Κάποτε μια νύχτα θ’ ανοίξω τα μεγάλα κλειδιά των τρένων για να περάσουν οι παλιές μέρες οι κλειδούχοι θα 'χουν πεθάνει, στις ράγιες θα φυτρώνουν μαργαρίτες απ’ τα παιδικά μας πρωινά
κανείς δεν έμαθε ποτέ πώς έζησα, κουρασμένος από τόσους χειμώνες τόσα τρένα που δε σταμάτησαν πουθενά, τόσα λόγια που δεν ειπώθηκαν οι σάλπιγγες βράχνιασαν, τις θάψαμε στο χιόνι πού είμαι; γιατί δεν παίρνω απάντηση στα γράμματά μου; κι αν νικηθήκαμε δεν ήταν απ’ την τύχη ή τις αντιξοότητες, αλλά απ’ αυτό το πάθος μας για κάτι πιο μακρινό κι ο αγέρας που κλείνει απότομα τις πόρτες και μένουμε πάντοτε έξω όπως απόψε σε τούτο το έρημο τοπίο που παίζω την τυφλόμυγα με τους νεκρούς μου φίλους. Όλα τελειώνουν κάποτε. Λοιπόν, αντίο! Τα πιο ωραία ποιήματα δε θα γραφτούν ποτέ…
Ο Νικηφόρος Βρεττάκος γεννήθηκε στις 19 Δεκεμβρίου 1911 στις Κροκεές Λακωνίας. Ο «ποιητής του φωτός και της αγάπης», όπως αποκλήθηκε, εξέφρασε με το έργο του το πανανθρώπινο όραμα της Ειρήνης και της Δικαιοσύνης.
Τούτη την ώρα αισθάνομαι πως είμαι ο ίδιος μια αντίφαση. Αλήθεια, η Σουηδική Ακαδημία έκρινε πως η προσπάθειά μου σε μια γλώσσα περιλάλητη επί αιώνες, αλλά στην παρούσα μορφή της περιορισμένη, άξιζε αυτή την υψηλή διάκριση. Θέλησε να τιμήσει τη γλώσσα μου, και να – εκφράζω τώρα τις ευχαριστίες μου σε ξένη γλώσσα*.
Σας παρακαλώ να μου δώσετε τη συγγνώμη που ζητώ πρώτα- πρώτα από τον εαυτό μου.
Ανήκω σε μια χώρα μικρή. Ένα πέτρινο ακρωτήρι στη Μεσόγειο, που δεν έχει άλλο αγαθό παρά τον αγώνα του λαού του, τη θάλασσα, και το φως του ήλιου. Είναι μικρός ο τόπος μας, αλλά η παράδοσή του είναι τεράστια και το πράγμα που τη χαρακτηρίζει είναι ότι μας παραδόθηκε χωρίς διακοπή. Η ελληνική γλώσσα δεν έπαψε ποτέ της να μιλιέται. Δέχτηκε τις αλλοιώσεις που δέχεται καθετί ζωντανό, αλλά δεν παρουσιάζει κανένα χάσμα. Άλλο χαρακτηριστικό αυτής της παράδοσης είναι η αγάπη της για την ανθρωπιά· κανόνας της είναι η δικαιοσύνη. Στην αρχαία τραγωδία, την οργανωμένη με τόση ακρίβεια, ο άνθρωπος που ξεπερνά το μέτρο πρέπει να τιμωρηθεί από τις Ερινύες. O ίδιος νόμος ισχύει και όταν ακόμη πρόκειται για φυσικά φαινόμενα: «Ήλιος ουχ υπερβήσεται μέτρα» λέει ο Ηράκλειτος· «ει δε μη, Ερινύες μιν Δίκης επίκουροι εξευρήσουσιν»**.
Συλλογίζομαι πως δεν αποκλείεται ολωσδιόλου να ωφεληθεί ένας σύγχρονος επιστήμων, αν στοχαστεί τούτο το απόφθεγμα του Ίωνα φιλοσόφου. Όσο για μένα συγκινούμαι παρατηρώντας πως η συνείδηση της δικαιοσύνης είχε τόσο πολύ διαποτίσει την ελληνική ψυχή, ώστε να γίνει κανόνας και του φυσικού κόσμου. Και ένας από τους διδασκάλους μου, των αρχών του περασμένου αιώνα, γράφει: «…θα χαθούμε, γιατί αδικήσαμε…»***. Αυτός ο άνθρωπος ήταν αγράμματος· είχε μάθει να γράφει στα τριάντα πέντε χρόνια της ηλικίας του.
Αλλά στην Ελλάδα των ημερών μας, η προφορική παράδοση πηγαίνει μακριά στα περασμένα όσο και η γραπτή. Το ίδιο και η ποίηση. Είναι για μένα σημαντικό το γεγονός ότι η Σουηδία θέλησε να τιμήσει και τούτη την ποίηση και όλη την ποίηση γενικά, ακόμη και όταν αναβρύζει ανάμεσα σ' ένα λαό περιορισμένο. Γιατί πιστεύω πως τούτος ο σύγχρονος κόσμος όπου ζούμε, ο τυραννισμένος από το φόβο και την ανησυχία, τη χρειάζεται την ποίηση.
Η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα – και τι θα γινόμασταν, αν η πνοή μας λιγόστευε;
Είναι μια πράξη εμπιστοσύνης – κι ένας Θεός το ξέρει αν τα δεινά μας δεν τα χρωστάμε στη στέρηση εμπιστοσύνης. Παρατήρησαν, τον περασμένο χρόνο, γύρω από τούτο το τραπέζι, την πολύ μεγάλη διαφορά ανάμεσα στις ανακαλύψεις της σύγχρονης επιστήμης και στη λογοτεχνία· παρατήρησαν πως ανάμεσα σ' ένα αρχαίο ελληνικό δράμα και ένα σημερινό η διαφορά είναι λίγη.
Ναι, η συμπεριφορά του ανθρώπου δε μοιάζει να έχει αλλάξει βασικά. Και πρέπει να προσθέσω πως νιώθει πάντα την ανάγκη ν' ακούει τούτη την ανθρώπινη φωνή που ονομάζουμε ποίηση. Αυτή τη φωνή που κινδυνεύει να σβήσει κάθε στιγμή από στέρηση αγάπης και ολοένα ξαναγεννιέται. Κυνηγημένη, ξέρει πού να 'βρει καταφύγιο· απαρνημένη, έχει το ένστικτο να πάει να ριζώσει στους πιο απροσδόκητους τόπους. Γι' αυτή δεν υπάρχουν μεγάλα και μικρά μέρη του κόσμου. Το βασίλειό της είναι στις καρδιές όλων των ανθρώπων της γης. Έχει τη χάρη ν' αποφεύγει πάντα τη συνήθεια, αυτή τη βιομηχανία.
Χρωστώ την ευγνωμοσύνη μου στη Σουηδική Ακαδημία, που ένιωσε αυτά τα πράγματα· που ένιωσε πως οι γλώσσες, οι λεγόμενες περιορισμένης χρήσης, δεν πρέπει να καταντούν φράχτες, όπου πνίγεται ο παλμός της ανθρώπινης καρδιάς· που έγινε ένας Άρειος Πάγος ικανός: να κρίνει με αλήθεια επίσημη την άδικη μοίρα της ζωής, για να θυμηθώ το Σέλλεϋ, τον εμπνευστή, καθώς μας λένε, του Αλφρέδου Νομπέλ, αυτού του ανθρώπου που μπόρεσε να εξαγοράσει την αναπόφευκτη βία με τη μεγαλοσύνη της καρδιάς του. Σ' αυτό τον κόσμο, που ολοένα στενεύει, ο καθένας μας χρειάζεται όλους τους άλλους. Πρέπει ν' αναζητήσουμε τον άνθρωπο, όπου και να βρίσκεται. Όταν, στο δρόμο της Θήβας, ο Oιδίπους συνάντησε τη Σφίγγα κι αυτή του έθεσε το αίνιγμά της, η απόκρισή του ήταν: ο άνθρωπος. Τούτη η απλή λέξη χάλασε το τέρας. Έχουμε πολλά τέρατα να καταστρέψουμε. Ας συλλογιστούμε την απόκριση του Oιδίποδα.
* Η ομιλία γράφτηκε και δόθηκε στα γαλλικά. ** «δεν πρέπει ο Ήλιος να ξεπερνάει το μέτρο· διαφορετικά, οι ίδιες οι Ερινύες θα προσφερθούν ως βοηθοί της Δικαιοσύνης» *** Ο Σεφέρης αναφέρεται στο Μακρυγιάννη, ο οποίος όμως αποδίδει τη συγκεκριμένη φράση σε έναν Τούρκο μπέη.
Ούτε μια αναφορά στα περιβόητα "μέσα", ούτε ένας στίχος-μνημόσυνο, έτσι "για τα μάτια του κόσμου"... Αυτοί είμαστε... έτσι καταντήσαμε... και μετά μιλάμε για "ανάπτυξη" και "πολιτισμό" στην εποχή των "επισυνδέσεων"*
* επισύνδεσηθηλυκό (νεολογισμός, πληροφορική) παράλληλη σύνδεση κάποιου σε επικοινωνιακό δίκτυο με τέτοιο τρόπο, ώστε να παρακολουθεί και να λαμβάνει όσα στοιχεία της επικοινωνίας αυτής επιθυμεί, χωρίς ο ίδιος να γίνεται φανερός ή αντιληπτός
Κύριε μόνο με την σιωπή σε νοιώθουμε. Κάθε ομιλία σε πληγώνει. Κι οι λέξεις μας είναι τα τραύματά σου απ΄ όπου, μαζί με το αίμα σου, στάζει και λίγη απεραντοσύνη.
Εμπιστοσύνη που να παραδίδεται χρειάζεται ο άνθρωπος. Μία αγκαλιά που να μπορεί να την εμπιστευτεί. Ένα αίσθημα ότι ακόμη κι αν όλα φαίνονται μάταια, ακόμη κι αν οι θλίψεις καταπίνουν την ελπίδα, εντούτοις υπάρχει κάτι που να μας κρατά. Το κάτι όμως είναι ιδέα. Οι ιδέες δεν πεθαίνουν, εμείς όμως; Δεν είναι το κάτι που μας λείπει. Είναι το «Κάποιος». Για να Τον βρούμε όμως δεν χρειάζεται τόσο ο λόγος, όσο η σιωπή. Γιατί Αυτόν τον Κάποιον εμείς Τον πληγώνουμε με τα περιττά μας λόγια, τα ψεύτικα, τα μεγάλα. Εμείς που ξέρουμε το Ωσαννά να το κάνουμε Σταύρωσον. Μέσα από τη σιωπή μας μπροστά στο μυστήριο του να είναι ο Κάποιος.
Αυτός που μας παρηγορεί, μας κάνει να ελπίζουμε, γιατί αν Αυτός έδωσε το Αίμα Του για μας που Τον πληγώσαμε και Τον πληγώνουμε, αξίζει ο κόσμος, τότε, ναι, υπάρχει η απεραντοσύνη της αιωνιότητας, στην οποία κι εμείς χωρούμε. Αρκεί ένα «ελέησον ημάς». Ένα «Μνήσθητι». Μία ή δύο λέξεις που αποτυπώνουν ένα αίτημα αιωνιότητας. Μετά από αυτές η σιωπή. Όχι μόνο γιατί δεν μπορούμε. Αλλά γιατί μόνο Εκείνος μπορεί. Ο Κύριος των Δυνάμεων. Μεθ’ημών γενού.
Εμπρός, Ελλάδα αντάρτισσα, στυλώσου κράτα με τ' άρματα γερά τη δύναμή σου. Δεν ξεσηκώθηκε ένας Όλυμπος του κάκου η Πίνδος σου κι οι Θερμοπύλες, η τιμή σου. Ξεπήδησε απ' των σπλάχνων σου τα βάθη η λευτεριά σου δυνατή, φωτός πυρήνας κι απ' του Θησέα και του Περικλή τους τάφους και τα ιερά τα πάντα νέα της Αθήνας. Τσάκισε τώρα, γη θεών κι ηρώων τις αλυσίδες της σκλαβιάς, τη μαύρη μοίρα με τις γλυκόλαλες ωδές απ' του Τυρταίου κι από του Ρήγα και του Βύρωνα τη λύρα.
Σού κρατεί τό χέρι πάνω απ’τούς κατακλυσμούς ....................................
TO TALK ABOUT YOU AND ME
IV. It's still early in this world, do you hear me The monsters haven't benn tamed, do you hear me My lost blood and the sharp,do you hear me Knife Like a ram that runs through the skies And cracks the branches of the stars,do you hear me It's me, do you hear me I love you, do you hear me I hold you and I take you and I wear to you ..................... η συνέχεια στο Τα Τετράδια της Αμπάς Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι