Showing posts with label Τάσος Λειβαδίτης. Show all posts
Showing posts with label Τάσος Λειβαδίτης. Show all posts

Wednesday, 30 October 2024

Τάσος Λειβαδίτης: Ἀλλὰ τὰ βράδια τί ὄμορφα ποῦ μυρίζει ἡ γῆ!


Καὶ νὰ ποὺ φτάσαμε ἐδῶ
Χωρὶς ἀποσκευὲς
Μὰ μ᾿ ἕνα τόσο ὡραῖο φεγγάρι
Καὶ ἐγὼ ὀνειρεύτηκα ἕναν καλύτερο κόσμο
Φτωχὴ ἀνθρωπότητα, δὲν μπόρεσες
οὔτε ἕνα κεφαλαῖο νὰ γράψεις ἀκόμα
Σὰ σανίδα ἀπὸ θλιβερὸ ναυάγιο
ταξιδεύει ἡ γηραιά μας ἤπειρος

Ἀλλὰ τὰ βράδια τί ὄμορφα
ποῦ μυρίζει ἡ γῆ!

Βέβαια ἀγάπησε
τὰ ἰδανικά της ἀνθρωπότητας,
ἀλλὰ τὰ πουλιὰ
πετοῦσαν πιὸ πέρα

Σκληρός, ἄκαρδος κόσμος,
ποῦ δὲν ἄνοιξε ποτὲ μίαν ὀμπρέλα
πάνω ἀπ᾿ τὸ δέντρο ποὺ βρέχεται

Ἀλλὰ τὰ βράδια τί ὄμορφα
ποῦ μυρίζει ἡ γῆ!



Ὕστερα ἀνακάλυψαν τὴν πυξίδα
γιὰ νὰ πεθαίνουν κι ἀλλοῦ
καὶ τὴν ἀπληστία
γιὰ νὰ μένουν νεκροὶ γιὰ πάντα

Ἀλλὰ καθὼς βραδιάζει
ἕνα φλάουτο κάπου
ἢ ἕνα ἄστρο συνηγορεῖ
γιὰ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα

Ἀλλὰ τὰ βράδια τί ὄμορφα
ποῦ μυρίζει ἡ γῆ!

Καθὼς μένω στὸ δωμάτιό μου,
μοῦ ᾿ρχονται ἄξαφνα φαεινὲς ἰδέες
Φοράω τὸ σακάκι τοῦ πατέρα
κι ἔτσι εἴμαστε δύο,
κι ἂν κάποτε μ᾿ ἄκουσαν νὰ γαβγίζω
ἦταν γιὰ νὰ δώσω
ἕναν ἀέρα ἐξοχῆς στὸ δωμάτιο

Ἀλλὰ τὰ βράδια τί ὄμορφα
ποῦ μυρίζει ἡ γῆ!

Κάποτε θὰ ἀποδίδουμε δικαιοσύνη
μ᾿ ἕνα ἄστρο ἢ μ᾿ ἕνα γιασεμὶ
σὰν ἕνα τραγοῦδι ποὺ καθὼς βρέχει
παίρνει τὸ μέρος τῶν φτωχῶν

Ἀλλὰ τὰ βράδια τί ὄμορφα
ποῦ μυρίζει ἡ γῆ!

Δῶς μου τὸ χέρι σου..
Δῶς μου τὸ χέρι σου

Sunday, 9 June 2024

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος / If you want to be called a man

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν' αγωνίζεσαι για την ειρήνη και για το δίκιο.
Θα βγεις στους δρόμους, θα φωνάξεις, τα χείλια σου θα ματώσουν απ' τις φωνές
το πρόσωπό σου θα ματώσει από τις σφαίρες μα ούτε βήμα πίσω.
Κάθε κραυγή σου μια πετριά στα τζάμια των πολεμοκάπηλων
κάθε χειρονομία σου σα να γκρεμίζεις την αδικία.
Και πρόσεξε: μη ξεχαστείς ούτε στιγμή.
Έτσι λίγο να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια
αφήνεις χιλιάδες παιδιά να κομματιάζονται την ώρα που παίζουν ανύποπτα στις πολιτείες
μια στιγμή αν κοιτάξεις το ηλιοβασίλεμα
αύριο οι άνθρωποι θα χάνονται στην νύχτα του πολέμου
έτσι και σταματήσεις μια στιγμή να ονειρευτείς
εκατομμύρια ανθρώπινα όνειρα θα γίνουν στάχτη κάτω απ' τις οβίδες.
Δεν έχεις καιρό
δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί ν' αφήσεις τη μάνα σου, την αγαπημένη ή το παιδί σου.
Δε θα διστάσεις.
Θ' απαρνηθείς την λάμπα σου και το ψωμί σου
θ' απαρνηθείς τη βραδινή ξεκούραση στο σπιτικό κατώφλι
για τον τραχύ δρόμο που πάει στο αύριο.
Μπροστά σε τίποτα δε θα δειλιάσεις και ούτε θα φοβηθείς.
Το ξέρω, είναι όμορφο ν' ακούς μια φυσαρμόνικα το βράδυ, να κοιτάς εν' άστρο, να ονειρεύεσαι
είναι όμορφο σκυμμένος πάνω απ' το κόκκινο στόμα της αγάπης σου
να την ακούς να λέει τα όνειρα της για το μέλλον.
Μα εσύ πρέπει να τ' αποχαιρετήσεις όλ' αυτά και να ξεκινήσεις
γιατί εσύ είσαι υπεύθυνος για όλες τις φυσαρμόνικες του κόσμου, για όλα τ' άστρα, για όλες τις λάμπες και για όλα τα όνειρα
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί να σε κλείσουν φυλακή για είκοσι ή και περισσότερα χρόνια
μα εσύ και μες στη φυλακή θα θυμάσαι πάντοτε την άνοιξη, τη μάνα σου και τον κόσμο.
Εσύ και μες απ' το τετραγωνικό μέτρο του κελιού σου
θα συνεχίζεις το δρόμο σου πάνω στη γη.
Κι όταν μες στην απέραντη σιωπή, τη νύχτα
θα χτυπάς τον τοίχο του κελιού σου με το δάχτυλο
απ' τ' άλλο μέρος του τοίχου θα σου απαντάει η Ισπανία.
Εσύ, κι ας βλέπεις να περνάν τα χρόνια σου και ν' ασπρίζουν τα μαλλιά σου
δε θα γερνάς.
Εσύ και μες στη φυλακή κάθε πρωί θα ξημερώνεσαι πιο νέος
αφού όλο και νέοι αγώνες θ' αρχίζουμε στον κόσμο
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
θα πρέπει να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό.
Αποβραδίς στην απομόνωση θα γράψεις ένα μεγάλο τρυφερό γράμμα στη μάνα σου
θα γράψεις στον τοίχο την ημερομηνία, τ' αρχικά του ονόματός σου και μια λέξη: Ειρήνη
σα να 'γραφες όλη την ιστορία της ζωής σου.
Να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό
να μπορείς να σταθείς μπροστά στα έξη ντουφέκια
σα να στεκόσουνα μπροστά σ' ολάκερο το μέλλον.
Να μπορείς, απάνω απ' την ομοβροντία που σε σκοτώνει
εσύ ν' ακούς τα εκατομμύρια των απλών ανθρώπων που τραγουδώντας πολεμάνε για την ειρήνη.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος

If you want to be called a man
you'll never stop even for a single moment
to fight for peace and justice.
You get out on the street, you scream,
your lips will get bloody from yelling,
your face will get bloody from bullets,
but not a step behind.
Every scream of yours is a rock thrown
on the windows of war mongers.
Every gesture of yours is like
ruining injustice.
And make no mistake:
Don't let yourself been carried away
not for a single moment.
By just relaxing awhile and recalling
your childhood years,
you let thousands of kids slaughtered,
when playing harmlessly in the cities.
If you perish just a moment looking at sunset,
tomorrow people will be dying at the night of war.
If you stop for a moment to dream,
then millions of human dreams
will turn to dust under the bombshells.
You don't have time,no time for yourself,
if you want to be called a man.
If you want to be called a man
you may need to leave your mother,
your beloved woman or your child.
You will not hesitate.
You will decline your lamp and your bread,
you will refuse your night resting
on your door sill, for the rough road
heading towards tomorrow,
you won't be coward or be afraid of nothing.
I know it's beautiful listening to a harmonica,
at night, to gaze on a star and dream,
it's beautiful leaning on the red mouth of your love,
and hearing her say her dreams about the future,
but you must bid farewell to all this and start over,
for you are responsible for all harmonicas of the world,
for all the stars, for all the lamps and for all the dreams,
if you want to be called a man.
If you want to be called a man
you may need to stay in prison for twenty or more years
but you, even in prison you will remember always
Spring, your mother and the world,
you , even within the square metre of your cell,
you will go on walking the road of yours on earth.
And when,in the vast silence of the night,
you will be knocking on your cell wall with your finger,
from the opposite side of the wall,
Spain will be answering to you.
You, even when your years go passing by,
and your hair turns white,you will not get old.
You, even in prison,every morning you will be younger,
for always we'll be starting new fights in the world.
If you want to be called a man,
you must be able of dying any morning,
late at night in isolation you'll write
a long and touchy letter to your mother,
you'll write on the wall,your initials and the date,
and a simple word too:
Peace.
As if you had to write down your whole life story.
To be able of dying at any morning,
to be able of standing before the six rifles,
as if you stood before the whole future
to be able at the battery of guns killing you
to hear millions of ordinary people singing
and struggling for peace.
If you want to be called a man...

Tasos Livaditis

Wednesday, 20 March 2024

«Κι αυτοί που μαζεύουν τ' αποφόρια του κόσμου... » Καληνύχτα σας...

«Κι αυτοί που μαζεύουν τ' αποφόρια του κόσμου δεν είναι για να τα
    φορέσουν,
απλώς σκεπάζουν το βράδυ τη λάμπα, για να μπορούν να συγχω-
ρούν.»
                                                                       Τάσος Λειβαδίτης 
Άστεγο αγόρι

"And those who collect the discarded clothes of the world do not do it to wear them
they just cover the lamp at night so they can forg-
ive."
                                                                       Tassos Leivaditis

Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Monday, 25 December 2023

«Γεννήθηκε η ευσπλαχνία»

Ἕνα ἄλλο βράδυ τὸν ἄκουσα νὰ κλαίει δίπλα. Χτύπησα τὴν πόρτα καὶ μπῆκα.
Μοῦ ῾δειξε πάνω στὸ κομοδίνο ἕνα μικρὸ ξύλινο σταυρό.
«Εἶδες - μου λέει - γεννήθηκε ἡ εὐσπλαγχνία». Ἔσκυψα τότε τὸ κεφάλι κι ἔκλαψα κι ἐγώ.
Γιατί θὰ περνοῦσαν αἰῶνες καὶ αἰῶνες καὶ δὲ θά ῾χαμε νὰ ποῦμε τίποτα ὡραιότερο ἀπ᾿ αὐτό.

Τάσος Λειβαδίτης 

Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Saturday, 30 September 2023

Τάσος Λειβαδίτης: Ο ποιητής του Έρωτα και της Επανάστασης

Pieta of syria by Delawer-Omar
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν' αγωνίζεσαι για την ειρήνη
και για το δίκιο.
Θα βγεις στους δρόμους, θα φωνάξεις, τα χείλια σου
θα ματώσουν απ' τις φωνές
το πρόσωπό σου θα ματώσει από τις σφαίρες μα ούτε βήμα πίσω.
Κάθε κραυγή σου μια πετριά στα τζάμια των πολεμοκάπηλων
κάθε χειρονομία σου σα να γκρεμίζεις την αδικία.
Και πρόσεξε: μη ξεχαστείς ούτε στιγμή.
Έτσι λίγο να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια
αφήνεις χιλιάδες παιδιά να κομματιάζονται την ώρα που παίζουν ανύποπτα
στις πολιτείες
μια στιγμή αν κοιτάξεις το ηλιοβασίλεμα
αύριο οι άνθρωποι θα χάνονται στην νύχτα του πολέμου
έτσι και σταματήσεις μια στιγμή να ονειρευτείς
εκατομμύρια ανθρώπινα όνειρα θα γίνουν στάχτη κάτω απ΄τις οβίδες.
Δεν έχεις καιρό
δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

......................
Το ξέρω, είναι όμορφο ν' ακούς μια φυσαρμόνικα το βράδυ,
να κοιτάς εν' άστρο, να ονειρεύεσαι
είναι όμορφο σκυμμένος πάνω απ΄ το κόκκινο στόμα της αγάπης σου
να την ακούς να λεει τα όνειρα της για το μέλλον.
Μα εσύ πρέπει να τ' αποχαιρετήσεις όλ' αυτά και να ξεκινήσεις
γιατί εσύ είσαι υπεύθυνος για όλες τις φυσαρμόνικες του κόσμου,
για όλα τ' άστρα, για όλες τις λάμπες
και για όλα τα όνειρα
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

......................
Don't let yourself been carried away
not for a single moment.
By just relaxing awhile and recalling
your childhood years,
you let thousands of kids slaughtered,
when playing harmlessly in the cities.
If you perish just a moment looking at sunset,
tomorrow people will be dying at the night of war.
If you stop for a moment to dream,
then millions of human dreams
will turn to dust under the bombshells.
You don't have time,no time for yourself,
if you want to be called a man.

ολόκληρο το ποίημα στα Τετράδια της Αμπάς 

Saturday, 15 July 2023

Τάσος Λειβαδίτης — «Ο τυφλός με τον λύχνο» / Η Ποίηση της Ταπεινότητας

Εμείς πορευόμαστε ως τυφλοί στον κόσμο τούτο. 
Κουβαλούμε τον λύχνο μας, 
ίσως και συναντήσουμε την αλήθεια του κόσμου τούτου 
και την αλήθεια των αιώνων
.................
Τυφλοί μέσα στα απατηλά πέπλα του κόσμου της φθοράς και του θανάτου, αναζητούμε απεγνωσμένα εν τέλει αυτήν την αλήθεια και αυτό το φως. 
Αυτήν την αλήθεια μας την αποκαλύπτει η ποίηση. Ο ποιητής που βγαίνει μαζί μας στον δρόμο, με εκείνον τον λύχνο της θαλπωρής και της ταπεινότητος.
...............

Θέλω να πω ότι κάθε νύχτα έπρεπε να τα παίζω όλα, και
μάλιστα χωρίς να ’ναι κανείς στην άλλη πλευρά του τραπεζι-
ού - κανείς; αστείοι που είμαστε – αντίκρυ μου εκεί, κάθε νύ-
χτα, στέκεται ο Θεός, εγώ προσπαθώ να του ξεφύγω, εφευρίσκω
πανουργίες, θανάσιμα αμαρτήματα, κάνω αποτρόπαιες σκέψεις,
αλλά Εκείνος με διεκδικεί ολόκληρο, λυσσάω που δεν μπορώ να
βρω μια υπεκφυγή, μια διέξοδο...
... Ώσπου αρχίζει να ξημερώνει. Ανοίγω τότε το παράθυρο και
άθελά μου χαμογελώ. Ο Θεός, για μια ακόμα φορά, με κέρδιζε
με την καινούργια μέρα του.
.............
Ολόκληρο το κείμενο στα Τετράδια της Αμπάς
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Wednesday, 19 April 2023

Ποιήματα για... την Ποίηση

Πίσω από την καθημερινή κόλαση των λέξεων
Τα ποιήματα ανασαίνουν ζωντανά και το καθαρό
τους νόημα καθρεφτίζει παντού μια φανταστική
ευτυχία, που ποτέ δε θα πυρποληθεί.
Τάκης Σινόπουλος ♥

Τι νομίζεις, λοιπόν... κατά βάθος η ποίηση
είναι μια ανθρώπινη καρδιά
φορτωμένη όλο τον κόσμο.
Νικηφόρος Βρεττάκος ♥

Αφού κατά λάθος
ο κόσμος
είναι μια ποίηση.
Κι η ποίηση: ένα παιχνίδι
που τα χάνεις όλα,
για να κερδίσεις ίσως
ένα άπιαστο αστέρι.
Τάσος Λειβαδίτης ♥

Αυτό είναι στο βάθος η ποίηση,
η τέχνη να οδηγείσαι και να φτάνεις προς αυτό που σε υπερβαίνει
να γίνεσαι άνεμος για τον χαρταετό και χαρταετός
για τον άνεμο, ακόμα κι όταν ουρανός δεν υπάρχει.
Δεν παίζω με τα λόγια.
Μιλώ για την κίνηση που ανακαλύπτει κανείς
να σημειώνεται μέσα στη στιγμή
όταν καταφέρνει να την ανοίξει και να της δώσει διάρκει
Οδυσσέας Ελύτης ♥

Tuesday, 7 March 2023

Ω θλίψη, σε μάθαμε από παιδιά...

... σχεδόν πριν γνωρίσουμε τον κόσμο.
Ω θλίψη!
Έπρεπε να ξεφύγω, αλλιώς ήμουν χαμένος,
αλλά ο άγνωστος του σταθμού με περίμενε κιόλας στην άκρη του ταξιδιού μου.
Ποιος άγνωστος; Ήμουν εγώ ο ίδιος νικημένος κι άνοιγα τις πόρτες στα σταματημένα
βαγόνια κι έβγαινα απ’ την άλλη μεριά του ονείρου.
Ω θλίψη, σε μάθαμε από παιδιά, σχεδόν πριν γνωρίσουμε τον κόσμο.

Τάσος Λειβαδίτης - Αποσπάσματα 
Η «θλίψη» της Ποίησης

Sunday, 25 December 2022

Τάσος Λειβαδίτης — Η Γέννηση

Ένα άλλο βράδυ τον άκουσα να κλαίει δίπλα.
Χτύπησα την πόρτα και μπήκα. 

Μου ‘δειξε πάνω στο κομοδίνο ένα μικρό ξύλινο σταυρό.
«Είδες –μου λέει
– γεννήθηκε η ευσπλαχνία!»
Έσκυψα τότε το κεφάλι κι έκλαψα κι εγώ.
Γιατί θα περνούσαν αιώνες και αιώνες
και δε θα ’χαμε να πούμε τίποτα ωραιότερο απ’ αυτό.


Από την ενότητα
«Ο Ιησούς» της ποιητικής σύνθεσης 
«Ο τυφλός με τον λύχνο» (1983)
Τετράδια της Αμπάς
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Sunday, 30 October 2022

Τάσος Λειβαδίτης: Έτσι γεννήθηκαν οι σημαίες μας...

«Πάνω στα ματωμένα πουκάμισα των σκοτωμένων 
Εμείς καθόμασταν τα βράδια 
Και ζωγραφίζαμε σκηνές απ' την αυριανή ευτυχία του κόσμου 
Έτσι γεννήθηκαν οι σημαίες μας» 
Τ. Λειβαδίτης - Σημαίες

O Τάσος Λειβαδίτης γεννήθηκε στις 20 Απριλίου του 1922 . 

Με έντονη πολιτική δραστηριότητα στο χώρο της Αριστεράς, στην πρώτη φάση της καριέρας του, η ποίησή του επαναστατική... Με τα έργα του σηματοδοτεί την πρώτη μεταπολεμική γενιά των Ελλήνων ποιητών.

Γόνος του Λύσανδρου Λειβαδίτη και της Βασιλικής Kοντοπούλου, ο Τάσος Λειβαδίτης γεννήθηκε (20 Απριλίου 1922) και μεγάλωσε στην Αθήνα. Το 1940 εγγράφεται στη Νομική Σχολή του Πανεπιστήμιου της Αθήνας, όμως την εγκαταλείπει γρήγορα και αφοσιώνεται στην Αντίσταση. Κατά τη διάρκεια της κατοχής οργανώνεται στην Ενιαία Πανελλαδική Οργάνωση Νέων, τη γνωστή σε όλους μας EΠON. Στην καρδιά της Κατοχής, το 1943, χάνει τον πατέρα του, ενώ 8 χρόνια αργότερα, το 1951, χάνει και τη μητέρα του ευρισκόμενος ο ίδιος εξόριστος στη Μακρόνησο.

Ο Λειβαδίτης υπήρξε εξόριστος από το 1947 στο Μούδρο, στη Μακρόνησο και μετά στον Αϊ Στράτη κι από 'κει στις φυλακές Χατζηκώστα στην Αθήνα, απ' όπου αφέθηκε ελεύθερος το 1951, λόγω της έντονης πολιτικής δραστηριότητα που ανέπτυξε στο χώρο της Αριστεράς. 

Κατά τη διάρκεια της εξορίας του έγραψε το «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου», το οποίο θεωρήθηκε «κήρυγμα ανατρεπτικό» και κατασχέθηκε. Τελικά, το δικαστήριο τον απάλλαξε λόγω αμφιβολιών (1955), ενώ το εν λόγω έργο του τιμήθηκε με το Πρώτο Βραβείο στο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Νεολαίας της Βαρσοβίας.

Η πρώτη του ποιητική συλλογή ήταν η «Μάχη στην άκρη της νύχτας», που εκδόθηκε το 1952, ενώ η πρώτη του γνωριμία με το κοινό έγινε το 1946 μέσα από τις σελίδες του περιοδικού «Ελεύθερα Γράμματα» στο οποίο έγραφαν και πολλοί αριστεροί διανοούμενοι της εποχής. Μετά από αρκετά βιβλία που σηματοδότησαν την πρώτη φάση της καριέρας του -«την επαναστατική» σύμφωνα με τους ειδικούς- το 1972, εκδίδει το βιβλίο «Nυχτερινός επισκέπτης», που θεωρείται έναρξη της β' φάσης του έργου του την αποκαλούμενη, «συμβολική αλληγορική».

Η τρίτη φάση της καριέρας του χαρακτηρίστηκε «υπαρξιακή» από τους κριτικούς και ξεκινά από το τέλος της β΄φάσης το 1983, μέχρι και την έκδοση του «Χειρόγραφα του Φθινοπώρου», που εκδόθηκαν το 1990, μετά δηλαδή από το θάνατό του.

Στίχοι του Τάσου Λειβαδίτη μελοποιήθηκαν από το Μίκη Θεοδωράκη και δημιουργήθηκαν αξέχαστα τραγούδια, όπως το «Βρέχει στη φτωχογειτονιά», το «Σαββατόβραδο» αλλά και το «Δραπετσώνα», που στιγμάτισαν εκτός από τις επερχόμενες γενιές, κυρίως αυτή της δεκαετίας του 60.

Ο μεγάλος αυτός ποιητής έφυγε από τη ζωή στις 30 Οκτωβρίου του 1988, σε ηλικία 66 χρονών στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο ύστερα από δυο αλλεπάλληλες εγχειρήσεις για ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής, που δυστυχώς όμως δεν απέτρεψαν το μοιραίο.

tvxs.gr
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Thursday, 21 March 2019

«Φυσάει Στα Σταυροδρόμια Του Κόσμου»
Το απαγορευμένο αριστούργημα του Τάσου Λειβαδίτη

«Ένα κοριτσάκι κάθεται στο κατώφλι
έχει τυλίξει μ’ ένα πανί, σαν κούκλα, το δεκανίκι του πατέρα της
και το νανουρίζει
νάνι νάνι»
...............
«Μια λεχώνα ουρλιάζει κάτω απ’ τον παραμορφώμενο ουρανό
ο άντρας της γυρίζει τους δρόμους ζητιανεύοντας ένα κερί
ν’ ανάψει δίπλα στο νηογέννητο»
Παγωνιά
φυσάει στους έρημους δρόμους της πολιτείας
ο άνεμος στροβιλίζει τη σκόνη
παρασέρνει τ’ αποτσίγαρα τα σύννεφα τα χαρτιά
λίγοι μοναχικοί διαβάτες περνάνε βιαστικοί στους δρόμους
φυσάει
φυσάει στις καμινάδες στις στέγες κάτω απ’ τις γέφυρες
φυσάει μες απ’ τ’ αχαμνά σκέλια των κατάδικων που
σουλατσάρουν στα προαύλια των φυλακών
φυσάει στις ματωμένες κοιλιές των γυναικών που γεννάνε έξω
απ’ τις κλειστές πόρτες των νοσοκομείων
φυσάει στις παράγκες στα παραπήγματα στα καπηλειά


φυσάει κάτω απ’ τα παλιά ανάχτορα

Μνημόσυνο για τους πεσόντες

Εξέδρες
τα ψηλά καπέλα των υπουργών
μονύελα
γάντια
ακριβές γούνες
οι φαντάροι στη γραμμή παρουσιάζουν όπλα
πίσω απ’ τις ξιφολόγχες που γυαλίζουν
στριμώχνεται ο λαός

Φάτσες τετράγωνες ρυτιδωμένες
φάτσες μελανιασμένες απ’ το κρύο μελανιασμένες απ’
τις καπνιές
χοντρά δυνατά σαγώνια σαπισμένα δόντια
μάτια κάτω απ’ τα τσαλακωμένα κασκέτα
κόκκινα και βλοσυρά

Ανάπαυσον ο Θεός τους δούλους σου
αλληλούια
φυσάει

Ένας γέρος μισοκοιμάται
ένας σοβατζής με τη φόρμα του χιονισμένη απ’ ασβέστη
δεν υπάρχει διέξοδος
οι Σλάβοι μας απειλούν
ο πόλεμος
ησυχία ησυχία μιλάει ο κύριος υπουργός
ο πόλεμος
αλληλούια
φυσάει μες απ’ τα δεκανίκια των σακάτηδων που χτυπάνε
τις πόρτες των πολιτειών
φυσάει μες στις κιθάρες των τυφλών που παίζουν στις γωνιές
των δρόμων
φυσάει ανάμεσα στα κόκκαλα των νεκρών

Μια γυναίκα σφίγγει τρομαγμένη το παιδί της
εκείνο πονάει και μπήγει τις φωνές
σκασμός λοιπόν μιλάει ο υπουργός
................
ολόκληρο το ποίημα στα Τετράδια της Αμπάς 
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Tuesday, 19 February 2019

Τάσος Λειβαδίτης — Αλληλογραφία

τ' απογεύματα οι φωνές των παιδιών που παίζουν μοιάζουν μ' ένα
   παραμύθι που δε μας το τέλειωσαν και γυρίζει και μας αναζητά
Τα πουλιά φεύγουν το φθινόπωρο πηγαίνοντας να διεκπεραιώσουν
   μυστηριώδεις υποθέσεις - την άνοιξη θα μάθουμε τα νέα

..........
ολόκληρο το ποίημα στα Τετράδια της Αμπάς
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Friday, 15 February 2019

Τάσος Λειβαδίτης — Ταξιδιώτες - «Ω, εσείς που ναυαγήσατε σε θάλασσες που δεν ταξιδέψατε ποτέ!»

Τ’ απογέματα έβρεχε, η βροχή μπέρδευε τη στάχτη τ’ ουρανού με
   τα κίτρινα φύλλα
το ποτέ με το πουθενά, εγώ τριγύριζα στις κάμαρες σαν ένας
   ταξιδιώτης που έχασε το δρόμο του
«ε, ποιος είσαι;» ρωτούσα καμιά φορά «αυτός που δεν πρέπει να
   θυμάσαι» άκουγα να λέει κάποιος ψιθυριστά, τρόμαζα
έψαχνα παντού – αλλά τί να βρω σ’ έναν κόσμο που είναι όλα απ’
   τα πριν χαμένα

‘The Silent Traveller: A Chinese Artist in Lakeland’ - 1937
......................
Ω, εσείς που ναυαγήσατε σε θάλασσες που δεν ταξιδέψατε ποτέ!

ολόκληρο το ποίημα στα Τετράδια της Αμπάς
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Friday, 8 February 2019

Τάσος Λειβαδίτης — Το πουλί με τις αλήθειες / Καλημέρα σας...

Κάποιο πρωινό ένα πουλί κάθισε στο αντικρινό δέντρο και κάτι
σφύριξε.
Ώ, άν καταλαβαινα τί ήθελε να μου πει, ίσως να είχα βρει το
νόημα του κόσμου.
Nino Chakvetadze Art - Нино Чакветадзе

ολόκληρο το ποίημα στα Τετράδια της Αμπάς

Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Thursday, 15 June 2017

Σε περιμένω παντού

...
Η πιο μεγάλη αρετή του ανθρώπου, 
είναι να ‘χει  καρδιά.
Μα η πιο μεγάλη ακόμα, 
είναι όταν χρειάζεται 
να παραμερίσει την καρδιά του.
...
Αν μου χάριζαν 
όλη την αιωνιότητα χωρίς εσένα, 
θα προτιμούσα
μια μικρή στιγμή πλάι σου.
 ...
Τάσος Λειβαδίτης
Από το ποίημα: 

Friday, 25 March 2016

Τραγουδάω εσάς που πέσατε κάτω απ’ τις σφαίρες


Eastman Johnson Circa 1872 The Wounded Drummer Boy

(απόσπασμα)

[...] Τραγουδάω εσάς που πέσατε κάτω απ’ τις σφαίρες
και βουτηγμένοι στο αίμα σας σηκώνατε το χέρι και δείχνα-
τε στους άλλους να προχωρήσουν
κι αφού είχαν όλοι προσπεράσει πια κ’ είχατε μείνει καταμό-
ναχοι πεσμένοι στο δρόμο
ακούγοντας τη βουή και τα ντουφέκια του πλήθους που προ-
χωρούσε
σφίγγατε πάνω στο στήθος σας μια χούφτα χώμα απ’ την
αγαπημένη πατρίδα
και πεθαίνατε. Τραγουδάω εσάς.

Τραγουδάω όλους εσάς που αντισταθήκατε
τραγουδάω τους άσπρους, τους μαύρους, τους κίτρινους
τραγουδάω την ελπίδα που δεν έχει χρώμα
τραγουδάω το αίμα που σ’ όλα τα γεωγραφικά σημεία είναι
κόκκινο.

Με το λαρύγγι μου πεταμένο έξω φαρδύ, σαν προκυμαία
τραγουδάω την παγκόσμια αδερφοσύνη.

Μα απόψε, αδέρφια, δεν είμαι ποιητής.
Απόψε δε θέλω να ’μαι ποιητής.
Απόψε είμαι ο τυμπανιστής μιας απέραντης στρατιάς
με δύο δισεκατομμύρια μαχητές ακροβολισμένους
μές στη
νύχτα.


Και προχωράμε.

Τάσος Λειβαδίτης: Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο

Από τη συλλογή Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο, 
Αθήνα, Κέδρος, 1956

Thursday, 25 June 2015

«Φοβοῦνται τὸν οὐρανὸ ποὺ κοιτάζουμε / φοβοῦνται τὸ πεζούλι ποὺ ἀκουμπᾶμε»


ολόκληρο το ποίημα εδώ:
Τα Τετράδια της Αμπάς
.......................
Μᾶς φοβοῦνται καὶ μᾶς σκοτώνουν.
Φοβοῦνται τὸν οὐρανὸ ποὺ κοιτάζουμε
φοβοῦνται τὸ πεζούλι ποὺ ἀκουμπᾶμε
φοβοῦνται τὸ ἀδράχτι τῆς μητέρας μας καὶ τὸ ἀλφαβητάρι τοῦ παιδιοῦ μας
φοβοῦνται τὰ χέρια σου ποὺ ξέρουν νὰ ἀγγαλιάζουν τόσο τρυφερὰ
καὶ νὰ μοχτοῦν τόσο ἀντρίκια
φοβοῦνται τὰ λόγια ποὺ λέμε οἱ δυό μας μὲ φωνὴ χαμηλωμένη
φοβοῦνται τὰ λόγια ποὺ θὰ λέμε αὔριο ὅλοι μαζὶ
μᾶς φοβοῦνται, ἀγάπη μου, καὶ, ὅταν μᾶς σκοτώνουν,
νεκροὺς μᾶς φοβοῦνται πιὸ πολύ.


Τάσος Λειβαδίτης - Αὐτὸ τὸ ἀστέρι εἶναι γιὰ ὅλους μας (IV)

Thursday, 15 January 2015

Τάσος Λειβαδίτης: Τόσα άστρα και εγώ να λιμοκτονώ

Χρωματίζω πουλιά

Τόσα άστρα και εγώ να λιμοκτονώ.
Χρωματίζω πουλιά, χάρτινα πουλιά
και περιμένω να κελαηδήσουν,
και περιμένω να κελαηδήσουν
γιατί χειμώνιασε.

Τόσα άστρα και εγώ να λιμοκτονώ
κάνε λοιπόν Κύριε να 'χει κανείς ένα φίλο.
Δος του ένα σκυλί ή ένα φανάρι του δρόμου,
δος του ένα σκυλί ή ένα φανάρι του δρόμου
γιατί χειμώνιασε, Κύριε,
κι όσο πάει και σκοτεινιάζει.

Sunday, 21 December 2014

«Τα Χριστούγεννα των ποιητών»

Τα Χριστούγεννα «έρχονται» για ακόμη μια φορά. Για κάποιους εορταστική επέτειος, ίσως, μιας «Γέννησης» και ενός «Θανάτου» για άλλους, ίσως, απλά ένα σημάδι στον απρόσωπο χρόνο και μια ευκαιρία συνάμα να ξαποστάσουν.
Πάντως όποια και να είναι η προσωπική, εσώτερη, πρόσληψη αυτής της εορτής, και όσο ασήμαντες ειναι οι συμβατικές ημερομηνίες και οι χρονολογίες, είναι πάντα ευκαιρία να διαγνώσει κανείς μια σύγκρουση που πιθανώς οξύνεται, αυτή μεταξύ εννοιών όπως του ατόμου και του προσώπου, της εσωστρεφούς κατανάλωσης και του διαλόγου και μιας και αυτή η ανάρτηση αφορά «τα Χριστούγεννα των ποιητών», ας αφουγκραστούμε μονάχα τον σιωπηλό διάλογό τους με τα απτά και μη νοήματα των ημερών, καθώς αυτοί, όπως και αναφέρει ο Δ. Κοσμόπουλος στο άρθρο που ακολουθεί, «καθαρίζουν την όραση από τις τρέχουσες επιχωματώσεις και μας κάνουν αισθητό το αίτημα για πραγματικότητα βίου εορταστική και πένθιμη συνάμα».
Εύχομαι ολόψυχα, με αυτό τον τρόπο, Καλά Χριστούγεννα
α.α.
Αναδημοσίευση από
ΤΟ ΒΗΜΑ, 24/12/2005, Σελ.: B46
Κωδικός άρθρου: B14649B461
του Δημήτρη Κοσμόπουλου
(Το βρήκα πρώτη φορά εδώ)

«Ἐὰν τὸ Πάσχα εἶναι ἡ λαμπροτάτη τοῦ Χριστιανισμοῦ ἑορτή, τὰ Χριστούγεννα βεβαίως εἶναι ἡ συγκινητικωτάτη» γράφει στὴν Ἐφημερίδα τῆς 25ης Δεκεμβρίου τοῦ 1887 ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Γιὰ τὸν πεζογράφο Παπαδιαμάντη διόλου τυχαῖα ὁ Μαλακάσης δήλωνε ὅτι εἶναι ὁ καλύτερος ποιητὴς ποὺ γνώρισε. Ἀλλὰ ὁ Παπαδιαμάντης ἔγραφε καὶ ποιήματα. Ἕνα ἀπὸ αὐτὰ ἀναφέρεται στὸν ναὸ τῆς Γεννήσεως, τόσο ἀπαράμιλλα εἰκονιζόμενο στὸ διήγημα «Στὸ Χριστὸ στὸ Κάστρο» (1892):
 
Μὲ χρόνους μὲ καιροὺς καὶ ἥμισυ καιροῦ,
κάποιος ἀμαθής, ἁμαρτωλὸς χυδαῖος,
καμμία γυναίκα τοῦ λαοῦ πτωχὴ
σ᾿ ἐνθυμεῖται κι ἔρχεται νὰ σοῦ φέρ᾿
ὄχι χρυσόν, ἀλλὰ ὀλίγο λιβάνι,
ἕνα κερί, κι ὀλίγο λάδι στὴν μποτίλια
σ᾿ ἐσὲ ποὺ εἶσαι ὅλων ὁ δοτήρ.
 
Ἂν ὁ Παπαδιαμάντης (ἀλλὰ καὶ ὁ Μωραϊτίδης) πηγάζουν ἀπὸ τὴν ὑμνογραφία τῆς ἐκκλησιαστικῆς λατρευτικῆς ἐμπειρίας καὶ τῆς βαθύρριζης ἀπήχησής της στὸ συλλογικὸ σῶμα, ὅμως καὶ οἱ δυὸ διαπιστώνουν ὅτι ἡ νεοελληνικὴ συνθήκη διαμορφώνεται μέσα στὰ ὅρια τοῦ νεωτερικοῦ κόσμου, ἀπομακρυνόμενη ἀπὸ τὸν πυρήνα τῆς Γιορτῆς, ὡς ἀναφορᾶς νοήματος. Πάντως στὴν πεζογραφία μας, καὶ μάλιστα στὴ διηγηματογραφία, οἱ χριστουγεννιάτικες ἱστορίες ἔχουν διαμορφώσει ὁλόκληρο ξεχωριστὸ εἶδος, μὲ ἐξαιρετικὰ ἐπιτεύγματα. Δειγματοληπτικὰ ὑπενθυμίζουμε ἐκτὸς ἀπὸ ἐκεῖνα τῶν δυὸ παραπάνω συγγραφέων τὸ «Θεῖον ὅραμα» τοῦ Ἀνδρέα Καρκαβίτσα (Λόγια τῆς πλώρης, 1899), τὰ «Μεσολογγίτικα Χριστούγεννα» τῆς Πηνελόπης Δέλτα (Παραμύθια καὶ ἄλλα, 1915), «Τὰ Χριστούγεννα τοῦ Ἀμερικάνου» τοῦ Ἀντώνη Τραυλαντώνη (1922), τὸν «Ξένο τῶν Χριστουγέννων» τοῦ Στέφανου Δάφνη (1927).

Η ΔΙΨΑ ΓΙΑ ΔΙΑΡΚΕΙΑ
Στὴν ποιητικὴ ἐπικράτεια οἱ χριστουγεννιάτικες ἀναφορὲς εἶναι ἐξίσου πλούσιες, ἀλλὰ ἴσως καὶ περισσότερο πολυσήμαντες. Στὸν καθρέφτη τοῦ ποιητικοῦ ἀποτελέσματος, δηλαδὴ στὰ ἑκάστοτε μέσα στὴν ποιητική μας παράδοση μορφικὰ ἐπιτεύγματα, τὰ πράγματα δὲν μένουν μόνο στὴν ἀναπόληση ἢ στὴ νοσταλγία τῆς παιδικῆς καθαρότητας κατὰ τὴν πρόσληψη τῆς γιορταστικῆς ἀτμόσφαιρας. Ἀλλά, μέσῳ τῆς μεταμορφωτικῆς διαδικασίας, ποὺ ἐπιτυγχάνεται μὲ τὴν ἀληθινὴ ποίηση, ἀναιρεῖται ἡ χρονικὴ ἀπόσταση, καὶ ὁ χρόνος λειτουργεῖ ὡς ἑνότητα βιώματος. Ἐπιπλέον χαρτογραφεῖται ἡ δίψα γιὰ διάρκεια, κι ἂς γίνεται τοῦτο πολλὲς φορὲς διὰ τῆς ἀντιστροφῆς: μὲ ἄλλα λόγια, μέσα ἀπὸ τὴν ἀποκάλυψη τῆς ἀ-λογίας του ἱστορικοῦ χρόνου καὶ τῶν - συχνὰ - αἱματηρῶν ἢ ἀπάνθρωπων δεδομένων.
Ὁ Κωστὴς Παλαμᾶς στὸ αὐτοβιογραφικὸ «Τὰ χρόνια μου καὶ τὰ χαρτιά μου» ἐντάσσει δυὸ κείμενα μὲ ἀντίστοιχα χριστουγεννιάτικα περιστατικά. Εἶναι ὁ περίφημος «Ταβᾶς» (1924) καὶ τὸ «Ὁ Λαμαρτίνος» (1922). Ὡστόσο στὴν ποίησή του ἀλλοῦ λάμπει τὸ νόημα τῆς γιορτῆς:
 
Μέσα μου λάμπουν ξάστεροι οὐρανοί,
καὶ τὸ κορμί μου, φάτνη ταπεινή,
βλέπω κι ἀλλάζει, γίνεται ναός.
Ὤ! μέσα μου γεννιέται ἕνας Θεός.
Καὶ ἀλλοῦ τὸ νόημα ἀναδεικνύεται διὰ τῶν ὑλικῶν τῆς ἀπόλυτης ἀπελπισίας ἢ τῶν ἀνθρώπινων αντιφάσεων
 
Εἴδωλα, δαίμονες, ξωθιές, φαντάσματα, στοιχειά,
τῆς νύχτας μέσα μου ὁ λαὸς κυλιέται καὶ κουνιέται,
καὶ μέσα στὴ χιλιόδιπλη καρδιά μου μιὰ σπηλιά,
κι ἕνας Χριστὸς γεννιέται.
(«Χριστούγεννα», 1928)
Στὰ ἑορταστικὰ σχολικὰ ἀναγνώσματα - καὶ ἐκ τούτου διόλου περιφρονητέα - παραπέμπουν οἱ στίχοι τοῦ ἐπιπόλαια ὑποτιμημένου Γεωργίου Δροσίνη («Νύχτα χριστουγεννιάτικη», 1935):

Τὴν ἅγια νύχτα τὴ χριστουγεννιάτικη, / ποιὸς δὲν τὸ ξέρει;
Τῶν μάγων κάθε χρόνο τὰ μεσάνυχτα / λάμπει τ᾿ ἀστέρι.
Κι ὅποιος τὸ βρεῖ μέσ᾿ στ᾿ ἄλλα ἀστέρια ἀνάμεσα / καὶ δὲν τὸ χάσει
σὲ μία ἄλλη Βηθλεὲμ ἀκολουθώντας το / μπορεῖ νὰ φτάσει.

Παρόμοια καὶ ὁ Μιλτιάδης Μαλακάσης μὲ τὰ ποιήματα «Χριστός»(1894) καὶ «Χριστουγεννιάτικος» (1934) μιλάει γιὰ τὴν παραμυθητικὴ σημασία τῶν Χριστουγέννων:

Κι ὅσο κι ἂν ματώνεις, ὦ ψυχή, στὸ γύρισμα ἅγιων ἡμερῶν
μόνο αὐτὸ σοῦ μένει
στὶς θύελλες μέσα τῆς ζωῆς καὶ στὰ παιχνίδια τῶν καιρῶν
σκληρὰ παραδομένη.

Η ΒΑΘΥΤΕΡΗ ΦΛΕΒΑ 
Ξανακερδίζουμε στὶς μέρες μας τὸν λόγο αὐτῶν τῶν ποιητῶν καὶ νοοῦμε τὶς φωνές τους σὰν κλαδιὰ ἑνὸς πλούσιου δέντρου - τοῦ σώματος τῆς ἔμμετρης ποιητικῆς μας ἰδιοπροσωπίας. Διαβάζοντας καὶ μελετώντας τὶς κατακτήσεις τους, βρίσκουμε ρυθμοὺς ποὺ μποροῦν νὰ συγκραθοῦν μὲ τοὺς ἤχους τοῦ παρόντος γιὰ τὴ δημιουργία νέων διόδων, στὸν ἀγώνα γιὰ μίαν ἔκφραση σύγχρονη ἀλλὰ μὲ βάθος.
Ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη, θαλερή, φλέβα στὴν ποίησή μας ὅσον ἀφορᾶ τὶς μεγάλες ἐκκλησιαστικὲς ἑορτές. Πρόκειται γιὰ τοὺς ποιητὲς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἄσχετα ἀπὸ τὸ ἂν ἀνήκουν στὸ ρεῦμα τοῦ μοντερνισμοῦ ἢ στὴν «παραδοσιακή» τεχνοτροπία - ἐκφράζουν μία μυστικὴ βιωματικὴ σχέση μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, γενόμενοι ἀντηχεῖα μιᾶς ὁλόκληρης συλλογικῆς ἰδιοσυγκρασίας, καθὼς διατυπώνουν ἕνα πλατὺ (καὶ παραθεωρημένο στὴ σύγχρονη μαζικὴ πραγματικότητα) ἀνθρωπολογικὸ αἴτημα. Ἐξέχουσα θέση μεταξύ τους κατέχει ὁ Ἄγγελος Σικελιανὸς μὲ τὸ ποίημα «Ἡ Γέννηση» (1919;) ἀπὸ τὸ Πάσχα τῶν Ἑλλήνων. Μέσα σε μία καυτὴ σὰν χιόνι λυρικὴ αὔρα οἱ στίχοι του περιγράφουν τὴν πορεία τῆς Θεοτόκου πρὸς τὸ Σπήλαιο:
 
Ἀπ᾿ ὅλα Ἐκείνη λόγιαζε τὰ πλάσματα πῶς σ᾿ Ἕνα
ποτάμια οἱ πόνοι ἐτρέχανε κι ἀστέρευτοι κρουνοί,
κι ἂν ἤτανε τὰ σπλάγχνα της ν᾿ ἀνοίξουν ματωμένα
πὼς ματωμένοι θ᾿ ἄνοιγαν μαζί τους κι οἱ οὐρανοί.

 
ΝΕΩΤΕΡΙΚΕΣ ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ
Ὁ ἑλληνικὸς μοντερνισμὸς καὶ οἱ ὑψηλὲς - ἀξεπέραστες ὡς σήμερα, ἐν πολλοῖς - κατακτήσεις του συχνὰ διαβάζονται μονότροπα ἢ παραναγιγνώσκονται. Ἔτσι, οἱ κατευθύνσεις του ταυτίζονται ἄστοχα μὲ τὸ χαμηλόφωνο καὶ τὴν ἀποτύπωση τῆς κενότητας τοῦ μοντέρνου καθημερινοῦ βίου. Βεβαίως «οἱ κρίκοι στὴν ἁλυσίδα τοῦ ἱεροῦ» φαίνονται στὴ νεωτερικότητα νὰ ἔχουν σπάσει. Ὡστόσο εἶναι μέσα σὲ αὐτὲς τὶς συνθῆκες ὅπου ἡ ἔκφραση τῆς δίψας γιὰ ἁγνότητα καὶ γιὰ πλήρωμα νοήματος, ρητὴ ἢ διατυπούμενη ὡς αἴτημα, ἀποτελεῖ μία κορυφαία μοντερνιστικὴ ἀναζήτηση.
Στὰ καθ᾿ ἡμᾶς, στεκόμαστε στὸν T. K. Παπατσώνη, πρωτοπόρο νεωτερικό, καὶ θρησκευτικό, ποιητή, ποὺ μὲ τὰ τρία του ποιήματα γιὰ τὴ γέννηση τοῦ Χριστοῦ («Χριστουγεννιάτικη ἀγρυπνία», 1914, «Κατὰ τὴν Γέννησιν τοῦ Κυρίου», 1915, «Τὰ Χριστούγεννα τῶν δακρύων», 1962) μᾶς ἔδωσε βαθιὰ κατανυκτικοὺς στίχους:
 
Δὲν περιμένω τὴν ὀσμὴ καμιᾶς σπανίας βοτάνης,
ἀλλὰ τὸ Ὑπερουράνιο, ποὺ Θεέ μου, θὰ μὲ ῥάνεις,
καὶ θὰ φανῶ Ποιμενικὸν θαῦμα, θὰ φανῶ φάσμα,
ποὺ φέρνει τὸ Ἀρχαγγελικὸ τῆς νύχτας τούτης ἄσμα.

Συγκεκριμένη πνευματικὴ στάση καὶ ὀπτικὴ συγκεφαλαιωτικὴ τῆς ἐκκλησιαστικότητας στὴν ὑπαρκτικὴ περιπέτεια τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου καταθέτει ἡ οὐσιώδης Ζωὴ Καρέλλη μὲ τὸ ποίημα «Παραμονὴ τῆς Γέννησης» (Πορεία, 1940):

Ἐκεῖνος ποὺ δὲν γεννᾶ, δὲν γεννᾶται,
δὲν ἀναγεννᾶται ποτέ, Κύριε,
τῆς Γέννησης, «σκήνωσον ἐν ἐμοί»,

 
ἐνῶ ἐφιαλτικὸς σκηνοποιὸς ὁ Μίλτος Σαχτούρης στοὺς ὄχι λίγους «χριστουγεννιάτικους» στίχους του («Χριστούγεννα», 1948, «Ὁ νεκρὸς στὶς γιορτές», 1986, «Τὰ λυπημένα Χριστούγεννα», 1990), ἐνστικτώδης καὶ διὰ τῆς ὁμοιοπαθητικῆς μεθόδου, μεταμορφωτὴς ἑνὸς μηδενιστικοῦ παρόντος, συνδέει ἀγχωτικὰ τὴ Γέννηση μὲ τὰ γεγονότα τοῦ Ἐμφυλίου:

Σημαία / ἀκόμη / τὰ δόκανα στημένα στοὺς δρόμους /
τὰ μαγικὰ σύρματα / τὰ σταυρωτὰ / καὶ τὰ σπίρτα καμένα /
καὶ πέφτει ἡ ὀβίδα στὴ φάτνη / τοῦ μικροῦ Χριστοῦ /
τὸ αἷμα τὸ αἷμα τὸ αἷμα.
(«Χριστούγεννα 1948»)

Ὡστόσο τὸ πλέον «χριστολογικό» ποίημα γιὰ τὰ Χριστούγεννά μας τὸ ἔχει, κατὰ τὴ γνώμη μου, χαρίσει ὁ Τάσος Λειβαδίτης στὴν ἑνότητα ποιημάτων του «Ὁ ἀδελφὸς Ἰησοῦς».
Ἔχει τίτλο «Ἡ Γέννηση» (1983):
 
Ἕνα ἄλλο βράδυ τὸν ἄκουσα νὰ κλαίει δίπλα. Χτύπησα τὴν πόρτα καὶ μπῆκα.
 Μοῦ ῾δειξε πάνω στὸ κομοδίνο ἕνα μικρὸ ξύλινο σταυρό.
 «Εἶδες - μου λέει - γεννήθηκε ἡ εὐσπλαγχνία». Ἔσκυψα τότε τὸ κεφάλι κι ἔκλαψα κι ἐγώ.
Γιατί θὰ περνοῦσαν αἰῶνες καὶ αἰῶνες καὶ δὲ θά ῾χαμε νὰ ποῦμε τίποτα ὡραιότερο ἀπ᾿ αὐτό.
Οἱ ποιητές μας διασώζουν τὴν ἀλήθεια τοῦ προσώπου μας. Στὴν ἐποχὴ τῆς εἰκονικῆς πραγματικότητάς μας καθαρίζουν τὴν ὅραση ἀπὸ τὶς τρέχουσες ἐπιχωματώσεις καὶ μᾶς κάνουν αἰσθητὸ τὸ αἴτημα γιὰ πραγματικότητα βίου ἑορταστικὴ καὶ πένθιμη συνάμα. Ἀφοῦ, κατὰ τὸ λόγιον ἐκεῖνο, «βίος ἀνεόρταστος, μακρὰ ὁδὸς ἀπανδόκευτος». Ἢ γιὰ νὰ θυμηθοῦμε τὸν Ἐλύτη:
 
Πολλὰ δὲ θέλει ὁ ἄνθρωπος
νά ῾ν᾿ ἥμερος νά ῾ναι ἄκακος
λίγο φαΐ, λίγο κρασί
Χριστούγεννα κι Ἀνάσταση.

Ο κ. Δημήτρης Κοσμόπουλος είναι ποιητής και δοκιμιογράφος.

Ἀναγράφω...

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki