Showing posts with label Παράδοση. Show all posts
Showing posts with label Παράδοση. Show all posts

Wednesday, 3 July 2024

Συνηθισμένες Ελληνικές Εκφράσεις του παρελθόντος.

Συνηθισμένες εκφράσεις του παρελθόντος που σιγά σιγά χάνονται παραχωρώντας τη θέση τους σε νέες, που έχουν κι αυτές τη δική τους ιστορία, χωρίς όμως των παλιών εκφράσεων τη χάρη και τη φαντασία.
Είσαι μια… τρελοκαμπέρω! 
Εδώ έχουμε μια λέξη που προέρχεται από κύριο όνομα πραγματικού προσώπου -χωρίς καν να το γνωρίζουν ακόμα και πολλοί από όσους την έχουν χρησιμοποιήσει. Μιλάμε για τον χαρακτηρισμό «τρελοκαμπέρω» που έχει την έννοια της απερίσκεπτης, της γυναίκας που κάνει «τρέλες» χωρίς δεύτερη σκέψη. 
Από πού βγήκε; 
Από το όνομα ενός εξαιρετικού ανδρός, ο οποίος έμεινε στην ιστορία για την τόλμη, την επιδεξιότητα και τη γενναιότητα του.

Ο γεννημένος το 1883 Δημήτρης Καμπέρος έγινε το 1912 ο πιλότος που πραγματοποίησε την πρώτη πτήση με στρατιωτικό αεροπλάνο στην Ελλάδα. Απέκτησε φήμη για τις παράτολμες επιδείξεις του και για τις ριψοκίνδυνες αποστολές του. Οι συνάδελφοί του τον φώναζαν «Τρελοκαμπέρο». 

Πέθανε στην κατοχή το 1942 από διαρροή αερίου στο σπίτι του. Η φήμη από τις «τρέλες» του, όμως, παρέμεινε ζωντανή. Στο πέρασμα των χρόνων, η ιστορία ξεθώριασε και η κλητική σταδιακά παρερμηνεύτηκε σε ονομαστική θηλυκού, οπότε και προέκυψε η «τρελοκαμπέρω».

Μια άλλη περίπτωση κύριου ονόματος που πια χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό -εδώ όμως σίγουρα περισσότεροι γνωρίζουν την ιστορία- είναι η λέξη «τόφαλος». Τη χρησιμοποιούμε για να περιγράψουμε κάτι το τεραστίων διαστάσεων, προέρχεται όμως από το όνομα του θρυλικού Πατρινού πρωταθλητή της άρσης βαρών, Δημήτρη Τόφαλου.
 

Η ιστορία μιας χυλόπιτας
Μια πολύ ωραία ιστορία φαίνεται πως κρύβεται πίσω από τη -λυπητερή- φράση «έφαγα χυλόπιτα». Σήμερα αντιστοιχεί περισσότερο στην ερωτική απόρριψη, όμως στο παρελθόν (γύρω στο 1815), ένας εμπειρικός γιατρός από τα Ιωάννινα, ο Παρθένης Νένιμος υποστήριξε πως είχε βρει το φάρμακο για την ερωτική απογοήτευση -που έπεται της απόρριψης. 
Ήταν ένας σιταρένιος χυλός, μια -χυλό- πίτα, η οποία έπρεπε να φαγωθεί για τρεις μέρες κάθε πρωί με άδειο στομάχι. Θαύματα στους ερωτευμένους μπορεί να μην έκανε, ωστόσο το θαύμα της στη γλώσσα είχε συντελεσθεί.

Η μπέμπελη και η μαρμάγκα
Υπάρχουν κάποιες λέξεις που τις χρησιμοποιούμε κι ας γνωρίζουμε στο περίπου -ή στο… καθόλου- τι ακριβώς σημαίνουν. Υπάρχει όμως μια απολύτως λογική μεταφορά πίσω τους. 
Μια ζεστή μέρα του Αυγούστου, για παράδειγμα, ο καθένας μας μπορεί να «βγάλει την μπέμπελη». 
Ποια είναι η μπέμπελη; Κάτι καθόλου τροπικό. Η -πεζή- έννοια της λέξης είναι η ιλαρά, όσο για τη φράση στηρίζεται σε γιατροσόφια που έλεγαν ότι για να θεραπευτείς από την μπέμπελη – ιλαρά, πρέπει να ιδρώσεις.
Μια άλλη περίπτωση είναι η μαρμάγκα, η οποία εμφανίζεται στη φράση «τον έφαγε η μαρμάγκα», που σημαίνει εξαφανίστηκε χωρίς να αφήσει ίχνη. 
Μαρμάγκα είναι ένα είδος δηλητηριώδους αράχνης, η οποία αιχμαλωτίζει και εξαφανίζει τα θύματά της χωρίς να αφήνουν πίσω τους κανένα σημάδι…

Καράβια βγήκαν στη στεριά…
Φτάνουμε σε κάτι χαριτωμένο και διδακτικό που επίσης χρονολογείται από αρχαιοτάτων χρόνων. Η φράση που έχει γίνει και τραγούδι με τίτλο «το νινί σέρνει καράβι» (δεν είναι ακριβώς έτσι, αλλά εν προκειμένω η έννοια -το γυναικείο φύλο- είναι κοινή) ξεκινά από μια επίπονη αλλά δελεαστική συνήθεια που είχαν οι ναυτικοί στην αρχαία Ελλάδα πριν ανοιχτεί ο ισθμός της Κορίνθου. Για να μη χρειαστεί να κάνουν με το πλοίο το γύρο της Πελοποννήσου, έβαζαν τους σκλάβους να σέρνουν τα καράβια από τη στεριά, με δέλεαρ ότι στην Κόρινθο θα μπορούσαν να αφεθούν στα θέλγητρα των διάσημων ιερών της Αφροδίτης. 
Εκεί, οι ιέρειες μπορούσαν -βάσει νόμου- να προσφέρουν το κορμί τους, ήταν κάτι σαν τα σημερινά Red Lights με τις βιτρίνες στο Άμστερνταμ). 
Οπότε μπροστά στον πειρασμό της γυναικείας φύσης, ναυτικοί και δούλοι έσερναν τα πλοία από την ξηρά. Διάσημοι για τη σοφία τους οι αρχαίοι κατέληξαν στο γνωστό συμπέρασμα που χιλιάδες χρόνια μετά -κι ενώ πια υπάρχει ο Ισθμός και ουδείς σέρνει καράβια στην Κόρινθο- παραμένει σε ισχύ…

Ποιος είναι ο αγλέορας;
Αρχαιοπρεπής είναι η προέλευση του «αγλέουρα» ή «αγλέορα» -όσο κι αν δεν του φαίνεται. Ετυμολογικά αποτελεί παραφθορά του αρχαιοελληνικού «ελλέβορος» (αλλέβουρας – αλλέουρας – αγλέουρας), που είναι το όνομα ενός δηλητηριώδους φυτού με όμορφα κιτρινοπράσινα λουλούδια. 
Το χρησιμοποιούσαν ως φάρμακο στην επιληψία μέχρι και στην κατάθλιψη, όμως μια άλλη ιδιότητά του ήταν αυτή που το έκανε γνωστό και στη γλώσσα του σήμερα: η πικρή και στυφή γεύση και οσμή του, που προκαλούσε ναυτία και δυσφορία. 
Αίσθηση ανάλογη με αυτή που μπορεί να έχει κανείς ύστερα από την υπερβολική κατανάλωση φαγητού ή αλλιώς έτσι και φάει τον αγλέορα.

Η αθωότητα της πάπιας
Οι πάπιες είναι αθώες, τουλάχιστον αυτό το συμπέρασμα βγάζει η ιστορία πίσω από τη φράση «κάνεις την πάπια» που σημαίνει κάνεις τον ανήξερο (ενώ ξέρεις…). 
Προέρχεται από τη φράση «ποιείς τον παπίαν» που ξεκίνησε τη βυζαντινή εποχή και αφορούσε τη θέση του παπία, του κλειδοκράτορα δηλαδή του παλατιού, ο οποίος όφειλε να είναι εχέμυθος και να μην αποκαλύπτει το παραμικρό, καθώς γνώριζε τα πάντα από όσα συνέβαιναν μέσα στο παλάτι. Κάπως έτσι ξεκίνησε το «ποιείς τον παπίαν» που εξελίχθηκε στο σημερινό πιο απλουστευμένο «κάνεις την πάπια».

Η Μιχαλού και ο Παντελής
Αν αναζητήσουμε κάποια από τα πρόσωπα που πιθανόν κι οι ίδιοι έχουμε χρησιμοποιήσει στο λόγο μας προκύπτουν πολλές απορίες: ποια είναι η Μιχαλού και γιατί είναι τόσο κακό να της χρωστάει κανείς ή ποιος είναι ο Παντελής – Παντελάκης μου, που λέει όλο τα ίδια και τα ίδια; 
Και στις δύο περιπτώσεις, ο μύθος λέει πως υπήρξαν πραγματικά πρόσωπα.
Για την ιστορία της Μιχαλούς, ωστόσο, υπάρχουν επιφυλάξεις. 
Η δημοφιλέστερη εκδοχή λέει πως πρόκειται για μια άκαρδη και ανελέητη ταβερνιάρισσα στο Ναύπλιο τα πρώτα χρόνια του ελληνικού κράτους, η οποία εξευτέλιζε όσους αδυνατούσαν να εκπληρώσουν τα χρέη τους και είχε μονίμως γραμμένα τα ονόματά τους στον τοίχο του μαγαζιού της -ώστε να τα βλέπουν όλοι. 
Γι’ αυτό και η φράση «χρωστάει της Μιχαλούς» απέκτησε στο πέρασμα των χρόνων τρομακτικές διαστάσεις. Υπάρχουν όμως κάποιες ιστορικές ανακρίβειες που θέτουν την ιστορία υπό αμφισβήτηση.

Για την περίπτωση του Παντελή που ενέπνευσε τη φράση «τα ίδια, Παντελάκη μου, τα ίδια, Παντελή μου», υιοθετείται ευρέως η εκδοχή που λέει ότι πρόκειται για τον γενναίο Κρητικό Παντελή Αστραπογιαννάκη, ο οποίος πήρε τα βουνά όταν οι Ενετοί κυρίεψαν τη Μεγαλόνησο και τις νύχτες χτυπούσε τους κατακτητές κι έδινε κουράγιο στους συμπατριώτες του, λέγοντας πως το νησί σύντομα θα απελευθερωθεί. 
Όταν ήρθε η απελπισία, ξεκίνησε και η φράση «τα ίδια, Παντελάκη μου, τα ίδια, Παντελή μου», που χρησιμοποιείται συχνά και σήμερα.

Χρωστάει της Μιχαλούς
Η λαϊκή έκφραση συνδέεται με τη μετεπαναστατική ζωή στο Ναύπλιο, πρωτεύουσα τότε της Ελλάδας. Συγκεκριμένα, μετά την επανάσταση του 21 υπήρχε στο Ναύπλιο μια ταβέρνα που ανήκε σε μια γυναίκα, τη Μιχαλού. 

Η Μιχαλού είχε το προτέρημα να κάνει «βερεσέδια» αλλά υπό προθεσμία. Μόλις εξαντλείτο η προθεσμία – και η υπομονή της – στόλιζε τους χρεώστες της με «κοσμητικότατα» επίθετα. Όσοι τα άκουγαν, ήξεραν καλά ότι αυτός που δέχεται τις «περιποιήσεις» της «χρωστάει της Μιχαλούς».

Τα σπάμε, εσαεί…
Οι αρχαίες συνήθειες είναι μια τεράστια πηγή έμπνευσης για τη σημερινή καθομιλουμένη ακόμα και στις πιο αργκό ή νεανικές εκδοχές της. Χαρακτηριστικό είναι ότι φράσεις όπως «τα σπάσαμε» ή «τα τσούξαμε» που χρησιμοποιούνται ευρέως, έχουν τις ρίζες τους σε έθιμα από την αρχαιότητα. 
Το πρώτο σχετίζεται με μια συνήθεια των αρχαίων Κρητών να συγκεντρώνονται την παραμονή του γάμου τους σε ένα δωμάτιο, όπου τραγουδώντας και χορεύοντας έσπαγαν πήλινα βάζα. Διασκέδαζαν δηλαδή ή όπως θα λέγαμε και σήμερα «τα έσπαγαν». Όσο για το «τα τσούξαμε», λέγεται πως ξεκίνησε από γυναίκες, οι οποίες ανακάτευαν το κρασί τους με διάφορα βότανα για να γίνει πιο πικάντικο. Άρα το έτσουζαν -από αρχαιοτάτων χρόνων…

“Ο μήνας έχει εννιά”
Η επικρατέστερη εκδοχή για τη φράση αυτή είναι ότι, στα πρώτα χρόνια του νέου ελληνικού κράτους, οι δημόσιοι υπάλληλοι πληρωνόντουσαν κάθε εννιά ημέρες! Όχι κάθε μήνα που επικράτησε αργότερα. Από αυτή, λοιπόν, την αιτία πιστεύεται ότι βγήκε η φράση: “ο μήνας έχει εννιά”. Υπάρχει και παλιό τραγούδι που το λέει (“…και ο μήνας έχει εννιά”), ίσως για να τονίσει το… αραλίκι των δημοσίων υπαλλήλων. Μια άλλη εκδοχή ανάγει τη φράση στην απάντηση που έδωσαν οι Σπαρτιάτες στους Αθηναίους, όταν αυτοί τους ζήτησαν βοήθεια για να αντιμετωπίσουν τους Πέρσες: «Είναι εννέα του μηνός και δεν είναι γιομάτο το φεγγάρι…»!

“Άστον να κουρεύεται”
Στα Βυζαντινά χρόνια ήταν σύνηθες θέαμα η διαπόμπευση. Οι Βυζαντινοί πολίτες αρέσκονταν να πηγαίνουν στις πλατείες και στους δρόμους, για να παρακολουθήσουν μια διαπόμπευση. Οι τιμωρούμενοι ήταν κλέφτες, ριψάσπιδες, μέθυσοι, αντάρτες, αλλά και εξέχοντα πρόσωπα! 
Η πρώτη ενέργεια εναντίον του διαπομπευόμενου ήταν να τον κουρέψουν! (κάτι σαν “τέντι-μπόι”, δηλαδή). Εθεωρείτο δε μεγάλη προσβολή να κουρέψεις κάποιον, ακριβώς όπως στα χρόνια της Επανάστασης (1821) ήταν προσβολή να πεις σε κάποιον ότι θα του ξυρίσεις το μουστάκι! 
Φράσεις όπως “άστον να κουρεύεται” και “άντε να κουρεύεσαι”, αφορούσαν σε άτομα τόσο “σκάρτα”, ώστε να τους αξίζει η διαπόμπευση. 
Το ρήμα “κουρεύω” στους Βυζαντινούς απαντάται και ως ‘κουράζω”. Συνηθισμένη η φράση: “τον τάδε εκούρασαν μοναχόν”. Επειδή λοιπόν, για τον καταδικαζόμενο στη διαπόμπευση και “κουράν”, το γεγονός δημιουργούσε ένα ψυχικό και σωματικό κάματο, γιατί πολλές φορές τον έδερναν κιόλας, μας έμεινε το “κουράζω” ως συνώνυμο του “καταπονώ”.

“Έφαγε το ξύλο της χρονιάς του”
Στο Μεσαίωνα, οι περισσότεροι μαθητές προτιμούσαν να το σκάνε από το μάθημα, παρά να πηγαίνουν στο σχολείο, επειδή τότε οι δάσκαλοι ήταν περισσότερο παιδονόμοι και λιγότερο παιδαγωγοί. Όταν ένας μαθητής, λοιπόν, δεν απαντούσε σε μια ερώτηση, δενόταν χεροπόδαρα και μεταφερόταν στα υπόγεια του σχολείου, όπου έκανε παρέα με τα ποντίκια! Άλλοτε, πάλι, τον έγδυναν και τον άφηναν ώρες στο κρύο. 
Πρώτη τιμωρία ήταν το ξύλο. Τα απάνθρωπα μέσα “παιδαγωγικής” εφαρμοζόντουσαν σε όλα τα σχολεία της Ευρώπης. Στην Αγγλία καταργήθηκαν, μόλις τον 18ο αιώνα. Έτσι, τα παιδιά προτιμούσαν να το σκάνε όχι μόνο από τα σχολεία, αλλά και από τα σπίτια… 
Στο Βυζάντιο οι δάσκαλοι ήταν, σχεδόν όλοι, καλόγεροι και παπάδες. Φυσικά, έδερναν κι αυτοί τους μαθητές, αλλά μόνο μια φορά το χρόνο. Δηλαδή τον Αύγουστο, που σταματούσαν τα μαθήματα -για να ξαναρχίσουν τέλη Σεπτεμβρίου. Κάθε μαθητής ήταν υποχρεωμένος να περάσει από τον παιδονόμο, για να φάει το… ξύλο του. 
Είχαν την εντύπωση ότι, τον ένα μήνα που θα έλειπαν από το σχολείο τα παιδιά, θα ήταν φρόνιμα! Γι αυτό λέμε: “έφαγε το ξύλο της χρονιάς του”, όταν μαθαίνουμε πως κάποιος τις έφαγε για τα καλά.

“Τα έκαναν πλακάκια” 

Τη φράση αυτή λέμε όταν θέλουμε να δείξουμε ότι, δυο άνθρωποι τα είχαν από πριν συμφωνημένα, ώστε να μη φαίνεται τίποτα από εκείνο που τους κατηγορούσαν. 
Μερικοί θέλουν να υποστηρίζουν ότι η έκφραση προήλθε από τη συμμετρική τοποθέτηση των πλακιδίων των σπιτιών: είναι όλα τα πλακάκια έτσι τοποθετημένα που δε μένει κανένα κενό! 
Άλλοι πάλι λένε, πως η έκφραση προήλθε από το παιχνίδι των χαρτιών “πλακάκια”: δυο συμπαίκτες κανονίζουν έτσι τα κοψίματα των χαρτιών (στα πλακάκια κόβουν πολλές φορές και όποιος έχει το μεγαλύτερο ή το ίδιο – ανάλογα τη συμφωνία – κερδίζει), ώστε να χάνει πάντα ο τρίτος συμπαίκτης τους.

“Φτου, κι απ’ την αρχή” και “απ’ έξω κι ανακατωτά”

Στο Βυζάντιο, όταν τελείωναν τα παιδιά την καλλιγραφία τους, έδιναν στο δάσκαλο την πλάκα για να τη διορθώσει. 
Μετά, ο δάσκαλος ζητούσε από τα παιδιά να την ξαναγράψουν. Επειδή δε πολλές φορές δεν είχαν σφουγγάρι, έσβηναν την πλάκα με τα δάχτυλα αφού προηγουμένως τα έφτυναν! Από τότε επικράτησε η φράση: 
“Φτου, κι απ’ την αρχή”.... Τα παιδιά μάθαιναν επίσης να δείχνουν τα γράμματα και να λένε απ’ έξω την αλφαβήτα. Ο δάσκαλος, για να πεισθεί πως τα παιδιά την ξέρουν καλά, τους έδειχνε τα γράμματα ανακατωμένα. Έκτοτε επικράτησε να λέμε γι’ αυτόν που γνωρίζει κάτι καλά, ότι το ξέρει “απ΄έξω κι ανακατωτά”

Έφαγα χυλόπιτα
Γύρω στα 1815 υπήρχε κάποιος κομπογιαννίτης, ο Παρθένης Νένιμος, ο οποίος ισχυριζόταν πως είχε βρει το φάρμακο για τους βαρύτατα ερωτευμένους.
Επρόκειτο για ένα παρασκεύασμα από σιταρένιο χυλό ψημένο στο φούρνο. 
Όσοι λοιπόν αγαπούσαν χωρίς ανταπόκριση, θα έλυναν το πρόβλημά τους τρώγοντας αυτή τη θαυματουργή πίτα – και μάλιστα επί τρεις ημέρες, κάθε πρωί, τελείως νηστικοί.

Μυρίζω τα νύχια μου
Η φράση προέρχεται από την αρχαία τελετουργική συνήθεια, κατά την οποία οι ιέρειες των μαντείων βουτούσαν τα δάχτυλά τους σ’ ένα υγρό με βάση το δαφνέλαιο, τις αναθυμιάσεις του οποίου εισέπνεαν καθώς τα έφερναν κατόπιν κοντά στη μύτη τους και μ’ αυτό τον τρόπο έπεφταν σ’ ένα είδος καταληψίας κατά την οποία προμάντευαν τα μελλούμενα.

Τρώει τα νύχια του για καυγά
Ένα από τα αγαπημένα θεάματα των Ρωμαίων και αργότερα των Βυζαντινών, ήταν η ελεύθερη πάλη. 
Οι περισσότεροι από τους παλαιστές, ήταν σκλάβοι, που έβγαιναν από το στίβο με την ελπίδα να νικήσουν και να απελευθερωθούν. Στην ελεύθερη αυτή πάλη επιτρέπονταν τα πάντα γροθιές, κλωτσιές, κουτουλιές, ακόμη και το πνίξιμο. 
Το μόνο που απαγορευόταν αυστηρά ήταν οι γρατσουνιές. 
Ο παλαιστής έπρεπε να νικήσει τον αντίπαλό του, χωρίς να του προξενήσει την παραμικρή αμυχή με τα νύχια, πράγμα , βέβαια, δυσκολότατο. 
Γιατί τα νύχια των δυστυχισμένων σκλάβων, που έμεναν συνέχεια μέσα στα κάτεργα, ήταν τεράστια και σκληρά από τις βαριές δουλειές που έκαναν. Γι’ αυτό λίγο προτού βγουν στο στίβο, άρχιζαν να τα κόβουν, όπως μπορούσαν, με τα δόντια τους. Από το γεγονός αυτό βγήκε κι η φράση «τρώει τα νύχια του για καβγά».

Μάλλιασε η γλώσσα μου 

Στη βυζαντινή εποχή υπήρχαν διάφορες τιμωρίες, ανάλογες, βέβαια, με το παράπτωμα. Όταν π.χ. ένας έλεγε πολλά, δηλαδή έλεγε λόγια που δεν έπρεπε να ειπωθούν, τότε τον τιμωρούσαν με έναν τρομερό τρόπο.
Του έδιναν ένα ειδικό χόρτο που ήταν υποχρεωμένος με το μάσημα να το κάνει πολτό μέσα στο στόμα του. 
Το χόρτο, όμως, αυτό ήταν αγκαθωτό, στυφό και αρκετά σκληρό, τόσο που κατά το μάσημα στο στόμα του πρηζόταν και η γλώσσα, το ελατήριο δηλαδή της τιμωρίας του, άνοιγε, μάτωνε και γινόταν ίνες-ίνες, κλωστές-κλωστές, δηλαδή, όπως είναι τα μαλλιά.

Από την απάνθρωπη τιμωρία βγήκε και η παροιμιώδης φράση : «μάλλιασε η γλώσσα μου«, που τις λέμε μέχρι σήμερα, όταν προσπαθούμε με τα λόγια μας να πείσουμε κάποιον για κάτι και του το λέμε πολλές φορές.

Μου έφυγε το καφάσι
Στα Τούρκικα καφάς θα πει κεφάλι, κρανίο. Όταν, λοιπόν, η καρπαζιά, που έριξαν σε κάποιον είναι δυνατή λέμε :» του έφυγε το καφάσι», δηλαδή, του έφυγε το κεφάλι από τη δύναμη του κτυπήματος.
Το ίδιο και όταν αντιληφθούμε κάτι σπουδαίο, λέμε :»μου έφυγε το καφάσι» , δηλαδή, μου έφυγε το κεφάλι από τη σπουδαιότητα

Τουμπεκί
«Τουμπεκί » λέγεται τουρκικά ο καπνός για τον αργιλέ, που τον κάπνιζαν στα διάφορα καφενεία της παλιάς εποχής. Τον αργιλέ τον ετοίμαζαν οι «ταμπήδες» των καφενείων και επειδή αυτοί έπιαναν την κουβέντα κι αργούσαμε τον πάνε στον πελάτη, εκείνος με τη σειρά του φώναζε: «κάνε τουμπεκί».
Όσοι κάπνισαν ναργιλέ ήταν και από φυσικού τους λιγομίλητοι και δεν τους άρεσε η «πάρλα», οι φλυαρίες. Με τις ώρες κρατούσαν στα χείλη τους το «μαρκούτσι» του ναργιλέ, απολαμβάνοντας μακάρια και σιωπηλά το τουμπεκί, που σιγόκαιγε στο λουλά.

Και αν κάποιος, που κι αυτός κάπνιζε ναργιλέ δίπλα του, άνοιγε πλατιά κουβέντα, οι μερακλήδες της παρέας του έλεγαν: « Κάνε τουμπεκί», δηλαδή, κάπνιζε και μη μιλάς. 

Τώρα για το «ψιλοκομμένο » τουμπεκί, ήταν η τέχνη του «ταμπή» να του το προσφέρει ψιλοκομμένο, που ήταν και καλύτερο.

Κάποιο λάκκο έχει η φάβα
Σε όλα τα μέρη που τρώνε φάβα ανοίγουν ένα λάκκο και ρίχνουν μέσα λάδι, γιατί η φάβα βράζεται μόνο με το νερό της . Από ‘δω έχουμε και τη γνωστή φράση «κάποιο λάκκο έχει η φάβα».

Έφαγε το καταπέτασμα 

Για εκείνους που τρώνε πάρα πολύ, τους αδηφάγους ή τους άρπαγες, συνηθίζουμε να μεταχειριζόμαστε την έκφραση αυτή. Παραπέτασμα, κουρτίνα, στόρι, ίσως και τραπεζομάντιλο. Στη φράση αυτός που πήρε ακόμα και το «καταπέτασμα» ή κατά άλλους έφαγε ακόμα και το τραπεζομάντιλο… τόση πείνα είχε….

Θα σε κάνω του αλατιού
Η φράση «θα σε κάνω του αλατιού» βγήκε από τον τρόπο που γίνονται οι σαρδέλες και γενικά όλα τα ψάρια, όταν παστώνονται με αλάτι. Ζαρώνουν και χάνουν την όμορφη εμφάνισή τους. Έτσι λοιπόν, θα τον κάνει όταν τον δείρει, όπως το ψάρι στο αλάτι.

Να τραβάς τα μαλλιά σου 

Φράση που τη μεταχειρίζεται κανείς, όταν θέλει να πει σε κάποιον ότι θα τον κάνει να πονέσει, θα τον καταστρέψει . Η φράση προήλθε από το έθιμο να τραβάνε τα μαλλιά τους αυτοί που πενθούν, αυτοί που θρηνούν.

Κάποιος φούρνος γκρέμισε
Παλαιότερα, τα σπίτια ενός χωριού μετριόντουσαν με τους. ..φούρνους τους. Οι χωρικοί, δηλαδή, δεν έλεγαν ότι» το χωριό μου έχει τόσα σπίτια» αλλά» τόσους φούρνους», επειδή κάθε σπίτι είχε και το δικό του φούρνο, για να ψήνει το ψωμί του.
Όταν λοιπόν στα χωριά πέθαινε κανένας νοικοκύρης, οι φίλοι του έλεγαν: «Ο φούρνος του μπάρμπα Νότη γκρέμισε», εννοώντας ότι με το θάνατο του αρχηγού της οικογένειας, το σπίτι γκρέμιζε, χανόταν. Από τη μεταφορική λοιπόν αυτή φράση, βγήκε η έκφραση «Κάποιος φούρνος γκρέμισε» που τη λέμε, όταν μας επισκέπτεται κάποιος, που έχουμε να δούμε πολύ καιρό.

Κάθε κατεργάρης στον πάγκο του
Στα παλιά τα χρόνια τα κουρσάρικα πλοία είχαν πλήρωμα συνήθως κωπηλάτες, που οι περισσότεροι ήταν συνήθως κατάδικοι (άνθρωποι των κατέργων – δηλαδή πλοίο που δούλευαν κατάδικοι).
Όταν λοιπόν ο αέρας έπεφτε και το καράβι έπρεπε να συνεχίσει την πορεία του, μια φωνή δυνατή ξεσήκωνε απ’ το ξαπόσταμά τους, τους ανθρώπους αυτούς: «Κάθε κατεργάρης στον πάγκο του». Ήταν η διαταγή να καθίσουν και πάλι στα κουπιά, στους μακρινούς ξύλινους πάγκους.

Του Κουτρούλη ο Γάμος
Κατά τη διαπόμπευση κουρεύανε τον «αμαρτήσαντα«, τον έκαναν δηλαδή «κουτρούλη» (από το κούτρα, που θα πει κεφάλι) κι ύστερα άρχιζε η περιφορά στους δρόμους και στις πλατείες της βασιλεύουσας των πόλεων.
Γινόταν πραγματικό πανδαιμόνιο, με τενεκέδες, σάπια φρούτα, λεμόνια που του πετούσαν, τα κουδούνια που του κρεμούσαν, και τις καμπάνες που τις χτυπούσαν, για να τον υποδεχτούν.

Της κρέμασαν κουδούνια
Αυτοί που παρακολουθούσαν το θέαμα της διαπόμπευσης, δεν τους αρκούσε που άκουγαν βρισιές και τα διάφορα πειράγματα, αλλά για να γίνεται περισσότερος θόρυβος τους κρέμαγαν διάφορα καμπανάκια (κουδούνια) ή τους υποδεχόντουσαν με κωδωνοκρουσίες.

Καβάλησε το καλάμι 

Είναι μια έκφραση που ίσως προέρχεται από την Αρχαία Ελλάδα. Οι Σπαρτιάτες το έλεγαν για να πειράξουν τον Αγησίλαο. Ο Αγησίλαος αγαπούσε πολύ τα παιδιά του και όταν ήταν μικρά έπαιζε μαζί τους, καβαλώντας, σαν σε άλογο, ένα καλάμι.

Κάποια μέρα όμως τον είδε ένας φίλος του σε αυτή την στάση και ο Αγησίλαος τον παρακάλεσε να μην πει τίποτα σε κανέναν. Αλλά εκείνος δεν κράτησε τον λόγο του και το είπε σε άλλους, για να διαδοθεί σιγά – σιγά σε όλους και να φθάσει στις μέρες μας, με αλλαγμένη την ερμηνεία του (το λέμε όταν θέλουμε να πούμε για κάποιον ότι πήραν τα μυαλά του αέρα).

Πίσω έχει η αχλάδα την ουρά
Έχει τις ρίζες του στο Βυζάντιο. Την εποχή λοιπόν που οι Τούρκοι προσπαθούσαν να καταλάβουν την Πόλη, χρησιμοποιούσαν εμπορικά πλοία στα οποία έδεναν ένα μικρό καραβάκι από πίσω προκειμένου να μεταφέρουν τα πυρομαχικά.
Το καραβάκι αυτό είχε σχήμα αχλαδιού. Έτσι λοιπόν όταν οι φρουροί των τειχών έβλεπαν ένα τέτοιο πλοίο καταλάβαιναν από το καραβάκι ότι ήταν πολεμικό και όχι εμπορικό. 
Φώναζαν λοιπόν για να προειδοποιήσουν τους υπολοίπους «Πίσω έχει η αχλάδα την ουρά», αναφερόμενοι στο καραβάκι με τα πυρομαχικά.

Αλαμπουρνέζικα
Ακαταλαβίστικα, σε ακατάληπτη γλώσσα. Αβέβαιη η εξήγηση – ετυμολογία της. Ίσως πρόκειται για δυο λέξεις (αλά Μπουρνέζικα) – όπως λέμε αλά Γαλλικά- δηλ. στη διάλεκτο της φυλής Μπουρνού, που ζει σε μια περιοχή του Σουδάν, η οποία για τους περισσότερους είναι ακατανόητη…
Κατ’ άλλη άποψη, ο αρχικός τύπος της λέξης, που στη συνέχεια παρεφθάρη, ήταν αλιβορνέζικα, δηλ. πράγματα θαυμαστά και ασυνήθιστα που προέρχονται από το Λιβόρνο της Ιταλίας. Σύμφωνα με μια τρίτη εκδοχή, η λέξη σχηματίστηκε από το ιταλικό alla burla, που σημαίνει στ’ αστεία.

Αυγά σου καθαρίζουν;
Τη λέμε δε, όταν βλέπουμε κάποιον να γελά χωρίς λόγο και αφορμή. Μια φορά το χρόνο, οι Ρωμαίοι γιόρταζαν -για να τιμήσουν την Αφροδίτη και το Διόνυσο– μ’ έναν πολύ τρελό και παράξενο τρόπο: Κάθε 15 Μαΐου, έβγαινε ο λαός στις πλατείες και άρχιζε τον «πετροπόλεμο» με αυγά μελάτα!
Χιλιάδες αυγά ξοδεύονταν εκείνη την ημέρα για διασκέδαση κι ο κόσμος γελούσε ξεφρενιασμένα. Τα γέλια αυτά εξακολουθούσαν για βδομάδες ολόκληρες. 

Στη γιορτή αυτή δεν έπαιρναν μέρος μονάχα οι πολίτες, που ήταν κατώτερης κοινωνικής θέσης, αλλά και ανώτεροι κρατικοί υπάλληλοι, στρατηγοί, άρχοντες, Ρωμαίες δεσποινίδες και αυτοκράτορες καμιά φορά. π. χ. ο «αυγοπόλεμος» ήταν μια από τις μεγάλες αδυναμίες του Νέρωνα, που πετούσε αυγά στους αξιωματικούς και τους ακόλουθους των ανακτόρων του, χωρίς να είναι η μέρα της γιορτής των αυγών. Στο Βυζάντιο φαίνεται πως η γιορτή έγινε της μόδας, για πολύ λίγο διάστημα όμως.
Σε πολλά βυζαντινά κείμενα, αναφέρεται συχνά, αλλά μόνο με δύο – τρία λόγια. Έτσι από το περίεργο αυτό έθιμο – που η αιτία του χάνεται στα βάθη των αιώνων – έμεινε η ερωτηματική φράση: «αυγά σου καθαρίζουνε;».

Κατά φωνή κι ο γάιδαρος
Από τα αρχαία χρόνια, οι άνθρωποι αγαπούσαν αυτό το ζώο, όχι μόνο για την υπομονή, αλλά και την αντοχή του στη δουλειά. Η ιστορία αυτής της φράσης έχει να κάνει με τον Φωκίωνα που ετοιμαζόταν να επιτεθεί στους Μακεδόνες του Φιλίππου, αλλά δεν ήταν και τόσο βέβαιος για το αποτέλεσμα, επειδή οι στρατιώτες του ήταν λίγοι.
Τότε αποφάσισε, από ότι έχουμε διαβάσει, να αναβάλει για λίγες μέρες την επίθεση του, ώσπου να του στείλουν τις επικουρίες, που του είχαν υποσχεθεί οι Αθηναίοι. Πάνω, όμως, που ήταν έτοιμος να διατάξει υποχώρηση, άκουσε ξαφνικά τη φωνή ενός γαϊδάρου στο στρατόπεδο του:
– Κατά φωνή κι ο γάιδαρος… είπε τότε.

Πηγή
newside

Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Tuesday, 19 September 2023

Τάμπλετ vs Χειρόγραφο

Τι Βοηθάει Στην Ανάπτυξη Των Παιδιών, Χειρόγραφο Ή Τάμπλετ;
Εδώ και αιώνες, γράφουμε με το χέρι. Το smartphone και ο υπολογιστής το καθιστούν αυτό περιττό. 
Οι επιστήμονες προειδοποιούν ότι αυτό δεν βοηθάει στην ανάπτυξη των παιδιών, γράφει η γερμανική εφημερίδα Die Zeit, επιλέγοντας μάλιστα να κάνει σήμερα την αξία του χειρογράφου πρώτο θέμα στην ηλεκτρονική της έκδοση.

«Το χειρόγραφο είναι ένα από τα μεγαλύτερα πολιτιστικά επιτεύγματα της ανθρωπότητας: χάρη σε αυτό, οι άνθρωποι μπόρεσαν να διατηρήσουν τη γνώση τους. Η γραφή έδωσε τη δυνατότητα να μεταβιβάζουμε σύνθετες σκέψεις και ιδέες σε άλλους ανθρώπους ανεξάρτητα από το χρόνο και το διάστημα. Και χάρη στο χειρόγραφο γνωρίζουμε μέχρι σήμερα τι δίδαξε ο Πλάτωνας και ο Σωκράτης. Αλλά παρόλο που τέτοιες σκέψεις γράφονταν πάνω σε πέτρινες πινακίδες , παπύρους και αργότερα σε χαρτί, το σημερινό γράψιμο γίνεται ολοένα και πιο ανεξάρτητο από το φυσικό του υπόβαθρο.

Σήμερα, γράφουμε και αποθηκεύουμε πολλά στα smartphones και τους υπολογιστές μας και τα ανεβάζουμε στο cloud. Όλο και συχνότερα ξεχνάμε το στυλό, όλο και πιο συχνά "χτυπάμε" τις σκέψεις μας στις οθόνες και τα πληκτρολόγια. Συχνά το χειρόγραφο μπορεί να βρεθεί μόνο σε σημειώσεις ή ευχετήριες κάρτες» σημειώνει η γερμανική εφημερίδα.

Οι ερευνητές της Εκπαίδευσης βλέπουν σε αυτό έναν εξαιρετικό κίνδυνο. Και φαίνεται να είναι σωστό: Μια έρευνα μεταξύ 1.900 καθηγητών διαπίστωσε ότι το 30% των κοριτσιών και το 50% των αγοριών έχουν πρόβλημα να μάθουν πώς να γράφουν σωστά. Στο γυμνάσιο, ακόμη και το 40% των μαθητών δεν μπόρεσαν να γράψουν μισή ώρα χωρίς προβλήματα. Οι δάσκαλοι ρωτήθηκαν επίσης τι πιστεύουν: Το 53% εκτιμά ότι η αιτία βρίσκεται στην «προοδευτική ψηφιοποίηση της επικοινωνίας».

Φυσικά δεν υπάρχουν επιστημονικές αποδείξεις ότι η ψηφιοποίηση είναι η αιτία των προβλημάτων στη γραφή. Τα περισσότερα ευρήματα βασίζονται στις παρατηρήσεις των εκπαιδευτικών και των γονέων. Στην πραγματικότητα, δεν είναι καν σαφές αν είναι πραγματικά πιο δύσκολο για τους μαθητές να μάθουν να γράφουν, ή αν ήταν πάντα δύσκολο γι΄ αυτούς. 
«Μας λείπουν συγκριτικά στοιχεία» λέει ο ψυχολόγος Κρίστιαν Μάρκαρντ που έχει εργαστεί για πολλά χρόνια στον τομέα αυτόν.

Ο νευρολόγος Κρίστιαν Άκελ είναι επίσης επιφυλακτικός: «Αν οι ερωτηθέντες έχουν ήδη μια σχηματισμένη άποψη, αυτό μπορεί να στρεβλώσει τα αποτελέσματα». Παρόλα αυτά, ο Κελ, που ερευνά το θέμα της επεξεργασίας γλωσσών στο Πανεπιστήμιο της Φρανκφούρτης, πιστεύει στην αξία του χειρόγραφου. «Το γράψιμο είναι ένα αριστούργημα του εγκεφάλου», λέει. Ακόμη και η ανάγνωση είναι μια πολύ περίπλοκη ικανότητα. Μαθαίνουμε να συσχετίζουμε ξεχωριστά γράμματα με τους ήχους και τελικά να τα συνδυάζουμε σε λέξεις.

Και, όταν γράφουμε με το χέρι, υπάρχει κάτι παραπάνω από την ανάγνωση: μεταφράζουμε έναν ήχο ή μια λέξη με μια λεπτή, πολύ ακριβή κίνηση. Εδώ έρχεται το σύστημα του εγκεφάλου που ελέγχει τις κινήσεις μας. Με τη γραφή ενεργοποιούνται διάφορες περιοχές του εγκεφάλου.

Το γράψιμο είναι ένα εξελικτικό υποπροϊόν

Αν και οι προδιαθέσεις για το γράψιμο είναι έμφυτες, ο Κρίστιαν Κελ εξηγεί ότι αντίθετα με την ομιλία, το γράψιμο δεν είναι πολύ διαισθητικό. Γι' αυτό για να το μάθουμε πρέπει να δουλέψουμε τόσο σκληρά. Κάτι που μπορεί να εξηγηθεί εξελικτικά: Ο λόγος έχει αναπτυχθεί ως ατομική ικανότητα, εμείς οι άνθρωποι μιλάμε εδώ και τουλάχιστον 50.000 έως 100.000 χρόνια, ίσως ακόμη και για μισό εκατομμύριο χρόνια (Τα Σύνορα της Ψυχολογίας: Dediu & Levinson, 2013).

Αντίθετα, η εξέλιξη της γραφής είναι περισσότερο ένα υποπροϊόν των καλύτερων κινητικών δεξιοτήτων, όπως εκείνων που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή εργαλείων. «Η ικανότητα να γράφεις δεν είναι τόσο πολύ ενσωματωμένη στο DNA μας όπως ο λόγος», λέει ο Kελ.

Διαθέτουμε είδη γραφής εδώ και 5.000 έως 6.000 χρόνια. Τότε, οι Σουμέριοι στο σημερινό Ιράκ ανέπτυξαν τη σφηνοειδή γραφή. Ένα βιβλίο με σχεδόν 2.000 χαρακτήρες, το οποίο χρησίμευε για τη διαχείριση του εμπορίου. Οι Σουμέριοι σκάλιζαν τα γράμματα με ξύλινα ραβδιά σε πήλινες πλάκες. Κατά τη διάρκεια των αιώνων, το αλφάβητο μας αναπτύχθηκε από αυτή τη γραμματοσειρά.

Ενώ η ομιλία είναι κτήμα όλων των ανθρώπων από την αρχή, η γραφή αφορούσε μόνο μια μειονότητα. Μόνο έμποροι, ευγενείς και κληρικοί μάθαιναν να γράφουν. Ακόμη και στη Γερμανία, μόνο πριν από 100 χρόνια η γραφή έγινε πραγματικά υποχρεωτική: το 1919 εισήχθη η υποχρεωτική εκπαίδευση. Ακόμη και σήμερα, 7,5 εκατομμύρια άνθρωποι στη Γερμανία δεν μπορούν να διαβάζουν ούτε να γράφουν επαρκώς.

Υπάρχουν μελέτες που δείχνουν ότι το γράψιμο με το χέρι θα μπορούσε να διευκολύνει τη μάθηση. Στις ΗΠΑ, ένας ψυχολόγος κατέγραψε τις επιδόσεις μιας ομάδας 67 φοιτητών από το πανεπιστήμιο του Πρίνστον που παρακολουθούσαν μια διάλεξη. Οι φοιτητές είχαν τη δυνατότητα είτε να σημειώνουν με το φορητό υπολογιστή είτε να γράφουν σε χειρόγραφο.

Το αποτέλεσμα: όσοι είχαν γράψει με το χέρι, είχαν πολύ καλύτερη απόδοση. «Αν γράφουμε με το χέρι, λειτουργούμε πιο συνειδητά», λέει ο Mάρκαρντ. Ο συνδυασμός περιεχομένου και κίνησης δημιουργεί ένα είδος μνήμης. Ωστόσο, πρέπει να προσέξουμε να μην γενικεύσουμε, λέει ο Kελ: Μερικοί άνθρωποι έμαθαν καλύτερα ακούγοντας ή διαβάζοντας. «Η εκμάθηση είναι κάτι πολύ ξεχωριστό», λέει.

Το χειρόγραφο θα επιβιώσει μόνο αν αλλάξει κάτι στα σχολεία;

«Τα πράγματα πρέπει να αλλάξουν στην τάξη», λέει ο Κελ. Στα σχολεία, οι εκπαιδευτικοί θα πρέπει να βρουν τρόπους φιλικούς προς το παιδί για να διδάξουν τους μαθητές τους να γράφουν. Αυτό περιλαμβάνει όχι την αποδυνάμωση της ψηφιοποίησης, αλλά τη σύνδεση και των δύο διαδικασιών. Για παράδειγμα μέσω στυλό που ψηφιοποιούν τη γραφή απευθείας. Ο Μάρκαρντ εργάζεται επίσης σε προγράμματα υπολογιστών που αναλύουν τις δεξιότητες γραφής των μαθητών.

ideopigi
 
Πηγή: ΑΠΕ - ΜΠΕ

Saturday, 3 September 2022

Όταν το πλύσιμο των ρούχων έβλαπτε σοβαρά... την υγεία!

Ρέματα, ποτάμια, λίμνες: Τα… πλυντήρια μιας άλλης εποχής!

«Είμαι πτώμα σήμερα! Έβαλα τέσσερα πλυντήρια…»
(...)
Αφορμή για το συγκεκριμένο άρθρο αποτέλεσε κάτι που άκουσα στα τέλη Αυγούστου. «Μη μου μιλάτε καθόλου σήμερα… Είμαι πτώμα στην κούραση! Χθες ήρθαν τα παιδιά απ’ τις διακοπές κι έβαλα τέσσερα πλυντήρια… Μέχρι να ξεχωρίσω τα ρούχα, να τα βάλω στο πλυντήριο, να τα απλώσω… Πάει, πέρασε η μέρα…».
Πλύσιμο στο ρέμα: Η εκδρομή δεν ήταν για όλους ευχάριστη…
    Επειδή τα παλιά χρόνια τα χωριά μας έσφυζαν από ζωή, κάθε μέρα στις βρύσες του χωριού και στα ρέματα πήγαιναν πολλές γυναίκες με τα παιδιά τους. Οι ρεματιές αντηχούσαν από φωνές και γέλια, αλλά και τον τόσο χαρακτηριστικό ήχο του κόπανου στα ρούχα… Γκουπ! Γκουπ!
    Για εμάς, πιτσιρίκια τότε, το πλύσιμο στο ρέμα ή στο ποτάμι ήταν μια πολύ ωραία εκδρομή! Είχαμε την ευκαιρία να παίζουμε, να πλατσουρίζουμε όλη μέρα στο νερό με τα αδέρφια και τους φίλους μας, να φτιάχνουμε σπιτάκια με πέτρες, να λερωνόμαστε με τις λάσπες, να ψάχνουμε για καβούρια, να παρατηρούμε τα εντυπωσιακά άλματα των βατράχων, ένα πραγματικά υπέροχο και αξέχαστο ταξίδι ανεμελιάς και διασκέδασης.

    Δεν ήταν όμως αυτή η εκδρομή ευχάριστη για όλους. Θυμάμαι πολύ χαρακτηριστικά τη μητέρα μου, Γεωργία, όπως και πολλές άλλες γυναίκες του χωριού που ήταν όλη μέρα σκυμμένες πάνω στη σκάφη πλένοντας, ή μέσα στα τρεχούμενα νερά για να ξεβγάλουν τα ρούχα. Παρότι δεν υπήρχε χρόνος και διάθεση για να απολαύσουν το πανέμορφο φυσικό περιβάλλον, δεν έχαναν το χαμόγελό τους. 
Το πλύσιμο στο ρέμα ή στο ποτάμι ήταν μια σπάνια ευκαιρία να περάσουν μια ολόκληρη μέρα με τα μικρά παιδιά τους αλλά και τις φίλες τους, να μάθει η μία τα νέα της άλλης, να μοιραστούν τα όνειρα αλλά και τις ανησυχίες τους για τη ζωή.

Φυσικά, στο τέλος της μέρας, πρωτίστως για τα παιδιά αλλά και για τις μητέρες τους ήταν απαραίτητο το λούσιμο με το μοναδικό σαμπουάν… αλισίβα με άρωμα δάφνης! Κατάκοποι αλλά πεντακάθαροι επέστρεφαν όλοι το βράδυ στα σπίτια τους.

Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα με τη σειρά…
Βασικό πρόβλημα, η έλλειψη νερού
    Τις περασμένες δεκαετίες ένα πολύ βασικό πρόβλημα ήταν η έλλειψη παροχής ύδρευσης στα νοικοκυριά. Το νερό ήταν υπερπολύτιμο αγαθό, τόσο για «πιει» (πόσιμο) όσο και για «σκέρεμα», δηλ. χρήση του για το πλύσιμο μαγειρικών σκευών.

Αν δεν υπήρχε πηγάδι ή στέρνα (δεξαμενή), που ήταν και το συνηθέστερο, τότε οι λύσεις ήταν οι βρύσες του χωριού, τα ρέματα, τα ποτάμια και οι λίμνες (π.χ. στα Γιάννενα).

Τον χειμώνα ήταν πιο απλά τα πράγματα, καθώς οι προνοητικές νοικοκυρές συγκέντρωναν το βρόχινο νερό σε βαρέλια, λεκάνες, κουβάδες. Μάλιστα, για να είναι απολύτως καθαρό το νερό της βροχής, το συνέλεγαν… απευθείας απ’ τον ουρανό, δηλ. χωρίς αυτό να συγκεντρώνεται απ’ τις υδρορροές, καθώς οι πλάκες και τα κεραμίδια μπορεί να είχαν σκόνη ή κάπνα απ’ το τζάκι.
Το πολυτιμότατο αγαθό του νερού λοιπόν το εξασφάλιζαν «άνωθεν» μέχρι και τις αρχές ή τα μέσα της άνοιξης, ανάλογα με τις βροχοπτώσεις.
«Αφού δεν είχαμαν νιρό στα σπίτια, πάιναμαν για πλύσιμου στου ρέμα ή στου πουτάμι, μια φουρά τ’ βδουμάδα… Του χειμώνα έπιαναμαν (συγκεντρώναμε) νιρό, σταλάματα απ’ τ’ βρουχή… Αλλά του καλουκαίρι, κάθι ουχτώ μέρις, πάιναμαν στου ρέμα, γιατί δεν είχαμαν δραγκιά (σταγόνα) νερό».

Μετά άρχιζαν τα δύσκολα για τις γυναίκες…
    Αφήνω τα πολλά λόγια, για να ακούσουμε τι σήμαινε παλιά το πλύσιμο των ρούχων (εκτός από τη μητέρα μου, πληροφορήτριες ήταν και άλλες ηλικιωμένες Ηπειρώτισσες):

«Πάιναμαν ζαλιγκουμένις (φορτωμένες στην πλάτη) τα ρούχα, του καζάνι κι ξύλα, μία φουρά ούλα μαζί! Άναφταμαν φουτιά για να ζιστάνουμι του καζάνι… Πού ν’ ανάψει φουτιά, αφού του χειμώνα ήταν κρούσταλλου καταή… Άναβι η φουτιά, γένουνταν του καζάνι (ζεσταινόταν το νερό) κι έφκιαναμαν αλισίβα… Κι του καλουκαίρι πουλλές φουρές έπιανι βρουχή κι ζήβαγι τ’ φουτιά κι βρέχουντα τ’ απόπλενα τα ρούχα…».

Σκαφίδα: Από τον πλάτανο… στο πλαστικό!
    Σε ορισμένα χωριά υπήρχε μόνιμη εγκατάσταση για πλύσιμο, τα πλυσταρειά ή κοπάνες (χρησίμευαν και ως ποτίστρες των υποζυγίων), στις βρύσες των χωριών, εντός ή εκτός των οικισμών.

Όμως επειδή αυτές οι εγκαταστάσεις ήταν μια πολυτέλεια της εποχής, υπήρχε μια… φορητή λύση: η σκαφίδα ή σκαφίδι. 
Πρόκειται για τη γνωστή σε όλους σκάφη, το βασικότερο μέσο για το πλύσιμο των ρούχων. Τα πολύ παλιά χρόνια ήταν ξύλινη, μονοκόμματη, κατασκευασμένη από κορμό πλατάνου με φυσική κοιλότητα (κουφάλα), έτσι ώστε να τοποθετούνται τα ρούχα για πλύσιμο.

Αργότερα κατασκευάζονταν ξύλινες σκάφες από σανίδες.
Λόγω της συχνής χρήσης, ήταν φυσικό να υφίστανται φθορά και να εμφανίζονται ρωγμές. Η ευρηματικότητα της λύσης για να εξασφαλίζουν στεγανοποίηση είναι πραγματικά αξιοθαύμαστη. Τι έκαναν; Έκοβαν ένα πλαστικό τσουβάλι και με μικρές πρόκες το χρησιμοποιούσαν σαν επένδυση στο σκαφίδι, δηλ. με αυτό «έντυναν» τη σκάφη. «Άμα τρύπαγαν οι σκαφίδις, έβαναμαν νάιλου απού μέσα, για να κρατάει του νιρό… Αυτό π’ σου μουλουγάου το ‘καμα κι ιγώ… Δεν είχαμαν λιπτά για ν’ αγουράσουμι κινούργια σκαφίδα…».

Επόμενος διάδοχος της σκάφης ήταν οι τσίγκινες, οι οποίες είχαν το πλεονέκτημα ότι ήταν βολικές αλλά και πιο ελαφριές.

Στα νεότερα χρόνια, το πλαστικό, που ήδη σάρωνε τα πάντα, έκανε κι εδώ την εμφάνισή του με πλαστικές σκάφες και λεκάνες, οι οποίες θεωρούνταν η ιδανική λύση, όμως έχουν το μειονέκτημα ότι, αν εκτεθούν στον ήλιο, σπάνε.

Αλισίβα: Το φυσικό απορρυπαντικό, αρωματισμένο με δάφνη
    Η αλισίβα είναι το γνωστό σταχτόνερο, δηλ. στάχτη η οποία βράζει μέσα σε νερό και η ουσία που παράγεται έχει καθαριστική δράση. Μπορεί να ακούγεται απλό πράγμα το να φτιάξεις αλισίβα, όμως καθόλου εύκολο δεν είναι, αφού παίζει ρόλο μέχρι και η επιλογή των ξύλων απ’ τα οποία προέρχεται η στάχτη: «Για να φκιάσεις αλισίβα, έπριπι να ξέρ’ς ακόμα κι τι στάχτη να βάλ’ς… Έπριπι να είνι απού καθαρή στάχτη… Άμα ήταν απού χλουρά φιλίκια ήταν καλύτιρη, άμα ήταν απού πλατάνια δεν ήταν καλή… Κι άμα ήταν αψιά η αλισίβα, τρύπαγαν οι ρόγις απ’ τα δάχ’λα (τα μήλα των δαχτύλων), κίναγαν αίμα! Γιατί ήμασταν ούλη μέρα στου ρέμα ή στου πουτάμι, για να πλύνουμι…».

Θυμάμαι πολύ χαρακτηριστικά την εξής εικόνα: Όταν πηγαίναμε στο ρέμα με τη μητέρα μου για πλύσιμο, μέσα στο καζάνι που έβραζε το νερό υπήρχε μια πάνινη σακούλα. Τότε, φυσικά, δεν καταλάβαινα τι ήταν, επειδή ήμουν πολύ μικρός. Η μητέρα μου όμως διαλευκαίνει τα πράγματα: «Έφκιαναμαν μια μπακούλα (σακούλα) απού παλιά μαξ’λάρα. Τ’ν έραβαμαν. Τ’ γιόμ’ζαμαν στάχτη, καθαρή, απ’ του τζιάκι. Πάιναμαν στου ρέμα. Άναβαμαν φουτιά, έβαναμαν του καζάνι μι τ’ μπακούλα κι λίγου νιρό, για να χουχλάξει, για να βγάλει η στάχτη λίγδα (τη λιπαρή ουσία που χρησιμοποιούνταν ως φυσικό απορρυπαντικό). Έβαναμαν κι μια βάντα (κλαδάκι) δάφνη, για να μουσκουβουλάει του νιρό κι τα ρούχα…

Κι όταν χόχλαζι κι έβγινι η λίγδα απ’ τ’ στάχτη, του γιόμ’ζαμαν του καζάνι νιρό. Έπλιναμαν κι ματαέβαναμαν νιρό… Έπιρπι να χουχλάξει υπουχριουτικά η αλισίβα, για να απουλύσει λίγδα. Κουντά έβαναμαν κρύου νιρό, για να κατακάτσει η στάχτη, να λαγαρίσει η αλισίβα, να βγει λαγαρή, δάκρυ!».

Ωραία λοιπόν… Η αλισίβα είναι έτοιμη, όμως πώς τη χρησιμοποιούσαν; Αφού η αλισίβα με το κρύο νερό είχε κατακάτσει και ήταν απολύτως διαυγής, άρχιζαν με μια λίτρα να παίρνουν απ’ το θαυματουργό αυτό καθαριστικό και να το χρησιμοποιούν, «απού νια λίτρα τ’ φουρά…».

Τα ρούχα βέβαια τα έπλεναν «ένα χέρι» με πράσινο σαπούνι (το συνηθέστερο αγοραστό υποτυπώδες απορρυπαντικό) και αλισίβα. Στη συνέχεια έβαζαν τα ρούχα σε μια πλεχτή καλάθα (το γνωστό μπουγαδοκόφινο), κάτω τα πιο σκούρα, αποπάνω τα λευκά (τα μαύρα και τα πολύ σκούρα τα έπλεναν χωριστά, στη σκάφη).

Συνέχεια της αφήγησης: «Τα σκούρα τα ρούχα τά ‘πλιναμαν στου σκαφίδι, ξύλινου σκαφίδι… Όσου να πλύνουμι τα σκούρα, είχαμαν τ’ ασπρόρουχα μι τ’ν αλισίβα…

Σε ένα κουφίνι έβαναμαν τα ρούχα του ένα απάν’ τ’ άλλου, διπλουμένα, ούλου άσπρα, ασπρόρουχα… Γιόμιζι του κουφίνι, έβαναμαν αχπάνου ένα σταχτουπάνι, για να μην περάει η θελούρα απ’ τ’ν αλισίβα… Του σταχτουπάνι τό ‘βαναμαν απλουτά, κι έκαναμαν μια γούβα (λακκάκι) στ’ μέση, για να ρίξουμι τ’ν αλισίβα… Κι αρχίναγαμαν… Απού μία λίτρα καυτή αλισίβα έρ’χναμαν στα ασπρόρουχα… Τ’ν έπ’ναν (απορροφούσαν) τ’ν αλισίβα κάτου κι κάτου… Κι κουντά ξανάρ’χναμαν… Πέντ-έξι φουρές, μέχρι να τ’ν πιουν τ’ν αλισίβα, τ’ν έπ’νι του σταχτουπάνι, αλλά πότ’ζαν κάτου κι κάτου τα ρούχα τ’ άσπρα… Κι έβγιναν τα ρούχα, ιδίους τ’ άσπρα… τσιόφλιου (κάτασπρα σαν το τσόφλι), σα να ‘χαμαν ρίξει χλουρίνη!».

Άρα τελείωσε το πλύσιμο; Όχι βέβαια! «Κουντά έβγαναμαν του σταχτουπάνι κι έβαναμαν τα ρούχα απού ένα, απού δυο, στ’ σκαφίδα, για να τα πλύνουμι μι σαπούνι κι αλισίβα κι άμα τιλείουναν μέχρι τουν πάτου, τότι τα ξέβγαναμαν μι κρύου νιρό στ’ν πλακανίδα…».

Πλακανίδα: η πέτρινη μπανιέρα
    Η πλακανίδα (ή πλακανήθρα) είναι μια μικρή φυσική πέτρινη κοιλότητα, στην οποία συγκεντρώνεται σχετικά μεγάλη ποσότητα νερού. «Η πλακανίδα ήταν μ’κρή, μ’κρή κι η γκούρα (ροή νερού). Όταν μολεύονταν (λερωνόταν) του νιρό απ’ τα ρούχα (ξέβγαλμα), τ’ άδειαζαμαν μ’ ένα μπακράτσι (μικρός μεταλλικός κουβάς)… Κι πάλι γιόμ’ζι η πλακανίδα λαγαρό νιρό απ’ τ’ γκούρα…. Οι πλακανίδις ήταν καθαρές… Πλάκα καταή… Έπιανι (συγκέντρωνε) νιρό… Δεν είχι χώμα… Τώρα π' μι θύμ'σις, πάει ου νους μ' ικεί… Πάιναμαν του προυί στου ρέμα, έβαναμαν αλισίβα κι δάφνη να βράζουν στου καζάνι κι κουντά σκούπαγαμαν μι μία τούφα απού σκίντα (κλαδί σχίνου) τ'ν πλακανίδα, να είνι ντιπ καθαρή καταή... Γυαλί! Κι τα ρούχα όταν τα 'πλενα ήταν κάτασπρα, σα να τα 'χα πλύνει στου πλυντήριου…».

Ο… πολύ χρήσιμος κόπανος!
Τη λέξη κόπανος οι περισσότεροι τη χρησιμοποιούν με μειωτική σημασία, για να δηλώσουν τον τεμπέλη, τον άχρηστο.
Μόνο οι παλιές νοικοκυρές ξέρουν τι είναι κατά κυριολεξία ο κόπανος, αυτό το ξύλινο ρόπαλο: «Για τα χουντρόρουχα είχαμαν τουν κόπανου στ’ν πλακανίδα. Ου κόπανους ήταν φκιασμένους απού πλάτανου, όπους ήταν κι η σκαφίδα. Μι τουν κόπανου κουπάναγαμαν τα ρούχα για να βγει η λέρα…».

Ξέβγαλμα: Κι εδώ κόπος…
Όταν βάζουμε τα ρούχα στο πλυντήριο, τα ξεχνάμε μέχρι να πλυθούν και σχεδόν να στεγνώσουν. Τα κάνει όλα η τεχνολογία!

Στη διαδικασία του πλυσίματος ρούχων στο ρέμα όμως, ακόμη και το ξέβγαλμα γινόταν με συγκεκριμένο τρόπο: «Ξέπλιναμαν τα σκούρα τα ρούχα πρώτα. Κι κουντά έπιρναμαν τ’ άσπρα, τά ’βγαναμαν ένα-ένα, τά ’πλιναμαν μι σαπούνι μες στου σκαφίδι, τα ξέβγαζαμαν κι κουντά τά ‘βαναμαν στου σκαφίδι, απ’ κάτου τα σκούρα κι απάν’ τ’ άσπρα, για να μην ξιβάφουν… Απουπάνου απ’ τ’ άσπρα, έβαναμαν κι ένα σκούρου πανί, για να μην ξιβάψει η τριχιά π’ ζαλιγκώνουμασταν του σκαφίδι…

Του σκαφίδι μι τα ρούχα τού ζαλιγκώνουμασταν, μαζί μι του καζάνι, να πάμι στου σπίτι, για να τ’ απλώσουμι… Κι τ’ς κουπέλις γύρα στα 15 αρχίναγαμαν να τ’ς ζαλιγκώνουμι… Για να έχουμι ένα βόηθειου στου κουβάλημα…».

Το πλύσιμο… έβλαπτε σοβαρά την υγεία!
    Εκτός από πολύ κοπιαστική δουλειά, το πλύσιμο των ρούχων έκρυβε και πολλούς κινδύνους για την υγεία και τη σωματική ακεραιότητα των γυναικών: «Νιρό δεν είχαμαν τότι στα σπίτια… Στου σπίτι δεν είχαμαν ούτι στέρνα ούτι π’γάδι… Ιμείς πάιναμαν στου ρέμα για πλύσιμου, χειμώνα-καλουκαίρι, ας έκανι κι κρύου… Θ’μάμι είχα πάει νιόνυφη μες στα κρούσταλλα (πάγος), ξυπόλυτη… Ήταν κρουσταλλιασμένη η λάσπη στου ρέμα… Ξυπόλυτη… Για να πλύνου χειμώνα-καιρό, Πέμπτη ήταν… Τ’ς Πέμπτις πάιναμαν οι νυόνιφις για πλύσιμου… Δικέμβριου μήνα…

Θ’μάμι απ’ αυτήνη τ’ φουρά που ‘χα πλύνει χειμώνα (σαν κι ήξιραμαν γιατρό τότι…) ώς τ’ν άνοιξη ήμαν άρρουστη απ’ του κρυολόγημα ικειό… Άρπαξα πούντα! Κόντιψα να πιθάνου!».

«Ήμασταν ούλη μέρα μες στου νιρό, ξυπόλητις, για να πλύνουμι τα σκ’τιά (σκουτιά: ρούχα). Γι’ αυτό τώρα π’ γέρασαμαν, μας πουνούν χέρια, πουδάρια, απ’ τα πλυσίματα αυτά!».

«Τα χουντρουσκούτια (χοντρόρουχα) τά ’πλιναμαν μια φουρά τού χρόνου, κάθι καλουκαίρι, Θιρτή (Θεριστή: Ιούνιο). Κουντά έστυβι του νιρό, λιγόστιβι… Θ’μάμι κάπουτι ήμαν ζαλιγκουμένη, κ’βάλαγα τα ρούχα για να τα πλύνου στου ρέμα… Όπους πιρπάταγα σι μία κατηφόρα, ξαγκλίστρησα κι ξικόμπ’σα του πουδάρι μ’, στουν κόμπου (έπαθα διάστρεμμα). Ικείνη τ’ν ώρα δε μι πόνισι, ζαλιγκώθ’κα πάλι κι πήγα στου ρέμα…

Ωχ κι σα μ’ αρχίν’σαν οι πόνοι... Ίσια π’ τα νιρουδιάβασα (τα έβαλα για πολύ λίγο στο νερό), τ’ άπλουσα στ’ς σκίντις κι έφ’γα… Μόλις γύρ’σα στου κατ’κιό μ’ (κατοικιό: σπίτι), αχ, μανούλα μ’, είχα πόν’ς ανυπούφιρτους…».

Αυτά π’ σ’ μουλουγάου να τα γράψεις, για να τ’ διαβάσουν οι νέες οι γ’ναίκις, π’ λέν’ ‘έβαλα δυο πλυντήρια κι απόστασα’… Τι κάνουν… Ίσια π’ πατάν’ του κουμπί…».

Τι σημαίνει το ρήμα «λουλακώνω»;
    Σήμερα στο εμπόριο κυκλοφορούν τα πιο ευφάνταστα προϊόντα που αφορούν το πλύσιμο των ρούχων. Από… άρωμα «Ανοιξιάτικο πρωινό» και «Θαλάσσια αύρα» για το πλύσιμο των μάλλινων, μέχρι ειδικό μαλακτικό για τα μαύρα μεταξωτά (για τα λευκά είναι άλλο!), αλλά και… απορρυπαντικό με βαθμιαία ένταση αρώματος μαύρης ορχιδέας του Αμαζονίου!

Οι παλιές νοικοκυρές εννοείται ότι είχαν ελάχιστα μέσα στη διάθεσή τους: την αλισίβα, το πράσινο σαπούνι, το λουλάκι. Πρόκειται για μια μπλε ουσία, στο διάλυμα της οποίας εμβάπτιζαν τα λευκά ρούχα για να αποκτήσουν ένα όμορφο χρώμα.

Ας αφήσουμε μια παλιά νοικοκυρά να μας το περιγράψει: «Του λουλάκι τού ‘χαμαν για τ’ ασπρόρουχα, σιντόνια, φανέλις, ούλα… Για να είνι άσπρα τα ρούχα, αλλά να βαρούν (τείνουν) κι λίγου στου μπλε…

Ιμείς τότι δεν είχαμαν φάρμακα (απορρυπαντικά)… Πλάκις σαπούνι αγόραζαμαν, πουτάσια (ποτάσα: υδροξείδιο του καλίου, όπως και η αλισίβα) κι λουλάκι… Στα μπακάλικα τ’ αγόραζαμαν αυτά τα πράματα… Τα άσπρα τα ρούχα τα λουλάκουναμαν… Του λουλάκι ήταν πλακούλις, όπους είνι του σπιρτουκούτι… Έκουβαμαν λίγου μι τα χέρια… Έσπαγι έτσι (δείχνει) κι το ‘βαναμαν στου νιρό, σι σκαφίδα ή σι λικάνη, ό,τι είχαμαν… Ξιβγαλιμένα τα ρούχα… Σ’ αυτό τού κρύου τού νιρό, μι του λουλάκι, έβαναμαν τα ρούχα κι τα κούναγαμαν λίγου… Τά ‘στιβαμαν, τά ’βαναμαν στου σκαφίδι, απουκάτου τα σκούρα κι αχ’πάνου τα άσπρα, τα ζαλιγκώνουμασταν κι έρθουμασταν στου σπίτι, να τ’ απλώσουμι…

Α! Ξαστόησα (ξέχασα) να σ’ που… Ιπειδής τότι δεν ύπαρχαν χρώματα για να βάψουμι, είχαμαν ασβέστη για ν’ ασβιστώνουμι… Κάπουτι έβαναμαν κι λίγου λουλάκι στουν ασβέστη, να βαρεί στου μπλε, να γένιτι όμουρφου του δουμάτιου…».

Και η καυστική ποτάσα… στο οπλοστάσιο της νοικοκυράς!
    Όταν δεν είχαν αλισίβα, ιδίως στις πόλεις, χρησιμοποιούσαν ποτάσα (υδροξείδιο του καλίου, όπως και η αλισίβα) για να καθαρίσουν αλλά και για να λευκάνουν τα ρούχα.

Μια καλονοικοκυρά μού είχε αφηγηθεί: «Τ’ν πουτάσια τ’ν είχαν στ’ς πόλεις, π’ δεν είχαν στάχτη για να φκιάσουν αλισίβα, αγόραζαν πουτάσια για να πλύνουν τα ρούχα… Η πουτάσια είνι σα σκόνη σαπούνι, τ’ν αγόραζι ου κόσμους απ’ τα μπακάλικα… Ήταν αψιά η πουτάσια… Άμα έπιφτι έτσι στα ρούχα, θα τα τρύπαγι… Στου καζάνι πο’ βραζι του νιρό, έρ’χναν κανιά χούφτα πουτάσια κι έβραζι μαζί μι του νιρό… Λίγδουνι του νιρό, όπους μι τ’ν αλισίβα κι έβγιναν τα ρούχα… Αλλά έβαναμαν κι σαπούνι πράσινου… Πλάκις ήταν… Τα τρόχαγαμαν (τρίβαμε) στ’ σκαφίδα μι του σαπούνι… Κι άμα είχαν πουλλή λέρα, τα τρόχαγαμαν πουλύ, τά πλιναμαν 2-3 φουρές, για να βγουν καθαρά… Λιρώνουνταν πουλύ τα σκ’τιά μας τότι, γιατί τα ‘χαν μονοφόρι ου κόσμους, ουλουένα τα ίδια φόραγαν… Δεν είνι όπους τώρα π’ πατάν’ του κουμπί οι γ’ναίκις κι πλένει του πλυντήριου… Κι εμείς τώρα έχουμι πλυντήριου, αλλά ιμείς πέρασαν δύσκουλη ζουή τα παλιά τα χρόνια, κι τα τιμάμι τα καλά πό’ ’χουμι τώρα… Όπουτι πλένου, ιγώ λέου, Θιός σχουρέστ’ς αυτ’νούς πο’ ‘βγαλαν τα πλυντήρια (τους εφευρέτες και κατασκευαστές). Έσουσαν τ’ς γ’ναίκις…».
(...)

Πλύστρες: Μια ζωή στις μπουγάδες!
    Μπορεί στα χωριά το πλύσιμο των ρούχων να ήταν μια βασανιστική διαδικασία, όμως και στις πόλεις ήταν δύσκολα τα πράγματα. Βέβαια εκεί υπήρχε παροχή νερού σε κάθε σπίτι, όμως το πλύσιμο γινόταν στα πλυσταριά, δηλ. σε ειδικούς χώρους, συνήθως σε υπόστεγα.
    Όμως υπήρχε και μια άλλη λύση στις πόλεις. Ποια; Οι πλύστρες, δηλαδή οι γυναίκες που επ’ αμοιβή έπλεναν τα ρούχα μιας οικογένειας (την καλούσαν στο σπίτι για το πλύσιμο), δουλειά πραγματικά εξαντλητική και με χρήματα πολύ λίγα. Πληροφορήτρια μού είχε πει: «Αυτές τ'ς πλύστρις τ'ς παίρναμαν για πλύμα, για τα ρούχα, όχι για να καθαρίσουν του σπίτι... Αυτό τού καθάρ'ζι η νοικουκυρά τ' κάθι σπιτιού. Οι πλούσιοι είχαν δούλις (υπηρέτριες) για να καθαρίζουν.

Ιδώ στα Γιάννινα αυτές τ'ς πλύστρις τ'ς είχαμαν για να πλένουν τα χουντρά τα ρούχα στ' λίμνη, τ'ς στρώσις, τ'ς φλουκουτές, τ'ς κουριλούδις, τ'ς καρπέτις (λεπτά χαλιά), κι τα κιλίμια, π’ τα ‘λιγαν κι σιτζιαντέδις...

Τέλη Αυγούστου σάπ’ζαν τα νέρατα (υδρόβια φυτά με πολύ ισχυρό ριζικό σύστημα και μεγάλο ύψος) κι βρόμαγαν τα νιρά… Τότι δεν έπλιναν στ’ λίμνη…

Οι πλύστρις δούλιβαν σκαφίδι στ’ς χουρουφυλάκους, σι κάνα μπεκιάρη (ανύπαντρο), στ’ς αξιουματικούς τ’ στρατού… (σημ.: τα παλιά χρόνια υπήρχε όριο ηλικίας για τον γάμο των ενστόλων)

Πουλλές πλύστρις δούλιβαν για ένα πιάτου φαΐ… Για του καρβέλι… Φτουχές γ’ναίκις… Κι αν έπιρναν κι καμιά δραχμή… Κι ξέρ’ς τι κακουπληρουτές ήταν οι αρχόντοι, οι πλούσιοι… Τσιγκούν’δις! Γρουσούζ’δις! Μέχρι κι του φαΐ τσιγκουνεύουνταν! Άμα είχαν στου σπίτι πλύστρα ή κάναν ιργάτη, τ’ς μαγείριβαν φασ’λάδα ή φακή, κι αυτοίνοι έτρουγαν χώρια… Κριάσι!».

Είχα σχεδόν τελειώσει το παρόν άρθρο, όταν το μόνο που απέμενε ήταν ο επίλογος, ο οποίος όμως μου ήρθε σαν δώρο στο μετρό της Αθήνας. Σε διπλανό κάθισμα ήταν μια περιποιημένη κυρία γύρω στα 50-55 και, απ’ ό,τι κατάλαβα, τηλεφωνούσε στον τεχνικό για να της επισκευάσει το πλυντήριο. Με διαπεραστική φωνή ωρυόταν:

-Μα τι λέτε; Ούτε σήμερα δεν θα το φτιάξετε; Είστε με τα καλά σας; Και τι σημαίνει ότι έχετε πολλή δουλειά; Δηλαδή, εγώ τι πρέπει να κάνω; Να πλύνω τα ρούχα στη σκάφη; Στον Μεσαίωνα ζούμε;!!

Η γιαγιά της σίγουρα, ενδεχομένως όμως και η μητέρα της να είχε όντως ζήσει στον Μεσαίωνα… μερικές δεκαετίες πριν!

ολόκληρο το άρθρο στην πηγή
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Saturday, 23 July 2022

Αυτό το «Κάποτε»...

Κάποτε που η μάνα φούρνιζε το ψωμί με τη μαγιά και μοσχοβολούσε το σπίτι.
Κάποτε που είχαμε ένα μόνο τετράδιο, μια ξύλινη κασετίνα, και μια σάκα που με αυτήν τελειώναμε το σχολείο.
Κάποτε που πλάθαμε μπαλίτσες την ψίχα του ψωμιού για σβηστήρα!
Κάποτε που τα απογεύματα οι αυλές γέμιζαν με σκαμνάκια και γειτόνισσες.
Κάποτε που όλη η γειτονιά ήταν μια μεγάλη οικογένεια.
Κάποτε που οι πόρτες μας ήταν ολημερίς ξεκλείδωτες, με το κλειδί επάνω.
Κάποτε που κάθε σπιτικό είχε τον μπαξέ του, τα κηπευτικά του, τα ζωντανά του.
Κάποτε που ο τενεκές του λαδιού βαφόταν με μεράκι για να υποδεχθεί χρυσάνθεμα και γιασεμιά.
Κάποτε που κάθε Κυριακή φοράγαμε τα καλά μας και πηγαίναμε εκκλησία!
Κάποτε που οι στάλες της βροχής “χτυπούσαν” στον τσίγκο και άκουγες την ωραιότερη μουσική!
Κάποτε που τα παιδιά που έψελναν τα κάλαντα, πρόσφερναν χαρά στο σπιτικό.
Κάποτε που το μαγκάλι ζέσταινε όλο το σπίτι και έψηνε τα κάστανα.
Κάποτε που ο μπακάλης πουλούσε βερεσέ και ο γαλατάς μας ξυπνούσε.
Κάποτε που τα κοκόρια λαλούσαν και μας καλημέριζαν.
Κάποτε που ο καθένας έδινε στον φτωχό ένα πιάτο φαΐ, ένα ρούχο, ένα μπουκάλι λάδι, λίγα αυγά.
Κάποτε που μας ένοιαζε για τον διπλανό μας.
Κάποτε που στα σπίτια ζούσαν και οι γιαγιάδες και οι παππούδες.
Κάποτε που παίζαμε στις αλάνες.
Κάποτε που κάναμε φίλους καρδιακούς.
Κάποτε που κοκκινίζαμε όταν ντρεπόμασταν.
Κάποτε που ξέραμε να λέμε κι ένα συγγνώμη!
Κάποτε…
Κάποτε που ήμασταν … πιο άνθρωποι!

ΑΥΤΟ ΤΟ ΚΑΠΟΤΕ ΤΟ ΘΕΛΩ ΠΙΣΩ !

Χωριό μου σε Νοστάλγησα
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Monday, 21 December 2020

Παραμονή Χριστουγέννων στο χωριό

Πριν πολλά-πολλά χρόνια ένα πρωί του Δεκέμβρη, η Μαρία και η Βαγγελίτσα τα δύο κορίτσια της οικογένειας του κυρ Γιώργη, κάτω από τα ζεστά σκεπάσματα ακόμη κοιμόντουσαν. Είχε τελειώσει το σχολείο για τις χριστουγεννιάτικες διακοπές.
Ο πατέρας είχε φύγει πρωί πρωί για το μακρινό χωράφι.
Καθώς τον χαιρετούσε η γυναίκα του η κυρία Ελένη του είπε:

—  Το καλύτερο να φέρεις, να έχει και κούμαρα, μάζεψε και μανουσάκια.

Εκείνος έφυγε τραγουδώντας κι εκείνη άρχισε να φτιάχνει το γάλα των κοριτσιών της, το ʼβαλε στο τραπέζι, έβαλε δίπλα και δύο αφράτα παξιμάδια και πήγε για τις υπόλοιπες δουλειές. Άναμμα της σόμπας πρώτα-πρώτα να ζεσταθεί το σπίτι 🏡

Σήμερα είχε και παραπάνω δουλειά, να φτιάξει τα χριστόψωμα που είχε ετοιμάσει από το προηγούμενο βράδυ και τα είχε σκεπάσει σαν πολυαγαπημένα μωρά για να φουσκώσουν στο πιο ζεστό δωμάτιο του σπιτιού.

Τις προηγούμενες μέρες είχε ετοιμάσει μελομακάρονα στολισμένα με πολύ-πολύ καρύδι και τραγανά ξεροτήγανα.

Το σπίτι εδώ και μέρες μοσχοβολούσε κανέλα και γαρύφαλλο.

Του χρόνου είχε σκοπό κι αυτά να τα φτιάξει με τα κορίτσια της να βλέπουν και να μαθαίνουν.

Θα σήκωνε τα κορίτσια της τώρα να φάνε το πρωινό τους και να αρχίσουν δουλειά.

Πράγματι σε λίγο στο τραπέζι της κουζίνας οι τρεις νοικοκυρές έπλασαν τα χριστόψωμα και τα στόλισαν με σταυρό από ζυμάρι.

Στη μέση έβαλαν ένα ολόκληρο καρύδι και στις άκρες αμύγδαλα.

Η μαμά με το μαχαίρι έκανε κι άλλα στολίσματα.

Τα ξανασκέπασαν να φουσκώσουν. Τα κορίτσια κουρασμένα αλλά ευχαριστημένα κάθισαν δίπλα στη σόμπα να ζεσταθούν.

Η κυρά Ελένη πήγε να ανάψει το φούρνο που ήταν στην αυλή.

Ντύθηκε καλά και βγήκε.

Είχε φροντίσει να έχει ξύλα στεγνά για το ζέσταμά του.

Όταν έφτασε το μεσημέρι όλα ήταν έτοιμα.

Τα χριστόψωμα μυρωδάτα και ροδοκόκκινα, το απλό φαγητό για το μεσημέρι έτοιμο και τώρα περίμεναν τον πατέρα να γυρίσει από το χωράφι.

Τα κορίτσια περίμεναν με ανυπομονησία το δένδρο που έφερνε ο πατέρας κάθε παραμονή Χριστουγέννων και που δεν ήταν ποτέ ίδιο.

Ότι έβρισκε έκοβε χωρίς να καταστρέψει.

Τον άκουσαν να έρχεται κι έτρεξαν έξω να τον βοηθήσουν.

Τα κορίτσια είδαν ένα κυπαρίσσι να περπατά με τα πόδια του πατέρα τους, τον είχε σκεπάσει ολόκληρο.

Ήταν ωραία και αστεία μαζί εικόνα.

Η κυρά  Ελένη ερχόταν από πίσω με ένα μάτσο μανουσάκια και το σακούλι που έπαιρνε πάντα στο χωράφι ο μπαμπάς γεμάτο καλούδια.

Τα καλούδια μπορεί ανάλογα με την εποχή να τα έφερνε από το χωράφι, αλλά μπορεί κι από τον μπακάλη του χωριού.

Πάντως τα κορίτσια δεν θυμούνται ποτέ τον πατέρα να έρθει στο σπίτι 🏡 με άδεια χέρια.

Είναι κουβαλητής ο άντρας μου έλεγε με περηφάνια η κυρά Ελένη.

Η Μαρία και η Βαγγελίτσα άρχισαν να πηδάνε από τη χαρά τους, να τρέχουν και να ξεφωνίζουν.

Το δεντράκι στήθηκε στο μέρος που είχε ετοιμάσει η μαμά και τα μανουσάκια μπήκαν στο βάζο.

Το σπίτι 🏡 μοσχοβολούσε ακόμη πιο πολύ.

Το βράδυ όλοι μαζί στόλισαν το δέντρο, ο μπαμπάς δηλαδή για να λέμε την αλήθεια καθόταν σε μια καρέκλα κοντά στη σόμπα κι έλεγε τα κάλαντα.

Μα λίγο είναι να στολίσεις το δέντρο και να ακούς ζωντανή μουσική;

Έβαλαν βαμβάκι για χιόνι, χρυσόχαρτο στα κούμαρα, έφτιαξαν με χρωματιστό χαρτί στολίδια με το ψαλίδι.

Η μαμά ήταν μοδίστρα και είχε ωραίες ιδέες.

Τέλος στόλισαν και μια γιρλάντα που η μαμά είχε φυλάξει από πέρυσι.

Ο μπαμπάς έβαλε το αστέρι στην κορυφή, όλοι έκαναν ένα βήμα πίσω να το καμαρώσουν.

—  Και του χρόνου να μας έχει ο Θεός καλά, να ‘χουμε υγεία και καλή προκοπή κορίτσια.

Πήγαν για ύπνο εκείνο το βράδυ όλοι γεμάτοι χαρά.

Και σήμερα τα κορίτσια, γιαγιάδες πια, αναπολούν αυτή την παραμονή των Χριστουγέννων στο φτωχικό τους σπίτι 🏡 στο χωριό.

Μπορεί το κρύο του Δεκέμβρη να έμπαινε από τις χαραμάδες της παλιάς πόρτας μα δεν άγγιζε ούτε το σώμα ούτε την ψυχή τους.

Τα χρόνια εκείνα οι άνθρωποι δεν έλεγαν περιττά και ψεύτικα λόγια, ούτε είχαν ανάγκη περιττά στολίδια για να χαρούν και να νοιώσουν γεμάτη τη καρδιά 💓 τους αγάπη και χαρά, ασφάλεια και σιγουριά.
 

Άρια Β.Γ.
Το Χαμομηλάκι

Friday, 16 February 2018

Εγκυκλοπαιδικά: Φακή επαφής

Μια έκφραση που ακούγεται συχνά τον τελευταίο καιρό, όποτε γίνεται λόγος για την αξιοποίηση ή την εκποίηση της δημόσιας περιουσίας (το πρώτο συνθετικό αλλάζει) είναι ότι πωλείται ή ξεπουλιέται «αντί πινακίου φακής»
Πρόκειται για έκφραση που προέρχεται, θα το ξέρετε, από τη Βίβλο, και συγκεκριμένα από την ιστορία του Ησαύ και του Ιακώβ, που υπάρχει στη Γένεση. Από τα δυο παιδιά του Ισαάκ, ο πρωτότοκος, ο Ησαύ, ήταν άγαρμπος κυνηγός, ο δευτερότοκος ο Ιακώβ ήταν λεπτεπίλεπτος διανοούμενος, «άπλαστος οικών οικίαν». 
Μια μέρα που γύρισε ξεθεωμένος στο σπίτι ο Ησαύ, κι ο Ιακώβ μαγείρευε φακές, ζήτησε να φάει, κι ο συμφεροντολόγος ο μικρός απαίτησε, για να τον σερβίρει, να του παραχωρήσει ο μεγάλος τα πρωτοτόκιά του. 
«Εγώ κοντεύω να πεθάνω, τι να τα κάνω τα πρωτοτόκια;» είπε (Ιδού εγώ πορεύομαι τελευτάν και ίνα τί μοι ταύτα τα πρωτοτόκια;), οπότε του τα παραχώρησε, και μάλιστα με όρκο, και σε αντάλλαγμα του έδωσε ο Ιακώβ «άρτον και έψεμα φακού», ψωμί και βραστές φακές. 
Χρειάστηκε βέβαια και η βοήθεια της μητέρας, κι η ανημπόρια του πατέρα, αλλά τελικά τα πρωτοτόκια πράγματι πουλήθηκαν για ένα πιάτο φακές, δηλαδή δεν είναι μόνο των καιρών μας το φαινόμενο ο καπάτσος δημοσιοσχεσίτης που πουλάει αέρα να βγάζει τα εκατονταπλάσια απ’ τον εργάτη που παράγει.
Θα προσέξατε ότι στο κείμενο της Γένεσης ο Ησαύ δεν τρώει φακές, αλλά «έψεμα φακού»
Φακός ήταν η αρχαία λέξη για τη φακή, τόσο το φυτό όσο και το φαγητό. Ο Ηρόδοτος, σε ένα σημείο όπου περιγράφει τους Αλαζώνες, μια φυλή που ζούσε στα βόρεια παράλια του Εύξεινου Πόντου (και από εκεί βγήκε η λέξη «αλαζόνας», που είναι κι αυτή ωραία ιστορία, αλλά την κρατάμε για κάποιαν άλλη φορά) λέει ότι καλλιεργούν σιτάρι και επίσης «κρόμμυα και σκόροδα και φακούς και κέγχρους».
Η φακή, όπως φαίνεται και από την ιστορία με τον Ησαύ, είναι μαζί μας από τα πολύ παλιά χρόνια, και είναι από τα πρώτα φυτά που άρχισε να καλλιεργεί ο άνθρωπος στην περιοχή μας (στο σπήλαιο Φράγχθι της Ερμιονίδας έχουν βρεθεί ποσότητες άγριας φακής, που χρονολογούνται γύρω στο 10.000 π.Χ.). 
Στην κλασική αρχαιότητα η φακή ήταν ένα από τα βασικά τρόφιμα, καθώς είναι φτηνή πηγή πρωτεϊνών, παρόλο που οι γιατροί συγγραφείς των επόμενων αιώνων επισήμαιναν τις βλαβερές συνέπειες της υπερκατανάλωσης φακής: ότι κάνει κακό στην όραση και φέρνει αέρια (φακός βιβρωσκόμενος συνεχώς αμβλυωπός, δύσπεπτος, κακοστόμαχος, πνευματωτικός στομάχου και εντέρων, λέει ο Διοσκουρίδης).
Και η λέξη φακή είναι αρχαία, συνηρημένος τύπος του «η φακέα», παράλληλος τύπος της λ. φακός, και σταδιακά έγινε διάκριση των σημασιών και «φακή» ονομάστηκε το φαγητό, το βρασμένο δηλαδή, ενώ φακός το ωμό όσπριο (φακή: το έψεμα του φακού, γράφει ο Φώτιος). 
Τη φακή τη συνδύαζαν με άλλα φαγητά, π.χ. είχαν την βολβοφακή όταν την ανακάτευαν με βολβούς· ο Αθήναιος αφηγείται ένα επεισόδιο που συνέβη στο σπίτι της ετοιμόλογης εταίρας Γνάθαινας, που είχε χυθεί η βολβοφακή στο ντεκολτέ της δούλας -θα φτιάξει κολποφακή, σχολίασε η αφεντικίνα της. 
Είχαν και μια παροιμία οι αρχαίοι «το επί τη φακή μύρον» για όποιον δαπανά το εκλεκτό για χάρη του ευτελούς.
Και με τον φακό είχαν παροιμίες οι αρχαίοι· δυο από τις πάμπολλες παροιμίες «περί αδυνάτου» είναι και οι «Φακόν κόπτεις» και «Φακού γωνίαν κρατείς».

Σιγά-σιγά, φακός ονομάστηκε, στα αρχαία, και οτιδήποτε είχε το σχήμα της φακής, δηλαδή αμφίκυρτο σχήμα. 
Φακός ονομάστηκε, ας πούμε, η θερμοφόρα, το δοχείο με το ζεστό νερό, επειδή είχε σχήμα αμφίκυρτο, αλλά φακός ήταν, στην ελληνιστικήν εποχή, και οι κηλίδες του δέρματος ή οι ελιές· και βέβαια θα καταλάβατε ότι οι φακίδες προέρχονται, ακριβώς, από τον φακό, μέσω ενός υποκοριστικού *φακίς.
Στα λατινικά η φακή ήταν lens, lentis. 
Μέσω ενός υποκοριστικού lenticula έχουμε το γαλλικό lentille, το οποίο σημαίνει τη φακή, αλλά και τις κηλίδες του δέρματος, και με την πρόοδο της οπτικής επιστήμης lentille ονομάστηκαν οι αμφίκυρτοι φακοί! 
Ακόμα και σήμερα στα γαλλικά η λέξη lentille έχει και τις δυο σημασίες, φακή και φακό, lentilles de contact είναι οι φακοί επαφής και περιέργως κανείς δεν φαίνεται να μπερδεύεται· δηλαδή, αν πάτε σε οπτικό και ζητήσετε lentilles δεν θα σας φέρουν φακές. Και στα αγγλικά άλλωστε, lens είναι ο φακός (όπως και η λατινική λέξη για τη φακή) και lentil η φακή.
Περνώντας στα φρασεολογικά της φακής, θα επιστρέψω στην αρχή του άρθρου, για να επισημάνω (αν και ασφαλώς θα το έχετε προσέξει) ότι στο βιβλικό απόσπασμα δεν υπάρχει η έκφραση «αντί πινακίου φακής», ούτε τη βρήκα πουθενά αλλού στην αρχαία και μεταγενέστερη γραμματεία, οπότε συμπεραίνω πως γεννήθηκε στα χρόνια του νεοελληνικού κράτους, μια ακόμα από τις αρχαιόπρεπες εκφράσεις που πλάστηκαν από νεοέλληνες δασκάλους. 
Τη λέμε, φυσικά, όταν παραχωρούμε πολύτιμο περιουσιακό στοιχείο με ευτελές αντάλλαγμα. 
Περίπου συνώνυμη με την «για ένα κομμάτι ψωμί», η οποία ίσως να έχει περισσότερο τονισμένο το στοιχείο της αδήριτης ανάγκης που σπρώχνει στην ασύμφορη συναλλαγή.
Πολύ γνωστή έκφραση είναι και το «παλικάρι της φακής», που λέγεται για τους ψευτοπαλληκαράδες, τους θρασύδειλους. 
Ο Νατσούλης λέει πως η έκφραση βγήκε από τον τίτλο κωμωδίας του Πλαύτου, κάτι που δεν με πείθει καθόλου, χωρίς να κάνω τον κόπο να ανατρέξω στις πηγές. Μάλλον η προέλευση της φράσης οφείλεται στο ότι τα πραγματικά παλικάρια τρέφονται με κρέας, όχι με όσπρια.
Κάπου-κάπου ακούγεται και η έκφραση «θα φάει/έφαγε η φακή το λάδι», όταν τα έξοδα από μια επιχείρηση ξεπεράσουν τα έσοδα. Μια παλιά παροιμία, που πρέπει να έχει ξεχαστεί, είναι «τρώει τη φακή με το πιρούνι», για κάποιον που έχει ατυχήσει οικονομικά. Στον Πολίτη βρίσκω και την «βρήκε η φακή το αγγειό της», παροιμία παρόμοια με τον τέντζερη που βρήκε το καπάκι.
Στο γνωστό παιδικό τραγούδι όπου πρωταγωνιστούν τα όσπρια (το κουκί και το ρεβίθι), η φακή είναι η αυστηρή που βάζει τα άταχτα όσπρια φυλακή, μα η φάβα της φωνάζει «φακή άσ’ τα, δεν πειράζει». 
Και ένα παλιό μικιμάους, θυμάμαι, μια περιπέτεια είχε τον τίτλο «Οι φακές της Βαβυλωνίας»· ο Σκρουτζ χάνει την περιουσία του και του μένουν μόνο αυτές οι θαυματουργές φακές, χάρη στις οποίες την ξαναφτιάχνει, ή τουλάχιστον αυτό μου έχει μείνει από την ιστορία, πριν πενήντα χρόνια σχεδόν. 
 Θυμάμαι, γύρισα σπίτι από το σχολείο, κρατώντας το τεύχος που είχα αγοράσει από το περίπτερο της γωνίας, και όπως κάθε Παρασκευή είχαμε φακές. Η μητέρα μου δεν ήθελε να διαβάζουμε στο τραπέζι, συνήθεια που ξεσηκώναμε από τον πατέρα μου, αλλά την μετέπεισα με το επιχείρημα ότι αφού έχω φακές και στο πιάτο και στο περιοδικό συγχωρείται να διαβάζω. 
 Και βρίσκω (τα πάντα βρίσκει κανείς στο Ιντερνέτι…) ότι το τεύχος αυτό κυκλοφόρησε στα ελληνικά τον Δεκέμβριο του 1967, οχτώ χρονών λοιπόν ήμουν…

sarantakos

Thursday, 26 October 2017

Πολύτιμα εργαλεία που χρησιμοποιούσαν οι παππούδες και οι γιαγιάδες μας...

Τα παλιά χρόνια κάθε νοικοκύρης έπρεπε να έχει στο σπίτι του όλα τα απαραίτητα για να κάνει τις δουλειές του. 
Γεωργικά και οικιακά εργαλεία ήτανε, όπως και σήμερα, απαραίτητα για τις καθημερινές ασχολίες. Πολλά από αυτά πλέον δεν υπάρχουν και έχουν αντικατασταθεί με πιο σύγχρονα. Στη συνέχεια θα προσπαθήσουμε να θυμηθούμε κάποια από αυτά.
Όσοι τα έχουν προλάβει, είναι βέβαιο ότι θα τα ξαναφέρουν στη μνήμη τους με νοσταλγία..

1. Λύχνος

Ο λύχνος στο λυχνοστάτη. Ο λύχνος αποτελούσε το φωτιστικό καθημερινής χρήσης στο χωριό, ενώ το επισημότερο ήταν η λάμπα πετρελαίου. Σε δύσκολες καιρικές συνθήκες χρήσιμο φωτιστικό ήτανε το φανάρι, ενώ σε ειδικές συνθήκες, χρησιμοποιούσαν πυροφάνι.

2. Λάμπα πετρελαίου

Ο επίσημος φωτισμός τα χρόνια του 1950-60 γινόταν με τέτοιες λάμπες. Τα δυο ακραία μοντέλα είχαν ειδική προέκταση, από όπου μπορούσε να κρεμιέται στον τοίχο. Η λάμπες αυτής της τεχνολογίας έχουν, όπως και οι σημερινές αντίστοιχες, μια περιστρεφόμενη βίδα, που ανεβοκατεβάζει το φιτίλι, αυξομειώνοντας αντίστοιχα το φωτισμό. Και μιας και εκείνα τα χρόνια, οι πηγές μηχανικού θορύβου ήτανε ανύπαρκτες, ο ρομαντισμός στη σιγαλιά της νύχτας επέτρεπε τις γνωστές μεν, εγκαταλελειμμένες δε, καντάδες. Έλεγε λοιπόν ο ερωτοχτυπημένος νεαρός, περνώντας το βράδυ από το στενό της κοπελιάς του, τη μαντινάδα:
“Ψηλώσετε τη λάμπα σας, να φέγγω να περάσω //
γιατ' είμαι ξενοχωργιανός, το δρόμο να μη χάσω”

3. Λούξι

Το λούξι το χρησιμοποιούσαν λόγω κόστους περισσότερο στα καφενεία και λιγότερο στα σπίτια. Στη βάση του υπήρχε μια κλειστή δεξαμενή που χώραγε περίπου 1 λίτρο φωτιστικό πετρέλαιο με μια αντλία - τρόμπα πίεσης. Με ένα μεταλλικό σωλήνα το πετρέλαιο πήγαινε πάνω σε μια έξοδο που υπήρχε ένα πλέγμα άκαυτου αμιάντου, αφού όμως περνούσε από την ήδη αναμμένη φλόγα. Αποτέλεσμα ήταν το πετρέλαιο υπό πίεση να εξαερώνεται, να περνά μέσα από τον αμίαντο σαν λεπτό νέφος, που αμέσως καιγότανε με μια λαμπρή φλόγα, με έντονη φωτεινότητα.

4. Φενέρι

Το λαδοφάναρο ήτανε εργαλείο πρώτης ανάγκης στα νοικοκυριά. Κατασκευασμένο από τσίγκο για να μη σκουριάζει παρείχε σχετική ασφάλεια από τη μια για να μη ανάψει φωτιά στο στάβλο, στον αχυρώνα, στο κατώι – αποθήκη, και από την άλλη να μην το σβήνει ο αέρας. Όταν δεν φυσούσε αέρας το χρησιμοποιούσαν όσοι βγαίνανε να μαζέψουν σαλιγκάρια αλλά και όσοι ήθελαν να ποτίσουν τους κήπους τους.

5. Γεράνι

Όπου δεν ανέβαινε το τρεχούμενο νερό, αλλά η στάθμη του ήταν 1-5 μέτρα πιο κάτω από τον κήπο, χρησιμοποιούσαν διάφορες τεχνικές. Μια τεχνική ήταν το γεράνι, γνωστό από την Αίγυπτο και τη Μεσοποταμία. Στην πραγματικότητα ήταν ένας μοχλός που βοηθούσε να τραβάνε 15-30 λίτρα νερό σε κάθε κίνηση, από το χαμηλό σημείο, συνήθως πηγάδι, και να το αδειάζουν στις αυλακιές του κήπου.

6. Σκαλίδα

Μαζί με το σκαπέτι (τσάπα) η σκαλίδα ήτανε το υπ αριθ 2 χρειαζούμενο του γεωργού. Από τη μιά γεροδεμένο τσαπί, και από την άλλη τσεκούρι έτοιμο να κόψει σκληρές ρίζες, καλάμια, θυμάρια, σχοίνους, ακόμη και να σκάψει σκληρά εδάφη, όπου δεν γινότανε με την τσάπα.

7. Χειρόμυλος


Ο χειρόμυλος, τα παλιά χρόνια, ήταν δείγμα νοικοκυροσύνης! Τα σπίτια που είχαν και χειρόμυλο, μαζί με άλλες απαραίτητες συσκευές, όπως ο αργαλειός, είχαν «το καθετί» τους, ό,τι χρειάζονταν για την ένδυση και την καθημερινή διατροφή της οικογένειας.
Ο χειρόμυλος αποτελείται από δύο στρογγυλές επίπεδες πέτρες, η μία πάνω στην άλλη. Η κάτω πέτρα έχει ένα σίδερο στη μέση. Το σίδερο αυτό ενώνει τις δύο πέτρες, καθώς περνάει από την κάτω πέτρα στην πάνω, ενώ στην άκρη της πάνω πέτρας υπάρχει μια χειρολαβή, την οποία κρατάει η νοικοκυρά για να γυρίζει το μύλο.
Από την τρύπα στην πάνω πέτρα, οι νοικοκυρές έριχναν λίγο – λίγο τον καρπό, ο οποίος με τις στροφές της πέτρας κομματιαζόταν και έπεφτε έξω από τις πέτρες, έτοιμος πια για χρήση. Ο χειροκίνητος μύλος προοριζόταν για οικιακή χρήση. Φανταστείτε τον κόπο και τον χρόνο που θα χρειαζόταν να καταβάλλει μια νοικοκυρά για να αλέσει μεγάλες ποσότητες καρπών;

8. Χειρόχτενα

Ένα από τα βασικά εργαλεία της νοικοκυράς. Η προετοιμασία του μαλλιού μετά το κούρεμα των ζώων απαιτούσε να δουλευτεί με τα χειρόκτενα, ώστε να μπορεί κατά τη νηματοποίηση με τη βοήθεια της ρόκας και του αρδαχτιού να φτιαχτεί ισόπαχη κλωστή.

9. Μιτόχτενα


Εκτός από τα χειρόκτενα, υπηρχαν και τα ΜΙΤΟΧΤΕΝΑ. Τα μιτόχτενα είναι εξάρτημα του αργαλειού, και στοχο έχουν να καθοδηγούν και να διασταυρώνουν το στιμόνι κατά τη διάρκεια της ύφανσης. Αυτή η διασταύρωση γίνεται με τη βοήθεια των πατητήρων από την ανυφαντού. Το μιτοχτένιασμα ήταν μια περίπλοκη για τους αδαείς εργασία, κατά την οποία μια-μια κλωστή του επιμήκη άξονα ενός υφαντού περνιόταν σε αντίστοιχη θέση στο μιτόχτενο, και μετά μεταφερόταν στον αργαλειό, ώστε να αρχίσει η ύφανση, ξόμπλια κλπ. από την υφάντρα.

10. Ρόκα, Αδράχτι, Σφοντύλι

Το γνέσιμο γινόταν με τρία κλωστικά εργαλεία: Τη ρόκα, το αδράχτι και το σφοντύλι.
Η ρόκα. Ήταν ένα απλό εργαλείο με το οποίο οι γιαγιάδες μας έφτιαχναν το νήμα για το ρουχισμό του σπιτιού, που δεν άλλαξε στη μορφή του και δεν εγκαταλείφθηκε για χιλιετίες, παρά μόνο πριν από πενήντα χρόνια.
Πάνω στη ρόκα στερέωναν τις τουλούπες για να τις γνέσουν.
Μια ξύλινη διχάλα με συνολικό μήκος γύρω στους ογδόντα πόντους ήταν στην απλούστερη μορφή της η ρόκα. Οι μερακλήδες όμως έφτιαχναν περίτεχνες ρόκες από ελατάκια, λυγιές και άλλα ξύλα, που γύριζαν εύκολα. Διάλεγαν λοιπόν το ξύλο, ίσαμε δυο-τρία δάχτυλα χοντρό και το έκοβαν σε ένα σταυρό. Τα πραχάλια, τα κλωνάρια δηλαδή που εκφύονταν από το σταυρό, τα γύριζαν με προσοχή σε σχήμα κύκλου και με διάμετρο γύρω στους τριάντα πόντους για να μπαίνει εκεί η «τουλούπα», το ξασμένο μαλλί με άλλα λόγια.
Οι ροκάδες, δηλαδή αυτοί που έφτιαχναν ρόκες, αλλά και μαγκούρες για τους γέρους και ζέβλες και κρικέλια για τα αλέτρια, τα ξύλα τα ζέσταιναν στη φωτιά για να μαλακώσουν. Στη συνέχεια τα γύριζαν προσεκτικά και με υπομονή και τα έδεναν εκεί που έπρεπε με σύρμα για να «κάτσουν». Για κάμποσες μέρες τα ξύλα αυτά, όπως τα είχαν γυρίσει, τα άφηναν δεμένα για να μη φύγουν από τα σκαριά τους και τα σουλούπια τους. Μετά τα έλυναν και τα γυρίσματα έμεναν στη θέση τους. Επάνω στο στέλεχος έφτιαχναν διάφορα σκαλίσματα – κεντίδια. Χάραζαν το όνομά τους, ολόκληρο ή τα αρχικά, τη χρονολογία κ.ά..
Είναι επίσης γνωστό και το δημοτικό τραγούδι που μιλάει για τη ρόκα.
«Πάρε Μαριώ μ` τη ρόκα σου, Ωχ, κι έλα τη φράχτη-φράχτη Βάσανα πω` χει η αγάπη! Πάρε, Μαριώ μ` τη ρόκα σου Ωχ, κι εγώ τον ταμπουρά μου Βάσανα πω `χει η καρδιά μου.»
Το αδράχτι, ήταν κατασκευασμένο από ξύλο και έμοιαζε με λαμπάδα. Στο επάνω άκρο είχε ένα λεπτό άγκιστρο, για να αγκιστρώνεται το νήμα και στο κάτω μέρος προσαρμοζόταν το σφοντύλι.
Το σφοντύλι ήταν ένα στρογγυλό και πλακουδερό ξύλο με διάμετρο γύρω στους έξι πόντους,που με το βάρος του έδινε τη δυνατότητα στο αδράχτι να γυρίζει γρήγορα και να στρίβει το μαλλί.

11. Θρινάκι

Ειδικό φτυάρι, ξύλινο με δόντια, για να μαζεύει σε σωρό τα στάχυα που ήτανε απλωμένα στο αλώνι, αλλά και να μην καταστρέφει τον πάτο του αλωνιού, που ήτανε χωμάτινος-επίπεδος για να μαζεύεται από αυτόν το σιτάρι.

12. Τσούκος

Ο τσούκος ήταν το προϊόν ενός φυτού, που σήμερα το χρησιμοποιούμε σαν διακοσμητικό. Παλιότερα, στο λαιμό άνοιγαν μια τρύπα, καθάριζαν τα σπόρια που είχε το φυτό για να διασπαρεί και να διατηρήσει την αναπαραγωγή του, το γέμιζαν μερικές μέρες με νερό και μετά το χρησιμοποιούσαν για τη μεταφορά κρασιού. Η χωρητικότητα του ήταν από 2 μέχρι 5 οκάδες. Παραλλαγή του τσούκου, ήταν το επίσης φυτικής προέλευσης ΦΛΑΣΚΙ, που είχε σχήμα σφαίρας, που την είχανε συμπιέσει στους δυο πόλους.

13. Γκαζιέρα

Γκαζιέρες και καμινέτα. Το μαγείρεμα γινόταν με γκαζιέρες που έκαιγαν πετρέλαιο ή βενζίνη (σπανιότερα). Ήταν πολύπλοκα εργαλεία που οι νοικοκυρές ήταν απόλυτα εξοικειωμένες μαζί τους. Τρομπάριζαν αέρα μέσα στο δοχείο του καυσίμου, ώστε αυτό να ανεβαίνει στον καυστήρα. Συχνά βούλωναν και υπήρχαν ειδικά βελονάκια για το ξεβούλωμά τους. Υπήρχαν και οι φουφούδες, μιά κατασκευή παρόμοια με το μαγκάλι, αλλά με σχάρα, για να τοποθετείται η κατσαρόλα. Ο καφές ή τα αφεψήματα ψήνονταν στα καμινέτα που έκαιγαν μπλε οινόπνευμα. Το γκαζάκι δεν υπήρχε τότε και μόνο τα σχετικά πλούσια νοικοκυριά είχαν σύνδεση με το φωταέριο.
Πολυτέλεια ήταν και οι στόφες, οι κουζίνες με ξύλα που διέθεταν και φούρνο. Τα φουρνιστά τα έστελναν στο γειτονικό φούρνο που δούλευε σε φοβερούς ρυθμούς τις Κυριακές, που ο κόσμος έτρωγε κρέας ψητό, με μακαρόνια, κριθαράκι ή πατάτες.

14. Σίδερο

Το “βαποράκι”. Πριν αποκτήσουν σύνδεση με το ηλεκτρικό δίκτυο (πολλές περιοχές συνδέθηκαν τη δεκαετία του 1970) δεν είχαν άλλο τρόπο να σιδερώνουν τα ρούχα οι νοικοκυρές, από το βαποράκι. Τα ξυλοκάρβουνα “χώνευαν” στο εσωτερικό του σκεύους και θέρμαιναν την πλάκα.

15. Χαβάνι

Το γουδί. Υπήρχε ξύλινο αλλά και μπρούτζινο. Το μπρούτζινο στα πιτσιρίκια άρεσε να το χρησιμοποιούν σαν καμπάνα, μιας και το μεταλλικό κράμα της κατασκευής του, παρόμοιο με της καμπάνας είχε αρκετά μελωδικό ήχο. Άλλωστε τα ακούσματα εκείνης της εποχής ήταν τα φυσικά και μόνο ακούσματα, χωρίς άλλες πηγές μουσικών ήχων. Όταν η νοικοκυρά ήθελε να τρίψει μαστίχα, κανέλα ή καρύδια, τα παιδιά ήταν πάντα πρόθυμα να τη βοηθήσουν, κατακτυπώντας το χαβάνι.

16. Κόσκινο

Ένα από τα απαραίτητα εργαλεία περασμένων δεκαετιών για να καθαρίζει η νοικοκυρά το σιτάρι και το κριθάρι. Μετά βέβαια ακολουθούσε το καθάρισμα με το χέρι…
Άλλο παρόμοιο εργαλείο ήταν η κνισάρα με ψιλή ή χοντρή σίτα. Η χρήση της ήτανε για να κοσκινίζουμε το αλεύρι και να το διαχωρίσουμε από το πίτουρο.

17. Κόφα


Η κόφα ήτανε ένα εργαλείο απαραίτητο τόσο στις φάμπρικες όσο και στο τρύγος. Η παραδοσιακή κόφα πλεκότανε πολύ σπάνια από βίτσες από λυγιά (=λυγαριά), είτε, το συνηθισμένο, από σφάκες (σφάκα είναι η πικροδάφνη εξαιτίας της πικρής της γεύσης). Κάθε κλαδί σφάκας, 1 μέχρι 1,5 μέτρα μακρύ, σχιζότανε σε δυο μισά, και πλεκότανε η κόφα.

18. Καμπανός

Σχεδόν απαραίτητο εργαλείο, μαζί με την παλάντζα (ή πλάστιγγα, παρακάτω) σε όσους είχαν και πουλούσαν την πραμάτεια τους (κηπευτικά και φρούτα) για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Πηγαίνοντας οι πραματευτές στα γύρο χωριά, όφειλαν να ζυγίσουν παρουσία του πελάτη τα πωλούμενα και ανταλλασσόμενα είδη. Ο καμπανός είχε ένα κινητό βόλι, που ισορροπούσε το ζυγό στον βαθμονομημένο σε οκάδες άξονα με το βάρος του ζυγιζόμενου αντικειμένου. Όταν στα μέσα της δεκαετίας του 1950 καθιερώθηκε το κιλό στη θέση της οκάς, σαν μονάδα μέτρησης βάρους στις συναλλαγές, ο άξονας βαθμονομήθηκε από τους σιδεράδες σε κιλά. Στην αγορά των Μοιρών ήταν συχνοί οι αγορανομικοί έλεγχοι των χρηστών των καμπανών, εάν ήταν σωστά βαθμονομημένοι.

19. Παρασύρα


Χαράς το πράμα, θα μου πεις… Έλα όμως που εκείνα τα χρόνια, ούτε ηλεκτρικές σκούπες υπήρχανε αλλά ούτε και ρεύμα. Δυο ειδών ήταν οι παρασύρες, δηλαδή οι σκούπες. Οι «καλές» για το σπίτι και οι «κακές» για το στάβλο ή το κοτέτσι. Άλλη ήταν και η παρασύρα για την αυλή. Πιο παλιά δεν έβαζαν και ξύλο και οι γυναίκες έσκυβαν για να σκουπίσουν, μετά «εκσυγχρονίστηκαν» και αυτές για να μην … κοψομεσιάζεται η γυναίκα!
Τις παρασύρες τις έφτιαχναν από χόρτα που έβρισκαν στα ποτάμια και τα ρυάκια τις βρούλιες ή ρούλιες ή βούρλες. Το χόρτο ήτανε κίτρινου χρώματος παρά το γεγονός ότι ανά περιοχή έχει διαφορετικό όνομα. Η κ. Ευανθία πάντως μας το είπε βρούλιες ή ρούλιες.
Έπαιρναν λοιπόν τις βρούλιες τις έκαναν δεματάκια, τις κοπανίζανε με την κοπανίδα, τις γύριζαν και τις έπλεκαν.

20. Μουστρουχίνα


Η μουστρουχίνα ήταν μια ιδιοκατασκευή είτε από βέργες είτε καλύτερα από σύρμα, ένα είδος φίμωτρου, των αιγοπροβατοειδών και βοοειδών για την ακίνδυνη διέλευση δίπλα από κήπους. Δουλειά λοιπόν του νοικοκύρη που μετέφερε πρωί βράδυ τα λιγοστά ζώα του στο στάβλο ή στο κτήμα για βοσκή, να τα μουστρουχώσει και να ξεμουστρουχώσει σε κάθε μετακίνηση.

21. Σκάφη

Το “πλυντήριο”. Ξύλινη ή από λαμαρίνα. Μέσα, διάφορα βοηθητικά εργαλεία. Μπουγάδα με το χέρι και πράσινο ή άσπρο σαπούνι (δεν υπήρχαν άλλα απορρυπαντικά). Από τις σκληρότερες δουλειές της νοικοκυράς που δεν είχε “δούλες” (έτσι έλεγαν τις οικιακές βοηθούς) ούτε “παραδουλεύτρες”. Συχνά η σκάφη χρησίμευε και ως μπανιέρα, μια και τα περισσότερα σπίτια δεν διέθεταν τις σημερινές λουτρικές εγκαταστάσεις και το μπάνιο δεν ήταν και καθημερινή συνήθεια. Κάθε Σάββατο και αν…

22. Το φανάρι

Ο πρόγονος του ψυγείου πάγου, το φανάρι έμοιαζε με το φανάρι που χρησιμοποιούσαν στα καΐκια, και όχι μόνο. Οι σίτες εμπόδιζαν τα έντομα να πλησιάσουν τα φαγητά και ο διερχόμενος αέρας δημιουργούσε κάπως καλύτερες συνθήκες διατήρησης, από τον στάσιμο αέρα του ντουλαπιού. Ο χρόνος διατήρησης δεν πρέπει να ξεπερνούσε τις μερικές ώρες, άντε ένα 24ωρο!

23. Ψυγείο πάγου

Το ψυγείο πάγου ήταν η επανάσταση! Παγοποιεία υπήρχαν πολλά (λίγα υπάρχουν ακόμη, αλλά για άλλους σκοπούς) σε όλη τη χώρα. Οι διανομείς γύριζαν με ένα φορτηγάκι ή καροτσάκι που έσπρωχναν με τα χέρια και άφηναν συνήθως ένα τέταρτο της κολώνας (τόσο χωρούσε). Το νερό έβγαινε παγωμένο από το ντεποζιτάκι που υπήρχε στο εσωτερικό τους, αλλά η θερμοκρασία στο θάλαμο δεν πρέπει να ήταν χαμηλότερη από 10-12 βαθμούς C, στη καλύτερη περίπτωση.

24. Αιγινήτικο κανάτι

Εναλλακτικός τρόπος ψύξης του νερού. Πριν ακόμη την εμφάνιση του ψυγείου πάγου (αλλά και μετά) ήταν σε χρήση το Αιγινήτικο κανάτι, για να δίνει δροσερό νερό. Η μέθοδος βασίζεται στην αρχή της φυσικής, ότι όταν ένα υγρό εξατμίζεται, απορροφά θερμότητα. Τα κανάτια ήταν από πορώδες υλικό (πηλό) που επέτρεπε μια μικρή ποσότητα νερού να βγαίνει στην εξωτερική επιφάνεια του κανατιού. Έτσι, το κανάτι “ίδρωνε” και το τοποθετούσαν σε σημεία με ρεύμα αέρα (συνήθως στα πρεβάζια των παραθύρων). Ο αέρας προκαλούσε εξάτμιση και η εξάτμιση έριχνε τη θερμοκρασία στο εσωτερικό του και το νερό απλώς δρόσιζε κάπως, ώστε να πίνεται.

25. Μαγκάλι

Η θέρμανση του φτωχού… Μη φανταστείτε πως το μέσο σπίτι διέθετε κεντρική θέρμανση. Βέβαια και στα σημερινά που τη διαθέτουν, διακοσμητική είναι, αφού το πετρέλαιο έχει γίνει χρυσάφι! Πάντως η θέρμανση με μαγκάλι ήταν φτηνή, αλλά χωρίς μεγάλη εμβέλεια. Στη μέση του δωματίου έμπαινε το μαγκάλι με τα ξυλοκάρβουνα για αρχή και τον “πυρήνα” (μιά σκόνη από τα κουκούτσια της ελιάς). Δημιουργούσε χόβολη μέσα στην οποία έψηναν καφέ και επάνω από το μαγκάλι έψηναν κανά κοψίδι ή φέτες ψωμί. Συχνά τα “αχώνευτα” ξυλοκάρβουνα καίγονταν ελλιπώς, με αποτέλεσμα την έκλυση CO (μονοξειδίου του άνθρακα) που σκότωνε ολόκληρες οικογένειες!
Βέβαια υπήρχαν και οι ξυλόσομπες, οι σόμπες με κάρβουνα, καθώς και οι σόμπες πετρελαίου, αργότερα αυτές. Κεντρική θέρμανση διέθεταν τα πλουσιόσπιτα, αλλά καύσιμη ύλη ήταν το ξύλο ή το κάρβουνο και κάποιος (συνήθως το υπηρετικό προσωπικό) έπρεπε να κατεβαίνει κάθε τόσο στο υπόγειο, να τροφοδοτεί τη φωτιά. Υπήρχαν κι άλλες διαφορές στις ευκολίες, αλλά δεν έχει νόημα να μιλάμε π.χ. για ηλεκτρονικά και μέσα διασκέδασης, γιατί αυτά ήταν πολυτέλειες!

26. Σοφράς

Πολλές φορές ο σοφράς, ένα κυκλικό τραπέζι 30 εκατοστά ύψους, χρησίμευε για τραπέζι φαγητού στα μικρά παιδιά της οικογένειας. Η πιο συνηθισμένη όμως χρήση του ήταν η παρασκευή του ψωμιού κατά το ζύμωμα, και στην συνέχεια το κρέμασμα του από ένα καρφί στον τοίχο ώστε να διατηρείται σχετικά καθαρός για το πλάσιμο του ψωμιού.

27. Πυργιά

Το Χωνί. Πολλοί θα πούνε : Χαράς το πράμα! . Έλα όμως που, εκείνα τα χρόνια ήταν πολύ γνωστή η παροιμία: “τα εργαλεία κάνουν το μάστορα!” Φανταστείτε λοιπόν νά ‘χεις να βάλεις από ένα στενό στόμιο 400 οκάδες μούστο σε ένα βαρέλι, με ένα κουβά! Απλά ο μισός μούστος θα χυνόταν έξω!

dinfo.gr
Το βρήκαμε στην ideopigi

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki