Κυριακή, 13 Μαΐου 2018

Γιορτή της Μητέρας: «Να, τα Δικά Μου Ασημικά!»

Μια φορά (και σε καιρό αληθινό) ήταν μια μανούλα που είχε τέσσερα παιδάκια. 
Το μεγαλύτερο ήταν έξι χρονών και το μικρότερο ίσα που μπουσούλαγε. 
Μόλις είχε μετακομίσει η οικογένεια στο δικό της σπιτάκι. Είχαν βάλει μέσα τα απαραίτητα και πολλά ακόμα έλειπαν για να το τελειώσουν. Σιγά-σιγά, όλα θα γίνουν, σκεφτόταν και μια χαρά μεγάλωναν τα βλασταράκια της.

Ένα απόγευμα χτυπάει το κουδούνι. 
Μια γειτόνισσα ήρθε για επίσκεψη.
Η πόρτα άνοιξε χαρούμενα και η άγνωστη κάθισε στο σαλόνι.
Άρχισε να μελετάει τους χώρους αδιάκριτα και, μετά τα τυπικά, για καλή εγκατάσταση και τα παρόμοια, έκανε το μεγάλο λάθος.
- «Βλέπω ότι ακόμα δεν έχετε επιπλώσει το σπίτι», είπε με το θράσος που δίνει η αίσθηση της «ανωτερότητας».
- Όλα θα γίνουν, απάντησε η μανούλα, προσπαθώντας να φανεί ευγενική.
- Εδώ, αυτή η γωνιά είναι ό,τι πρέπει για να βάλεις μια βιτρίνα για τα ασημικά σου, συνέχισε η άλλη.
- Ααα, τα ασημικά μου!! Δεν το είχα σκεφτεί. Μισό λεπτάκι παρακαλώ. Είπε η μανούλα και άνοιξε την πόρτα που οδηγούσε στα υπνοδωμάτια.
- Παιδιά, ελάτε λίγο που σας θέλω, φώναξε.

Σε ένα λεπτάκι τα παιδάκια παρουσιάστηκαν. 
Πρώτα τα μεγαλύτερα μέσα στις μπογιές ζωγραφικής και αμέσως μετά ο τρίτος μπόμπιρας κουβαλώντας και σέρνοντας σχεδόν το μικρό αδερφάκι του.
Αυτό που είδε η γειτόνισσα δεν πρόκειται να το ξεχάσει. 
Και αυτά που άκουσε ίσως να της έδωσαν ένα καλό μάθημα.
Ο πιτσιρίκος που έσερνε το μικρό, είχε πασαλειφτεί ολόκληρος σχεδόν με μερέντα στα χεράκια και το πρόσωπο και το μωράκι, μέσα στη μερέντα και αυτό γλυφόταν με ευχαρίστηση.
Ααα!! έκανε η ξένη, λερώθηκαν!!

-Να, τα δικά μου ασημικά! Είπε με καμάρι η μάνα.
Η γειτόνισσα, όπως έμαθα, δεν επισκέφτηκε άλλη φορά τη μανούλα, που δεν είχε ασημικά για να βάλει σε έπιπλο, αλλά ασημικά και μαλάματα της καρδιάς της, πασαλειμμένα με μερέντα και χρώματα ζωγραφικής.