Κυριακή, 19 Ιουνίου 2016

Να μπορείς να λες «Μπαμπάααα;;;»...

Γράφει η Μένια Τσιμπίδη, καθηγήτρια Αγγλικής
Φιλολογίας.

Για τον μπαμπά μου…

Διαβάζω τόσα ωραία, τρυφερά, αληθινά και συναισθηματικά άρθρα σήμερα με αφορμή τη γιορτή του πατέρα.
Λοιπόν που λέτε, εγώ δεν ήμουν ποτέ η πριγκίπισσα και η πιο όμορφη του κόσμου…
Παρόλο που κι ασχημόπαπο δεν με έλεγες…
Κι όμως.
Δεν ένιωσα ποτέ, ούτε σαν μικρό κοριτσάκι, πως ήμουν ιδιαίτερη.
Έξυπνη, όμορφη, τρυφερή, αλλά και δυναμική.
Δεν τα ξεστομίζει κάτι τέτοια ο μπαμπάς μου!

Είναι για να λέγονται σ' αυτούς που θέλουν το «μπράβο». Τους λίγους. Τους μαλθακούς. Είναι γελοίες τέτοιες κουβέντες και στερούνται ουσίας…
Και περνούσαν τα χρόνια.Και γινόμουν και έξυπνη και πνευματώδης και τρυφερή και δοτική. Και χιούμορ ωραίο είχα και δημοφιλής ήμουν και όλοι να με κάνουν παρέα ήθελαν.
Μου έλειπε όμως, ή έτσι ένιωθα τουλάχιστον, η επιβράβευση του μπαμπά. Γιατί στήριξη είχα. Πάντα. Σιωπηλή, σοβαρή, ήρεμη, χωρίς εξάρσεις και υπερβολές. Αλλά είχα και κριτική. Εύστοχη και επί του θέματος. Που σπάνια, ως ποτέ θα έλεγα, δεν ήταν καλά μελετημένη και ορθή.
Όλες οι φίλες μου, με το τίποτα, έπαιρναν τα εύσημα, τα μπράβο και τα συγχαρητήρια. Και εγώ έπρεπε να κάνω κι άλλα. Να προσπαθήσω κι άλλο.
Αφού μπορώ, γιατί όχι; Μόνιμη επωδός…
Κάποια στιγμή στα 27 πια, η κολλητή μου μου είπε μια κουβέντα που ποτέ δεν θα ξεχάσω.

Εγώ έχω το εξής θέμα: Αγγίζω πολύ.! Αγκαλιάζω, ακουμπάω, χαϊδεύω, κάνω έντονες χειρονομίες με τα χέρια καθώς μιλάω, και μου είπε λοιπόν σε μια παρόμοια περίσταση, πως έχω πάρει πολλή αγάπη. Γι” αυτό δίνω πολλή και απλόχερα. Μπορεί. Ξέρω σίγουρα πως ένιωθα να μ' αγαπούν σ’ όλη μου τη ζωή. Αρκετά καλή δεν ένιωθα.
Για τον μπαμπά μου συγκεκριμένα.
Πολύ ψηλά αυτός ο πήχης βρε παιδί μου. Και αγωνιζόμουν να τον φτάσω. Να νιώσει κι αυτός περήφανος. Να πιστέψει πως καλά τα έχει κάνει όλα. Και να επαναπαυτεί λιγάκι. Μπα…
Ώριμη γυναίκα και μαμά πια, το πιο σημαντικό, γιατί εγώ με την ωριμότητα δεν είμαστε και κολλητοί, για ένα πράγμα είμαι απόλυτα σίγουρη. Ό,τι κι αν έχω καταφέρει στη ζωή μου μέχρι τώρα -λίγο ή πιο πολύ, μικρή σημασία έχει- το οφείλω στον μπαμπά. Όχι στη μαμά. Όχι και στους δύο. Στον μπαμπά.
Με έσπρωχνε όταν εγώ νόμιζα πως με φρενάρει.
Με εμψύχωνε όταν εγώ νόμιζα πως με αποθαρρύνει.
Και όταν έφτασε η κρίσιμη στιγμή, άφησε το σπίτι του και την ηρεμία του και ήρθε μαζί μου στην επαρχία! Στον πρώτο μου διορισμό. Τα δυο μας. Να βρούμε σπίτι, να το εξοπλίσουμε, να μάθουμε την πόλη, να ανοίξω τα φτερά μου έξω απ” την Αθήνα. Παιδί της πόλης μια ζωή γαρ..
Αν δεν ερχόταν, δεν ξέρω αν θα πήγαινα. Ήθελα πολύ βέβαια, αλλά ήμουν και λιγάκι βολεμένη. Φροντιστήρια, ιδιαίτερα, παρέες, έξοδοι, ξενύχτια.
Που να τραβιέσαι;

Εκείνος το ήξερε όμως. Παρόλο που ποτέ δεν το παραδέχτηκα.
Και έτσι… μαζί στη χαρά και στο νέο ξεκίνημα.
Μαζί και στον μεγαλύτερο πόνο, χρόνια μετά. Που μαλάκωνε μόνο χάρη στην ολιγόλογη, λακωνική, ήρεμη στήριξη του, που σε μένα μόνο φανέρωνε τον ανείπωτο πόνο του. Που πονούσε το παιδί του.
Κάθε πρωί ο πρώτος που μιλάω στο τηλέφωνο είναι ο μπαμπάς.
Πριν πιω καφέ.
Πριν καπνίσω.
Πριν πάω στη δουλειά.
Δεν ξεκινάει αλλιώς η μέρα.
Θέλει το τελετουργικό της…
Μεγάλη ευλογία. Μεγάλη τύχη. Ο,τι κι αν έρχεται στο μυαλό, μικρό ή μεγάλο, σημαντικό ή ανόητο, να μπορείς να λες : Μπαμπαααα;;; Θεϊκό!

Σε κοροϊδεύει κι ο αδερφός σου λίγο βέβαια, αλλά δεν σε νοιάζει…

Σε όλες κι όλους που έχουν χάσει τον μπαμπά, ή δεν είναι κοντά τους, μόνο να φανταστώ πως νιώθουν μπορώ…


Unblock
το βρήκαμε στην αγαπημένη μας Ιδεοπηγή