Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2018

Ένας σωρός παλιά παιχνίδια

Ένας σωρός παλιά παιχνίδια, στου σπιτιού την αποθήκη, περιμένει τις γιορτές με θλίψη. Σκόνες, γδαρσίματα και σπασίματα έχουν σκεπάσει τα άλλοτε όμορφα παιχνίδια και η μοναξιά και η εγκατάλειψη τα έχουν γεμίσει με πίκρα. Κάθε τόσο κοιτάζονται και κουνάνε το κεφάλι τους. Αναστενάζουν και καμιά φορά ανοίγουν και κουβέντα:
― Είμαι κιόλας πέντε χρόνων, λέει μια ξεμαλλιασμένη κούκλα. Αχ, και να ξέρατε τι όμορφη που ήμουν, όταν με έκανε δώρο στη Mαιρούλα η νονά της...
― Κι εγώ θυμάμαι τα βαγόνια μου και κλαίω, αναστενάζει το κόκκινο τρένο. Μα, αλήθεια, ούτε ξέρω πού βρίσκονται τώρα πια. Κι όμως, όταν πρωτοβγήκα από το κουτί ήμουν σαν αληθινό... Και μ’ αγαπούσε ο Χρηστάκης...
― Ξέρετε πόσα χρόνια σκονίζομαι εδώ μέσα; ρωτάει με δάκρυα ένα μικρό αεροπλανάκι χωρίς φτερά. Πρώτα με έπαιξαν, ύστερα με χάλασαν κι ύστερα... με πέταξαν. Τώρα, τίποτα πια. Ούτε που με πιάνουν στα χέρια τους...

― Τόση ώρα που μιλάτε, σκέφτηκα κάτι, πετιέται ένας παπαγάλος χωρίς μύτη. Πώς θα σας φαινόταν η ιδέα να στέλναμε κι εμείς ένα γράμμα στον Άη Βασίλη και να του ζητούσαμε να μας χαρίσει κάπου; Έχουν και τα δώρα τα δικαιώματά τους, όχι μόνο τα παιδιά! Πρέπει κι εμείς να ζήσουμε όμορφα και με αγάπη, έστω κι αν είμαστε παλιά, ε;
― Σωστά, σωστά.
― Δίκιο έχεις!
― Λοιπόν, γυρίζει σε μια σπασμένη γραφομηχανή, μπορείς να βάλεις τα δυνατά σου και να γράψεις;
― Θα κάνω ό,τι περνάει από τα πλήκτρα μου, είπε εκείνη. Κοίταξε γύρω της, έκανε λίγη γυμναστική στα πλήκτρα της και αναστέναξε.
― Νομίζω πως τώρα είμαι έτοιμη, δήλωσε. Όποιος νομίζει ότι έχει κάτι να πει, ας το πει, συμπλήρωσε και ξεκίνησε...
Τικ τικ τακ, τάκα τάκα τακ.
― Είμαι πανέτοιμη, συμπλήρωσε η σκουριασμένη γραφομηχανή. Δηλαδή θα κάνω ό,τι μπορώ, γιατί μου λείπουν δυο πλήκτρα αυτό που γράφει την τελεία κι αυτό που βάζει τον τόνο. Πάντως, θα προσπαθήσω να γράψω τα υπόλοιπα σωστά. Ελπίζω να μη με παρεξηγήσει ο Άγιος Βασίλης. Λοιπόν, σας ακούω:
― Σεβαστέ Άγιε Βασίλη, είπε το τρένο.
― Καλέ, χωρίς χαρτί θα γράψεις;
― Ωχ, δίκιο έχεις... Πού θα βρω χαρτί; Να, θα πάρω αυτό το σκισμένο φύλλο από το παλιό βιβλίο και θα γράψω από πίσω. Μου επιτρέπεις;
― Φυσικά, γιατί όχι;
― Λοιπόν, ποιος συνεχίζει;
― Εγώ. Γράφε: Είμαστε τα παλιά παιχνίδια που κατοικούμε στην αποθήκη του μεγάλου σπιτιού, οδός Μοναξιάς 101.
― Εγώ συνεχίζω, φώναξε τώρα το αεροπλανάκι: Έχουμε μια κάπως παράξενη παράκληση για σένα, μα που σίγουρα είναι χρήσιμη. Θα θέλαμε...
― Σιγά, μην τρέχετε, γιατί δε σας προφταίνω. Πιο αργά, παρακάλεσε η γραφομηχανή.
― Εντάξει. Λοιπόν, γράφε τώρα: Θα θέλαμε να σε παρακαλέσουμε...
 ― Σειρά μου, είπε η σπασμένη κούκλα: Να σε παρακαλέσουμε να μη μας περιφρονήσεις. Αν συμφωνούσες κι εσύ, να μας έπαιρνες από το χαρτοκούτι και να μας έδινες, έστω και...
 ― Τι λες τώρα;
 ― Μη βιάζεσαι ... έστω και χωρίς ωραία περιτυλίγματα, σε κάποια παιδιά που φέτος δε θα πάρουν δώρα, εσύ βέβαια ξέρεις το γιατί... Έτσι κι αυτά θα χαρούν...
 ― Αφήστε και μένα να πω δυο λόγια, γκρίνιαξε ο παπαγάλος: Έτσι κι αυτά θα χαρούν κι εμείς θα ξαναζήσουμε λίγες χαρούμενες μέρες. Θα ήθελες, Άγιε Βασίλη, να μας δώσεις αυτή τη χαρά;
 ― Μην ξεχάσετε την υπογραφή. Προσοχή! Γράψε: Τα παλιά παιχνίδια της αποθήκης.
 ― Τα έγραψες όλα;
 ―Έκανα ό,τι μπόρεσα. Δεν είναι και πολύ ίσια, αλλά διαβάζονται. Μα, δε μου λέτε... Ποιος θα το στείλει;
 ― Mμμμ! Mμμμ!
 ― Έχω μια ιδέα. Να σπρώξουμε όλοι μαζί τον στρατιώτη, αυτόν εδώ που χαζεύει, να φτάσει μέχρι την πόρτα και να το ρίξει έξω. Ύστερα, τα υπόλοιπα είναι δουλειά του Άι-Βασίλη!
― Πώς θα το στείλουμε; Έτσι; Καθίστε πρώτα να το δούμε μια φορά ακόμα:

Είναι μια χαρά, μπορείς να το στείλεις... Φαντάρε, είσαι έτοιμος;
..........
Συνεχίζεται ...
© κειμένου-εικονογράφησης: Ελένη Τσαλίκη
Από τη συλλογή Κάθε μέρα, κάθε μήνα, μια ολόκληρη χρονιά

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου