Πριν φτάσει στο σπίτι του φτωχού είχε ήδη φτάσει στο καφενείο του χωριού.
για το περιοδικό LIFE
Save Our Children ♦ Σώστε τα Παιδιά μας
ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΣΤΕ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΑΣ,
Προστατεύστε το Χαμομηλάκι, Είναι το Φως.
Κίνημα για την προστασία του παιδιού
hamomilaki@gmail.com ♦ ♦
Η ευτυχία είναι απλή, σαν τη σκέψη ενός παιδιού
Δηλαδή, είναι φιλικοί και στοργικοί μαζί τους, εκφράζουν την αγάπη τους προς το παιδί, το ενισχύουν και το επιδοκιμάζουν ψυχολογικά πολύ περισσότερο.Συμμετέχουν σε δραστηριότητες μαζί και παίρνουν ευχαρίστηση από την συντροφιά του. Τέλος, δείχνουν κατανόηση για τα σφάλματα και τις δυσκολίες του παιδιού και το βοηθούν μέχρις ότου αυτά να ξεπεραστούν.
Δείχνουν επιλεκτική προσοχή στα σφάλματα και τις ατέλειες του παιδιού μη βοηθώντας το να τα αναγνωρίσει και να τα ξεπεράσει πιο εύκολα.Οι δύο ομάδες γονέων διαφέρουν επίσης και ως προς το συναισθηματικό τόνο. Οι απορριπτικοί γονείς στην καθημερινή τους συμπεριφορά είναι συνήθως οξύθυμοι, βίαιοι και τραχείς. Ενώ οι στοργικοί και φιλικοί γονείς είναι ήρεμοι, ήπιοι και πιο συζητήσιμοι.
![]() |
| "Les noisettes" - William Adolphe Bouguereau |
Και είναι υπέροχο να ξέρουμε πως βρήκαμε άτομα που έχουμε διαλέξει και μας έχουν διαλέξει και εκείνα.Υπάρχουν όμως και τρόποι με τους οποίους οι φίλοι μάς κάνουν καλό και στην ψυχική μας υγεία, και κατ' επέκταση και στη σωματική.
Αν και δεν είναι ακριβώς έτσι, αφού ένα παιδί δεν ξυπνάει μια μέρα και φέρεται παράλογα – πάντα κάτι κρύβεται από πίσω.
Μα φυσικά, χαρίζοντάς του ένα στέρεο και υποστηρικτικό οικογενειακό περιβάλλον, μια δυνατή άγκυρα για να μην παρασυρθεί από καμία φουρτούνα...
Η σχέση τους με τους φίλους τους είναι διαφορετική από εκείνη που έχουν μαζί μας και, σε πολλές περιπτώσεις, είναι εξίσου σημαντική. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε να είμαστε φίλοι με τα παιδιά μας, καλό είναι όμως να διατηρούμε τις ισορροπίες ώστε να μη χάνουμε τον πραγματικό μας ρόλο στη ζωή του παιδιού.Ενδιαφερόμαστε για την καθημερινότητα και τους καινούργιους φίλους τους
Δυστυχώς, δεν μπορούν να αναγνωρίσουν τον αντίκτυπο της συναισθηματικής κακοποίησης που προκαλούν στους γύρω τους και από πόσο νωρίς τα παιδιά γνωρίζουν αυτή την τόσο «αθώα βία» κάτω από το πέπλο της προστασίας.
Η λεκτική βία συνήθως συμβαίνει μέσα στα όρια των σχέσεων γονέα-παιδιού, προσωπικών-επαγγελματικών σχέσεων και φιλίας. Ωστόσο, μπορεί επίσης να συμβεί μεταξύ γνωστών, μακρινών μελών της οικογένειας και συναδέλφων. Αποτελεί μια υποκατηγορία ψυχολογικής ή συναισθηματικής κακοποίησης, που εκδηλώνεται με τη χρήση επιθέτων, προσδιοριστικών και βλαπτικών ετικετών όπως χαζός, ψεύτης κλπ. Σκόπιμα αποφεύγουν να μοιράζονται τα συναισθήματα και τις σκέψεις, κατηγορώντας το θύμα για πράγματα που δεν ελέγχει, αντισταθμίζοντας τα συναισθήματα, τις σκέψεις και τις αναμνήσεις του θύματος.
Η σωματική κακοποίηση μπορεί να είναι συστηματική ή και περιστασιακή, ενώ η συναισθηματική κακοποίηση συμβαίνει καθημερινά.
Η συναισθηματική κακοποίηση μπορεί να έχει αθόρυβες αρνητικές επιπτώσεις στο θύμα με την πάροδο του χρόνου. Είναι στην πραγματικότητα μια βαθμιαία διάβρωση της αίσθησης του εαυτού τους, του σεβασμού, της αυτοεκτίμησης τους.


Σημάδια της λεκτικής βίας:
Όμως, το θύμα πρέπει να θυμάται ότι δεν είναι δικό του λάθος.
Η λεκτική βία δεν είναι φυσιολογική, αλλά τα συναισθήματά τους είναι υπαρκτά, πραγματικά και πηγάζουν από αυτά που βιώνουν.
Οι επιδράσεις της λεκτικής βία έχουν ευρύ φάσμα. Το θύμα μπορεί να είναι στην άρνηση αρχικά. Για όποιον το βιώνει, είναι ασύλληπτο ότι βρίσκεται σε μια τέτοια κατάσταση. Επομένως, είναι φυσικό να νομίζει ότι είναι λάθος και μπορεί να νιώθει:
Επίσης η λεκτική κακοποίηση μπορεί να είναι τόσο σοβαρή όσο και η σωματική κακοποίηση. Με την πάροδο του χρόνου, και οι δύο μπορεί να οδηγήσουν σε χαμηλή αυτοεκτίμηση και ψυχικές διαταραχές. Το θύμα μπορεί επίσης να αντιμετωπίσει:
Η λεκτική βία σε μια στενή σχέση μπορεί να προκαλέσει βαθιά ψυχολογική ζημιά, η οποία μπορεί να επιμένει πολύ καιρό μετά τη λήξη της σχέσης. Μπορεί ακόμη και να προκαλέσει νευρικό κλονισμό και άγχος. Έτσι, σε σοβαρές περιπτώσεις, το θύμα της λεκτική βία μπορεί να χάσει την εμπιστοσύνη στον εαυτό και τους γύρω του, την ταυτότητα του. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε διάσπαση, απόγνωση, θυμό, άγχος, και πολλές άλλες συμπεριφορές.
Αν η αγάπη… τότε…
Η
χρήση βίας μπορεί να φαίνεται καμιά φορά ότι κάνει καλό, το καλό αυτό
όμως είναι προσωρινό, ενώ το κακό που προξενεί είναι μόνιμο.
Χαρά Αναστασοπούλου, Λογοπαθολόγος-Λογοθεραπεύτρια
Το ζήτημα της σχολικής βίας ή σχολικού εκφοβισμού αποτελεί ένα έντονο κοινωνικό και εκπαιδευτικό φαινόμενο (Νικολόπουλος, 2008). Έχει απασχολήσει πολλούς ερευνητές, καθώς και τα μέλη του σχολικού συστήματος, δηλαδή τους μαθητές, τους εκπαιδευτικούς και τους γονείς.
Σαφώς πρόκειται για ένα ζήτημα, το οποίο ακόμα και αν δεν έχει τύχει να “αγγίξει” εμάς τους ίδιους, ή κάποιον δικό μας, δεν παύει να επηρεάζει ολόκληρη την κοινωνία μας. Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι ο καθένας από εμάς έχει ευθύνη να γνωρίζει τι σημαίνει σχολική βία, ποιες είναι οι συνέπειες, και τι μπορεί να κάνει ο ίδιος ώστε να συμβάλλει στην εποικοδομητική αντιμετώπισή της.
Συχνά οι γονείς βιώνουν σύγχυση αναφορικά με το τι είναι η σχολική βία, πώς διαφοροποιείται από το απλό πείραγμα, και ποια είναι τα χαρακτηριστικά της, λόγω του καταιγισμού των πληροφοριών που δέχονται από πολλές πηγές. Έχουν διατυπωθεί πολλοί ορισμοί στην ελληνική και ξένη βιβλιογραφία.
Ένας από τους επικρατέστερους είναι ο εξής: «Ένας μαθητής εκφοβίζεται ή θυματοποιείται όταν αυτός ή αυτή εκτίθεται, επαναλαμβανόμενα και σε βάθος χρόνου, σε αρνητικές πράξεις από τη μεριά ενός ή περισσότερων άλλων μαθητών. Μια πράξη είναι αρνητική, όταν κάποιος σκόπιμα επιβάλλει, ή προσπαθεί να επιβάλλει, τραυματίσει ή ενοχλήσει κάποιον άλλο.
Οι αρνητικές πράξεις μπορούν να λάβουν χώρα είτε μέσω λέξεων (λεκτικές), για παράδειγμα, μέσω απειλής, εμπαιγμού, πειράγματος και ύβρεων. Μια πράξη είναι αρνητική όταν κάποιος χτυπά, σπρώχνει, κλωτσά, ή περιορίζει κάποιον άλλο – μέσω φυσικής επαφής.
Είναι επίσης πιθανό να λάβουν χώρα αρνητικές πράξεις χωρίς τη χρήση λέξεων ή φυσικής επαφής, όπως κάνοντας γκριμάτσες ή άσεμνες χειρονομίες, αποκλείοντας σκόπιμα κάποιον από την ομάδα, ή αρνούμενοι να συμμορφωθούμε με τις επιθυμίες ενός άλλου προσώπου» (Olweus, 1993).
Στον παραπάνω ορισμό, αναδεικνύονται οι μορφές της σχολικής βίας, οι οποίες μπορεί να εκφραστούν με λεκτικό, σωματικό, ή και συναισθηματικό (ψυχολογικό) τρόπο, όπως με την μορφή του κοινωνικού αποκλεισμού. Επίσης, είναι σημαντικό να τονιστεί ότι πολλά παιδιά εμπλέκονται σε φαινόμενα διαδικτυακού ή σεξουαλικού εκφοβισμού. Όλες οι μορφές της σχολικής βίας έχουν επώδυνες ψυχολογικές συνέπειες, τόσο για τους μαθητές στον ρόλο του θύματος, όσο και για τους μαθητές στον ρόλο του θύτη.
Πρόκειται για μαθητές με κοινά συναισθηματικά και συμπεριφορικά χαρακτηριστικά. Τα άτομα που εμπλέκονται, φαίνεται να νιώθουν αποξενωμένα και παρείσακτα στο σχολείο. Έχουν δυσκολίες σε επίπεδο διαπροσωπικών σχέσεων με τους συνομηλίκους τους, ενώ συχνά αντιμετωπίζουν και μαθησιακά προβλήματα.
Πολλοί προέρχονται από δυσλειτουργικό οικογενειακό περιβάλλον, όπου συχνά υπάρχουν δυσκολίες στην επικοινωνία μεταξύ παιδιών και γονέων (Νικολόπουλος, 2008). Χρειάζεται να λάβουμε υπόψη μας ότι πρόκειται για ευάλωτα παιδιά, με πολλές δυσκολίες στον κοινωνικό, μαθησιακό και συναισθηματικό τομέα, καθώς και σε επίπεδο σχέσεων.
Ένας σημαντικός τρόπος αντιμετώπισης οποιουδήποτε προβλήματος, είναι η πρόληψη. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, η πρόληψη αφορά την εκμάθηση κοινωνικών και συναισθηματικών δεξιοτήτων στα παιδιά, τόσο από το σχολικό όσο και από το οικογενειακό περιβάλλον (Kauffman, 2005).
Κάποιες από αυτές τις δεξιότητες είναι η ενσυναίσθηση, ο έλεγχος του θυμού, η επίλυση διαφωνιών, η αυτογνωσία και η ικανότητα λήψης αποφάσεων. Η βάση για την εκμάθηση και την εφαρμογή όλων των κοινωνικών και συναισθηματικών δεξιοτήτων, είναι οι αξίες. Είναι ωφέλιμο να αναρωτηθούμε ποιες είναι οι αξίες που διδάσκουμε στα παιδιά εμείς οι ίδιοι, ως πρότυπα, και να σκεφτούμε τι ακριβώς ζητάμε από αυτά.
Για παράδειγμα, ίσως ζητάμε από τα παιδιά να δείχνουν αλληλεγγύη και να συμπεριφέρονται δίκαια και με θάρρος.Υπάρχει μεγάλη βιβλιογραφία αναφορικά με τον ρόλο των αξιών στην ζωή μας. Μια από τις προσεγγίσεις η οποία έχει γνωρίσει μεγάλη απήχηση, είναι αυτή των συγγραφέων Πουχόλ Ι Πονς και Γκονθάλεθ. Μιλούν για το “δέντρο των αξιών”, το οποίο αποτελείται από είκοσι αξίες. Στον κορμό αυτού του δέντρου τοποθετούν τον σεβασμό. Αν δεν υπάρξει ο σεβασμός, δεν μπορούν να αναπτυχθούν και οι υπόλοιπες αξίες.
Στα κλαδιά του δέντρου, βρίσκονται η κοινωνικότητα, η υπευθυνότητα και η τάξη. Ακολουθούν η ειλικρίνεια, η εμπιστοσύνη, ο διάλογος, ο οποίος διακλαδίζεται στην ανεκτικότητα και στην δημιουργικότητα, οι οποίες διευκολύνουν την αξία της συνεργασίας, και τελικά της ειρήνης και της χαράς. Ένα άλλο κλαδί περιλαμβάνει την συμπόνια, την γενναιοδωρία, και την φιλία.
Σε άλλο κλαδί βρίσκονται η ελευθερία και δικαιοσύνη. Τρεις ακόμα αξίες, η υπομονή, η σταθερότητα, και η σύνεση τονίζεται ότι προσδίδουν ισορροπία, συνέπεια και μετριοπάθεια στις υπόλοιπες. Τέλος, όλα τα κλαδιά καταλήγουν στην αρμονική συνύπαρξη η οποία φέρνει χαρά (Παππά, 2016).
Συνοψίζοντας, η πρόληψη αφορά την από νωρίς εκμάθηση και εφαρμογή αξιών στο σχολικό και στο οικογενειακό περιβάλλον. Οι ενήλικες, γονείς και εκπαιδευτικοί, αποτελώντας θετικά και υγιή πρότυπα για τα παιδιά, έχουν την δυνατότητα να συμβάλλουν σε σημαντικό βαθμό στην αποτροπή περιστατικών σχολικής βίας, αλλά και στην αποτελεσματική διαχείρισή τους, εφόσον συμβούν.
Η διαδικασία αναγνώρισης των προσωπικών μας αξιών, χρειάζεται χρόνο. Είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε τόσο τις δικές μας αξίες, όσο και το ποιες αξίες επιθυμούμε να υιοθετήσουν τα παιδιά.
Μπορούμε με το δικό μας παράδειγμα, να μάθουμε στα παιδιά να μην σιωπούν όταν βιώνουν σχολική βία. Να βρίσκουν το θάρρος να μιλούν σε κάποιον που εμπιστεύονται και να αναγνωρίσουν ότι παραβιάζεται το δικαίωμα τους να νιώθουν χαρά, να νιώθουν ελεύθερα, να νιώθουν και να είναι ασφαλή, τόσο σωματικά όσο και ψυχολογικά.
Μπορούμε να τα μάθουμε να μοιράζονται, να έχουν ενσυναίσθηση, ώστε να μπορούν να δημιουργούν αληθινές φιλίες και να μην κάνουν σε κάποιον άλλον, κάτι το οποίο δεν αρέσει να συμβαίνει και στα ίδια.
Μπορούμε να επιδιώξουμε από νωρίς την διαδικασία διαλόγου με τα παιδιά μας ώστε να χτίσουμε μια σχέση ειλικρίνειας και εμπιστοσύνης.
Μπορούμε να επιδεικνύουμε άνευ όρων αποδοχή. Αγαπάμε τα παιδιά ότι και αν συμβεί. Μπορούν να έρθουν να μας μιλήσουν οποιαδήποτε στιγμή, χωρίς να φοβούνται μήπως τα κατηγορήσουμε, μήπως θυμώσουμε, μήπως τους φωνάξουμε.
Μπορούμε να δείξουμε στα παιδιά με τις δικές μας πράξεις ότι υπευθυνότητα δεν σημαίνει εφησυχασμός, δεν σημαίνει παθητικότητα και αδράνεια. Υπευθυνότητα σημαίνει παρέμβαση και ενημέρωση. Μπορούμε να τους εξηγήσουμε πως όταν δεν παρεμβαίνω ενώ γνωρίζω, συμβάλλω στην διαιώνιση και διατήρηση μιας δυσλειτουργικής πραγματικότητας. Όταν παρεμβαίνω, σημαίνει ότι γνωρίζω να σέβομαι τους άλλους, σημαίνει ότι τους συναισθάνομαι, σημαίνει ότι γνωρίζω να σέβομαι τον εαυτό μου.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
Γιατί ο παππούς και η γιαγιά μπορούν να αγαπούν το παιδί διαφορετικά, με μια αγάπη απαλλαγμένη από προσδοκίες και το αυστηρό μάτι του γονέα. Είναι μια αγάπη αλλιώτικη, που περικλείει και σένα μέσα. Σε αγαπάνε μέσα από το παιδί σου, και το αγαπάνε γιατί είναι η συνέχειά σου.Ναι, οι γιαγιάδες και οι παππούδες μπορεί να μην ξέρουν από ψυχολογία. Δεν διάβασαν τα βιβλία που έχεις διαβάσει εσύ, κινήθηκαν και σε μεγάλωσαν με το ένστικτό τους, με αυτά που έμαθαν από τους δικούς τους γονείς και με πυξίδα την αγάπη τους. Και όμως, παρ’ όλα αυτά δεν τα πήγαν άσχημα.
Τι θα συνέβαινε αν, αντί να παλεύουμε εναντίον του προβλήματος το αποδεχόμασταν, το αγκαλιάζαμε και αρχίζαμε να το επεξεργαζόμαστε και να δουλεύουμε με αυτό;
Πόση στεναχώρια, άγχος, και προβλήματα υγείας γλιτώνουμε όταν απλώς δεχτούμε την ύπαρξη του προβλήματος και διαβεβαιώσουμε τον εαυτό μας ότι, όσο και αν φοβόμαστε ή ανησυχούμε αυτή τη στιγμή μπορούμε να διαχειριστούμε το πρόβλημα, ό,τι και να είναι, ακόμα και αν δεν είμαστε προς στιγμήν σίγουροι.