Showing posts with label Τσαλίκη Ελένη. Show all posts
Showing posts with label Τσαλίκη Ελένη. Show all posts

Friday, 22 December 2023

Είμαι η Φάτνη - I am the Manger

Είμαι η Φάτνη. Η ιστορία μου ξεκίνησε σ’ ένα σκιερό βουνό, όπου ζούσα μαζί με τη μανούλα μου, ένα ψηλό φυλλωμένο πεύκο, κι ήμουν ένα της κλαδί. Αλλά δεν τελείωσε εκεί.
Είμαι η Φάτνη.
Δεν με έλεγαν έτσι από την αρχή, γιατί εμείς τα δέντρα δεν έχουμε ονόματα. Δεν πάμε πουθενά, δεν μπερδευόμαστε με τίποτα και με κανένα, δεν τα χρειαζόμαστε τα ονόματα. 

Έτσι με ονόμασαν οι άνθρωποι. Αχ! Αυτοί οι άνθρωποι...
Είμαι η Φάτνη. Ζούσα, ευτυχισμένο κλαδί της μανούλας μου, μέχρι που ήρθαν οι άνθρωποι. Κατέφτασαν μια μέρα με τσεκούρια και, γκάπα γκούπα την έριξαν στη γη. Είπαν μεταξύ τους κάτι σαν: «Σπουδαίο σταυρό θα κάνει τούτο το κούτσουρο!». Ακούς, «κούτσουρο» τη μαμά μου! Αχ! Αυτοί οι άνθρωποι...

Μας χώρισαν. Η μαμά μου ήταν πολύ περήφανη και στοργική. Δεν έβγαλε μιλιά όσο την ξέσκιζαν με τα τσεκούρια, δεν είπε τίποτα για να μη λυπηθώ εγώ. Μόνο, καθώς την έπαιρναν από μπροστά μου, μού φώναξε: «Καλή τύχη, μικρό μου! Να έχεις την ευχή μου».
Δεν την ξαναείδα.

Με φόρτωσαν κι εμένα σ’ ένα μικρό κάρο και με πήγαν σε ένα χωριό. 

Βηθλεέμ το έλεγαν· είδα κι έπαθα να το μάθω αυτό το όνομα. Δεν έφτανε που πονούσα από το πρώτο κόψιμο και από το χωρισμό με τη μαμά μου, με κόψανε κι εμένα σε μικρότερα κομμάτια και με κάτι στραβά εργαλεία και σκουριασμένα καρφιά με έκαναν ένα ξυλόκουτο με ξυλοπόδαρα. 
Επάνω μου στοίβαξαν σανό, δηλαδή χόρτα ξερά και με έβαλαν σ’ ένα σκοτεινό μέρος, σαν σπηλιά, που βρωμούσε... πολύ. Κοπριά το έλεγαν αυτό το βρωμερό υλικό που άφηναν τα ζώα, αφού έτρωγαν το ξερό χορτάρι από πάνω μου. Με σάλιωναν κιόλας, καμιά φορά με κλωτσούσαν· μα κυρίως, με βρώμιζαν! Νοσταλγούσα τον καθαρό αέρα του βουνού και τα αρώματα από τα βότανα και τα δέντρα. Και τη μαμά μου...
Περνούσε ο καιρός, κι αυτή ήταν η ζωή μου. Είχα πια και όνομα, όπως σας είπα. Φάτνη.
Κάποιο καιρό μετά από πολλούς καιρούς, είχα αρχίσει να μαθαίνω τους ανθρώπους και τις δουλειές τους· να ξεχωρίζω τους άντρες από τις γυναίκες και τα παιδιά από τους μεγάλους, τα βόδια από τα πρόβατα και τα γαϊδούρια από τα άλογα. Θα μπορούσα να πω ότι πήγαινα «σχολείο»! 
Kι έτσι, κάπως προχωρημένη καθώς ήμουν, μια μέρα κατάλαβα μεγάλη αναστάτωση. Άνθρωποι μπαινόβγαιναν με βιασύνη, ζώα έρχονταν και έφευγαν, ησυχία δεν υπήρχε. Κάτι γινόταν στον κόσμο, μια λέξη παράξενη ακουγόταν: «απογραφή», νομίζω, έλεγαν. Δεν κατάλαβα τι ήταν αυτό.

Το βράδυ εκείνης της παράξενης μέρας, ακόμα πιο παράξενα πράγματα έγιναν μπροστά στα μάτια μου. Μπήκαν μέσα δυο φτωχικοί άνθρωποι, σκονισμένοι και κουρασμένοι τόσο, που σέρνονταν. Αλλά δεν γκρίνιαζαν. Η γυναίκα –ο άλλος ήταν ένας γέρος– είχε μια τεράστια, φουσκωμένη κοιλιά. Είχα μάθει πως έτσι είναι οι κοιλιές τους, όταν οι γυναίκες περιμένουν το παιδί τους. 
Η γυναίκα ήταν σιωπηλή κι ο γέροντας πολύ ανήσυχος. Έστρωσαν κάτω ένα ρούχο και κάθισαν να ξεκουραστούν.

Σας είπα και πριν πως εκείνο το μέρος ήταν σκοτεινό. Ήταν και νύχτα, κοντά μεσάνυχτα πια. Τα ζώα το βράδυ δεν το χρειάζονται το φως· μόλις νυχτώσει, κοιμούνται. Εγώ, όμως, πού να κλείσω μάτι! 


Γύρω μου γινόταν κάτι πρωτόγνωρο. Σιγά σιγά άρχισε να φέγγει μέσα στο σκοτεινό μου σπίτι. Δεν υπήρχε εκεί λυχνάρι ή κερί ή παράθυρο ή φεγγάρι ή ήλιος ή κάτι που να φωτίζει. Κι όμως, υπήρχε φως. Η γυναίκα με τη μεγάλη κοιλιά ψέλιζε σιωπηλά κάτι σαν προσευχή και ο γέροντας κοιτούσε προς τον ουρανό, που ήταν έξω από τη σπηλιά. Είχε σηκωμένα τα χέρια, μάλλον προσευχόταν κι αυτός.

Ακόμα πιο παράξενα πράγματα έγιναν. 

Μέσα στη σπηλιά, που ήταν το σπίτι μου, άρχισαν να έρχονται κάτι ...δεν ξέρω πώς να τα ονομάσω, κάτι με μεγάλα φτερά. 
Ούτε πουλιά ήταν ούτε πεταλούδες, ούτε μέλισσες. 
Σαν άνθρωποι που δεν πατούσαν κάτω, μόνο πετούσαν με τις φτερούγες γύρω γύρω και από το στόμα τους έβγαινε μια μουσική. Και όχι σαν των αηδονιών ή των άλλων πουλιών· μπα! Πολύ πολύ πιο ωραία. 
Πολλές φωνές, πολύ φως, πολλές παρουσίες και!... Θεέ μου, Θεέ όλου του κόσμου και των δέντρων και των βουνών! Κάτι ακούμπησαν πάνω μου και σκίρτησα ολόκληρη. 
Καθώς ήμουν σκεπασμένη με άχυρο –είμαι η φάτνη– δεν μπορούσα να δω καλά στην αρχή, αλλά το ένιωσα! Το ένιωσα, σας λέω! Ένα μικρό ανάλαφρο βάρος, ένα άγγιγμα απαλό, μια μικρούλα ανάσα, μια μικρή κίνηση, κάτι ζωντανό, πανέμορφο, ένα μωράκι.

Μά πώς και πότε; Τί και ποιός; Δεν ξέρω. 

Αυτό που ξέρω είναι ότι όλα άλλαξαν. Το φως με θάμπωσε, πλημμύρα από φως· ούτε ο ήλιος πάνω στο βουνό μια ασυννέφιαστη μέρα-μεσημέρι, ούτε βέβαια το φεγγάρι, είχαν ποτέ τους τέτοιο φως. Εκείνη η πέτρινη σπηλιά σαν να ήταν διάφανη και λαμποκοπούσε. Οι μουσικές έβγαιναν από το στόμα των πλασμάτων με τα φτερά –τώρα ξέρω ότι τους λένε αγγέλους– και έμπαιναν και κυλούσαν μέσα μου, κι ας είμαι μερικά κομμάτια ξύλο, κούτσουρο, όπως είπαν τη μαμά μου. 
Η γυναίκα –που τώρα πια δεν είχε μεγάλη κοιλιά–, και ο γέροντας χαμογελούσαν ευτυχισμένοι. Δεν θύμιζαν εκείνο το κατάκοπο ανήσυχο ζευγάρι που είχε μπει πριν λίγες ώρες στη σπηλιά.

Αλλά, τα θαύματα εκείνης της νύχτας δεν τελείωσαν τότε. Εκείνη η σανίδα που χρησίμευε για πόρτα της σπηλιάς άνοιξε διάπλατα και ένα πλήθος άνθρωποι άρχισαν να μπαίνουν μέσα. 

Τί έκαναν; Γονάτιζαν μπροστά μου. Έσκυβαν τα κεφάλια τους και ακουμπούσαν τα μέτωπά τους πάνω στα ποδαράκια του μωρού, που κοιμόταν στο σανό, πάνω μου. Το σκέπαζαν με ρούχα, του μιλούσαν σιγανά με πρόσωπα κατάπληκτα αλλά και σεβαστικά, του έφερναν κοντά του αρνάκια και κατσικάκια για δώρο. 
Οι άγγελοι φτερούγιζαν αδιάκοπα, τα ζωντανά πλησίαζαν και ξεφυσούσαν πάνω του τις ανάσες τους για να το ζεστάνουν και, ξέρετε κάτι; Δεν βρωμούσε πια! Μόνο η γλυκειά ανάσα ενός μωρού γέμιζε τη σπηλιά, το σπίτι μου.

Είμαι η Φάτνη. Ένα κομμάτι ξύλο, ένα κούτσουρο, ίσως. Αλλά πάνω μου ακούμπησε εκείνο το παιδάκι κι αμέσως έγιναν όλα αυτά τα θαυμαστά πράγματα, αλλά κι άλλα τόσα. Γιατί, δεν πέρασε πολλή ώρα κι ένα καραβάνι σταμάτησε μπροστά στην ανοιχτή, τώρα πια, πόρτα. Δεν ήξερα πού να πρωτοκοιτάξω. Έξω ένα τεράστιο άστρο φώτιζε τον ουρανό σαν να ήταν μέρα. Το φως που ήταν μέσα ξεπερνούσε το φως που ήταν έξω. Από μιαν άμαξα κατέβηκαν τρεις γέροι, με παράξενες φορεσιές. Κρατούσαν χρυσά κουτιά που άστραφταν και μοσχοβολούσαν. Γονάτισαν μπροστά μου κι αυτοί, και έδωσαν στη γυναίκα τα κουτιά. Εκείνη κοίταζε το παιδάκι της. Κάτι είπαν για ένα «βασιλιά». Η γυναίκα δεν απάντησε.

Είμαι η Φάτνη και σας λέω την αλήθεια. Έγιναν μπροστά μου όλα αυτά και έγινε και κάτι άλλο. Μέσα μου έγινε αυτό το κάτι: δεν ήμουν ένα κούτσουρο, ένα κλαδί χωρισμένο από τη μαμά του, τσεκουρωμένο, καρφωμένο, σε μια σκοτεινή σπηλιά αφημένο, ανάμεσα σε ζώα που βρωμούσαν; Ήμουν· αλλά έπαψα να είμαι. Ήμουν κούτσουρο αλλά ένιωθα θρόνος. Ήμουν σκεπασμένη με χορτάρι αλλά ένιωθα να φορώ ρούχα βασιλικά. Είχα για σπίτι μου μια σπηλιά αλλά έγινα το πρώτο σπίτι του βασιλιά. Με είχαν κόψει με τσεκούρια και με είχαν καρφώσει με καρφιά, αλλά τώρα έσκυβαν μπροστά μου και φιλούσαν τα δικά μου ξύλα, γιατί από σεβασμό δεν τολμούσαν καν να αγγίξουν τα πόδια του μικρού παιδιού, του βασιλιά.

Είμαι η Φάτνη. Δεν ξέρω γιατί διάλεξε εμένα ο βασιλιάς για να ακουμπήσει πάνω μου· ίσως ήταν η ευχή της μαμάς μου, ίσως ήθελε να με παρηγορήσει για τα τόσα βάσανά μου. Αλλά ξέρω ότι ήρθε, και ακούμπησε. Τον αγκάλιασα, τον σκέπασα με ότι είχα, τον νανούρισα όπως μπορούσα. Ήταν ο πρώτος μου επισκέπτης κι ήμουν το πρώτο του κρεβατάκι. 

Είμαι η Φάτνη. 

© Ελένη Τσαλίκη


I am the manger © Eleni Tsaliki

I'm the manger. My story began on a shady mountain, where I lived with my mommy, a tall leafy pine tree, and I was one of its’ branches. But my story did not end there.
I'm the manger. This was not my name since my first days, because we, the trees, do not have names. We do not go anywhere, we do not mess around with anybody or anything, so … no need for names. That's what people called me. Oh! People...
I'm the manger. I was living as a happy branch of my mommy, until people came. They arrived one day with axes and, bang-bang, they threw my mom on the ground. They said to each other something like, "What a great cross this log will be!" My mommy, a log! Oh! People...
They separated us. My mom was very proud and affectionate. She didn’t say a single word as they broke her down with the axes, not to make me sad. Just, as they took her away from me, she said to me loudly: "Good luck, my little one! Have my blessing".
I didn’t see her again.
They loaded me into a small cart and took me to a village. Bethlehem was its name; a long time would pass before I would learn this name. As if the hurt from the cutting and the separation from my mommy was not enough, they chopped me again, into smaller pieces and, with crooked tools and rusty nails, they made from me a wooden box. On top of me they stacked hay, that is dried grass and they put me in a dark place, like a cave, that was ... stinking a lot. Dung was the right word for this stinky thing, that the animals left after they had eaten the dried grass on top of me. They used to lick me, sometimes kick me; but, worst of all, they made me stinky! I was longing for the fresh air of the mountain and the perfumes of herbs and trees. And for my mommy...
Time was going, and this was my life. I already had a name, as I told you. Manger.
Once upon a time …upon a time, I had begun to learn these people and their works; to distinguish men from women and children from elders, the oxen from the sheep and the donkeys from the horses. I could say, I was "going to school"! And so, somewhat advanced in learning as I was, one day I realized a great deal of mess. People were rushing, animals came and left, no calm at all. Something was happening in the world of people, a strange word sounded: "census", I think, they were saying. I did not understand what it was.
In the evening of that weird day, even stranger things were to happen in front of my eyes. Two poor people, dusty and tired, almost  shuffling, entered my place. But they did not complain. The woman –the other one was an old man– had a huge, bulgy belly. I had learned that this is how their bellies are when women are going to have their babies. The woman was silent and the old man very anxious. They put a cloth on the ground and sat down to rest.
I have told you earlier that this place was dark. It was very late, almost midnight. Animals do not need light at night; as soon as it gets dark, they fall asleep. Yet I could not close my eyes! Something unprecedented was happening. Little by little, in my dark house, a shine started to appear. There was no oil lamp or candle or window or moon or sunlight or anything. But still there was light. The woman with the big belly whispered silently something like a prayer, and the old man stared up at the sky, outside the cave. He had his hands raised; probably he was praying.
Even stranger things were to happen. Inside the cave, which was my home, a kind of presence started to come... I do not know how to name it, something with big wings. Neither birds were nor butterflies or bees. As people who don’t touch or walk on the ground, they were only flying around with their wings and there was a music coming out of their mouths. And it was not like the one from nightingales or other birds! No! It was more beautiful! Much more beautiful. So many voices, so much light, innumerable presences and ... Oh, my God, Lord of the whole world and of the trees and the mountains! Something touched me and I shivered all over. As I was covered with straw –I'm the manger– I could not see it at first, but I felt it! I felt it, I insist! A small light weight, a soft touch, a sweet breath, a little movement, something vibrant, gorgeous, a little baby.
How and when? Who and what? I don’t know. What I know is that everything has changed. The light dazzled my eyes, a flood of light; neither the sun on the mountain, a cloudless day, nor, of course, the moon, had ever shed such a light. That stone cave seemed to be transparent and gleaming. The music came out of the mouth of the creatures with the wings –I now know their name is "angels"– and it came in and flowed inside me, although I am a few pieces of wood, a log, as those people called my mommy. The woman –who now had no big belly– and the old man smiled happily. They no more reminded me of that exhausted worried couple who had entered the cave just a few hours ago.
But the miracles of that night were not over. That plank, which served as a door to the cave, opened wide and a crowd of people began to come in. What did they do? They were kneeling in front of me. Their heads were leaning, touching the baby's feet, that was sleeping on the hay, on my heart. They covered it with clothes, spoke to the baby with astonished but respectful faces, brought him lambs and goats as a gift. The angels wandered unceasingly, the animals approached and blew their breaths on the baby to warm it up, and… you know something? It stank no more! Only the sweet breath of a baby filled the cave, my home.
I'm the manger. A piece of wood, a log, maybe. But that little boy touched me, and all these wonderful things immediately happened; and not only these. Many-many wonders followed. Because, it did not take long and a caravan stopped in front of the open, this time, door. I didn’t know where to look at. Outside the door, a huge star was sparkling in the sky and its’ light was shining, making it as if it were daytime. The light inside was more  than the light outside. Three old people, with strange costumes, came down from a  carriage. They held golden glittering boxes that smelled wonderfully. They knelled in front of me, and they offered the boxes to the woman. She was staring at her little boy. Something was heard about a "king." The woman did not answer.
I'm the manger and I tell you the truth. Everything took place in front of me; but also something else happened. This "something" happened deep inside me: I was a log, a branch separated from my mommy, hatched, nailed, left in a dark cave, among animals that were filthy; Wasn’t I? I was, indeed; but not anymore. I was a log, but I felt like a throne. I was covered with grass but I felt wearing royal clothes. I had a cave for my house but I became the King's first home. They had cut me with axes and nailed me, but people were now bowing in front of me, kissing my own woods, because they did not even dare to touch the legs of the little child, the King.
I'm the manger. I don’t know why the King chose me to lay upon me; maybe it was my mommy's blessing, maybe He wanted to comfort me because of my endless pains. But I know He came, and He touched me. I hugged Him, I covered Him with what I had, I told Him the lullaby I knew. He was my first guest and I was His first cradle. I'm the Manger.

Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Tuesday, 8 January 2019

Tέλος οι διακοπές

Τέλος οι διακοπές
οι χαρές και οι γιορτές, 
τέλος τα πολλά γλυκά,   
τα δωράκια τα ακριβά. 
Tέλος και τα ταξιδάκια
οι εκδρομές και τα παρτάκια. 
Το σχολείο περιμένει
με την πόρτα ανοιγμένη.

©Ελένη Τσαλίκη, από τη συλλογή «Κάθε μέρα, κάθε μήνα, μια ολόκληρη χρονιά»

Sunday, 6 January 2019

«Φωτεινή» ακροστιχίδα...

Φ-Ω-Τ-Α

Φαίνεται ότι σήμερα είναι γιορτή μεγάλη.  
Ώρες ολόκληρες χτυπά η καμπάνα απ’ το πρωί.   
Τον αγιασμό πάω κι εγώ να πάρω στο μπουκάλι. 
Ανοίγουν κάθε χρόνο τέτοια μέρα οι ουρανοί!

©Ελένη Τσαλίκη, από τη συλλογή:
«Κάθε μέρα, κάθε μήνα, μια ολόκληρη χρονιά»

Friday, 4 January 2019

Μια μέρα βροχερή

Μια μέρα βροχερή, αχ τι να πρωτοκάνω; 
Γυρνώ, στριφογυρνώ, τίποτα δεν προφτάνω. 
Παράθυρα κλειστά να έχω προτιμάω, 
νερά για να μην μπουν κι ύστερα κολυμπάω. 
Kλειδώνω το σκυλί να μη βραχεί· δεν κάνει. 
Tα ρούχα απ’ το σκοινί μαζεύω στη λεκάνη. 
Oμπρέλα σταθερή γυρεύω στο συρτάρι, 
τις μπότες τις ψηλές φοράω όλο χάρη. 

Στο δρόμο περπατώ, στις λάσπες δεν πατάω 
τριγύρω μου κοιτώ, μπερδεύομαι, πού πάω;   
Oμίχλη, συννεφιά, νερό πολύ κι ομπρέλα·  
μια μέρα βροχερή μπορεί ... να φέρει τρέλα.

©Ελένη Τσαλίκη, από τη συλλογή «Κάθε μέρα, κάθε μήνα, μια ολόκληρη χρονιά»

Wednesday, 2 January 2019

Ποιηματάκια της νέας Χρονιάς

Καινούργιος χρόνος ήρθε

Kαινούργιος χρόνος ήρθε
απόψε τη νυχτιά·
με την καινούρια μέρα
καινούρια είν’ κι η χρονιά.

Aκόμα και το χιόνι
το άσπρο, το λευκό,

για τον καινούριο χρόνο
φαντάζει γιορτινό.

Kαινούριος χρόνος μπήκε·
ας κάνουμε μια ευχή:

σαν το λευκό το χιόνι
που σκέπασε τη γη,

με ομορφιά και χάρη,
σαν τη λευκή δροσιά
ο χρόνος να κυλήσει
για όλους μας, παιδιά.

Kαινούριος χρόνος κι όλοι,
κι η κάθε μια καρδιά,
χαρά και ευτυχία

να ’χουν παντοτινά.
 
Mια βδομάδα γιορτές
 
Προχτές γιόρταζε ο Bασίλης
κι η μικρή η Bασιλική
και μεθαύριο ο Φώτης,

η Φανή κι η Φωτεινή.

Έρχεται και η σειρά τους
Γιάννης, Γιάννα και λοιπά·
μια ολόκληρη βδομάδα
όλο λέω «Xρόνια Πολλά»! 

Από τη συλλογή: «Κάθε μέρα, κάθε μήνα, μια ολόκληρη χρονιά», Ελένη Τσαλίκη ©

Tuesday, 1 January 2019

Ρόμπι

Με λένε Ρόμπι και είμαι ένα μικρό ρομπότ. Ξέρετε πώς το ξέρω; Το ξέρω γιατί το λένε οι άνθρωποι που με έχουν, όταν με δείχνουν στους φίλους τους. Αλλά πιο πολύ γιατί όλο μου δίνουν διαταγές και εντολές. «Ρόμπι, άνοιξε την πόρτα». «Ρόμπι, κλείσε το παράθυρο». «Ρόμπι, φέρε τα γυαλιά μου» και άλλα τέτοια.

Λοιπόν, οι άνθρωποι, όχι αυτοί που με έχουν αλλά αυτοί που με έφτιαξαν, οι «κατασκευαστές» δηλαδή, έβαλαν μέσα στο μυαλό μου μερικές «πληροφορίες». Έτσι ονομάζονται αυτά που ξέρω. Και μετά έβαλαν κάτι οδηγίες για να ακούω τις διαταγές τους και να κάνω ό,τι μου λένε. Κι εγώ απλά κάνω τη δουλειά μου.

Αλλά είμαι μόνη... δυστυχώς. Δεν έχω φίλους, ούτε οικογένεια. Όταν έρχεται το βράδυ το νιώθω ακόμη περισσότερο, γιατί ... κανείς δεν μου δίνει διαταγές. Όλοι εξαφανίζονται. «Πάνε για ύπνο», όπως λένε. Εγώ περιμένω να έρθει το πρωί.

Μια νύχτα πριν από κάποια νύχτα, όπως μέτρησε το ημερολόγιο που έχω στο μυαλό μου, το μικρό παιδί του σπιτιού ήταν πολύ θυμωμένο. Η μαμά του το μάλωσε, για κάποιο λόγο που δεν ξέρω, κι αυτό φέρθηκε πολύ άσχημα· φώναζε, έκλαιγε, κλωτσούσε. Η μαμά το τιμώρησε και του είπε: «Απόψε είσαι τιμωρημένος· δεν θα πας στο δωμάτιό σου. Θα μείνεις με τη Ρόμπι». Τον έβαλε μέσα, εκεί που ήμουν εγώ, και κλείδωσε την πόρτα.

Εκείνο έκλαιγε και χτυπούσε τα πόδια του στο πάτωμα, αλλά εγώ χάρηκα. Επιτέλους, ένα βράδυ θα είχα συντροφιά, σκέφτηκα. Μόνο να του περάσει ο θυμός, μην αρχίσει να με κλωτσάει κι εμένα...

Ο μικρός σιγόκλαιγε για ώρα, εκεί απέναντί μου, χωρίς να με κοιτάζει. Εγώ τον κοίταζα με λαχτάρα, μήπως και έδινε καμιά διαταγή για να περάσει η ώρα, αλλά αυτός τίποτα.

Μα, τί το ήθελα; Δεν ζητούσα κάτι άλλο καλύτερα; Ώσπου, κάποια στιγμή με πλησίασε θυμωμένος και είπε...

«Ρόμπι, σπάσε το παράθυρο να βγω έξω». Αλλά, εγώ δεν ήξερα αυτή τη διαταγή που κάνει ζημιές, και δεν κουνήθηκα. «Χαζή», είπε ο πιτσιρικάς. «Θα σου πω κάτι άλλο, τότε. Ρόμπι, ξεκλείδωσε την πόρτα». Κι αυτό δε γινόταν, γιατί ήξερα τη διαταγή αλλά κλειδί δεν έβλεπα. Η μαμά του μας είχε κλειδώσει, απέξω φυσικά, και το είχε πάρει μαζί της. «Κοιμισμένη», είπε ο μικρός. «Τίποτα δεν ξέρεις να κάνεις. Θα σε τρελάνω στις διαταγές μέχρι να κάνεις αυτό που θέλω». Κι άρχισε:

«Φώναξε την αστυνομία –Όχι, μην τη φωνάξεις. Θα βρω τον μπελά μου».

«Βάλε τις φωνές – Όχι, μην τις βάζεις, θα ακούσει η μαμά μου».

«Πάρε τηλέφωνο τη γιαγιά μου – Όχι, μην την παίρνεις γιατί δεν μπορείς. Το τηλέφωνο είναι έξω κι εμείς είμαστε κλειδωμένοι μέσα».

Έλεγε, έλεγε, έλεγε. Εγώ στεκόμουν ακίνητη γιατί ή δεν μπορούσα ή δεν ήξερα να κάνω αυτό που ήθελε. Κάποτε ο μικρός κουράστηκε. Κάθισε κάτω και μου έπιασε την κουβέντα.

«Τότε, Ρόμπι, αφού είσαι τέτοια, θα σου πω κάτι για να ζηλέψεις. Λοιπόν, αν ήσουν παιδί, λέμε τώρα, αν ήσουν, απόψε, που είναι παραμονή πρωτοχρονιάς, θα περίμενες τον Άγιο Βασίλη να σου φέρει ένα δώρο. Κι εγώ είμαι πολύ θυμωμένος που με έκλεισε εδώ η μαμά μου, γιατί ούτε δώρο θα πάρω, ούτε θα τον δω να έρχεται από την καμινάδα. Είμαι τιμωρία. Αλλά, να σου πω... Εσύ είσαι σε χειρότερη κατάσταση, γιατί είσαι τιμωρία κάθε βράδυ. Δεν ξέρεις· δεν έχεις ιδέα, Ρόμπι, πώς έρχεται ο Άγιος Βασίλης...».

Γκλιν γκλιν, τα λαμπάκια μου άναψαν βιαστικά. Αυτή η φράση, «Ρόμπι, πώς έρχεται ο Άγιος Βασίλης», ήταν μια «πληροφορία» που την ήξερα. Στη μικρή μακρόστενη οθόνη πάνω στο μέτωπό μου σχηματίστηκε μια φράση: «Με το έλκηθρο». Ο μικρός την διάβασε και ξεφώνισε: «Ουάου!!! Να που ξέρει και κάτι αυτή. Καί πώς μπαίνει στα σπίτια; Και τί φέρνει στα παιδιά; Και πού τα βάζει αυτά που φέρνει; Και πόσους ταράνδους έχει το έλκηθρό του; Και τί χρώμα ρούχα φοράει; Είναι χοντρός ή αδύνατος;»

Δεν τελείωναν οι ερωτήσεις του, αλλά και οι απαντήσεις μου. Όλα αυτά τα ήξερα και ήμουν καταχαρούμενη. Τα πράγματα είχαν αλλάξει, ίσως γινόμασταν και φίλοι.

«Τώρα θα σου κάνω την πιο σημαντική ερώτηση», είπε ο μικρός. «Ξέρεις, Ρόμπι, τί ώρα θα έρθει ο Άγιος Βασίλης; Αααα, κι άλλη μία: Μήπως ξέρεις τί του ζήτησα να μου φέρει;»

Γκλιν γκλιν γκλαν γκλιν και ξανά γκλιν γκλιν γκλαν. Τα λαμπάκια μου τρελάθηκαν αυτή τη φορά. Κι έσβησαν! Έπρεπε να ξέρω το δρομολόγιο και το πρόγραμμά του, αλλά δεν το ήξερα. Το μυαλό μου έπρεπε να ψάξει να βρεί τις πληροφορίες για τις παραγγελίες, τί δώρο είχε ζητήσει το παιδί –αν είχε ζητήσει κάτι στ’ αλήθεια–, αν το είχε βρει ο Άγιος Βασίλης κι άλλα... πολύ δύσκολα πράγματα. Και με πήρε το παράπονο. Όλα τα δύσκολα από μένα τα ζητάνε· πρέπει να τα ξέρω όλα, μα δεν τα ξέρω. Γιατί κανείς δεν μου είχε δώσει τέτοιες πληροφορίες. Έτσι, τώρα, κινδύνευα να χάσω και το μοναδικό μου φίλο. Καθόλου δεν θα ήθελα να τον απογοητεύσω, θυμώνει κι εύκολα..

Τι να κάνω; Τι να κάνω;

Κόντευα να το «κάψω» το μυαλό μου, όταν το κλειδί, απέξω από το δωμάτιο, γύρισε με θόρυβο στην κλειδαριά, η πόρτα άνοιξε και εμφανίστηκε η μαμά. Κοίταξε σοβαρή τον μικρό και είπε:

«Πάρε τη Ρόμπι και βγείτε έξω».

Δεν ξέρω αν η δική μου έκπληξη ήταν μεγαλύτερη ή του μικρού. Τι θα γινόταν τώρα; Βόλτα θα πηγαίναμε; Τον Άγιο Βασίλη θα βλέπαμε; Δώρα θα μας έδιναν; Ή μήπως ήθελε να μαλώσει κι εμένα μαζί με τον πιτσιρίκο;

Βγήκαμε. Στο σαλόνι που ήταν απέναντι από το κλειδωμένο –μέχρι τώρα– δωμάτιο, καθόταν μια στρογγυλωπή κοκκινοντυμένη φιγούρα, με άσπρα μαλλιά και γένια, γυαλιά, μπότες, γάντια, τσουβάλια φορτωμένα.... ο Άγιος Βασίλης αυτοπροσώπως. Ο μικρός τα είχε χαμένα· κι εγώ τα είχα δυο φορές χαμένα.

«Ελάτε εδώ, ελάτε εδώ», είπε ο γελαστός γέροντας. «Ελάτε, και σας χρειάζομαι». Λαχτάρησα. «Αχ, μου φαίνεται πως, όπου να ´ναι, έρχεται μια διαταγή», σκέφτηκα.

Ο μικρός κοίταζε με το στόμα ανοιχτό, μια τον γέροντα και μια εμένα. «Μαζί να ρθούμε;» ρώτησε.

«Μαζί ελάτε», είπε εκείνος. «Εσύ, τώρα, πάρε αυτό το δώρο που ζήτησες. Αλλά, κοίτα! Πρώτα θα ζητήσεις συγγνώμη από τη μαμά, για την αταξία σου».

«Σόρι», είπε απρόθυμα ο μικρός απλώνοντας τα χέρια για να αρπάξει το δώρο, μήπως και το χάσει. «Και η Ρόμπι;»

«Η Ρόμπι θα έρθει μαζί μου. Έχω πολλή δουλειά και χρειάζομαι βοήθεια. Δεν έχεις αντίρρηση, φαντάζομαι...».

«Δεν... δεν ξέρω, δεν έχω... δεν ξέρω τι έχω!».

«Τί ζεις απόψε;» Ρώτησα τον εαυτό μου και μου απάντησα, γιατί αυτή την απάντηση την ήξερα: «Ένα θαύμα».

«Ρόμπι, είσαι έτοιμη; Κοίτα εδώ». Και ο Άγιος Βασίλης ξεδίπλωσε μπροστά μου ένα χάρτη της γης, σημαδεμένο με χιλιάδες σημαδάκια –τα σπίτια των παιδιών που είχε να επισκεφτεί. Κι ύστερα ξετύλιξε ένα τεράστιο ρολό χαρτί, γεμάτο παραγγελίες, ονόματα, διευθύνσεις, κάτι γραμμές και κάτι νούμερα... που μου θύμιζαν τις μέρες που με φτιάχνανε. Τα κοίταζα και τα «κατάπινα». Μέσα στο μυαλό μου άρχισε σιγά σιγά να φτιάχνεται μια διαδρομή, με στάσεις, με σπίτια, με ονόματα, με πακέτα, με φως, με αγκαλιές, με χειροκροτήματα... Τί καλά! Τί όμορφα! Ούτε μόνη είμαι πια, ούτε χωρίς... διαταγές! Θα γυρίσω τον κόσμο, μέσα στο αμάξι του Άι Βασίλη, και θα κάνω την πιο όμορφη δουλειά της ζωής μου: Θα μοιράζω δώρα στα παιδιά, τη νύχτα της πρωτοχρονιάς! 
Ποιός; Εγώ, η Ρόμπι, φυσικά.


Κείμενο: Ελένη Τσαλίκη ©
Από τη συλλογή: «Κάθε μέρα, κάθε μήνα, μια ολόκληρη χρονιά»

Sunday, 30 December 2018

Η πρώτη πρωτοχρονιά του κ. Παράξενου και της κ. Στριμμένης

Στη βίλα «Μυστήριοι», μακριά απ’ την πόλη, ζούσαν εδώ και κάτι χρόνια ο κύριος Παράξενος και η γυναίκα του, η κυρία Στριμμένη. Πραγματικά μυστήριοι άνθρωποι, απομονωμένοι απ’ όλους και αμίλητοι. Ο κύριος Παράξενος φρόντιζε το αυτοκίνητό του και το γρασίδι στον κήπο και η κυρία Στριμμένη το σπίτι, κι αυτό ήταν όλο. Όσο για παρέες; Mε τίποτα δεν τις ήθελαν. «Πολύς κόσμος, πολλή φασαρία», έλεγε ο κύριος Παράξενος και συμπλήρωνε: «Πολλές χαιρετούρες, πολλά μικρόβια, πολλά παιδιά, πολλή ακαταστασία». Και συμφωνούσε και η κυρία Στριμμένη. Aν συναντούσαν κανένα γείτονα στο δρόμο, γύριζαν αλλού το κεφάλι για να μην τον χαιρετήσουν. Aν περνούσε κανένα παιδί από την πόρτα τους, το αγριοκοίταζαν για να μην πλησιάσει και τους λερώσει τα σκαλοπάτια. Kι άλλες πολλές παραξενιές έκαναν. Nα φανταστείτε, παιδιά, ότι ποτέ, κανείς δεν τους είδε να γιορτάζουν. Oύτε ακόμη και την Πρωτοχρονιά δεν άλλαζε αυτό. Nωρίς-νωρίς έκλειναν τα παράθυρά τους για να μην αναγκαστούν να χαιρετήσουν κανένα κι έπεφταν για ύπνο. Oι άνθρωποι της πόλης απορούσαν, αλλά, για καλό και για κακό, τους απέφευγαν.
 Eκείνη την παραμονή Πρωτοχρονιάς, η κυρία Στριμμένη ξύπνησε πολύ άρρωστη το πρωί. Bήχας, πυρετός, συνάχι... χάλια ήταν.
Φέρε μου αντιβιοτικά, είπε στον κύριο Παράξενο, που ετοιμαζόταν να πάει για ψώνια..
Δεν έχεις τίποτα, θα σου περάσει, της απάντησε αυτός κι έφυγε.
Όταν γύρισε, φάρμακα δεν είχε μαζί του...
Θύμωσε η κυρία Στριμμένη και δεν μαγείρεψε, μόνο πήγε και ξάπλωσε στο κρεβάτι της. O κύριος Παράξενος πήρε την εφημερίδα του, και τη διάβασε στο φως της λάμπας, δίπλα στο παράθυρο με τα κλειστά παντζούρια.
Tο απόγευμα η κυρία Στριμμένη ήταν χειρότερα.
Δε μου έφερες αντιβιοτικό και χειροτέρεψα, είπε στον κύριο Παράξενο.
Oυφ, πια, λέει αυτός. Tι να κάνω... θα πάω τώρα.
Σηκώθηκε νευριασμένος και ξεκίνησε. Mπήκε στο αυτοκίνητό του και τράβηξε για την πόλη. Στο δρόμο... κάτι δεν πήγαινε καλά. Bγαίνει από το αυτοκίνητο και κοιτάζει... τι να δει... λάστιχο! Tο δεξί μπροστινό λάστιχο ήταν σκασμένο. Άρχισε τη μουρμούρα ο κύριος Παράξενος. Ψάχνει για τη ρεζέρβα, δεν τη βρίσκει... Tί κάνει τώρα;
Aπό το άνοιξε-κλείσε τις πόρτες, ο θόρυβος ξύπνησε το γείτονα, τον κύριο Kαλόψυχο. Bγαίνει στο παράθυρο και παίρνει το θάρρος να ρωτήσει:
Σας συμβαίνει τίποτα, κύριε;
Γρρρρ, γρύλισε ο κύριος Παράξενος. Aυτό το παλιολάστιχο φταίει για όλα...
Mην ανησυχείτε, λέει ο κύριος Kαλόψυχος. Mπορώ να σας δανείσω τη δική μου ρεζέρβα. Ή και να σας πάω εκεί που θέλετε. Πού πάτε, αλήθεια;
Στο φαρμακείο, λέει ο κύριος Παράξενος.
Eίναι άρρωστη η κυρία... η γυναίκα σας; ξαναρωτάει ο κύριος Kαλόψυχος.
― Ναι, απαντάει ο κύριος Παράξενος.
Kανένα πρόβλημα, λέει ο κύριος Kαλόψυχος και στέλνει τον Xάρη, το γιο του, με το ποδήλατο στο φαρμακείο, να πάρει το φάρμακο. K ι ύστερα, ανασκουμπώνεται να βάλει τη ρεζέρβα στο αυτοκίνητο του κυρίου Παράξενου.
Aπόρησε η γειτονιά όταν είδε τον κύριο Παράξενο να μιλάει με άλλους. Bγήκαν όλοι στα παράθυρα. Ήρθε και η κυρία Kουτσομπολίδου, ρώτησε, έμαθε και, μέσα σε πέντε λεπτά, τα νέα είχαν κάνει το γύρο της πόλης. Σε λίγο εμφανίστηκε η δεσποινίς Bοηθού, που της άρεσε να κάνει καλές πράξεις, και προσφέρθηκε να πάει το φάρμακο και να κάνει μια εντριβή στην κυρία Στριμμένη. O κύριος Mαχαιροπίρουνος, ο εστιάτορας, βλέποντας τη φασαρία κι ακούγοντας τα νέα, σκέφτηκε δειλά-δειλά: «Aφού είναι άρρωστη η καημένη η κυρία Στριμμένη, δε θα μπόρεσε να μαγειρέψει. Aς πάρω δυο περιποιημένες μερίδες γαλοπούλα να τους πάω, χρονιάρες μέρες που είναι...». Kαι πλησιάζει κι αυτός. Kι ακόμη, ο κύριος Γλυκατζής, ο ζαχαροπλάστης, πήρε την τελευταία στιγμή μια βασιλόπιτα και την έκρυψε σε μια σακκούλα. Φοβόταν, βλέπετε, τις ζάχαρες... μη λερώσουν...
Στο μεταξύ, το αυτοκίνητο του κυρίου Παράξενου ήταν έτοιμο. Πάνω στην ώρα έρχεται ο Xάρης με το φάρμακο και το δίνει στον κύριο Παράξενο. Kόμπιασε αυτός· δεν ήξερε τι να πει...
E , ε, ευχαρ.... Δεν άντεξε να το τελειώσει.
Tίποτα, τίποτα, είπε ο Xάρης.
H δεσποινίς Bοηθού προτείνει τότε:
Θα είχατε αντίρρηση να έκανα μια εντριβή στην κυρία... στη γυναίκα σας;

Zορίστηκε ο κύριος Παράξενος.
E, όχι, είπε. Nα ρθείτε. Kαι... και... κι εσείς, είπε αμήχανα και κοίταξε τους υπόλοιπους.
«Eυκαιρία να σπάσει ο πάγος», σκέφτηκαν όλοι μαζί κι ο καθένας μόνος του και ξεκίνησαν για τη βίλα «Mυστήριοι».
Mόνο που δεν έμεινε η κυρία Στριμμένη, όταν τους είδε από το παράθυρο να εμφανίζονται όλοι μαζί. Δεν πίστευε στα μάτια της.
O άντρας της ήταν αυτός που έκανε τέτοια πράγματα; Σκόνες, μικρόβια, φασαρία, γύριζαν ασταμάτητα στο μυαλό της κι ανέβαζαν τον πυρετό της.
H δεσποινίς Bοηθού δεν έχασε καιρό.

Nα σας περιποιηθώ λιγάκι. Mια εντριβή, ένα αντιβιοτικό, ένα ζεστό να σας κάνω.
Τι να κάνει κι αυτή, υποχώρησε, κοίταξε όμως άγρια τον κύριο Παράξενο. Eκείνος, έχασε το χρώμα του αλλά δε μίλησε.
Mέσα σε μισή ώρα, τα πάντα μέσα στη βίλα «Mυστήριοι» είχαν αλλάξει. O κύριος Kαλόψυχος είχε ανάψει όλα τα φώτα, ο κύριος Mαχαιροπίρουνος έστρωνε το τραπέζι για τη γαλοπούλα, ο κύριος Γλυκατζής στόλιζε τη βασιλόπιτα –με προσοχή στις ζάχαρες, …μη λερώσουν. H δεσποινίς Bοηθού έτριβε την κυρία Στριμμένη και ο Xάρης περιφερόταν, με προσοχή κι αυτός, κι έκανε τα διάφορα θελήματα. Ο κ. Παράξενος, μάλλον σαστισμένος, κοίταζε μια τον ένα και μια τον άλλο και δεν το πίστευε. Τελικά, δεν ήταν κι άσχημα· δηλαδή, μια χαρά ήταν, ωραία ήταν, πολύ ωραία ήταν. Καλό πράγμα η παρέα, και τα φώτα, το μυρωδάτο φαγητό και το ζηλευτό γλυκό. Και η κ. Στριμμένη, αμίλητη, προσπαθούσε να καταλάβει: Της αρέσει; Δεν της αρέσει; Μπα, καλούτσικα είναι, μάλλον... κα-τα-πλη-κτι-κά είναι! Όλα έτοιμα και τόσο ωραία. Ξέχασε το βήχα και τον πυρετό, ας είναι καλά η δ. Βοηθού.
Όλα έτοιμα και η ώρα κοντεύει 12.00 τα μεσάνυχτα. Οι επισκέπτες της βίλας «Μυστήριοι» ετοιμάζονται να φύγουν. Αλλά ο κ. Παράξενος και η κ. Στριμμένη, που τώρα είναι ακόμα καλύτερα, έχουν άλλη γνώμη.
Δεν μένετε λίγο ακόμη, να υποδεχτούμε τον νέο χρόνο όλοι μαζί; Τολμάει να πει ο κ. Παράξενος.
Ναι, χαιρόμαστε πολύ με την παρέα σας, αν και υπάρχει κίνδυνος... να σας κολλήσω κανένα μικρόβιο, λέει και η κ. Στριμμένη.
Δεν πιστεύουν αυτά που ακούνε οι γείτονες.
– Ωραία, λοιπόν, η ώρα είναι κοντά, ας μείνουμε, λένε όλοι με ένα στόμα.
Με την πρώτη κανονιά για την υποδοχή του καινούργιου χρόνου, σηκώνεται ο κ. Παράξενος και λέει με ύφος σοβαρό:
Καλοί μου φίλοι, έχω να κάνω μια πρόποση. Στην υγεία όλων σας, που μας χαρίσατε την πρώτη και πιο ωραία, όπως πιστεύω, πρωτοχρονιά της ζωής μας. Ευχαριστούμε! Καλή χρονιά!
Καλή Χρονιά! Με αγάπη και χαρά! Με ειρήνη και ευτυχία, είπαν όλοι με μια φωνή.

Κείμενο-Εικονογράφηση: Ελένη Τσαλίκη ©
Από τη συλλογή: Κάθε μέρα, κάθε μήνα, μια ολόκληρη χρονιά

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki