Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2016

Το φαινόμενο του «παγόβουνου» στην έκταση της βίας κατά των παιδιών - Και οι φορείς; «την τύφλα μας την μαύρη»…

Γιώργος Νικολαΐδης

Το φαινόμενο της κακοποίησης – παραμέλησης των παιδιών παρομοιάζεται συχνά διεθνώς ως «παγόβουνο»: όπως ακριβώς στα παγόβουνα μικρό μόνο μέρος του όγκου τους εξέχει από την επιφάνεια της θάλασσας (περίπου το ένα δέκατο) ενώ το μεγαλύτερό τους μέρος παραμένει αθέατο μέσα στο νερό, έτσι και στην περίπτωση της βίας κατά των παιδιών λίγες είναι οι περιπτώσεις εκείνες που γίνονται γνωστές ενώ στις περισσότερες περιπτώσεις οι μόνοι που θα μάθουν τα γεγονότα είναι τα θύματα και οι δράστες.

Η έρευνα BECAN για την έκθεση των παιδιών σε βία στην Ελλάδα
Η θεωρητική αυτή περιγραφή απέκτησε για πρώτη φορά στην χώρα μας και μια ποσοτική αποτίμηση με τα αποτελέσματα της έρευνας BECAN (www.becan.eu) της Διεύθυνσης Ψυχικής Υγείας και Κοινωνικής Πρόνοιας του Ινστιτούτου Υγείας του Παιδιού. 
Στην έρευνα αυτή που αποτέλεσε μέρος μιας ευρύτερης έρευνας για την έκταση και τα χαρακτηριστικά της κακοποίησης – παραμέλησης των παιδιών σε 9 Βαλκανικές χώρες (η μεγαλύτερη στην Ευρώπη μέχρι σήμερα έρευνα για το θέμα με συνολικό δείγμα 63.500 παιδιά και τους γονείς τους), ερευνήθηκε μέσω ανώνυμου ερωτηματολογίου, η έκθεση σε περιστατικά βίας παιδιών ηλικίας 11, 13 και 16 ετών σε τυχαία επιλεγμένο, αντιπροσωπευτικό δείγμα 15.000 παιδιών στην Ελλάδα. 
Παράλληλα, καταμετρήθηκε στις ίδιες γεωγραφικές περιφέρειες, για τις ίδιες ηλικίες και για το ίδιο χρονικό διάστημα (το ημερολογιακό έτος 2010) πόσα τέτοια περιστατικά ήρθαν σε γνώση υπηρεσιών υγείας, πρόνοιας, δικαιοσύνης, δημόσιας τάξης και εκπαίδευσης του κυβερνητικού και μη κυβερνητικού τομέα. Η σύγκριση ήταν δυστυχώς άκρως αποκαλυπτική…

Ένα στα 20-30 παιδιά που γνωρίζει ο καθένας μας είναι θύμα…
Στο ανώνυμο ερωτηματολόγιο, τα ίδια τα παιδιά ανέφεραν πως το προηγούμενο δωδεκάμηνο από του χρόνου διεξαγωγής της έρευνας είχαν στην διάρκεια του προηγούμενου χρόνου τουλάχιστον μια εμπειρία έκθεσής τους σε σωματική βία σε ποσοστό 47,4% ενώ το 6-6,5% των παιδιών ανέφεραν εμπειρίες έκθεσής τους σε 9 ή περισσότερους διαφορετικούς τύπους σωματικής βίας (δηλαδή και χτύπημα με τα χέρια ή με τα πόδια και χτύπημα με αντικείμενο και κάψιμο και πλήγμα από μαχαίρι ή ανάλογο όργανο και ούτω καθεξής). 
Αναφορικά δε με την έκθεση των παιδιών σε ανεπιθύμητες σεξουαλικές εμπειρίες το συνολικό ποσοστό ήταν 9,5% εκ των οποίων το 4,5% των εμπειριών έκθεσης σε σεξουαλική βία εμπεριείχε και σωματική επαφή μεταξύ θύματος και δράστη ή δραστών με 2% αφορά απόπειρες βιασμού των παιδιών. Μάλιστα, σε ένα ποσοστό 3,4% του αντιπροσωπευτικού αυτού δείγματος τα παιδιά ανέφεραν εντός του 2010 εμπειρίες θυματοποίησής τους και από τους τέσσερις βασικούς τύπου βίας: και σωματική και σεξουαλική και ψυχολογική και παραμέληση. 
Και χωρίς περαιτέρω σύγκριση τα αποτελέσματα αυτά είναι αποκαλυπτικά για το μέγεθος του προβλήματος. 
Ο καθένας μας γνωρίζει στον ευρύτερο οικογενειακό ή κοινωνικό του κύκλο 20 ή 30 παιδιά. Σε κανενός το μυαλό δεν υπάρχει συνήθως η υπόνοια ότι ένα από αυτά τα παιδιά που γνωρίζουμε έχει υπάρξει θύμα π.χ. απόπειρας βιασμού ή πολλαπλής σωματικής κακοποίησης ή κακομεταχείρισης. Καθώς, όμως, τα αποτελέσματα αυτά προέκυψαν από έρευνα σε τυχαίο δείγμα του γενικού παιδικού πληθυσμού σημαίνουν ότι ισχύουν μάλλον και για τα παιδιά που γνωρίζει ο καθένας και η καθεμιά μας ανά την Ελλάδα…

Και οι φορείς; «την τύφλα μας την μαύρη»…
Στον αντίποδα όλων αυτών η εικόνα της επίγνωσης του συνόλου των φορέων και υπηρεσιών είναι μάλλον απογοητευτική. Για το ίδιο χρονικό διάστημα όλοι οι φορείς μαζί «έμαθαν» για περιστατικά σωματικής κακοποίησης παιδιών που αντιστοιχούν μόλις σε 0,18% του παιδικού πληθυσμού των αντίστοιχων ηλικιών ενώ αναφορικά με την σεξουαλική παραβίαση των παιδιών η επίγνωση όλου του συστήματος παιδικής προστασίας κυβερνητικού και μη έφτασε μόλις το 0,07% του αντίστοιχου παιδικού πληθυσμού. 
Όσο δε κανείς να σταθεί επιφυλακτικά απέναντι στα παραπάνω στοιχεία αναλογιζόμενος τους εύλογους περιορισμούς στην γενίκευσή τους ή στην μεθοδολογία της έρευνας (π.χ. ένα ποσοστό φορέων δεν συνεργάστηκε ή συνεργάστηκε πλημμελώς στο να διαθέσει τα στοιχεία του κ.λπ.) και όσο κι αν επιχειρηθεί να υποβαθμισθεί αυτή η εκτίμηση για το χάσμα ανάμεσα στο τι συμβαίνει στην κοινωνία και στο τι τελικά μαθαίνουν οι φορείς και οι υπηρεσίες παιδικής προστασίας, οι διαφορές είναι τέτοιες που το συμπέρασμα μοιάζει συντριπτικό και αδιαμφισβήτητο: 
μαθαίνουμε για πολύ λιγότερα από ένα στα δέκα περιστατικά που συμβαίνουν και ακόμα μικρότερο ποσοστό παιδιών – θυμάτων θα τύχουν της αρμόζουσας προστασίας και θεραπευτικής υποστήριξης που χρειάζονται.

Ελλείμματα και διλήμματα
Τι σημασία έχουν όλα αυτά; Σίγουρα όχι για να προκαλέσουν ή να επιτείνουν ένα γενικευμένο ηθικό πανικό στην κοινωνία. Γιατί κάτι τέτοιο όχι μόνο είναι κοινωνικά και θεωρητικά αντιδραστικό αλλά πρώτα και κύρια γιατί έχει αποδειχθεί απολύτως αναποτελεσματικό σε άλλες κοινωνίες παλαιότερα (ιδιαίτερα στον αγγλοσαξονικό κόσμο τις δεκαετίες του 70 και του 80). 
Τέτοιες εμπειρικές αποτυπώσεις, όμως, είναι πολύτιμες γιατί αποδεικνύουν τα ελλείμματα στην παιδική προστασία στην χώρα μας. Αλλά και γιατί ... αναδεικνύουν τα σύγχρονα διλήμματα στον σχεδιασμό της κοινωνικής πολιτικής που δεν μπορεί να βασίζεται στην εικόνα των ελάχιστων περιστατικών που εν τέλει θα έρθουν σε γνώση των αρχών ή των υπηρεσιών ούτε να στοχεύει στην παροχή φροντίδας μόνο σε όσα περιστατικά γνωστοποιούνται.

Τι χρειάζεται να γίνει
Η εμπειρική απόδειξη του χαρακτήρα της κακοποίησης – παραμέλησης των παιδιών στην Ελλάδα ως «παγόβουνου» υποδηλώνει πως πρώτα από όλα και στην χώρα μας χρειάζονται συγκροτημένες εθνικής εμβέλειας πολιτικές πρόληψης και πρώιμης ανίχνευσης των οικογενειών σε κρίση και των παιδιών σε κίνδυνο. Χρειάζονται συστηματικά μαθήματα εκπαίδευσης των παιδιών στα δικαιώματά τους συμπεριλαμβανόμενης της (αποφασισμένης εδώ και μια δεκαετία αλλά μη εφαρμοζόμενης λόγω των γνωστών οπισθοδρομικών αντιστάσεων) σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης. Χρειάζεται οι εκπαιδευτικοί και οι επαγγελματίες της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας να εκπαιδευτούν συστηματικά στον εντοπισμό παιδιών που διατρέχουν κίνδυνο έκθεσης σε βία αλλά και στην ορθή διαχείριση των παιδιών αυτών και εκείνων που τυχόν τους αποκαλύπτουν παρόμοιες εμπειρίες τους. Χρειάζεται ένα οικουμενικό πρόγραμμα επισκέψεων κατ’ οίκον κοινωνικών υπηρεσιών σε κάθε οικογένεια φέρνει στον κόσμο ένα παιδί (όπως σε κάθε ανεπτυγμένη χώρα…) για την υποστήριξη των αναπόδραστων αλλαγών που η έλευση ενός βρέφους φέρνει σε κάθε οικογένεια. Χρειάζεται οι ψυχοκοινωνικές υπηρεσίες να διαταχθούν πρώτα από όλα υποστηρικτικά στην οικογένεια που δυσκολεύεται και όχι διωκτικά και ανταγωνιστικά. Και τόσα ακόμα… Χρειάζεται όμως πάνω από όλα ένα καθολικό σύστημα κοινωνικών υπηρεσιών παιδικής προστασίας σε όλη την χώρα.

Άμεση ανάγκη για αναθεώρηση προτεραιοτήτων
Ένα αμερικανικό Πανεπιστήμιο στην Καλιφόρνια πρώτο πριν δεκαετίες υπολόγισε την βλαπτική επίδραση των ανεπιθύμητων εμπειριών της παιδικής ηλικίας στην μετέπειτα ζωή των παιδιών. Σήμερα είναι πλέον δεδομένο ότι όσο περισσότερες τέτοιες βιώσει ένα παιδί, τόσο περισσότερο θα απασχολήσει εκτός των άλλων και το σύστημα υπηρεσιών υγείας λόγω των απώτερων προβλημάτων σωματικής και ψυχικής υγείας που θα παρουσιάσει. Στην χώρα μας βέβαια που οι προτεραιότητες της πολιτικής υγείας εν πολλοίς καθορίζονται από επιχειρηματικά συμφέροντα, και καθώς δεν υπάρχει μηχάνημα μέτρησης της οικογενειακής δυσλειτουργίας ή μετρητής της παιδικής δυστυχίας, άρα ούτε και πολυεθνικές ιατροτεχνολογικού εξοπλισμού που να τα προωθούν, είμαστε και στο θέμα της προστασίας των παιδιών πολύ πιο πρόθυμοι να θεραπεύσουμε τις επιπλοκές παρά να προλάβουμε την γενεσιουργό αιτία τους. Μήπως όμως – και μάλιστα στο φόντο της παρούσας κρίσης – είναι ώρα να αναθεωρήσουμε τις προτεραιότητές μας;