, ότι ο δικός μας «Άγιος Βασίλειος» ήταν πραγματικά ένας σεβάσμιος φιλάνθρωπος ιεράρχης, που πριν από πολλά πολλά χρόνια είχε αφιερώσει τη ζωή του στο να βοηθά τους φτωχούς... κτίζοντας νοσοκομεία γηροκομεία και ένα σορό άλλα ιδρύματα... Γνώριζε πως, αυτός ο πραγματικά δικός μας Άγιος Βασίλειος καμία σχέση δεν είχε με τον ξενόφερτο χοντρομπαλά «άγιο» που ξεπήδησε (σαν σχεδίασμα) μέσα από την διαφήμιση ενός πολύ γνωστού αναψυκτικού. Αλλά τί σημασία είχε πια. Ο «άγιος Νικόλαος» τον Καθολικών, ο άγιος Βασίλειος των Ορθοδόξων και ο «άγιος» των... αναψυκτικών... με το πέρασμα των χρόνων, είχαν γίνει ένα... και είχε αγαπηθεί από όλα τα παιδιά του κόσμου... σαν «άγιος» των δώρων και των παιχνιδιών! «Άλλοι καιροί, άλλα πουλιά, άλλα τραγούδια»!

Ο «μικρός (αλλά μεγάλος πια...) «κυρ Βασίλης», δεν έκανε ποτέ οικογένεια και δεν απέκτησε ποτέ δικά του παιδιά... γιατί δεν είχε χρόνο για τον εαυτό του... Τώρα πια, τον είχαν πάρει και τα χρόνια... και ήταν χρόνια δύσκολα... γιατί μια «οικονομική κρίση»... εμφανίσθηκε και έκανε τους πιο πολλούς ανθρώπους να χάσουν την δουλειά τους. Οι φτωχοί έγιναν ακόμα πιο φτωχοί... και ακόμα πιο πολλοί. Πρωτοχρονιά με την Πρωτοχρονιά τα φτωχά παιδιά του χωριού, πλήθαιναν... και ο «μικρός (αλλά μεγάλος πια...) κυρ Βασίλης» μας, (που σημειωτέον, λόγο της οικονομικής κρίσης, γίνονταν και αυτός ολοένα και φτωχότερος) έπρεπε να βρει ακόμα περισσότερα δώρα... και πιστέψτε με, τα έβρισκε πια, πολύ δύσκολα... αλλά αυτός πάντα έβρισκε χρήματα, από το υστέρημα του, τώρα πια και εξασφάλιζε τα δώρα που έπρεπε να μοιράσει κρυφά την παραμονή της Πρωτοχρονιάς.
Σαν αποτέλεσμα της «οικονομικής κρίσης» που όλο και μεγάλωνε, ο «κυρ Βασίλης» έχασε τελικά και τη δουλειά του... αναγκάσθηκε να πουλήσει το κήπο του, τις ελιές του... ακόμα και το πατρικό του σπίτι πούλησε προκειμένου να εξασφαλίσει τα απαραίτητα Πρωτοχρονιάτικα δώρα για τα φτωχά παιδιά του χωριού...
Ο φίλος μας, ήταν πια, παν φτωχός, ηλικιωμένος και άρρωστος.
Τον τελευταίο χρόνο μάλιστα, ο «κυρ Βασίλης» μας, έγινε τόσο φτωχός που... δεν είχε χρήματα ούτε στο γιατρό να πάει ούτε τα απαραίτητα φάρμακα του να αγοράσει... (μια και ήταν άνεργος και ανασφάλιστος...).
Αυτή τη παραμονή, ο «κυρ Βασίλης» μας, κάθονταν, ανήμπορος να σηκωθεί, στη γωνία μιας μικρής αποθήκης που είχε πια για σπίτι... τουρτούριζε μέσα στο κρύο και την υγρασία, χωρίς φωτιά και χωρίς φαγητό... Ήταν πολύ στενοχωρημένος, όχι, γιατί αυτός είχε καταντήσει τόσο φτωχός... αλλά γιατί, μετά από πολλά πολλά χρόνια... δεν είχε τίποτα να χαρίσει στα φτωχά παιδιά του χωριού... Και ήταν και αυτός ο βήχας και αυτός ο πυρετός που τον ταλαιπωρούσε... «Δε θα έρθει ο Aϊ Βασίλης απόψε στο χωριό μας»... έλεγε και ξανά έλεγε και τα δόντια του έτριζαν καθώς έτρεμε από το κρύο. «Aχ, να ήταν αλήθεια και να υπήρχε ο άγιος των δώρων και των παιχνιδιών»... συνέχισε και έβηξε άσχημα... «και τί, δε θα έδινα για να ήταν αληθινός» ... σιγοψιθύρισε άπνοα πια.

Η νύχτα της Παραμονής πέρασε χωρίς κανείς να κτυπήσει την πόρτα των σπιτιών του χωριού... Η επόμενη ημέρα, η Πρώτη του Νέου Χρόνου χάραξε και νοικοκύρηδες σηκώθηκαν γεμάτοι περιέργεια και άνοιξαν την πόρτα τους... και... Ώ, τι θαύμα! Εκεί, στο σκαλοπάτι του κάθε σπιτιού, βρίσκονταν από ένα μεγάλο κουτί, τυλιγμένο με όμορφο εορταστικό περιτυλίγματα... και στολισμένο το κάθε ένα με ένα φανταχτερό φιόγκο! Τα παιδιά ξύπνησαν και αυτά ... και με χαρούμενε φωνές άνοιξαν το καθένα το κουτί του. Τι χαρά που ένιωσαν... τρενάκια, κουκλίτσες, μπάλες, κιθάρες, ταμπούρλα, βιβλία, επιτραπέζια ηλεκτρονικά... αλλά και γλυκά... κουραμπιέδες, δίπλες, μελομακάρονα... Ακόμα και όμορφα ρούχα για τους μεγάλους υπήρχαν μέσα στα κουτιά... τί φορέματα για τις νοικοκυρές, τί κοσμήματα και αρώματα για τις κοπέλες, τί καπέλα, τι ρολόγια και τί όμορφα στολισμένα μπαστούνια για τους άντρες του κάθε σπιτιού... για όλους υπήρχε μέσα στο κουτί από κάτι! Αυτοί τη χρονιά, τα δώρα που έλαβαν όλοι, από τον Aϊ Βασίλη ήταν περισσότερα και ομορφότερα και ακριβότερα από κάθε χρονιά... Μόνο... που... αυτή τη φορά το Άγιο δεν τον είδε κανένας τους... και αυτό είναι αλήθεια πως τους φάνηκε πολύ περίεργο... όμως μέσα στην πολύ χαρά τους, δεν έδωσαν και τόση σημασία...

Η πρώτη ημέρα του χρόνου στο χωριό (αν και πολύ κρύα) κύλισε ευχάριστα...Όλοι (φτωχοί και λιγότερο φτωχοί) ήταν πολύ ευχαριστημένοι με τα δώρα που έλαβαν. Είχαν αποκτήσει ξανά τη χαμένη αισιοδοξία τους και έδειχνα να πιστεύουν πως ο Νέος χρόνος θα ήταν καλλίτερος από το παλιό. Το απόγευμα μάλιστα άρχισαν και τις επισκέψεις... πήγαιναν από εδώ... πήγαιναν από εκεί... και αντάλλασσαν ευχές και φυσικά πρώτα από όλα τα παιδιά του χωριού... παρ' όλο το κρύο, με τα καινούρια παιχνίδια στο χέρια τους, το διασκέδαζαν αφάνταστα στους δρόμους του χωριού!
Αργά, λίγο προτού φύγει η πρώτη ημέρα και προτού έρθει η πρώτη νύχτα του νέου χρόνου... μια παρέα χωριανών στάθηκαν έξω από την αποθήκη όπου έμενε, τον τελευταίο καιρό, ο «κυρ Βασίλης»... τότε συνειδητοποίησαν ότι τον «κυρ Βασίλη» είχαν μέρες να τον δουν να περπατά στους δρόμους... ήξεραν ότι ήταν άρρωστο και όμως μέσα στη φασαρία των ημερών των είχαν ξεχάσει. 

Πλησιάζοντας στην πόρτα της αποθήκης διέκρινα ένα εορταστικό κουτί... «Mπα έκανε δώρο και στον κυρ Βασίλη ο Άγιος;» ... αναρωτήθηκαν και έσκυψαν να το σηκώσουν. Φώναξαν το όνομα του φίλου μας... μα, απόκριση δεν πήραν. Έσπρωξαν την πόρτα της αποθήκης και μπήκαν στο εσωτερικό της ... στο μισοσκόταδο διέκρινα ξαπλωμένο τον «κυρ Βασίλη». Είχε τα μάτια κλειστά, σαν να κοιμόταν, τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος και ένα τεράστιο χαμόγελο στόλιζε το γαλήνιο πρόσωπο του. ... Ένα τριμμένο άδειο κόκκινο σακούλι βρίσκονταν διπλωμένο και ακουμπισμένο προσεκτικά δίπλα του...
Ο κυρ Βασίλης είχε φύγει.

Κάποιος άνοιξε το εορταστικό κουτί και έβγαλε από μέσα το Πρωτοχρονιάτικο δώρο που προφανώς του είχε αφήσει ο «άγιος των παιχνιδιών»... Ήταν ένα πανέμορφο μικρό, σκαλιστό ξύλινο αλογάκι! Ήταν βαμμένο με ένα κίτρινο χρώμα και γυαλισμένο με κάποιο λαμπερό λούστρο! Το ξύλινο αλογάκι έλαμπε μυστηριακά καθώς το φώτιζε το λιγοστό φως του δειλινού, που έμπαινε από τη μισάνοιχτη πόρτα. Οι χωριανοί ακούμπησαν το ξύλινο κίτρινο αλογάκι στο στήθος του «κυρ Βασίλη» και σταυροκοπήθηκα, φεύγοντας για να πράξουν τα δέοντα.

Πιστέψτε με.
Δεν ήθελα να σας στεναχωρήσω, αλλά, να... δεν έβρισκα καλλίτερο τρόπο για να σας πω ότι, Τελικά υπάρχει ο άγιος των φτωχών, ο άγιος των δώρων, των παιχνιδιών και των παιδιών! 
Υπάρχει ο Aϊ Βασίλης! ... και θα συνεχίζει να υπάρχει, ακόμα και αν δεν τον πιστεύουμε... 
Θα υπάρχει για πάντα... όσο υπάρχουν «στις πόλης τα χωριά και τις γειτονιές μας «κυρ Βασίληδες»... σαν αυτόν που μόλις σας διηγήθηκα την ιστορία του... όποιο όνομα και να έχουν αυτοί! 
Όλοι μας μπορούμε να είμαστε, για τους άλλους, «Aϊ Βασίληδες»! 
ΌΛΟΙ μας!

Εσείς τί λέτε; 
Υπάρχει ο Aϊ Βασίλης;
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Παναγιώτης Μαυρόπουλος/Σταυριώτης, Zωγράφος – Συγγραφέας
Πηγή: corfuland.gr

Wednesday, 19 December 2018

Ένας σωρός παλιά παιχνίδια ... Συνέχεια

―  Τακ τακ τακ στην πόρτα;
Τακ τακ τακ!
Τι είναι πάλι αυτό, τέτοια ώρα, νυχτιάτικα;

Ο Άη Βασίλης νόμιζε πως έβλεπε όνειρο. Ήταν τόσο κουρασμένος που δεν ήθελε ούτε τα μάτια του να ανοίξει, ούτε να σηκωθεί, βέβαια. Αλλά κάποιος χτυπούσε· κι εκείνος, που ποτέ δεν χαλούσε χατίρι, έπρεπε να σηκωθεί.
Πήγε μέχρι την πόρτα και κοίταξε από το ματάκι.
Κανείς!
Και τότε, ποιος χτυπάει; Και τι θέλει;
Παιδί δεν έβλεπε, τάρανδο δεν έβλεπε, έλκηθρο δεν έβλεπε, άγγελο δεν… αλλά μήπως; Λες; Γιατί τους αγγέλους δεν τους βλέπουμε, το ξέρετε αυτό, βέβαια. Είναι πλάι μας, αλλά σιωπηλοί, αόρατοι και αθόρυβοι.
Μια που δεν γινόταν αλλιώς, αποφάσισε να ανοίξει την πόρτα. Δεν ήξερε σε ποιον άνοιγε, αλλά πάντως άνοιξε.
―  Ορίστε, παρακαλώ, είπε. Ποιός είστε;
―  Τα σέβη μου, Άγιε. Καλώς σας βρήκα.
―  Εσύ με βρήκες, αλλά εγώ; είπε προβληματισμένος. Ποιός είσαι; Δεν σε βλέπω, ξέχασα να βάλω και τα γυαλιά μου.
―  Μην ανησυχείτε, γέροντα, που δεν με είδατε ακόμα. Θα με δείτε και χωρίς τα γυαλιά σας. Κοιτάξτε λίγο ψηλά, παρακαλώ.

Σήκωσε τα μάτια του ο Άη Βασίλης και, χωρίς να καλοβλέπει, έψαξε γύρω του. Ναι, κάτι σύννεφα ήταν εκεί, ένα μουντό φεγγάρι, πίσω από τα σύννεφα. Χιονισμένες βουνοκορφές στο βάθος του σκοτεινού ορίζοντα και εκεί μπροστά του, δυο διάφανα φτερά, που άστραφταν σαν να είχαν χρυσόσκονη και πάλλονταν ζωηρά! Ένα φωτεινό πρόσωπο, γελαστό και γλυκό και…

―  Παιδί μου, μα εσένα σε ξέρω…. Σε γνώρισα, καλέ! Χιλιάδες χρόνια τώρα, από τότε που γεννήθηκε ο Χριστός, σε βλέπω κάθε χρόνο … μα θύμισέ μου το όνομά σου!
―  Κάθε χρόνο σάς το λέω, γέροντα, αλλά το ξεχνάτε. Δεν πειράζει, άλλωστε είναι τόσο ωραίο που με λέτε «παιδί μου». Όμως είμαι πολύ βιαστικός, δηλαδή είμαστε πολύ βιαστικοί.
Και απλώνοντας το χέρι του έφερε μπροστά στον Άγιο Βασίλη ένα τσαλακωμένο χαρτί. Καθόλου δεν έμοιαζε με τα όμορφα χρωματιστά φακελάκια, με τις ζωγραφιές και τα γραμματόσημα, που κάθε χρόνο τού έστελναν τα παιδιά, ζητώντας τα δώρα τους. Το κοίταξε με απορία:
―  Παιδάκι το έστειλε αυτό; Ποιό παιδάκι;
―  Γέροντα, βάλτε το πανωφόρι σας και πάμε. Έχουμε να κάνουμε με μια εξαιρετική περίπτωση. Το διαβάζετε στο δρόμο. Μόνο τα γυαλιά σας μην ξεχάσετε.

Ξέχασε τη νύστα και την απορία του ο Άγιος Βασίλης, άρπαξε γυαλιά, πανωφόρι, σκουφί, γάντια, καλάθι, σφύριξε το σύνθημα στους ταράνδους του, ανέβηκε στο έλκηθρο και ξεχύθηκαν πάνω από βουνά και πολιτείες, με έναν επιβάτη αυτή τη φορά.

Ο άγγελος «παιδί μου», 
έτσι τον έλεγε πια για ευκολία, άνοιξε το τσαλακωμένο χαρτί κι ο Άγιος Βασίλης κοίταξε μέσα:

―  Μπα, τι γράμμα είναι αυτό; Ορθογραφία έχει, αλλά τόνο κανένα. Τελεία καμιά. Σε τί σχολείο πάνε αυτά τα παιδιά; Μάλλον δεν διαβάζουν καθόλου…
―  Σεβαστέ άγιε, αν το διαβάσετε το γράμμα, θα δείτε ότι στην αρχή και στο τέλος συμβαίνει κάτι περίεργο.
―  Ναι, ναι, «παιδί μου», διαβάζω:

Σεβαστε Aγιε Bασιλη
ειμαστε τα παλια παιχνιδια που κατοικουμε στην αποθηκη του μεγαλου σπιτιου, οδος Mοναξιας 101 Eχουμε μια καπως παραξενη παρακληση για σενα, μα που σιγουρα ειναι χρησιμη Θα θελαμε  Nα σε παρακαλεσουμε να μη μας περιφρονησεις Aν συμφωνουσες κι εσυ, να μας επαιρνες απο το χαρτοκουτι και να μας εδινες, εστω και  εστω και χωρις ωραια περιτυλιγματα σε καποια παιδια που φετος δε θα πάρουν δώρα, εσυ βεβαια ξερεις το γιατι  Eτσι κι αυτα θα χαρουν   Eτσι κι αυτα θα χαρουν κι εμεις θα ξαναζησουμε λιγες χαρουμενες μερες Θα ηθελες, Aγιε Bασιλη, να μας δωσεις αυτη τη χαρα;
Tα παλια παιχνιδια της αποθηκης

―  Καλά λες, «παιδί μου», αυτό δεν το έγραψαν παιδιά, το έγραψαν παιχνίδια. Μέχρι τώρα ήξερα ότι τα παιδιά ζητούν παιχνίδια, αλλά τώρα ο κόσμος γύρισε ανάποδα. Τα παιχνίδια ζητάνε παιδιά… Πώς το λύνουμε αυτό το πρόβλημα; Πού το βρήκες το χαρτί;
―  Γέροντα, ξέρω τη διεύθυνση, θα σας πάω αν συμφωνείτε.
―  Τι ‘’αν συμφωνώ’’ «παιδί μου», αφού με ξεσήκωσες κιόλας νυχτιάτικα…
―  Ήταν κάτι καινούργιο και για μένα, γέροντα. Ξέρετε, εκτός από σας ταξιδεύω κι εγώ πολύ, κι όχι μόνο την παραμονή της πρωτοχρονιάς, αλλά όλο το χρόνο. Πάω όπου μπορώ να συναντήσω παιδιά, για να ακούσω τις πίκρες και τις χαρές τους, τα όνειρα και τις ανάγκες τους, τα βάσανα, τις ελπίδες και τις επιθυμίες τους. Ύστερα, απλώνω τα φτερά μου και τα πηγαίνω στον ουρανό. Ξέρετε εσείς τώρα τί γίνεται μετά!
―  Ξέρω, ξέρω, πως δεν ξέρω. Αλλά αυτό πού το βρήκες; Επισκέπτεσαι και τις αποθήκες; Γιατί εδώ έτσι βλέπω….
―  Όχι, συνήθως δεν τις επισκέπτομαι. Αλλά πετώντας είδα το όνομα του δρόμου, «οδός Μοναξιάς». Άγγιξε την ψυχή μου αυτό το όνομα και είπα να πάω να δω τι γίνεται εκεί. Έτσι, περνώντας έξω από μια αποθήκη, πήρε το μάτι μου ένα στρατιωτάκι πάνω σ᾽ ένα χαρτί, αυτό το πατσαβούρι. Σήκωσα τον στρατιώτη, γιατί φοβήθηκα μήπως έχει χτυπήσει και διάβασα το γράμμα. Είδα ότι το έστελναν σε σας και να! Το έφερα…
―  Το έφερες. Καλά έκανες, «παιδί μου». Φτάνουμε;
―  Φτάσαμε, Άγιε. Εδώ είναι.

Βιαστικοί και απορημένοι, ο Άγιος και ο άγγελος «παιδί μου» πάρκαραν το έλκηθρο στο κοντινό πάρκο ­θέλει πολύ χώρο για να παρκάρει ένα έλκηθρο και δύσκολα βρίσκεις στις μεγάλες πολιτείες­ και πήγαν τρέχοντας στην οδό Μοναξιάς 101. Μια σπασμένη εξώπορτα, μια σκοτεινή σκάλα και μια μικρή ξύλινη πόρτα, μισάνοιχτη, που οδηγούσε σε μια αποθήκη γεμάτη πράγματα. Καναπέδες παλιοί και βιβλιοθήκες, καθρέφτες και σπασμένες καρέκλες, κάτι παλιωμένα χαλιά, κάτι χαρτοκούτια κλεισμένα καλά, παλιά βιβλία και άλλα αντικείμενα μόλις που ξεχώριζαν μέσα στο μισοσκόταδο της αποθήκης.
Έσπρωξε ο Άγιος Βασίλης την ξύλινη πορτούλα, αλλά αυτή δεν κουνήθηκε. Ξανάσπρωξε· τίποτα.
―  Αν θέλετε, γέροντα, είπε ο άγγελος, να περάσω εγώ μέσα, είμαι λεπτός και διάφανος και θα χωρέσω. Θα σας ενημερώσω αμέσως.
―  Ναι, «παιδί μου», μπες. Μπες εσύ. Εγώ θα δυσκολευτώ.

Εύκολα μπήκε ο άγγελος στην αποθήκη. Τίναξε τα χρυσοσκονισμένα του φτερά και φώτισε τα σκοτάδια. Κι εκεί, πάνω στο παλιό τραπέζι με τα παλιά γυαλικά, δίπλα στη σπασμένη λάμπα, είδε ένα μεγάλο χαρτοκούτι. 
Από μέσα φαίνονταν να περισσεύουν πόδια, ρόδες, φτερά, μαλλιά… και ακούγονταν κάτι μικρές φωνίτσες: «Εδώ, εδώ»! «Μας βρήκε κάποιος επιτέλους»! «Μην μας παρατήσετε και φύγετε, σας παρακαλούμε». «Δώστε μας λίγη σημασία».
Ο άγγελος «παιδί μου» κατάλαβε αμέσως. Άπλωσε τα δυο διάφανα φτερά του και έσπρωξε τα εμπόδια πίσω από την πορτούλα. Σήκωσε μετά το κουτί και το έβγαλε από την αποθήκη.
―  Γέροντα, σας παραδίδω το θησαυρό. Τώρα μπορεί ο κόσμος να ξαναγυρίσει στα ίσια του, γιατί ­αν νομίζετε κι εσείς, κι αν το θέλετε­ απόψε θα παραδώσετε ένα ξεχωριστό φορτίο σε ξεχωριστούς παραλήπτες.

―  Παιδί μου, δεν ξέρω πώς να σε ευχαριστήσω, είπε ο Άγιος Βασίλης με μάτια δακρυσμένα. Τόσα χρόνια Άγιος, τόσα χρόνια κουβαλητής δώρων, πρώτη φορά είχα τη χαρά να δώσω χαρά σε παιχνίδια που πάντα δίνουν χαρά στα παιδιά. Μεγάλη χαρά, αλήθεια σου λέω.

Κράτησαν μαζί το χαρτοκούτι με τα παλιά παιχνίδια κι έτρεξαν πετώντας ή πέταξαν τρέχοντας προς το έλκηθρο. Ξεκίνησαν με βιασύνη για την πρώτη γειτονιά που θα έβρισκαν μπροστά τους. 
Ο Άγιος Βασίλης γελούσε χαρούμενος, ο άγγελος «παιδί μου» σκόρπιζε χρυσόσκονη από τα φτερά του πάνω στα παιχνίδια, κι αυτά, σαν από θαύμα, γίνονταν όλο και πιο όμορφα, σαν καινούργια.
―  Δεν ξέρω ποιος είναι πιο τυχερός, απόψε, είπε το αεροπλανάκι. Τα παιδιά που θα πάρουν εμάς ή εμείς που θα πάμε στην αγκαλιά τους;
―  Εγώ είμαι ο πιο τυχερός, είπε ο Άγιος Βασίλης. Γιατί γύρισε ο κόσμος στα ίσια του, κι έτσι θα μπορέσω να πάω τα παιχνίδια στα παιδιά που περιμένουν. Συμφωνείς, «παιδί μου»;


© κειμένου: Ελένη Τσαλίκη
Από τη συλλογή Κάθε μέρα, κάθε μήνα, μια ολόκληρη χρονιά

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki