Showing posts with label Ανδρέας Καρκαβίτσας. Show all posts
Showing posts with label Ανδρέας Καρκαβίτσας. Show all posts

Friday, 26 December 2014

Ανδρέας Καρκαβίτσας - ΘΕΙΟΝ ΟΡΑΜΑ (Το όραμα της Παναγίας)

......................
Αχ, το σπίτι μου! Άρχισα το παράπονο και κοντεύω να δακρύσω σαν άπραγο παιδί. Μα δε φταίω γω. Φταίει αυτή η νύχτα. Φταίει το αποψινό αποσπέρισμα, τ’ αστέρι το λαμπρό που έτρεμε βασιλεύοντας πίσω από τα χιονισμένα βουνά και τάραξε το είναι μου.

Όπως τους Μάγους οδήγησε και μένα πίσω από τα βουνά και τα πέλαγα στη Νάξο, στο Γρίτι μου το πρασινοντυμένο, το ταπεινό μα ολόχαρο σπιτάκι μου. Και όχι ως εδώ. Παραμπρός, παραμπρός ακόμη. Μ' έφερε στα παιδιάτικα χρόνια μου, πριν αφήσω τη στεριά και πριν ταξιδέψω στη θάλασσα.
Καθόμαστε όλοι στο παραγώνι, διπλοπόδι στα μάλλινα στρωσίδια, ντυμένοι με τα ζεστά φορεματάκια μας, που τα έραψε της μάνας μας η φροντίδα και της αδερφής μας, της ομορφούλας τα πιδέξια χέρια. Ο πατέρας μου, θεριακωμένος και νιοφάνταχτος γέροντας, καθότανε στις προσκεφαλάδες ψηλά και ρουφούσε απολαυστικά το τσιμπούκι του.

Όταν μας έβλεπε έτσι συναγμένους, του άρεσε να διηγέται παραμύθια και ιστορίες της ζωής του.
Της θάλασσας οι κίνδυνοι, της στεριάς οι χαρές, ο τρόμος των κουρσάρων, τα ναυτικά κατορθώματα της Επανάστασης διάβαιναν ζωντανά και ολοφώτιστα μπροστά μας. Μα κείνη τη νύχτα δε θέλησε να μιλήσει ούτε για παραμύθια, ούτε για ταξίδια του. Μόλις βάλαμε το λύχνο στο λυχνοστάτη και φάγαμε τη λειψόπιτα, μας άρχισε θρησκευτικές κουβέντες. Ήταν θρήσκος ο αγιοχώματος και τα ιερά βιβλία δεν τ’ άφηνε από κοντά του. Αλήθεια, στα ταξίδια του είχε πρόχειρα τα τροπάρια και τις βλαστήμιες. Μα τώρα που έπαψε τον αγώνα της ζωής, φρόντιζε για τη σωτηρία της ψυχής του.

- Δε μου λες, είπε στον αδερφό μου το μικρότερο, τι όραμα είδε η Παναγία τη νύχτα που γέννησε τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό;
Κόκαλο εκείνος. Ρωτάει εμένα, το ίδιο.
 
Α, δεν το ξέρετε ! πρόσθεσε με ήρεμη φωνή. Μα δεν φταίτε σεις, φταίω γω που δεν σας το έμαθ’ ακόμη. Έγινε πέρα στην Ανατολή, στον τόπο τον παράδοξο. Ποιο χρόνο δε σας λέω. Φτάνει να μετρήσετε το φετινό και το βρίσκετε αμέσως. Εκείνη τη νύχτα μια γυναίκα, συντροφιασμένη από τον τέχτονα τον άντρα της, στάθηκε μισοστρατίς σε μια σπηλιά και γέννησε ένα παιδί. Φτωχά ήταν τα ρούχα της, η όψη της πικραμένη· μα είχε κατιτί τόσο λαμπρό στη ματιά, που έλεγες θ’ αναστήσει και την πέτρα. Κάτω από το γαλάζιο φόρεμα και το κόκκινο στηθοπάνι, το κορμί φάνταζε λυγερό, άξιο για να θρονιάσει μια πάναγνη ψυχή. Και κάτω από τον άσπρο της κεφαλοδέτη τα μυγδαλωτά μάτια, τα φρύδια τα σμιχτά, το λεφαντένιο μέτωπο, λαμπρότερο κι από τα χρυσά στολίδια του, φανέρωναν την αισθαντική πηγή που θα σαρκώσει την αγάπη και την Καλοσύνη.

Γέννησε το παιδί, το βύζαξε, το τύλιξε στο σάλι της και τ’ απίθωσε στη φάτνη πάνω στ' άχυρα να κοιμηθεί.
Σε λίγο ο ανασασμός έβγαινε από το στηθάκι του ήσυχος, σαν ανασασμός βαλσαμόδεντρου. Γύρω το σκοτάδι απλωνόταν πίσσα. Κάτω στο χώμα πλαγιασμένα τα ζωντανά, βόδια και πρόβατα και άλογα μαζί, ένιωθαν κάποια φρίκη να χαμοπετά πάνω τους, σύγκρυο να τα περιγλείφει κι έμεναν άγρυπνα. Μα ούτε βέλασμα, ούτε χλιμίντρισμα, ούτε βούγεμα ηχολογούσε. Η φάκνα έτριζε κάποτε. Αλλά και κείνη έμενε ξερομασημένη στο στόμα τους. Απάνω η σπηλιά με τον ουρανό της νεροστάλαχτο, με τα πλευρά της αυλακωμένα από τις νεροσυρμές, πράσινα από τα πολυτρίχια, σκισμένα από τα νύχια του όρνιου, τρύπια από του σφαλαγγιού το κεντρί, κλεισμένα με τον πλοκό της αράχνης, ξεθεμελιωμένα από τον ποντικό, ψήλωνε βουβή κι ατάραχη. Και κάτω από τη χαμηλή εμπατή, το φως αστροστόλιστης νύχτας χυνόταν στις πλαγιές και τα λακκώματα. Οι κουρμάδες εκεί ψήλωναν λαμπάδες, με τα καμαρωτά κλωνιά καρποφορτωμένα. Εκεί τ’ αμπέλια έδειχναν κλαδιά έτοιμα ν’ ανοίξουν μάτια χλωροπράσινα στο πρώτο φύσημα της άνοιξης. Εκεί ασπραργυρανθισμένες οι ελιές λαγάριζαν από τώρα το χυμό που θα καεί θυσία στο νεογέννητο. Εκεί και τα σπίτια της Βηθλεέμ μικρά, τετράγωνα, με το δώμα πάνω και την πόρτα στο πλάγι, έλαμπαν στον ασβέστη, λες και στολίσθηκαν να καλωσορίσουν Εκείνον που θα τους χαρίσει τη δόξα. Βαθιά ο Ιορδάνης στέναζε μέσα στη χαλκοστρωμένη κοίτη του και πρόσμενε με τρόμο το θεϊκό κορμί που θ’ άγιαζε τα νερά του. Δεξιά στη χούνη σαν κατάρατο πνεύμα βρουχιόταν η Νεκρή θάλασσα, λες κι είχε ακόμη μέσα της τα Σόδομα και τα Γόμορα. Αριστερά, απάνω από τους ζυγούς, εκεί που δεν έφτανε το ανθρώπινο μάτι, ήταν όμως ασήκωτος ο λογισμός του Θεού, στη χαρά και στην ακολασία παραδομένα ούρλιαζαν τα Γεροσόλυμα, το άσμα των Προφητών κι η λατρεία λαού μεγάλου.

Ο Ιωσήφ, μόλις είδε κοιμισμένο το παιδί, κατέβηκε στο χωρίο να φροντίσει για τη λεχώνα.
Και κείνη ολομόναχη, αδυνατισμένη, με τη μητρική λαχτάρα στα στήθη, σταύρωσε τα χέρια, ακούμπησε το κορμί σ’ ένα στύλο κι έκλεισε τα ματόφυλλα. Μα στάθηκε αδύνατο να κοιμηθεί. Η τύχη του θεόσταλτου ήρθε να της τυραννήσει την ψυχή. Τι θ’ απογένει στου κόσμου την αντάρα ο τρυφερός της Κρίνος, Εκείνος που της δόθηκε με το χέρι ασπροντυμένου Χερουβείμ; Ποια θα είναι η ζωή και ποιο το τέλος του; Θα περάσει δρόμο πορφυρόστρωτο ή θα βάψει με το αίμα του τ’ αγκάθια και τις στουρναρόπετρες; Ο κόσμος παραλυμένος δεν προσέχει πια στα λόγια των Προφητών. Ο Ισραήλ στενάζει κάτω από το ψέμα των Φαρισαίων και των Ρωμαίων το ζυγό. Δεν κιθαρίζει ο Δαβίδ ούτε η Δεβόρρα δικάζει το λαό κάτω από τους κουρμάδες. Του Ααρών τα τέκνα ληστεύουν. Απιστίας σύγνεφο κάθεται στην Ιερή Κιβωτό και στου Μεγάλου Ναού τα άδυτα. Πίνει το αίμα των Μακκαβαίων η γη, χωρίς ν’ αποδώσει ελευθερία και δικαιοσύνη. Ο Γαυλωνίτης Ιούδας χάθηκε χωρίς ν’ ανορθώσει το Νόμο. Η Γη της Επαγγελίας, χωρισμένη σε βασίλεια και τοπαρχίες, φθείρεται από τον εμφύλιο σπαραγμό, σα να τη βαραίνει ακόμη η απείθεια των προγόνων στην έρημο του Σιν. Κόλαση έγινε ο ποτέ Παράδεισος! Εγωιστής και εκδικητικός και άδοξος ο περιούσιος λαός του Κυρίου! Πώς θα ζήσει σε τέτοιον κόσμο το παιδί της;

Άξαφνα λύχνος ηλιοστάλαχτος κρεμάστηκε μπρος στης μάνας την ψυχή, έτοιμος να δείξει το μέλλον του νιογέννητου, όπως η νεφέλη έδειξε άλλοτε τον άγνωστο δρόμο στη φυλή της.
Και τον είδε τριαντάχρονο λεβεντονιό να μαγνητίζει τις ψυχές του λαού. Ψηλός, λυγερός, με σεβαστή μελαγχολία στο ροδοζύμωτο πρόσωπο, με τα καστανά μαλλιά κυματιστά στους ώμους, με το στόμα γλυκοστάλαχτο και τα γαλανά μάτια, μιλούσε στο λαό και τον έπειθε. Εκήρυττε στις συναγωγές και χίλιοι τον άκουαν ανέβαινε στο βουνό και μύριοι τον ακολουθούσαν. Διαβαίνει ανάλαφρα τη λίμνη της Γενησαρέτ και ρίχνονται λαμνοκοπώντας οι κόσμοι στα βήματά του. Οι Προφήτες που τον προσπερνούσαν, τώρα πισωδρομούν υποταχτικοί του. Ο Νόμος του Μωυσή αναζεί στα λόγια του και συμπληρώνεται. Η έρμη γη αναδροσίζεται· τ’ απελπισμένα στήθη ξαναθαρρεύουν τα πλανημένα πρόβατα γυρίζουν πάλι στη μάντρα τους. Η αγάπη τρέχει αδαπάνητη από τα πλατιά στέρνα του και δροσίζει το καμίνι της κακομοιριάς. Οι άπιστοι πιστεύουν και σηκώνονται οι ταπεινοί, τυφλούς φωτίζει, χωλούς οδηγεί. Τα Γεροσόλυμα στρώνουν τους δρόμους με βάγια να τον δεχτούν. Σύγκαιρα όμως καρφώνουν το σταυρό. Ο φθονερός μαθητής τον παραδίνει με φίλημα. Ο δειλός φίλος του αρνιέται πριν λαλήσει ο πετεινός. Μα Εκείνος, ανώτερος από τα τέκνα των ανθρώπων, συγχωρεί την άρνηση και την προδοσία, διαβαίνει πράος μέσα από τις κοροϊδίες και τα φτυσίματα, πίνει το ξίδι και τη χολή, φορεί το αγκαθερό στεφάνι, την περιφρονητική χλαμύδα, κρατεί το καλαμένιο σκήπτρο και ανεβαίνει στο μαρτύριο.

- Γυναίκα, να ο γιος σου, λέει την τελευταία στιγμή.
 
Και αποχαιρετά, μ' ένα βλέμμα μελαγχολικό, τη μάννα που τον γέννησε, τους φίλους που τον πίστεψαν, το λαό που τον τυράννησε, τη Γη που είδε τις πίκρες του και τον Ουρανό που θα δεχόταν το Σώμα του.
Η μάννα ήταν εκεί και τα έβλεπε όλα. Ήθελε να φωνάξει, να τρέξει για να τον σώσει από τα χέρια των κακούργων αλλά δεν μπορούσε να βγάλει φωνή. Το σώμα δεν ακολουθούσε τους πόθους της ψυχής. Μα όταν είδε ένα στρατιώτη αγριοπρόσωπο, έτοιμο να λογχίσει τα πλευρά του,
 
- Μη! ... εφώναξε με όλη της τη δύναμη.

Και με το μη! ξύπνησε. Δεν είδε ολόγυρα της τίποτα από το φριχτό δράμα. Το βρέφος κοιμότανε ακόμη πλάγι της, μέσα στη φάτνη, απάνω στο άχυρο. Μα δε βασίλευε η σιγή και το σκοτάδι, όπως πριν. Αγγελική αρμονία κατέβαινε από ψηλά και λαμπρομέτωπο αστέρι έχυνε θάλασσα το φως του στη σπηλιά.
 
Και μπρος στα πόδια της, οι Μάγοι γονατιστοί με τα δώρα τους, τη σμύρνα και το μόσχο και το λιβάνι, ονόμαζαν το γιο της βασιλέα και Θεό.
Εκείνη την ώρα φάνηκε στην εμπατή χλωμός ο Ιωσήφ.
 
- Να φύγουμε· λέει τρέμοντας στη γυναίκα του. Ο Ηρώδης θέλει το παιδί κι οι ανθρώποι τον ψάχνουν στη χώρα. Γλήγορα να φύγουμε!
 
Εκείνη άρπαξε αμέσως το βρέφος, το έσφιξε στους κόρφους της και πήραν δρόμο για την Αίγυπτο. Η νύχτα τους έκρυψε. Μα τα αίματα των άλλων παιδιών κι ο θρήνος των μανάδων ανέβαιναν από τα σπίτια της Γαλιλαίας, πρωτόλουβη θυσία στον αναμορφωτή του κόσμου.
 
- Πόσα αίματα θα χυθούν ακόμη! ψιθύρισε προφήτης η γυναίκα. Πόσα αίματα!...
 
Τέλειωσε ο Αξιώτης το διήγημα του κι οι σύντροφοι έμειναν ακόμη ακίνητοι σαν ονειροπλανεμένοι. Μερικοί σταυροκοπήθηκαν άλλοι στέναξαν βαθιά σα να ξύπνησε κάτι παρήγορο μέσα τους. Μα ο Κώστας ο θερμαστής, ίδιος στ’ αστεία και στα σοβαρά, ρώτησε πονηρά το σύντροφό του:
- Δε μου λες, βλάμη. Είδε η Παναγιά στ’ όνειρό της και τον πατριώτη σου το Βαραββά;
 
Εκείνος χολοταράχτηκε. Φοβερή βλαστήμια ανέβηκε στα χείλη του. Μα την κατάπιε. Δεν ήταν καιρός τώρα να κολαστεί κανείς! Χαμογέλασε, έκαμε το σταυρό του και ξαπλώθηκε στο έρημο κρεβάτι του.

- Και του χρόνου, παιδιά, στα σπίτια μας! ευχήθηκε.
- Στα σπίτια μας, μα θα μας θερίζει η πείνα, είπε ο θερμαστής.
Και γέλασε δυνατά.

Monday, 22 December 2014

Ανδρέας Καρκαβίτσας: «Η Γοργόνα» απόσπασμα από «Τα λόγια της Πλώρης»

Μια γεμάτη αγάπη παράκληση-προτροπή
από το χαμομηλάκι προς τους γονείς:

Μη διστάζετε να τα βάζετε με το «κλίμα της εποχής»,
που είναι ένα κλίμα για κλάματα, το κλίμα του τίποτα.
Κάντε τα παιδιά σας να αγαπήσουν το καλό βιβλίο.

.............................
Με το μπρίκι του καπεταν Φαράση αρμένιζα μισοκάναλα εκείνη τη νύ­χτα. Σπάνια νύχτα! πρώτη και τελευταία θαρρώ στη ζωή μου. Τι είχαμε φορτωμένο; Τι άλλο από σιτάρι. Πού πηγαίναμε; Πού αλ­λού από τον Πειραιά. Πράματα και τα δυο που τα έκαμα το λιγότερο είκοσι φορές.

Μα εκείνη τη βραδιά ένιωθα τέτοιο πλάκωμα στην ψυχή, που κινδύνευα να λιγοθυμήσω. Δεν ξέρω τι μου έφταιγε· θες η γαληνεμένη θάλασσα, θες ο ξάστερος ουρανός, θες το τσουχτερό λιοπύρι· δεν μπορώ να ειπώ. Μα είχα τόσο βαριά την ψυχή, ήβρεσκα τόσο σαχλοπλημμυρισμένη τη ζωή, που αν με άρπαζε κανείς να με ρίξει στο νερό, «όχι!» δε θα ’λεγα.
.....................................
Άξαφνα ανατρόμαξα. Κάτω βαθιά, μέσ’ από το μενεξεδένιο σύγνεφο, είδα να προβαίνει ίσκιος πελώριος. Η χοντρή κορμοστασιά, το πυργογύριστο κεφάλι του φάνταζαν Αγιονόρος. Τα δυο του μάτια γύριζαν φωτεινούς κύκλους κι έβλεπαν περή­φανα τον Κόσμο πριν τον κλωτσήσουν στην καταστροφή. Να τος, είπα, ο θεόσταλτος άγγελος, ο χαλαστής και σωτήρας! Τον έβλεπα κι είχα σύγκρυο στην ψυχή. Από στιγμή σε στιγ­μή πρόσμενα σφυρί να πέσει το φριχτό χτύπημα. Πάει τώρα η Γη με τους καρπούς πάει κι η θάλασσα με τα ξύλα της! Ούτε τραγούδια πλιο, ούτε ταξίδια, ούτε φιλιά!

Αλλά δεν άκουσα το χτύπημα. Ο ίσκιος πρόβαινε στα νερά με άλματα πύρινα. Κι όσο γρηγορότερα πρόβαινε, τόσο μί­κραινε η κορμοστασιά του. Και άξαφνα ο θεότρεμος όγκος χιλιόμορφη κόρη στάθηκε αντίκρυ μου. Διαμαντοστόλιστη κο­ρώνα φορούσε στο κεφάλι και τα πλούσια μαλλιά γαλάζια χήτη άπλωναν στις πλάτες ως κάτω στα κύματα. Το πλατύ μέ­τωπο, τ’ αμυγδαλωτά μάτια, τα χείλη της τα κοραλλένια έχυ­ναν γύρα κάποια λάμψη αθανασίας και κάποια πηρηφάνια βα­σιλική. Από τα κρυσταλλένια λαιμοτράχηλα κατέβαινε κι έσφιγγε το κορμί ολόχρυσος θώρακας λεπιδωτός και πρόβαλ­λε στο αριστερό την ασπίδα κι έπαιζε στο δεξί τη Μακεδόνικη σάρισα.
Δεν είχα συνέρθει από την απορία και φωνή γλυκεία, ήρε­μη και μαλακή άκουσα να μου λέει:
- Ναύτη-καλεναύτη· ζει ο Βασιλιάς Αλέξαντρος;
Ο Βασιλιάς Αλέξαντρος! ψιθύρισα με περισσότερη απορία.
Πώς είναι δυνατό να ζει ο βασιλιάς Αλέξαντρος; Δεν ήξερα τι ρώτημα ήταν εκείνο και τι να της αποκριθώ, όταν η φωνή ξαναδευτέρωσε:
- Ναύτη-καλεναύτη· ζει ο βασιλιάς Αλέξαντρος;
- Τώρα, Κυρά μου! απάντησα χωρίς να σκεφτώ. Τώρα βασιλιάς Αλέξαντρος! Ούτε το χώμα του δε βρίσκεται στη γη.

Ωϊμέ! κακό που το ’παθα! Η χιλιόμορφη κόρη έγινε μεμιάς φοβερό σίχαμα. Κύκλωπας βγήκε από το κύμα κι έδειξε λεπιοντυμένο το μισό κορμί. Ζωντανά φίδια τα μεταξόμαλλα ση­κώθηκαν περδώθε, έβγαλαν γλώσσες και κεντριά φαρμακερά κι έχυσαν φοβεριστικό ανεμοφύσημα. Το θωρακωτό στήθος και το παρθενικό πρόσωπο άλλαξαν αμέσως, σα να ήταν η Μονοβύζω του παραμυθιού. Τώρα καλογνώρισα με ποιον είχα να κάμω! Δεν ήταν ο Χάρος της Γης, ο χαλαστής και σωτήρας άγγελος. Ήταν η Γοργόνα, τ’ Αλέξαντρου η αδερφή, που έκλεψε το αθά­νατο νερό και γύριζε ζωντανή και παντοδύναμη. Η Δόξα ήταν του μεγάλου κοσμοκράτορα, αγέραστη κι αιώνια σε στεριά και θάλασσα. Και μόνο για Κείνης τον ερχομό έχυσε ο Πόλος το Σέλας του, να στρώσει τον αθέρα με της πορφύρας το χρώμα. Δε ρωτούσε βέβαια για το φθαρτό σώμα, αλλά για τη μνήμη του αφέντη της. Και τώρα στην άκριτη μου απόκριση μανια­σμένη έριξε το χέρι, ένα δασοτριχωμένο και βαρύ χέρι στην κουπαστή, έπαιξε ζερβόδεξα την ουρά της κι έδειξε Ωκεανό τον μαλακό Πόντο.
- Όχι, Κυρά, ψέματα!... τρανοφώναξα με λυμένα γόνατα. Εκείνη με κοίταξε αυστηρά και με φωνή τρεμάμενη ξανα­ρώτησε:
- Ναύτη-καλεναύτη· ζει ο βασιλιάς Αλέξαντρος;
- Ζει και βασιλεύει· απάντησα ευθύς. Ζει και βασιλεύει και τον κόσμο κυριεύει.

Άκουσε τα λόγια μου καλά. Σα να χύθηκε αθάνατο νερό η φωνή μου στις φλέβες της, άλλαξε αμέσως το τέρας κι έλαμψε παρθένα πάλι χιλιόμορφη. Σήκωσε το κρινάτο χέρι της από την κουπαστή, χαμογέλασε ροδόφυλλα σκορπώντας από τα χείλη της. Και άξαφνα στον ολοπόρφυρον αέρα χύθηκε τραγούδι πολεμικό, λες και γύριζε τώρα ο Μακεδονικός στρατός από τις χώρες του Γάγγη και του Ευφράτη.
Σήκωσα τα μάτια ψηλά και είδα τ’ αέρινα ποτάμια, τα σκο­τεινά και τα πράσινα, τα χρυσορόδινα και τα γλυκά, να σμί­γουν στον ουρανό και να κάνουν Στέμμα γιγάντιο. Ήταν κά­μωμα του καιρού ή μην ήταν απόκριση στο ρώτημα της αθάνατης; Ποιος ξέρει. Μα σιγά σιγά οι αχτίνες άρχισαν να θα­μπώνουν και να σβήνουν μια με την άλλη, λες κι έπαιρνε τα κάλλη μαζί της η Γοργόνα στην άβυσσο.

Τώρα ούτε Στέμμα ούτε Τόξο φαινόταν πουθενά. Κάπου κάπου σκόρπια σύγνεφα έμεναν σταχτιά και κάτωχρα· και μέσα στην ψυχή μου θαμπή και ξέθωρη η πορφύρα της πατρίδας μου.

Με το μπρίκι του καπετάν Φαράση αρμένιζα μισοκάναλα εκείνη τη νύχτα.

sarantakos

Sunday, 21 December 2014

Ανδρέας Καρκαβίτσας: Ο Εκδικητής από «Τα Λόγια της Πλώρης»

Μια γεμάτη αγάπη παράκληση-προτροπή
από το χαμομηλάκι προς τους γονείς:
Μη διστάζετε να τα βάζετε με το «κλίμα της εποχής»,
που είναι ένα κλίμα για κλάματα, το κλίμα του τίποτα.
Κάντε τα παιδιά σας να αγαπήσουν το καλό βιβλίο.
Υπάρχουν βιβλία για τα παιδιά μας, ακόμα και τα μικρά,
που είναι διαμάντια.
Βιβλία που θα τους προσφέρουν εφόδια για όλη τη ζωή τους.
Βιβλία που θα οχυρώσουν τις ψυχές τους απέναντι σε κάθε είδους βρωμιά, που πλεονάζει στη δύσκολη αυτή εποχή.
Ένα από αυτά είναι και Τα Λόγια της Πλώρης.
Διαβάστε το παρακάτω απόσπασμα ή ακούστε το μαζί με τα παιδιά σας.
«Είμαστε άντρες εμείς είμαστε άντρες! είπε ο υποναύκληρος καθισμένος ανάμεσα στο πλήρωμα. Έλληνας! σου λέει ο άλλος· δεν είναι παίξε γέλασε. Έχουμε τα κακά μας - δε λέω· πήραμε δρόμο στραβό, σαν το κακοκυβερνημένο πλε­ούμενο· μα δεν είμαστε και ντιπ! για πέταμα. Και να είμαστε για πέταμα, πάλι δε θα χαθούμε, θέλουμε δε θέλουμε, θα ζή­σουμε. θα ζήσουμε και θα θεριέψουμε και θα δοξαστούμε, όπως και πρώτα. Το σιδερόξυλο σιδερόξυλο είναι, όσο κι αν το κουτσουρέψεις· όσο κι αν του μαδήσεις την κορφή, αν του ζεματίσεις τα φύλλα, αν του πριονίσεις τα κλαδιά. Ο λέοντας, λέοντας λέγεται, όσο κι αν του ψαλιδίσεις τη χήτη, αν του κόψεις την ουρά, αν του βγάλεις τα νύχια, αν του ξεριζώσεις τα δόντια. Φτάνει το βρούχημά του να σε πάει ριπιτί. Το έχει το σκαρί μας, ναι· το θέλ’ η τύχη μας να είμαστε πάντα μεγά­λοι. Όπου κι αν γυρίσεις, σε στεριές και θάλασσες, σε νότο και βοριά, σ’ ανατολή και δύση, θα το ιδείς γραμμένο. Και γραμ­μένο όχι με ανθρώπινο κοντύλι, αλλά με το ίδιο χέρι, το πα­ντοδύναμο χέρι του Δημιουργού. Είμαστε άντρες, σου λέω!

Να, κοίταξε στην Ανατολή. Εκεί βγαίνει ο ήλιος, ήλιος λαμπρός και αβασίλευτος - ο ήλιος του Γένους μας. Όποιος δεν έχει μάτια, εκείνος δε βλέπει τη χαραυγή· εθνική χαραυγή, πόθος και καημός αιώνων όλων - όχι κουραφέξαλα.

Κοίταξε γύρω μας: θάλασσα φουρτουνιασμένη, ουρανός κατασκότεινος, στεριές σκουντουφλιασμένες, φορτωμένες δάκρυα και φαρμάκι, θεριά τα κύματα χτυπάνε το καράβι μας. Λύσσα και χολή μας πολεμά. Το νερό δέρνει τη στεριά, την τρώει, την ξεσχίζει, την πετσοκόβει άπονα, όσο να κάμει τα πάντα θάλασ­σα και ν’ απλωθεί αχόρταγος ρούφουλας στον παράνομο κόσμο.

Μα γύρισε κατά την Ηράκλεια. Καιρός διαμάντι· νερό τρι­σάγιο. Το μάτι του θεού εκεί έπεσε. Έχεις αρρώστια; πήγαινε να γιατρευτείς. Έχεις πονόματο; άλειψε τα ματόφυλλό σου ν’ αγναντέψεις κόσμους. Είσαι κουφός; θ' ακούσεις αρμονίες. Βερέμης είσαι; Διγενής έγινες. Η κολυμπήθρα του Σιλωάμ εκεί βρίσκεται για μας. Κολυμπήθρα σωματική, κολυμπήθρα ψυχι­κή, εθνική πρώτ’ απ’ όλα. Είναι η Άγια Τράπεζα της Αγιασοφιάς, το προσκυνητάρι του Γένους μας.

Την άπαρτη Πόλη μας ξένου πόδι την πάτησε - ποδάρι Βενετσάνου. Ο τυφλός Δάνδολος με ξεμωραμένου πιθυμιά έκλει­σε στην άσαρκη αγκαλιά την παρθένα μας· μάρανε τα ρόδα του προσώπου της με το βρωμερό του χνώτο· ρούφηξε το τρισά­γιο αίμα της με τα σαλιαριστά φιλήματα του. Εννιακόσιων χρόνων ένδοξη ζωή την έσβησε μ’ ένα του σφιχταγκάλιασμα. Ο Λάσκαρης, φαρμακωμένης ώρας βασιλιάς, φεύγει μακριά συνεπαίρνοντας του Γένους την ελπίδα, την αθάνατη σπορά, που θα γυρίσει πάλι μια μέρα θεριεμένος εκδικητής. Και ο καταχτητής, Φράγκοι και Βενετσάνοι και Γερμανοί αδέσποτοι, σαν το αψύ πουλάρι, που τσαλαπατεί με τα πέταλά του τ’ αβρά λούλουδα, χύνονται απάνω της αχόρταγοι. Με το σταυρό τους συντρίβουν το σταυρό μας· με τη θρησκεία τους πελεκούν τη θρησκεία μας. Γκρεμίζουν εκκλησίες, ποδοπατούν καλλιτεχνή­ματα, μολύνουν αγιάσματα, αποτεφρώνουν πνευματικά αριστουργήματα. Και σφάζουν γέροντες, ατιμάζουν παρθένες, πα­τούν αρχόντων μέγαρα, ξαπλώνονται σε βασιλικά κλινάρια· νεκρούς γυμνώνουν ένδοξους, ποδοκυλούνε στέμματα θαυμαστά, στενάζει η Βασιλεύουσα· μυρολογά η Σιών μας! Και ο Δάνδολος, γιος κουρσάρων, δε λησμονεί την τέχνη των πατέρων του. Κουρσεύει και θέλει με ξένα και αταίριαστα στολίδια να στολίσει τη λιμνογέννητη πατρίδα του.

Γαλέρες φεύγουν και γαλέρες έρχονται. Παίρνουν τον πλού­το μας τον αδαπάνητο, τη δόξα μας, την αβασίλευτη τη λάμ­ψη, τη σοφία, τα ιερά μας. Η Βενετία τα δέχεται περίχαρη, στο­λίζεται και καμαρώνει σαν ξιπασμένη και άμυαλη τσιγγάνα. Ζώ­νεται το σπαθί του Κωνσταντίνου μας το βλογημένο, που έχει στο θηκάρι του τον ουρανό με τ’ άστρα, τη θάλασσα με τα κα­ράβια, τη γη με τα κάστρα της· ιστορία χρυσόγλυπτη του απέ­ραντου Κράτους μας. Παίρνει την κολυμπήθρα, που τόσοι βα­φτίστηκαν πορφυρογέννητοι, και βαφτίζει μέσα των εμπόρων τα παιδιά. Με τις χρυσόπορτες του ναού μας στολίζει τον Άγιο Πέτρο της· στήνει στους πύργους της το Ρολόγι, θαύμα του κό­σμου, με τους Μάγους που χαιρετούν ταπεινοί του Χριστού μας τη Γέννηση· στήνει στις πλατείες της τ’ άλογα τ’ ανεμοπόδαρα, ακράτητου λαού συμβολική παράσταση.

Γαλέρες φεύγουν και γαλέρες έρχονται. Παίρνουν τα πλού­τη μας, τη δόξα, τα ιερά μας. Αλλού τα πάνε, στη Δύση την τρισβάρβαρη, να ημερέψουν και κείνης τους λαούς, να δοξά­σουν και κείνης τα χώματα.

Η Αγιατράπεζα όμως δεν ακολουθεί. Η πλάκα η πολύτιμη, που την έστησε ο Ιουστιανός στη μέση του Ναού, λαμπρό ζαφείρι στη χρυσή σφεντόνα του· η πλάκα που άκουσε τόσα Νικητήρια και θυσίασε απάνω της ο Φώτιος, δεν πάει να κλειστεί σκλάβα στα δολερά τείχη, στ’ αρπαχτικά χέρια του Ιννοκέντιου. Όχι, δεν πάει. Άνοιξε η καρίνα στα δυο και γλίστρησε η Αγιατράπε­ζα στα νερά του Μαρμαρά. 0 βούρκος έφυγε από κοντά της, όπως φεύγει η αμαρτία στο Σταυρό, και ο χρυσός άμμος στρώθηκε, κλίνη πάναγνη από κάτω της. Και του θεού το μάτι, του δικαιοκρίτη και παντοδύναμου, στάθηκε απάνω της άγρυπνο, όπως μάνας μάτι στην κούνια του μονάκριβου παιδιού της.
***
Και από τότε είναι εκεί καιρός διαμάντι, ήλιος κατάργυρος, νερό τρισάγιο. Μύρο ανεβαίνει από το βυθό και απλώνεται στο πρόσωπο της θάλασσας και κάθεται χρίσμα σωματικό, χρίσμα ψυχικό, εθνικό πρώτ’ απ’ όλα! Όπως από το Δισκοπότηρο βγαίνει η σωτηρία του χριστιανού, θα έβγει από κει και η δι­κή μας απολύτρωση. Η χαραυγή του γένους μας εκεί θ’ ανατείλει· ναι, εκεί θα ανατείλει. Προβαίνει ολοένα η Αγιατράπεζα και βούλεται να πιάσει τη στεριά. Αργά η γρήγορα θα την πιάσει τη στεριά. Και τότε σ’ όλη την ελληνική γη, από άκρη σ’ άκρη, από νότο και βοριά, χαρούμενος ο ήλιος θα πυρώσει τους δούλους, καμπάνα θα σημάνει σε κάθε μιναρέ και τα τζα­μιά θα ηχολογήσουν τη χριστιανική, την εθνική μας λειτουρ­γία. Και τότε πάλε η Χρυσόπορτα θα στολίσει Ελλήνων βασι­λιάδων τα τρόπαια.

Τότε θα πάρουμε και τα κουρσεμένα πίσω. Τα πλούτη μας, τις δόξες, τα ιερά μας. Θα πάρουμε το σπαθί του Κωνσταντί­νου και την κολυμπήθρα του Πορφυρογέννητου· τις πόρτες του Ναού μας, το Ρολόγι των Μάγων, τ’ άλογα τ’ αράθυμα. Και θα μείνει πάλι φτωχή και ταπεινή ψαρούδισσα η Βενετιά, και η Πόλη μας θα γίνει καύχημα και στόλος της Οικουμένης, όπως ήταν πριν τη μαράνει του Βενετσάνου το αγκάλιασμα και το βάρβαρο ποδάρι του Τούρκου.
Ναι· θα ζήσουμε και θα θεριέψουμε και θα δοξαστούμε πά­λι. Είμαστε άντρες εμείς· μωρ’ είμαστ’ Έλληνες!...»

Και ορθός τώρα έριξε τα μάτια φλογερά στις σκοτεινές στεριές, σαν προφήτης του Ισραήλ, υμνώντας τη γη της Επαγγελίας, ο υποναύκληρος. Και δεν ήταν, όχι, ο ναύτης ο ταπεινός. Ήταν ο Ελληνισμός ολόκληρος, με την ακλόνητη πί­στη στις παραδόσεις και τους θρύλους του.


sarantakos 

Sunday, 17 July 2011

Λόγια της... πίκρας: Κατεδαφίστηκε το σπίτι του Ανδρέα Καρκαβίτσα στην παραλία των Λεχαινών

Οι «αυθαίρετοι» κατεδάφισαν το σπίτι με τις πικροδάφνες...
Οι «άλλοι» αντέδρασαν κατόπιν εορτής!! 
 .
Κοιτάξτε παιδιά. Μέσα στο γενικό μπάχαλο, μη σας ξεφύγει τίποτα, μην αφήσετε κάτι όρθιο!!
Ανδρέας Καρκαβίτσας
Ο Σύλλογος Οικιστών προέβη σε αυτήν την ενέργεια, καθώς -σύμφωνα με τον ίδιο- «επρόκειτο για ένα ερείπιο-εστία μόλυνσης για την περιοχή τους»  
Το παραλιακό σπίτι με τις πικροδάφνες του Ανδρέα Καρκαβίτσα στην παραλία των Λεχαινών ισοπεδώθηκε πριν από δύο ημέρες. 
Το γκρέμισαν οι άνθρωποι του Συλλόγου Οικιστών (αυθαιρέτων), με απόφαση της γενικής τους συνέλευσης, καθώς όπως υποστηρίζουν επρόκειτο για «ένα ερείπιο-εστία μόλυνσης για την περιοχή τους».
Η ενέργεια έχει προκαλέσει θύελλα αντιδράσεων στην τοπική κοινωνία. 
Κοινή ανακοίνωση διαμαρτυρίας, εξέδωσαν η «Ένωση Πολιτών για την Οικολογία και το Περιβάλλον», η Πολιτιστική Ομάδα Φράγμα και η «Μορφωτική Ένωση Λεχαινών ''Ανδρέας Καρκαβίτσας"», η οποία έχει ως εξής:
«Το μόνο σπιτάκι που θα έπρεπε να διατηρηθεί στην παραλία του Αγίου Παντελεήμονα Λεχαινών «το σπίτι του Καρκαβίτσα», ισοπεδώθηκε προχθές από τον Σύλλογο των (αυθαίρετων) Οικιστών με τη δικαιολογία ότι ήταν ερειπωμένο και εστία μόλυνσης!
Άραγε από πού αντλεί αυτή την εξουσία ο Σύλλογος των (αυθαίρετων ) Οικιστών; Ποιος νόμος του δίνει το δικαίωμα να κατεδαφίζει κτίσματα σε δημόσια παραλιακή έκταση, τα εκατοντάδες κτίσματα της οποίας έχουν από το 1997 χαρακτηρισθεί αυθαίρετα και παράνομα; Εδώ ας απαντήσουν οι αρμόδιες διοικητικές και δικαστικές αρχές».
Τ ο παραλιακό σπίτι, -πνιγμένο στις πικροδάφνες- της οικογένειας του συγγραφέα Ανδρέα Καρκαβίτσα το έχτισε... 

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki