Showing posts with label Χωριό. Show all posts
Showing posts with label Χωριό. Show all posts

Friday, 16 August 2024

Piplantri: Το χωριό στην Ινδία όπου φυτεύονται 111 δέντρα κάθε φορά που γεννιέται ένα κορίτσι

Ο αριθμός 111 είναι, για τους Ινδούς, σύμβολο της ευτυχίας και της προόδου.
👧👧👧👧👧
Ένα παράδειγμα σεβασμού της ζωής των γυναικών και της φύσης, που θα πρέπει να αποτελέσει πηγή έμπνευσης για ολόκληρo τον κόσμο.
Σε πολλά μέρη της Ινδίας τα αγόρια προτιμούνται έναντι των κοριτσιών, τα οποία, λόγω του θεσμού της προίκας, αποτελούν μια σημαντική οικονομική επιβάρυνση για τις οικογένειές τους. 
Όμως οι κάτοικοι του Πιπλάντρι στο Ρατζαστάν της Ινδίας μάχονται κατά αυτής της προκατάληψης γιορτάζοντας τη γέννηση των κοριτσιών τους με την φύτευση 111 δέντρων για κάθε βρέφος. 
Ένα δώρο στη φύση για το δώρο της ζωής.
Αυτό το πρωτότυπο τελετουργικό ξεκίνησε όταν ο Shyam Sunder Paliwal έχασε την έφηβη κόρη του, την Kiran, και φύτεψε ένα δέντρο προς τιμήν της. 
Σήμερα, ηγείται μιας προσπάθειας σκοπός της οποίας είναι να διασφαλίσει ότι τα κορίτσια του Πιπλάντρι προστατεύονται αλλά και εκπαιδεύονται, ώστε μεγαλώνοντας να γίνουν ανεξάρτητες και αυτάρκεις γυναίκες.
Τα δέντρα που φυτεύονται δεν ομορφαίνουν μόνο το χωριό αλλά αποτελούν τα σύμβολα μιας πολιτιστικής, περιβαλλοντικής και πολιτικής επανάστασης που συμβαίνει σε αυτόν τον τόπο.

m.lifo
Πηγή: Great Big Story
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Friday, 23 December 2022

Νοσταλγικές αναμνήσεις από τις μεγάλες Χριστουγεννιάτικες γιορτές της δεκαετίας του 60-70

Το χαμηλόκτιστο σπίτι ξεχώριζε από την πέτρινη καπνοδόχο του, που έστελλε λευκές κορδέλες καπνού, στον μαυρισμένο Χειμωνιάτικο, μουντό ουρανό. Έξω λυσσομανούσε ο βοριάς, με το ψιλοβρόχι να παγώνει τον τρομαγμένο κοκκινολαίμη, που κούρνιαζε στις φυλλωσιές των θάμνων.

Έκαιγε η παρασκιά και στο κουμούλι γύρω- γύρω, καθόταν τα παιδιά. Με το φως της λάμπας πετρελαίου, το μεγαλύτερο παιδί διάβαζε για τα αδέρφια του, τα Χριστουγεννιάτικα διηγήματα του Παπαδιαμάντη. Δεν τους περίσσευαν λεφτά, για να τ’ αγοράσουν και δανείστηκαν το βιβλίο από το μονοθέσιο Σχολειό τους. Έπρεπε να περπατούν από το ξημέρωμα αρκετές ώρες δρόμο, με φθαρμένα παπούτσια και ρούχα, για να φτάσουν στο Σχολειό του χωριού. Η μάντρα με τα προβατάκια της, και το φτωχικό τους σπίτι, ήταν πολύ μακριά.

Ο μοναδικός δάσκαλος, δίδασκε τα παιδιά έξι ώρες την ημέρα. Κάθε ώρα, αντιστοιχούσε και σε μια τάξη. Έτσι τα παιδιά μάθαιναν την ύλη όλων των τάξεων. Ήταν μικρό εκείνο το Σχολείο, στο χωριό  και τα στενά χωμάτινα δρομάκια του, τα περνούσαν καθημερινά τα λιγοστά παιδιά που διψούσαν για μάθηση.

Ο μικρός Κωστής, η Ελενίτσα, ο Δημήτρης, η Μαρία, ο Γιωργάκης, η Κατερίνα, δεν έχαναν ούτε μια μέρα από τα αγαπημένα τους μαθήματα.

Εκεί στο Σχολειό διάβαζαν και έπαιζαν στην μικρή αυλή, που ήταν παράλληλα και η αυλή της Εκκλησίας της Παναγιάς.

Ώσπου ήρθαν οι Χριστουγεννιάτικες διακοπές και τα παιδιά χαρούμενα απάγγειλαν τα γιορτινά ποιήματα τους. Για δυο βδομάδες θα αποχωρίζονταν τα φιλαράκια τους, το τσίγκινο κουβαδάκι, την καστανιά και το εμαγιέ κατσαρολάκι, που τους έβαζε ο Σχολικός επιστάτης ο Πέτρος, το ζεστό γάλα, από το συσσίτιο, ακολουθούμενο με ένα κομμάτι κίτρινο τυρί του γκαζοντενεκέ.

Χαρούμενα πέταξαν τα βιβλία, στην άκρη του ξύλινου τραπεζιού και μόλις το ημερολόγιο έδειξε παραμονές των μεγάλων Γιορτών, ξεχύθηκαν στις γειτονιές με ένα αυτοσχέδιο σιδερένιο τριγωνάκι. Φόρεσαν και τα χοντρά παλτά τους, τους πλεκτούς σκούφους και τα γάντια, που τους έπλεξε η γιαγιά. Έψαλλαν τα Κάλαντα, παρέες- παρέες και από πόρτα σε πόρτα, ενώ οι μελωδικές παιδικές φωνές τους ζωντάνευαν το σιωπηλό ορεινό χωριό.

Θα μοιράζονταν στο τέλος κατά το σούρουπο, μερικές τρύπιες δεκάρες, λίγα αυγά και πολλά σπιτικά γλυκίσματα.

Στο ζεστό, πέτρινο σπιτάκι, σε μια γωνιά για γιορτινό Χριστουγεννιάτικο  δεντράκι,  έστεκε ένα κλαδάκι από κυπαρίσσι. Ήταν φορτωμένο με μύγδαλα και καρύδια, τυλιγμένα στο ασημόχαρτο της καραμέλας και της σοκολάτας. Κάτω στη ρίζα του η κάρτα των ξενιτεμένων με την Θεία Γέννηση του Χριστού. Πουθενά δεν υπήρχαν τα συνηθισμένα δώρα.

Δεν περίσσευαν λεφτά ούτε για παιχνίδια. Λίγες πάνινες κούκλες και μπάλες, λίγα θρύψαλα από σπασμένα πιατικά, γίνονταν πολύτιμο σερβίτσιο φαγητού, στο φανταστικό παιχνίδι.

Το τσέρκι αρκούσε, ώστε ένα στεφάνι από παλιό βαρέλι και ένα κομμάτι σίδερο, να τρέχει και να διασκεδάζει  τους μικρούς παίχτες, ως τα πέρατα της γης. Άλλοτε πάλι ένα χαρτονένιο καραβάκι, τους ταξίδευε σε φουρτουνιασμένες θάλασσες, σε απέραντους ωκεανούς και σε χώρες μακρινές. Έτσι όπως τις μάθαιναν στο μάθημα τις Γεωγραφίας και με διάπλατα μάτια, τις εντόπιζαν στον Παγκόσμιο χάρτη, του Άτλαντα.

Έπεφτε νωρίς το σκοτάδι και η μάνα έπρεπε να έχει έτοιμο, εκτός από το γάλα και  βραστικό από αλεσφακιά ή από σάψυχο, για να ζεσταθούν όλοι. Λίγο σπιτικό ψωμί, βγαλμένο από το φούρνο του Σαββάτου και αλειμμένο με τη γλίνα από τα τελευταία χοιροσφάγια, μερικές ελιές και έτοιμο το δείπνο.

Ο πατέρας, μόλις είχε γυρίσει από το καφενεδάκι του μπάρμπα Γιάννη. Κρατούσε γλυκές καραμέλες ή λουκούμια, που ήταν τα κέρδη του από το βραδινό τάβλι με τους λεσπέρηδες, δηλ τους (γεωργό -κτηνοτρόφους) φίλους του. Τα κρύα βράδια του Χειμώνα, στις αποσπερίδες, εκτός από το τζάκι που έκαιγε ξερόκλαδα, η πραγματική ζεστασιά βρισκόταν στην καρδιά της οικογένειας. Οι γιορτές θα περνούσαν όχι στερημένα, αλλά με τα απαραίτητα. Ο πάππους έλεγε με σοφία πως ‘με την αγάπη και την ομόνοια της οικογένειας, τα λίγα γίνονταν πολλά.’

Ο καλοθρεμμένος κόκορας στην αυλή, θα πρωταγωνιστούσε στο οικογενειακό και συγγενικό τραπέζι. Ξεροψημένος, γεμιστός, νόστιμος, βγαλμένος από τον σπιτικό ξυλόφουρνο.

Το σπιτικό, Χριστόψωμο και η Βασιλόπιτα της μαμάς, μαζί με τους παραδοσιακούς κουραμπιέδες, τα φοινίκια ή μελομακάρονα και τις μελωμένες δίπλες, θα επιβράβευαν την νοικοκυροσύνη και την μαγειρική της τέχνη.

Ξημέρωσε η 25 η του Δεκέμβρη. Χριστούγεννα αχάραγα, και  οι γλυκόλαλες καμπάνες των Εκκλησιών, καλούσαν τους πιστούς να ευλογηθούν με τη  Θεία Γέννηση του Χριστού.

«Ξυπνήστε Χριστιανοί, η Εκκλησία αρχίνισε και ο παπάς δεν θα μας περιμένει.» Έλεγαν οι γειτόνοι και χτυπούσαν τις πόρτες των συγχωριανών τους, για να είναι έτοιμοι όλοι και να προλάβουν τα χαράματα την Εκκλησία.

Ήρθαν  τα  ευλογημένα Χριστούγεννα και  η κάθε οικογένεια θα βάλει τα καλά της ρούχα, φρεσκοπλυμένα και καλό σιδερωμένα με το σίδερο τον καρβουνιάρη και θα πάει με το ξημέρωμα ως την Εκκλησιά.

Ένα ανθρώπινο ποτάμι, κρατώντας κεριά αναμμένα θα ανηφορίσει το πέτρινο μονοπάτι, για να φτάσει ως την πετρόχτιστη αιωνόβια Εκκλησία. Εκεί μπροστά στην εικόνα της Παναγιάς, θα ακουστούν οι  ικεσίες, οι προσευχές και οι δεήσεις, μαζί με τους πιο μελωδικούς ύμνους, στο αναλόγιο των ψαλμωδών.  ‘Χριστός γεννάτε δοξάσατε’. Θα μοσχοβολά το ευωδιαστό θυμίαμα και θα λαμποκοπούν τα μανουάλια, από τα αναμμένα κεριά, μπροστά στο εικονοστάσι.

Όλο το χωριό μια οικογένεια, μια αγκαλιά αγάπης, πλημμυρισμένη με ευχές.

Την Πρωτοχρονιά, η γλυκόλαλη καμπάνα από το χιονισμένο πανύψηλο καμπαναριό, θα καλέσει ξανά τους πιστούς του χωριού, να βάλουν τα καλά τους ρούχα και να πάνε στην Εκκλησία. Ύμνοι και Ευχές θα ακουστούν και πάλι  στην Βυζαντινή εκείνη ιστορική Εκκλησιά.

Ύστερα ο αφέντης θα κάνει το ‘ποδαρικό’, κρατώντας μια Εικονίτσα του Χριστού και της Παναγιάς και σπάζοντας ένα ρόδι, στην καλό ασπρισμένη είσοδο του  χαμηλόκτιστου, φτωχικού σπιτιού.

Η νοικοκυρά, σύμφωνα με το έθιμο, θα τον υποδεχτεί μαζί με τα παιδιά.

Θα κάνει  το ‘κλου’, σκορπώντας στο πάτωμα εκτός από λίγα κέρματα, μερικά  καρύδια και αμύγδαλα,  για την άφθονη καρποφορία του χρόνου.

Και όταν θα κόψουν τη Βασιλόπιτα, μετά το γιορτινό, πρωτοχρονιάτικο τραπέζι, όποιος θα ήταν ο τυχερός που θα εύρισκε το κρυμμένο μισό-φράγκο, για επιβράβευση, θα είχε ένα γλύκισμα παραπάνω, από μελομακάρονα ή κουραμπιέδες. 

Μετά από λίγες μέρες όταν ο παπάς θα  κάνει τον Μικρό Αγιασμό, θα Αγιάσει τις αυλές και τα χωράφια, θα μπει μέσα στα σπίτια και φεύγοντας θα ραντίσει τα ζωντανά και το πηγάδι του σπιτιού. Τα Φώτα όλοι θα νηστέψουν, για να πιουν στην Εκκλησιά  το Μεγάλο Αγιασμό.

Το βράδυ θα γευτούν τους ολόγλυφους μαρμαρίτες, ψημένους στο καυτό μάρμαρο. Μέχρι την άλλη μέρα που ο Αι Γιάννης, θα τραβήξει την αυλαία και θα κλείσει το λαμπερό, γιορταστικό Δωδεκαήμερο των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς.

Όμορφα χρόνια, νοσταλγικά, χωρίς τηλεόραση, με ένα παλιό ραδιόφωνο με λυχνίες, χωρίς ενοχλητικά τηλέφωνα, εκτός από το μοναδικό στον καφενέ του χωριού. Χωρίς ηλεκτρονικούς υπολογιστές και διαδίχτυα, να μπερδεύουν στα ‘δίχτυα’ τους, ανθρώπους και καταστάσεις και να δημιουργούν χιλιάδες προβλήματα. Όμορφα χρόνια, που πέρασαν μέσα στο ανελέητο ρυάκι του χρόνου και άφησαν ανεξίτηλα τα σημάδια τους, στους τυχερούς. Σε όσους  πρόλαβαν και τα έζησαν στα χωριά, αλλά και στις πόλεις, πριν η πικρή μεταπολεμική, οικονομική μετανάστευση, αδειάσει την γεμάτη ζωντάνια Ελληνική ύπαιθρο χώρα.

Χρόνια Πολλά - Καλές Γιορτές με Υγεία

Ξανθίππη Αγρέλλη - (22/12/ 2020)

vimatisko.gr
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Tuesday, 4 October 2022

Ελληνικά Παιδικά Τραγούδια «Στο Χωριό μας»

Μάθετε στα παιδιά τις φωνές των ζώων του χωριού: 
πώς κάνει το σκυλάκι, η γατούλα, η αγελάδα και το άλογο, 
το γουρουνάκι και το αρνάκι και φυσικά...
οι ΚΟΟΟΟΤΕΣ!!! 
Στο μικρό μας το χωριό, που πολύ το αγαπώ...
Στο χωριό μας το σκυλάκι κάνει γαβ, γαβ, γαβ.
Στο χωριό μας η γατούλα κάνει νιάου, νιάου.
Στο μικρό μας το χωριό, που πολύ το αγαπώ, 

οι κοτούλες πάντα κάνουν ΚΟΚΟΚΟ.

Στο χωριό μας η αγελάδα κάνει μουυυ.
Στο χωριό μας το αλογάκι κάνει χιιιι.
Στο μικρό μας το χωριό, που πολύ το αγαπώ, 

οι κοτούλες πάντα κάνουν ΚΟΚΟΚΟ.
 

Στο χωριό μας το γουρούνι κάνει όινκ, όινκ, όινκ.
Στο χωριό μας το αρνάκι κάνει μπέ.
Στο μικρό μας το χωριό, που πολύ το αγαπώ, 

οι κοτούλες πάντα κάνουν ΚΟΚΟΚΟ.

The Yellow Kangaru

Saturday, 23 July 2022

Αυτό το «Κάποτε»...

Κάποτε που η μάνα φούρνιζε το ψωμί με τη μαγιά και μοσχοβολούσε το σπίτι.
Κάποτε που είχαμε ένα μόνο τετράδιο, μια ξύλινη κασετίνα, και μια σάκα που με αυτήν τελειώναμε το σχολείο.
Κάποτε που πλάθαμε μπαλίτσες την ψίχα του ψωμιού για σβηστήρα!
Κάποτε που τα απογεύματα οι αυλές γέμιζαν με σκαμνάκια και γειτόνισσες.
Κάποτε που όλη η γειτονιά ήταν μια μεγάλη οικογένεια.
Κάποτε που οι πόρτες μας ήταν ολημερίς ξεκλείδωτες, με το κλειδί επάνω.
Κάποτε που κάθε σπιτικό είχε τον μπαξέ του, τα κηπευτικά του, τα ζωντανά του.
Κάποτε που ο τενεκές του λαδιού βαφόταν με μεράκι για να υποδεχθεί χρυσάνθεμα και γιασεμιά.
Κάποτε που κάθε Κυριακή φοράγαμε τα καλά μας και πηγαίναμε εκκλησία!
Κάποτε που οι στάλες της βροχής “χτυπούσαν” στον τσίγκο και άκουγες την ωραιότερη μουσική!
Κάποτε που τα παιδιά που έψελναν τα κάλαντα, πρόσφερναν χαρά στο σπιτικό.
Κάποτε που το μαγκάλι ζέσταινε όλο το σπίτι και έψηνε τα κάστανα.
Κάποτε που ο μπακάλης πουλούσε βερεσέ και ο γαλατάς μας ξυπνούσε.
Κάποτε που τα κοκόρια λαλούσαν και μας καλημέριζαν.
Κάποτε που ο καθένας έδινε στον φτωχό ένα πιάτο φαΐ, ένα ρούχο, ένα μπουκάλι λάδι, λίγα αυγά.
Κάποτε που μας ένοιαζε για τον διπλανό μας.
Κάποτε που στα σπίτια ζούσαν και οι γιαγιάδες και οι παππούδες.
Κάποτε που παίζαμε στις αλάνες.
Κάποτε που κάναμε φίλους καρδιακούς.
Κάποτε που κοκκινίζαμε όταν ντρεπόμασταν.
Κάποτε που ξέραμε να λέμε κι ένα συγγνώμη!
Κάποτε…
Κάποτε που ήμασταν … πιο άνθρωποι!

ΑΥΤΟ ΤΟ ΚΑΠΟΤΕ ΤΟ ΘΕΛΩ ΠΙΣΩ !

Χωριό μου σε Νοστάλγησα
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Monday, 21 December 2020

Παραμονή Χριστουγέννων στο χωριό

Πριν πολλά-πολλά χρόνια ένα πρωί του Δεκέμβρη, η Μαρία και η Βαγγελίτσα τα δύο κορίτσια της οικογένειας του κυρ Γιώργη, κάτω από τα ζεστά σκεπάσματα ακόμη κοιμόντουσαν. Είχε τελειώσει το σχολείο για τις χριστουγεννιάτικες διακοπές.
Ο πατέρας είχε φύγει πρωί πρωί για το μακρινό χωράφι.
Καθώς τον χαιρετούσε η γυναίκα του η κυρία Ελένη του είπε:

—  Το καλύτερο να φέρεις, να έχει και κούμαρα, μάζεψε και μανουσάκια.

Εκείνος έφυγε τραγουδώντας κι εκείνη άρχισε να φτιάχνει το γάλα των κοριτσιών της, το ʼβαλε στο τραπέζι, έβαλε δίπλα και δύο αφράτα παξιμάδια και πήγε για τις υπόλοιπες δουλειές. Άναμμα της σόμπας πρώτα-πρώτα να ζεσταθεί το σπίτι 🏡

Σήμερα είχε και παραπάνω δουλειά, να φτιάξει τα χριστόψωμα που είχε ετοιμάσει από το προηγούμενο βράδυ και τα είχε σκεπάσει σαν πολυαγαπημένα μωρά για να φουσκώσουν στο πιο ζεστό δωμάτιο του σπιτιού.

Τις προηγούμενες μέρες είχε ετοιμάσει μελομακάρονα στολισμένα με πολύ-πολύ καρύδι και τραγανά ξεροτήγανα.

Το σπίτι εδώ και μέρες μοσχοβολούσε κανέλα και γαρύφαλλο.

Του χρόνου είχε σκοπό κι αυτά να τα φτιάξει με τα κορίτσια της να βλέπουν και να μαθαίνουν.

Θα σήκωνε τα κορίτσια της τώρα να φάνε το πρωινό τους και να αρχίσουν δουλειά.

Πράγματι σε λίγο στο τραπέζι της κουζίνας οι τρεις νοικοκυρές έπλασαν τα χριστόψωμα και τα στόλισαν με σταυρό από ζυμάρι.

Στη μέση έβαλαν ένα ολόκληρο καρύδι και στις άκρες αμύγδαλα.

Η μαμά με το μαχαίρι έκανε κι άλλα στολίσματα.

Τα ξανασκέπασαν να φουσκώσουν. Τα κορίτσια κουρασμένα αλλά ευχαριστημένα κάθισαν δίπλα στη σόμπα να ζεσταθούν.

Η κυρά Ελένη πήγε να ανάψει το φούρνο που ήταν στην αυλή.

Ντύθηκε καλά και βγήκε.

Είχε φροντίσει να έχει ξύλα στεγνά για το ζέσταμά του.

Όταν έφτασε το μεσημέρι όλα ήταν έτοιμα.

Τα χριστόψωμα μυρωδάτα και ροδοκόκκινα, το απλό φαγητό για το μεσημέρι έτοιμο και τώρα περίμεναν τον πατέρα να γυρίσει από το χωράφι.

Τα κορίτσια περίμεναν με ανυπομονησία το δένδρο που έφερνε ο πατέρας κάθε παραμονή Χριστουγέννων και που δεν ήταν ποτέ ίδιο.

Ότι έβρισκε έκοβε χωρίς να καταστρέψει.

Τον άκουσαν να έρχεται κι έτρεξαν έξω να τον βοηθήσουν.

Τα κορίτσια είδαν ένα κυπαρίσσι να περπατά με τα πόδια του πατέρα τους, τον είχε σκεπάσει ολόκληρο.

Ήταν ωραία και αστεία μαζί εικόνα.

Η κυρά  Ελένη ερχόταν από πίσω με ένα μάτσο μανουσάκια και το σακούλι που έπαιρνε πάντα στο χωράφι ο μπαμπάς γεμάτο καλούδια.

Τα καλούδια μπορεί ανάλογα με την εποχή να τα έφερνε από το χωράφι, αλλά μπορεί κι από τον μπακάλη του χωριού.

Πάντως τα κορίτσια δεν θυμούνται ποτέ τον πατέρα να έρθει στο σπίτι 🏡 με άδεια χέρια.

Είναι κουβαλητής ο άντρας μου έλεγε με περηφάνια η κυρά Ελένη.

Η Μαρία και η Βαγγελίτσα άρχισαν να πηδάνε από τη χαρά τους, να τρέχουν και να ξεφωνίζουν.

Το δεντράκι στήθηκε στο μέρος που είχε ετοιμάσει η μαμά και τα μανουσάκια μπήκαν στο βάζο.

Το σπίτι 🏡 μοσχοβολούσε ακόμη πιο πολύ.

Το βράδυ όλοι μαζί στόλισαν το δέντρο, ο μπαμπάς δηλαδή για να λέμε την αλήθεια καθόταν σε μια καρέκλα κοντά στη σόμπα κι έλεγε τα κάλαντα.

Μα λίγο είναι να στολίσεις το δέντρο και να ακούς ζωντανή μουσική;

Έβαλαν βαμβάκι για χιόνι, χρυσόχαρτο στα κούμαρα, έφτιαξαν με χρωματιστό χαρτί στολίδια με το ψαλίδι.

Η μαμά ήταν μοδίστρα και είχε ωραίες ιδέες.

Τέλος στόλισαν και μια γιρλάντα που η μαμά είχε φυλάξει από πέρυσι.

Ο μπαμπάς έβαλε το αστέρι στην κορυφή, όλοι έκαναν ένα βήμα πίσω να το καμαρώσουν.

—  Και του χρόνου να μας έχει ο Θεός καλά, να ‘χουμε υγεία και καλή προκοπή κορίτσια.

Πήγαν για ύπνο εκείνο το βράδυ όλοι γεμάτοι χαρά.

Και σήμερα τα κορίτσια, γιαγιάδες πια, αναπολούν αυτή την παραμονή των Χριστουγέννων στο φτωχικό τους σπίτι 🏡 στο χωριό.

Μπορεί το κρύο του Δεκέμβρη να έμπαινε από τις χαραμάδες της παλιάς πόρτας μα δεν άγγιζε ούτε το σώμα ούτε την ψυχή τους.

Τα χρόνια εκείνα οι άνθρωποι δεν έλεγαν περιττά και ψεύτικα λόγια, ούτε είχαν ανάγκη περιττά στολίδια για να χαρούν και να νοιώσουν γεμάτη τη καρδιά 💓 τους αγάπη και χαρά, ασφάλεια και σιγουριά.
 

Άρια Β.Γ.
Το Χαμομηλάκι

Saturday, 12 January 2019

Στο Σουρογωνιό, σουρεύγανε στα χωριουδάκια μας,
μια περασμένη όμορφη εποχή...

Από την φίλη της Σελίδας «Χωριάτικα Σπιτικά Φαγητά - Country Home Cooking», Εύη Μανουσάκη, μεταφέρουμε το όμορφο και ενδιαφέρον σχόλιό της και πληροφορία: 
 «Το χωριό του πατέρα μου (Ιωάννης Στ. Μανουσάκης), Χουδέτσι, 701 00 Αρχάνες, Ηράκλειο, Κρήτη. Το σημείο λεγόταν Γωνιό, ή, Σουρογωνιό, δηλαδή χτισμένη γωνία με πέτρινους καναπέδες. Ευκαιρία για συναντήσεις γυναικών για τα νέα της ημέρας, της ώρας, του κουτσομπολιού... Τί συγκίνηση!!»
(Σουρογωνιό - Σουρεύγανε: του τα έσουρναν από την γωνιά! )
Erich Lessing; GREECE. Crete. 1955.
— Τι τέλεια που ήταν η γιαγιάδες μας κάθονταν στα πεζούλια και εμείς παίζαμε τσιλίκια

— Θυμήθηκα την γιαγιά μου και τις θείες μου που καθόντουσαν στα πεζούλια του χωριού μου. Τι ωραία χρόνια! Πάντα θα τα θυμάμαι με νοσταλγία

— Κι εγώ καθόμουν σε ένα πεζούλι στο χωριό όταν ήμουν μικρή με τις γιαγιάδες

— Οι γιαγιάδες μας εκάθονταν έξω και συζητούσαν, τα έζησα αυτά εγώ! Πούνε τα χρόνια, ωραία χρόνια!!! 

— Όμορφα χρόνια εμείς πού τα ζήσαμε τα ξέρουμε και τα νοσταλγούμε....

— Με τα πλεχτά τους, τα κεντήματά τους, το γνέσιμο του μαλλιού, τί θύμισες αναλλοίωτες στο χρόνο!!!

— Ωραία χρόνια τότε   

Erich Lessing: Αυστριακός φωτογράφος, γιος ενός οδοντίατρου και μιας πιανίστριας, ο Erich Lessing γεννήθηκε στη Βιέννη το 1923. Το 1939, πριν τελειώσει το λύκειο, η ναζιστική κατάληψη της χώρας του τον αναγκάζει να μεταναστεύσει στο Ισραήλ (εκείνη την εποχή υπό βρετανική κυριαρχία), όπου ολοκληρώνει τις σπουδές του και εργάζεται σε διάφορα κιμπούτς. 
Μέχρι το 1945 εργάζεται στην αεροπορία του βρετανικού στρατού σαν φωτογράφος. Το 1947 επιστρέφει στην Αυστρία, εργάζεται για το πρακτορείο Associated Press, και το 1951 περνάει στο Magnum. Συνεργαζόμενος με διάφορα περιοδικά, παρακολουθεί και καταγράφει με τον φακό του τα πολιτικά γεγονότα στη μεταπολεμική Ευρώπη, τις χώρες του κομμουνιστικού μπλοκ, την εξέγερση της Ουγγαρίας, το 1956, αλλά και την επίσκεψη του Γάλλου προέδρου Ντε Γκολ στην Αλγερία το 1958. 
Μετά το 1969 η προσοχή του στρέφεται στη φωτογραφική καταγραφή της καλλιτεχνικής και αρχιτεκτονικής κληρονομιάς των μεγαλύτερων μουσείων, γκαλερί και χώρων τέχνης σε ολόκληρο τον κόσμο.

Ο Erich Lessing επισκέφτηκε τη Κρήτη το 1955 που φαίνεται να έχει συνέλθει από τη καταστροφή της Γερμανικής Κατοχής. Η φωτογράφιση είναι καθαρά ανθρωποκεντρική και οι εικόνες δυνατές. H φωτογράφηση έγινε την περίοδο της άνοιξης, τις μέρες του Πάσχα, μαζική σφαγή αμνοεριφίων, σκάψιμο αμπελιών.
 🔶🔵🔴🔷

Οι επόμενες δυο φωτογραφίες έχουν ληφθεί στο Οροπέδιο Λασιθίου, έξω από το χωριό Τζερμιάδων Λασιθίου, εκεί που είναι το κέντρο υγείας σήμερα.



🔶🔵🔴🔷







Οι δύο προηγούμενες φωτογραφίες πιθανόν να είναι από τον Άγιο Γεώργιο Οροπεδίου Λασιθίου 













Από τους μύλους στου Κατακαλού λίγο μετά το χωριό Ζένια

dikteos

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki