Σάββατο, 7 Νοεμβρίου 2015

«Η Μέλια»

Έτρεξε στο δωμάτιό της, έκλεισε με δύναμη την πόρτα πίσω της να μην ακούει, κουκουλώθηκε με μιας κάτω από το μαγικό μανδύα της ηρεμίας, το πάπλωμά της.

Η Μέλια ήταν μόλις εννιά χρονών. Ένα κοριτσάκι με καχεκτική όψη, μετρίου αναστήματος, με πλούσια κατσαρά μαλλιά-κάπως δυσανάλογα με το κορμάκι της. 
Μάτια φωτεινά σα λαμπάδες, στρογγυλά σα χάντρες που κοσμούν το λαιμό και μια κάπως περίεργη μυτούλα, ήταν όλα εκείνα που έδεναν σα συνταγή πάνω από τα καλοσχεδιασμένα – από ζωγράφο θαρρείς, χείλη της. Δεν είχαν όμως χρώμα τριανταφυλλί, ούτε τα μάγουλά της ήταν ροδαλά. Αρκούνταν στις καστανές ατημέλητες μπούκλες που κάλυπταν το πρόσωπό της, ώστε να σκιάζουν παροδικά τη χλωμή της όψη.
Έβαλε το χεράκι στο στόμα, δαγκώνοντας τώρα σφιχτά την περιοχή μέσα από τον αγκώνα κι έβγαλε μια κραυγή. Τόσο δυνατή, που θαρρείς τα πουλιά τραντάχτηκαν απ’ τα συρμάτινα πλέγματα και πέταξαν μακριά, σα μια μικρή συμπαράσταση στον πόνο της.
Το όνομα της ήταν ό,τι της είχε απομείνει από τη αγαπημένη της γιαγιά που χρόνια τώρα είχε φύγει σαν από απαράμιλλο εγωισμό, δίχως να νοιαστεί για όσα άφηνε πίσω της. Εκείνη τη μικρή, δεν την είχε σκεφτεί καθόλου πριν φύγει για πάντα;
Μελιτίνη είχαν βαφτίσει τη γιαγιά, παρά τις αντιδράσεις του παπά «εμείς δε βγάζουμε τέτοια ονόματα στα παιδιά μας. Εδώ είναι χωριό. Δεν είναι του Θεού αυτά τα πράματα», έλεγε και ξανάλεγε, μα ο επιμένων νικά, άρα όλα πήγαν κατ’ ευχήν. Όταν γεννήθηκε η μικρή, η γιαγιά γερασμένη πια, χάρισε τ’ όνομά της στο μικροκαμωμένο πλασματάκι και ήταν πια σαν να είχε εκπληρώσει το σκοπό της. Μα θες λίγο τα σαρδάμ των συμμαθητών, θες λίγο η κακεντρέχεια των χωριανών, το κοριτσάκι άκουγε πια στο όνομα «Μέλια».
Άρπαξε δύο μαξιλάρια ενώ παρέμεινε κρυμμένη στο μαγικό καταφύγιο. «Εσύ είσαι η μαμά κι εσύ ο μπαμπάς» είπε, τοποθετώντας τα τώρα αντικριστά και μαζεύοντας όλη της τη δύναμη τα χτύπησε δυνατά μεταξύ τους. «Σας μισώ, σας μισώ» πλάνταξε η μικρή και τα μάτια της πρόσφεραν δύο καυτές σταγόνες να δροσίζουν τα μάγουλα.

Φυσικά και την αγαπούσαν τη Μέλια. Είχαν άλλωστε αποφασίσει από κοινού πως ήταν ό, τι καλύτερο τους είχε προσφέρει αυτός ο από χρόνια τελειωμένος γάμος. Δεν ήταν ακριβώς συνηθισμένοι γονείς, ούτε ίσως πρότυπα οικογένειας. Ποιοι είναι άλλωστε οι ιδανικοί γονείς;
Εκείνη έδινε χρόνια μάχη με τον εθισμό της στο αλκοόλ. Πότε σε ομάδες ανώνυμων αλκοολικών , πότε δίμηνη αποτοξίνωση σε δημόσια ιδρύματα. Κάθε φορά ξέκοβε. Κάθε φορά επέστρεφε με εθισμό χειρότερο από τον προηγούμενο. Δεν είχε χρόνο ούτε κουράγιο ν’ ασχοληθεί με τη μικρή της. Την ανατροφή της είχε αναλάβει η γιαγιά της, η κυρία Μελιτίνη. «Χρυσή γυναίκα. Άξια σε όλα της» έτσι έλεγαν τα μουρμουρητά στο χωριό. Μόνο μια κόρη άχρηστη, αλκοολική έβγαλε, μόνο εκεί είχε ψεγάδι. Τον άντρα της τον αγαπούσε η μητέρα της μικρής. Από έρωτα παντρεύτηκαν, μα ο έρωτας γρήγορα μαράζωσε μέσα στην παραζάλη της μέθης. Και τη Μέλια αγαπούσε. Ποια μάνα δεν αγαπά το παιδί της;
Εκείνος ήταν πιο μετρημένος σαν άνθρωπος. Συνεπής και δουλευτάρης τα πρώτα χρόνια. Ένας πατέρας, ένας σύζυγος, ένας κύριος. Κάποια εξωσυζυγική σχέση απέκτησε μονάχα μετά από καιρό. Για έναν χρόνο μόνο. Ήταν τότε που η γυναίκα του δεν άντεξε τη ντροπή της μοιχείας και βρήκε φυγή στο ποτό. Ή τουλάχιστον έτσι είπαν οι χωριανοί. Τώρα δεν έκανε πράμα πια. Η απάτη στα μέρη του είχε και ένα αντίτιμο. Δε θα κρατούσε ο κυρ Θόδωρος στο συνεργείο αυτόν τον ξετσίπωτο που κατέστρεψε την οικογένειά του.
Μόνο καυγάδες, φωνές, κλάματα ακούγονται πια στο σπιτικό. Μόνο ανθρώπους να οδύρονται, να σιχτιρίζουν αντικρίζεις πια. Μόνο ψυχές να καταριούνται, να οικτίρουν την άθλια ζωή και την κακή τους μοίρα.
Μόνο ένα μικρό κορμάκι να κρύβεται καθημερινά κάτω από το μαγικό μανδύα της ηρεμίας. Μόνο τη Μέλια. Μόνο εκείνη. Που ποτέ της δεν έφταιξε μα όλο σπαράζει «εγώ φταίω, εγώ φταίω, εγώ!»

~Μπουμπάρη Μαριλένα
antikleidi