Showing posts with label Παιδικά Χρόνια. Show all posts
Showing posts with label Παιδικά Χρόνια. Show all posts

Monday, 18 March 2024

Οι Χαρταετοί στα Αναγνωστικά των Παιδικών μας Χρόνων

Ένα νοσταλγικό κοίταγμα σε χαρταετούς των παιδικών μας χρόνων μέσα από αναγνωστικά παλιών εποχών
Γενιές πολλών παιδιών μεγάλωσαν με το παλαιό αναγνωστικό στο οποίο θριάμβευε το περήφανο πέταγμα του αετού του Μίμη. Ο Μίμης αδιαφιλονίκητος ήρωας του παλαιού αναγνωστικού με το ριγέ μπλουζάκι και το κοντοκουρεμένο κεφάλι στο πλευρό της αδελφής του της Άννας, χαίρεται την Καθαρά Δευτέρα από την Αθηναϊκή ταράτσα του σπιτιού.
Με αυτές τις εικόνες τα μικρά παιδιά μάθαιναν τα πατροπαράδοτα έθιμα της Καθαροδευτέρας

Ο χαρταετός αναπόσπαστη ψηφίδα της ημέρας. ένα έθιμο μια συνήθεια που έφερνε πολύ κοντά τον πατέρα με το γιό, τον παππού με τον εγγονό μέρες πριν, όταν θα έπρεπε να φτιαχτεί ο αετός να μετρηθούν καλά τα ζύγια και να έχει σωστό μήκος η ουρά.
Πέρα από το πέταγμα του αετού μεγάλη είναι κι η αξία της προσπάθειας και της επιμονής όπως φαίνεται από την στιχομυθία στο  αναγνωστικό της Δ’ τάξης (1953)
– Βοήθησε με, Χαρούλα, νά πετάξω τον αετό  μου, είπε ο  Νίκος στην αδελφούλα του, άφού προσπάθησε νά τον πετάξη  μόνος του και δεν τό έκατάφερε.
Ο αετός έσερνόταν επάνω στη γη.
Ή Χαρούλα έτρεξε με πολλή προθυμία, επήρε τον αετό,  υψηλά και τον άφησε νά πετάξη. Άλλα αλλά ο Νίκος δέν έπρόλαβε νά τρέξη και ο αετός έπεσε πάλι καταγής.
-Αδέξια πού είσαι, καημένη ! είπε ό Νίκος.
-Σε αυτό δεν πταίω  εγώ,  αποκρίθηκε ή  Χαρούλα.  Τό  σφάλμα είναι  δικό σου, πού δεν έτρεξες αμέσως, μόλις άφήσα τον αετό .
–Προσπαθήστε πάλι, παιδιά, είπε ό θειός των παιδιών  , πού έκαθόταν μπροστά  στη θύρα και παρακολουθούσε τό παιγνίδι των παιδιών .
Τή φορά όμως αυτή ό Νίκος έβιάσθηκε παρά πολύ. Έτρεξε τόσο έξαφνικά, πού έτράβηξε τον αετό απότομα άπό το χέρι της Χαρούλας. Και ό αετός έπεσε φαρδύς πλατύς κάτω, όπως και πρώτα.
—Και τώρα ποιος πταίει; ερώτησε ή Χαρούλα.
—Προσπαθήστε πάλι, ξανα είπε ο θείος των παιδιών.
Αύτη τή φορά και οι δυο ήσαν προσεκτικώτεροι. Άλλα ένας άνεμος δυνατός, πού έφύσηξε άπό το πλάι, άρπαξε τόν αετό και τον έρριξε επάνω σε κάτι θάμνους. Έκεί έμπλέχθηκε ή ουρά του και ό πτωχός αετός έμεινε κρεμασμένος μέ το κεφάλι προς τά κάτω.
—Τά  βλέπεις;  είπε ό  Νίκος.  Τόν  έρριξες λοξά και γι’ αυτό επήγε προς αύτη τή μεριά.
— Μά, Νίκο, ημπορώ εγώ νά κάμω τόν άνεμο νά φυσήξη κατ’ ευθείαν; αποκρίθηκε ή Χαρούλα.
Ό θείος των παιδιών, όταν είδε τόν αετό κρεμασμένο, έσηκώθηκε, έξέμπλεξε  τήν ουρά και τους είπε:
—Ελάτε, παιδιά. Έδώ ό τόπος είναι γεμάτος άπό θάμνους. Ελάτε νά εύρωμε ένα μέρος πιο ανοικτό και τότε προσπαθήστε πάλι.
Και ώδήγησε  τά παιδιά σ’ ενα ομαλό τόπο, πού ήτο καταπράσινος άπό τή χλόη.
Έκεί, άφού ετοιμάσθηκαν, έκράτησε πάλι ή Χαρούλα τόν αετό και τόν άφήκε ακριβώς τή στιγμή, πού έκαμεν ό Νίκος νά τρέξη. Ό αετός ανέβηκε υψηλά, ωσάν μπαλόνι και έπετούσε μια χαρά. Μά ό Νίκος χαρούμενος, πού ένοιωθε τό σπάγγο νά τραβά, έστάθηκε γιά μιά στιγμή, γιά νά καμάρωση τόν αετό. Ό σπάγγος όμως έχαλαρώθηκε και επειδή ό άνεμος δεν ήτο αρκετά δυνατός, ό αετός έπεσε πάλι επάνω .
-Αχ, καημένε Νίκο,  δέν έπρεπε νά σταματήσης, είπε ό θείος. Ας είναι όμως, προσπάθησε πάλι.
-Όχι, δέν θά προσπαθήσω πιά, είπε ό Νίκος στενοχωρημένος. Δέν είναι αετός αυτός! Τί νά κάθωμαι νά βασανίζωμαι μ’ έναν αετό, πού δέν πετά. Και ο θείος του λέγει:
—Μπα, Νίκο, θα παρατήσης τό παιγνίδι σου, ύστερα άπό τόσους κόπους, πού έκάναμε; Τόσο εύκολα απελπίζεσαι, είπε , επειδή σου παρουσιάσθηκαν δυσκολίες; Ελα, τύλιξε τό σπάγγο σου και προσπάθησε πάλι.
Αυτή τή φορά ό αετός ανέβηκε μέ τόν αέρα,   ωσάν πτερό. Και όταν έτελείωσε όλος ό σπάγγος, ό Νίκος έστάθηκε, κρατώντας σφιγκτά στο χέρι του τό ξυλαράκι.Ολο χαρά έκοίταζε τόν  αετό,  πού  έφαινόταν  τώρα ωσάν  μιά  μικρή κοκκίδα στο γαλάζιο ουρανό.
—Κοίτα, θείε, κοίτα, τί υψηλά πού πετά ! Και  μέ τί δύναμη  τραβά! Θαρρείς και είναι άλογο, πού τραβά τό χαλινάρι. Και άλλο τόσο σπάγγο νά είχα, θά τόν άφηνα όλο. Θα έπήγαινε στά σύννεφα!
Άφού ό Νίκος διεσκέδασε αρκετά μέ τόν αετό, άρχισε νά τυλίγη σιγά σιγά τό σπάγγο’ και όταν έπεσε ό αετός, έτρεξε και τόν έσήκωσε. Ή χαρά του ήτο μεγάλη, όταν είδε, ότι ό αετός του δέν έπαθε τίποτε, άν και έπετούσε  τόσην ώρα.
—Θά έλθωμε, θείε, και αύριο μετά τό μάθημα νά προσπάθήσωμε πάλι.
Αξιοσημείωτο είναι ότι στα αναγνωστικά μεγάλη είναι η μερίδα φωτογραφιών από έργα μεγάλων ζωγράφων

«Χαρταετοί στον ουρανό»

Κάθε Καθαρή Δευτέρα,
ανοιξιάτικη μου αέρα,
στα παιδιά μας λες «εντάξει»
ο αετός σας θα πετάξει

Φύσ’ αγέρα λεβεντιά!
Παίξε αετό με τα παιδιά,
φεύγει ο αετός ο ένας ψηλά,
και στον άνεμο μιλά.

Φρρρ! ακολουθούνε κι άλλοι,
πιο μικροί και πιο μεγάλοι.
Ένας χάρτινος στρατός
ξάφνου κολυμπάει στο φως.

Το τοπίο τρέμει τώρα.
Τρέμει η μέρα, τρέμει η ώρα.
Στη γαλάζια τη γαλήνη
μία επανάσταση έχει γίνει.
Φυσά λεβεντιά μου αέρα!

Κάθε καθαρή Δευτέρα,
των παιδιών ψυχή και νους
χαρταετός στους ουρανούς.
Καλή Σαρακοστή!
thelook.gr

Ας κλείσουμε αυτό το σύντομο ταξίδι με ένα ποίημα της Ρένας Καρθαίου από το αναγνωστικό της Β’ δημοτικού (1982)

Saturday, 25 December 2021

«Άραγε πως ζούσαμε τότε, χωρίς τηλεόραση, χωρίς κινητά…»

Οι γενιές της αλάνας είναι οι γενιές που είχαν τα πιο όμορφα παιδικά χρόνια, έξω από το σπίτι και όχι μπροστά σε μία οθόνη τηλεόρασης.

Ενδεχομένως, τα σημερινά παιδιά ν’ αναρωτιούνται πόσο άδεια θα ήταν η ζωή τους χωρίς την τεχνολογία, καθώς δεν μπορούν να καταλάβουν πως απλά θα ήταν ελεύθεροι.

Μα πως ζούσαμε τότε…

…χωρίς κανάλια

…χωρίς tablet

…χωρίς play-station

…χωρίς iPhone

…χωρίς εορτοδάνεια

…ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ!

Οι γενιές της αλάνας: Οι δρόμοι ήταν η παιδική χαρά

Παλιότερα δεν υπήρχαν τηλεοράσεις, στερεοφωνικά, ή τηλεοπτικά παιχνίδια, δεν υπήρχαν χρήματα για ακριβά παιχνίδια και οι γονείς μας ήταν πολύ απασχολημένοι για να ασχοληθούνε μ΄εμάς. Ευτυχώς η κίνηση στους δρόμους ήταν μικρή η δεν υπήρχε, οπότε ο δρόμος ήταν η παιδική χαρά μας. Οι δρόμοι, τα πεζοδρόμια, καθώς και στους μικρούς κήπους μπροστά παίζαμε έξω έως ότου βράδιαζε και δεν βλέπαμε πια.

Οι γενιές της αλάνας: Έφτιαχναν μόνοι τους τα παιχνίδια

Από τα χαρακτηριστικά στοιχεία της παλαιότερης εποχής ήταν ότι τα πιο αγαπημένα παιχνίδια ήταν αυτά που τα φτιάχναμε μόνοι μας, αφού η κατασκευή τους, η συνεχής τροποποίηση και τελειοποίησή τους αποτελούσε από μόνη της το μεγαλύτερο ίσως παιχνίδι.

Οι γενιές της αλάνας: Το παιχνίδι με τα τσέρκια

Είχαμε, το παιχνίδι με τα τσέρκια. Υπήρχαν ξύλινα σε διάφορα μεγέθη για τα κορίτσια με τα ραβδιά τα κυλούσαν στα πεζοδρόμια.Τα αγόρια είχαν σιδερένια τσέρκια.Κέρδιζε το παιδί που θα έφτανε πρώτο στο προκαθορισμένο σημείο.

Οι γενιές της αλάνας: Το πατίνι

Το πατίνι είναι ένα όχημα χωρίς μηχανή, χωρίς πεντάλ και χωρίς σέλα ή άλλο κάθισμα, στο οποίο ο οδηγός στέκεται όρθιος η» καθιστός τοποθετώντας το ένα πόδι του στον πεπλατυσμένο άξονα που ενώνει τους δυο τροχούς ενώ με το άλλο δίνει ώθηση με συνεχείς παλινδρομικές κινήσεις εκκρεμούς ώστε να μετακινηθεί το όχημα.

Οι γενιές της αλάνας: Περνά, περνά η μέλισσα

ΠΕΡΝΑ, ΠΕΡΝΑ Η ΜΕΛΙΣΣΑ Τα παιδιά, από 6 και πάνω, διαλέγουν από τα πιο μεγάλα, δυο μάνες και η κάθε μια παίρνει με λάχνισμα τον ήλιο ή το φεγγάρι. Οι 2 μάνες σχηματίζουν με τα χέρια τους μια καμάρα και στέκονται όρθιες στη μέση. Τα υπόλοιπα παιδιά σχηματίζουν μια γραμμή, το ένα πίσω απ’ το άλλο, κρατημένα απ’ τη μέση ή απ’ τη ζώνη τους.

Όπως έχουν σχηματίσει τη σειρά προχωρούν προς την καμάρα τραγουδώντας:Περνά, περνά η μέλισσα Με τα μελισσόπουλα Και με τα παιδόπουλα! ΔΕΝ ΠΕΡΝΑΣ ΚΥΡΑ ΜΑΡΙΑ Πιάνονται απ’ το χέρι και σχηματίζουν κύκλο, ενώ ένα κορίτσι απ’ τα μεγαλύτερα, η κυρα-Μαρία, στέκεται στη μέση. Αρχίζουν να γυρίζουν γύρω γύρω και τραγουδούν, ενώ η κυρα-Μαρία προσπαθεί να περάσει ανάμεσά τους. Εκείνη την εποχή, τα παιδιά είχαν απαραίτητα μαζί τους και από μία ξύλινη σφεντόνα (τέγκαλα) για το κυνήγι των πουλιών και για το σημάδι διαφόρων στόχων.

Οι γενιές της αλάνας: Κρυφτό και τυφλόμυγα

Μετά από κλήρο, ένας παίκτης τα «φυλούσε» (δηλ. μετρούσε μέχρι ένα αριθμό με κλειστά μάτια). Σε τούτο το χρονικό διάστημα, οι άλλοι παίκτες κρυβόντουσαν . Αυτός που τα φύλαγε είχε σκοπό να βρεί έναν παίκτη . Μόλις τον έβρισκε , τα φύλαγε αυτός.

Η τυφλόμυγα παίζεται από δύο παιδιά και πάνω. Στην αρχή όλοι τραβάνε έναν κλήρο για να δούνε ποιος θα τα φυλάει. Αυτός κλείνει τα μάτια του με ένα μαντήλι . Την ώρα που τα έχει κλειστά τα παιδιά ανακατεύονται. Όποιο παιδί πιάσει πρέπει να βρει πως το λένε δηλαδή ποιο είναι. Αν το αναγνωρίσει τότε αυτό το παιδί κάνει τη τυφλόμυγα. Και έτσι αυτό συνεχίζεται.

Οι γενιές της αλάνας: Το Μπιζζ και οι βόλοι

Το Μπιζζζ! Μαζεύονται τα παιδιά και αποφασίζουν ποιος θα τα «φυλάει». Αυτός λοιπόν κάθεται σ’ ένα σκαμνί ή στέκει σκυφτός και βάζει το δεξί του χέρι κάτω από την αριστερή του μασχάλη, κρατώντας την παλάμη ανοιχτή προς τα επάνω, ενώ με το αριστερό του χέρι κρατάει κλειστά τα μάτια του. Οι άλλοι παίκτες στέκονται προς τ’ αριστερά του και ένας απ’ αυτούς τον πλησιάζει, του χτυπάει την ανοιχτή παλάμη και ύστερα απομακρύνεται μαζί με τους άλλους. Όλοι χοροπηδούν γύρω του και στρυφογυρίζουν το δάχτυλο τους φωνάζοντας «Μπιζζ!» όπως κάνει η μέλισσα. Αυτός που τα φυλάει πρέπει να μαντέψει ποιος τον χτύπησε.

Εάν τον ανακαλύψει, τότε εκείνος παίρνει τη θέση του αλλιώς το παιχνίδι συνεχίζεται κατά τον ίδιο τρόπο. Τα αγόρια έπαιζαν «βόλους» έστρωναν τους βόλους σε μια σειρά, και τα παιδιά έριχναν το καθένα το δικό του βόλο από κάποια καθορισμένη απόσταση, προσπαθώντας να πετύχουν κάποιον από τους «στρωμένους» βόλους. Όποιο βόλο πετύχαινε το παιδί, τον κέρδιζε.

by Χριστίνα Προφαντή
enimerotiko.gr

Friday, 19 June 2020

Τα αξέχαστα καλοκαίρια των παιδικών μας χρόνων

Έπινες νερό από το λάστιχο, μέτραγες τα παγωτά και τα μπάνια και τα πόδια σου ήταν γεμάτα μελανιές
Λένε πως καταλαβαίνεις ότι μεγαλώνεις, από τις φορές που ανατρέχεις στο παρελθόν και σε αναμνήσεις παλιές. Μπορεί να είναι κι έτσι. Μπορεί, όμως, να είναι και η νοσταλγία που νιώθεις για κάτι πραγματικά όμορφο, αθώο, ανέμελο (ενίοτε και ριψοκίνδυνο) του τότε, που σήμερα λείπει. Κι αν έχεις παιδί, τότε οι διαφορές των δικών σου παιδικών χρόνων με των δικών του, είναι που σου φέρνουν μια μικρή μελαγχολία.
Ο κόσμος αλλάζει. Αυτά τα «μαραφέτια του διαβόλου» που έλεγε η γιαγιά μου κάθε τι καινούργιο τεχνολογικά που ερχόταν, έχουν γίνει πια αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας των σημερινών παιδιών. Ο χρόνος που κυλάει και τρέχουν οι ενήλικες να τον προλάβουν,  έχει συμπαρασύρει – αναγκαστικά σε κάποιες περιπτώσεις – και τα σημερινά παιδιά, που ακόμα και τα καλοκαίρια, την εποχή της ξεγνοιασιάς, ακολουθούν συγκεκριμένο πρόγραμμα και ωράριο.
Και πόσο παράξενο αυτό ακούγεται, όταν σε εμάς τα καλοκαίρια δεν υπήρχε χρόνος. Υπήρχε μόνο πρωί, μεσημέρι ανάπαυσης και βράδυ. Ούτε ώρα, μα ούτε και ημερομηνία. Η μόνη φορά που μας ενδιέφερε πόσο του μηνός έχουμε, ήταν μόνο για κάποιο πανηγύρι που περιμέναμε με ανυπομονησία.
Αλλά για να είμαστε ειλικρινείς, στον περιορισμό του αυθορμητισμού των παιδιών, φταίμε κι εμείς οι σημερινοί γονείς. Σε αντίθεση με τους δικούς μας, είμαστε περισσότερο φοβισμένοι, τηρούμε ευλαβικά τους κανόνες προστασίας τους και τρέμουμε στη θέα ενός ματωμένου γόνατου. Όταν εμείς κάποτε τη βγάζαμε στην καρότσα του αγροτικού, κάναμε ποδήλατο χωρίς φρένα (τώρα δε νοείται να μην έχει το παιδί κράνος) και τα πόδια μας ήταν γεμάτα χτυπήματα και μελανιές, ενώ όταν ματώναμε, βάζαμε λίγο σάλιο κι εντάξει η πληγή!
Εντάξει, τρομακτικό. Και τώρα καταλαβαίνω τη γιαγιά μου, που κάθε φορά μου έλεγε «σε φυλάει άγιος με αυτά που κάνεις». Αλλά για να είμαι ειλικρινής, αυτές τις στιγμές που πλέον είναι γλυκές αναμνήσεις, δεν τις αλλάζω με τίποτα. Και αισθάνομαι τυχερή που μεγάλωσα τη δεκαετία του ’80 σε χωριό και συγκεκριμένα στο Κρυονέρι Κορινθίας (να τα λέμε και αυτά). Και όσοι πέρασαν έτσι τα δικά τους παιδικά χρόνια, είμαι σίγουρη πως συμφωνούν. Γιατί, αν δεν έχεις πιει νερό από το λάστιχο και δεν πηγαίνατε όλα τα παιδιά της γειτονιάς για μπάνιο πάνω στην καρότσα του αγροτικού, δεν ανήκεις στο γκρουπ.

Αλλά ας θυμηθούμε τι κάναμε ως παιδιά τα καλοκαίρια:
Μετράγαμε παγωτά και μπάνια
Κλασικά. Το μέτρημα για τα παγωτά ξεκινούσε συνήθως από την Κυριακή του Πάσχα, που τρώγαμε το πρώτο. Και συνεχιζόταν όλο το καλοκαίρι. Τρώγαμε και δύο παγωτά την ημέρα. Δικά μου αγαπημένα: Τρινιτά, Σικάγο, Καραμπόλα (για το δωράκι) και Τόγκο. Τον πύραυλο δεν τον έκανα καλά και άσε που επειδή τρώω αργά, στο τέλος έλιωνε και πασαλειβόμουνα παντού. Οπότε τα κυπελάκια ήταν η ασφαλής επιλογή. Εννοείται, δε, πως στο μέτρημα η κλεψιά πήγαινε σύννεφο και φτάναμε να μετράμε και 200 παγωτά ο καθένας.
Κάπως έτσι ήταν και με τα μπάνια. Επειδή, εγώ μεγάλωσα σε χωριό, δεν πηγαίναμε κάθε μέρα για μπάνιο. Οι Κυριακές ήταν πάντα αφιερωμένες στη θάλασσα, ενώ τις καθημερινές αν οι γονείς δεν είχαν δουλειές στα κτήματα, πηγαίναμε. Μάλιστα, κανονίζαμε όλη η γειτονιά. Όποιος γονιός μπορούσε, μάζευε τα παιδιά της γειτονιάς, ανεβαίναμε στην καρότσα του αγροτικού και πηγαίναμε για μπάνιο στο Κιάτο. Τώρα, που το σκέφτομαι είναι λίγο… ντροπή, αλλά τότε το κατά ευχαριστιόμασταν.
Δεν υπήρχε ωράριο
Ξυπνάγαμε αργά. Συνήθως, γύρω στις 10 το πρωί, πίναμε το γάλα – τα καλοκαίρια είχε κατσικίσιο γάλα, το οποίο σιχαινόμουν όπως μύριζε και είχα ποτίσει όλες τις γλάστρες – και φεύγαμε για παιχνίδι. Επειδή, ο ήλιος ήταν ντάλα, συνήθως καθόμασταν σε σπίτι ή σε κάποια αποθήκη ή υπόστεγο και παίζαμε χαλαρά ή κουβεντιάζαμε και λέγαμε και τα αισθηματικά μας.
Το μεσημέρι μετά το φαγητό ήταν η ώρα της ανάπαυσης. Ο μεσημεριανός ύπνος ποτέ δεν μου άρεσε, αλλά επειδή οι γονείς μου είχαν επιστρέψει από το κτήμα και ήθελαν να ξεκουραστούν, η εντολή ήταν «δεν θα βγάλεις κιχ». Έτσι, καθόμουν στο μπαλκόνι και χωρίς να βγάλω κιχ, διάβαζα το περιοδικό «ΚΑΙ» της μεγάλης αδελφής μου, λίγο «Μανίνα» ή έβαζα τα walkman που είχε φέρει ο θείος μου από τον Καναδά και άκουγα Άννα Βίσση και Αλέξια. Είπατε κάτι;
Το απόγευμα βγαίναμε για παιχνίδι όλα τα παιδιά της γειτονιάς και την κατάσταση τη λες και λίγο… ημί-άγρια. Αγόρια και κορίτσια παίζαμε μαζί. παίζαμε ποδόσφαιρο στα χωράφια που είχαν θερίσει και θυμάμαι τα πόδια μας να είναι όλο γρατσουνιές από τις καλαμιές που είχαν μείνει.
Κάναμε ποδήλατο (βάζαμε και κουτάκι για να κάνει και θόρυβο σαν αγωνιστικό), παίζαμε σχοινάκι, λάστιχο, κουτσό, κρυφτό, χαμένο θησαυρό, κυνηγητό, αλλά και παιχνίδια δικής μας έμπνευσης. Το, δε, παιχνίδι κρατούσε μέχρι αργά το βράδυ.

Αλλά οι αναμνήσεις, εννοείται δε σταματούν εδώ.
Τρώγαμε καρπούζι και φτύναμε τα κουκούτσια. Μάλιστα κάναμε και διαγωνισμό ποιος θα ρίξει πιο μακριά το κουκούτσι.
Σκαρφαλώναμε στα δέντρα.
Αν δεν είχαμε κερασιές στο σπίτι μας, κανένα πρόβλημα. Πηγαίναμε στου γείτονα και κλέβαμε κεράσια. Άλλοι κρατούσανε τσίλιες και οι υπόλοιποι μάζευαν κεράσια. Τα βάζαμε στη μπλούζα μας και φεύγαμε. Κι εδώ θυμάμαι τη μάνα μου να φωνάζει επειδή είχε βάψει η μπλούζα. Ειδικά, όταν μαζεύαμε βύσσινα. «Δύσκολος λεκές» έλεγε, αλλά τότε μού ακούγονταν λέξεις ακαταλαβίστικες.
Πίναμε νερό από το λάστιχο. Σκέτη απόλαυση. Περιμέναμε, βέβαια, να τρέξει πρώτα λίγο το νερό, να φύγει το ζεστό που έκαιγε από τον ήλιο και η πράσινη γλίτσα που έβγαζε το λάστιχο και μετά πίναμε στη σειρά όλα τα παιδιά.
Τρώγαμε χτυπητό αυγό. Μη μου πεις, δεν ξέρεις τι είναι. Λοιπόν, χτυπάγαμε καλά τον κρόκο του αυγού με ένα κουτάλι (γεμάτο γεμάτο) ζάχαρη κι ένα κουτάλι κακάο και γινόταν μια αφράτη κρέμα που τότε την έτρωγα με απόλαυση. Τώρα, ούτε ως ιδέα δεν μπορώ να το σκεφτώ.
Τρώγαμε μία φέτα ζυμωτό ψωμί, την οποία βρέχαμε με νερό και ρίχναμε πάνω ζάχαρη και κακάο. Ή σκέτο με ζάχαρη.
Τρώγαμε τηγανόψωμα από το ζυμάρι που είχε περισσέψει από το ψωμί που είχε ζυμώσει η μαμά.
Πηγαίναμε στη βρύση του χωριού και πιάναμε βατράχια.
Τσακωνόμασταν με τα παιδιά του άλλου μαχαλά. Υπήρχαν και… βεντέτες.
Κάναμε τηλεφωνικές πλάκες. Ειδικά, εμείς τα κορίτσια στα αγόρια που μας άρεσαν.
Ανεβαίναμε – και πάλι – στην καρότσα και πηγαίναμε με τους γονείς στο κτήμα. Από τις χειρότερες δικές μου αναμνήσεις
Περιμέναμε πώς και πώς το πανηγύρι του χωριού. Γουρουνοπούλα, χορός, παιχνίδια. Βάζαμε και τα καλά μας.
Τρώγαμε τα απογεύματα βανίλια (το γνωστό υποβρύχιο). Ένα μεγάλο κουτάλι της σούπας μέσα σε κρύο νερό. Απόλαυση.
Πίναμε σπιτική βυσσινάδα.
Τα βράδια μαζευόμασταν τα παιδιά της γειτονιάς και λέγαμε ιστορίες, κυρίως τρόμου.
Πολλά κορίτσια, τα καλοκαίρι κένταγαν. Έπρεπε να φτιάξουν την προίκα τους.
Και άλλα μάθαιναν να μαγειρεύουν και να κάνουν σωστά τις δουλειές του σπιτιού.
Στη θάλασσα, δε, όταν πηγαίναμε, ήμασταν μικροί Ούνοι. Κάναμε βουτιές από τα βραχάκια, ψάχναμε για αχινούς, κάναμε πατητή ο ένας στον άλλον.
Το καλοκαίρι τα αγόρια είχαν κάνει δεύτερη φύση τους τις στολές Παναθηναϊκού, Ολυμπιακού και ΑΕΚ. Κι επειδή φορούσαμε και τα ρούχα των μεγαλύτερων αδελφών, έβλεπες και κορίτσια με φανέλα Μαυρίδη! Αμ, πως.
Βέβαια, τα κορίτσια δεν αποχωρίζονταν τα ξύλινα τσόκαρα και τα σανδάλια με τα πολύχρωμα κορδόνια που έδεναν μέχρι το γόνατο.
Και αυτό όταν φορούσαμε παπούτσια, διότι την περισσότερη μέρα τρέχαμε ξυπόλητα.

Γράφει η Δήμητρα Ζάρκου

newsbeast.gr

Saturday, 23 May 2020

«Ένα φράγκο η Βιολέτα»

Όλοι θυμόμαστε με νοσταλγία τα παιδικά μας χρόνια, τότε που τρέχαμε ανέμελα, κυνηγώντας το τόπι.
Μαζευόμασταν τα παιδιά της γειτονιάς και παίζαμε μηλάκια, ψείρες, ποδόσφαιρο, σχοινάκι. Πέφταμε κάτω, γδέρναμε και σκίζαμε τα γόνατα και τους αγκώνες μας. Τα αίματα έτρεχαν ρυάκι καθώς επιστρέφαμε σπίτι για το βραδινό, σκυθρωποί γιατί η βραδιά έφτασε στο τέλος της. Και καθώς η μαμά περιποιούνταν τα τραύματα μας με βαμβάκι και ιώδιο, μας ξεφώνιζε γιατί τρύπησε το καινούργιο παντελόνι.

Ελπίζω η επίκληση στο συναίσθημα, να ανέσυρε από τα βάθη της καρδιάς σας τις πιο γλυκές αναμνήσεις, γιατί θέλω να θέσω το ερώτημα: ″Άραγε γιατί έχουν αλλάξει έτσι οι καιροί; Γιατί δεν ακούμε πλέον το αγνό γέλιο των παιδιών να αντηχεί στις γειτονιές και στις παιδικές χαρές;″  Το διαδίκτυο εισβάλλει όλο και νωρίτερα στη ζωή των παιδιών και αρχίζει να αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας τους. Όποιος δεν είναι ικανός να ανταποκριθεί στις τεχνολογικές απαιτήσεις της σύγχρονης εποχής, ″σφραγίζεται″ ως τεχνολογικά αναλφάβητος. Και το ερώτημα που αναδύεται στο σημείο αυτό είναι, τι παραπάνω μπορεί να χαρίσει ένα tablet ή ένα κινητό από την απλή παιδική συντροφιά;

Ίσως προβλήματα όρασης, περιστατικά κυβερνοεκφοβισμού και συμπλέγματα κατωτερότητας.  Αλλά και το περιβάλλον στο οποίο ζει και μεγαλώνει ένα παιδί έχει αλλάξει και η αναφορά δεν γίνεται μόνο για τα μεγάλα αστικά κέντρα, αλλά και για τις επαρχιακές πόλεις και τα χωριά.  Στις μεγάλες πόλεις, στις θεόρατες αυτές πολυκατοικίες από ατσάλι και μπετόν αρμέ, οι ένοικοι είναι απρόσωπες οντότητες, που υπενθυμίζουν την ύπαρξη τους από το κλείσιμο της εξώπορτας τους (εξαίρεση αποτελεί ο αγαπητός μου γείτονας από πάνω, που φροντίζει να με ″ψυχαγωγεί″ με την ηλεκτρονική μουσική του).  Τα παιδάκια πια δεν βγαίνουν να παίξουν έξω στις πιλοτές ή στο δρόμο ( τι άγρια νιάτα ήμασταν εμείς;).

Το παιχνίδι είναι επιτρεπτό σε ειδικά διαμορφωμένους χώρους, τουτέστιν σε εξωσχολικές δραστηριότητες και αυτό όπως ακριβώς καθορίζει το πρόγραμμα.  Και στην τιμημένη ελληνική ύπαιθρο, τα πράγματα αρχίζουν και διαφοροποιούνται.  Τα χωριά ερημώνουν, τα παιδιά λιγοστεύουν, τα σχολεία κλείνουν.  Οι παιδικές χαρές θάβονται κάτω από τόνους σκουπιδιών, ακαθαρσίες ζώων και αγριόχορτα και κρίνονται ανάξιες και ακατάλληλες να φιλοξενήσουν τις πιο αγνές αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας.  Κάντε ένα pause, βγείτε από το πλαίσιο και παρατηρείστε προσεκτικά.

Το ομαδικό παιχνίδι, εκείνο που θεωρούσαμε ως ένα αναφαίρετο δικαίωμα μας, τείνει να αφανιστεί. Ο κλοιός αρχίζει και σφίγγει και όλοι οδηγούμαστε στην εσωτερίκευση και τη μελαγχολία, τα δηλητήρια της ψυχής.  Τα παιδιά παύουν να είναι παιδιά και μετατρέπονται σε «θηρία», που κλείνονται πίσω από τις οθόνες των κινητών. Χάνουν απότομα την αθωότητα, που κάποτε μας γοήτευε και μαθαίνουν όσα περισσότερα γίνεται για το σεξ, τα ναρκωτικά, τη βία, τη σκληρότητα.  Πού οδηγούμαστε άραγε; Μήπως στο βαθύ έρεβος μίας αβύσσου;

Κατερίνα Στεφάνου | 09/04/20
tomorrownews.gr

Sunday, 22 December 2019

Χριστούγεννα των παιδικών μας χρόνων

Αθήνα μιας άλλης εποχής
Αδιαμφισβήτητα τα Χριστούγεννα είναι από τις ομορφότερες γιορτές του χρόνου. Ίσως τα πολύχρωμα φώτα, οι σκανδαλιστικές μυρωδιές, οι αναμνήσεις από τα παιδικά χρόνια, η προσμονή για έναν βελτιωμένο χρόνο που σε λίγο θα έρθει.

Ο καθένας έχει τους δικούς του λόγους για να τα περιμένει. Λίγο η διασκέδαση, λίγο η χαλάρωση από την καθημερινότητα, λίγο τα προσδοκούμενα δώρα. Μην βιαστεί κάποιος να μιλήσει και για όλους εκείνους που αυτές οι μέρες είναι περισσότερη δουλειά. Ούτε για όλους, όσους δεν έχουν την οικονομική άνεση να ξοδέψουν για δώρα και εντυπωσιακά τραπέζια με χριστουγεννιάτικα καλούδια. Σαφώς και υπάρχουν και εκείνοι που τα θεωρούν ξεπερασμένη εμποροποιημένη χριστιανική γιορτή. Αυτοί που ο ξενόφερτος κοκκινοφορεμένος γεματούλης γεράκος με το χαρακτηριστικό Χο Χο δεν τους λέει τίποτα.
Όμως,  εγώ θα ήθελα να μιλήσω για όλους αυτούς που ο καθένας για τους δικού του λόγους έχει δώσει μια μαγική διάσταση σε αυτές τις μέρες.


Χριστουγιεννιάτικη προσμονή
Πηγή εικόνας: thecaller.gr
Όταν τα Χριστούγεννα σήμαιναν όνειρα
Λίγο πολύ όλοι μας έχουμε ακούσει το πως έγινε γνωστός ο Άγιος Βασίλης ως φιγούρα. Στην Ελλάδα εμφανίστηκε στην δεκαετία του 50 με 60 από τις Χριστουγεννιάτικες κάρτες που έστελναν οι μετανάστες από την Αμερική στους συγγενείς τους. Ο Δικός μας ανάλογος άγιος ήταν ο Μέγας Βασίλειος της Καισαρείας, φυσικά καμία ομοιότητα με τον Santa Claus.
Αγαπημένη συνήθεια των Ελλήνων τότε ήταν  η αγορά του «λαχείου συντακτών». Οι τυχεροί λαχνοί μοίραζαν απίστευτα για την εποχή  δώρα, όπως πολυκατοικίες, διαμερίσματα, αυτοκίνητα, εκατομμύρια σε μετρητά, μετοχές της Πειραϊκής Πατραϊκής και των τσιμέντων Τιτάν. Συνήθεια που διακόπηκε στα χρόνια της Επταετίας.




χριστουγεννιάτικοι μποναμάδες
Πηγή εικόνας: penna.gr
Εορταστική ατμόσφαιρα
Οι δρόμοι και τα μαγαζιά γέμιζαν πολύχρωμα λαμπιόνια και χριστουγεννιάτικα δέντρα με πολύχρωμες μπάλες και γιρλάντες.
Στην Αθήνα προπολεμικά, και για αρκετά χρόνια μετά, υπήρχε το έθιμο οι πολίτες να ευχαριστούν τους τροχονόμους δίνοντάς τους δώρα. Στην αρχή χρήματα από αυτοσχέδιους εράνους που έκαναν και όταν αυτό θεωρήθηκε δωροδοκία, γλυκά, κρασί, λουλούδια.  

Το Μινιόν


Χριστούγεννα
Πηγή: ethnos.gr
Όνειρο κάθε μικρού παιδιού αυτές τις μέρες ήταν να βρεθεί σε αυτό το πολυκατάστημα.
Ένας όροφος αφιερωμένος στα Χριστούγεννα και μόνο. Γλυκά, Άι Βασίληδες, γιγάντιες οθόνες, φωτογραφίες. Εκεί υπήρχαν παιχνίδια που κάθε παιδί λαχταρούσε, μπαλόνια και λιχουδιές.
Το Μινιόν φορούσε τα γιορτινά του και δέσποζε στην εορταστική Αθήνα.

Οι προετοιμασίες



Χριστούγεννα
Πηγή εικόνας: thecaller.gr
Οι νοικοκυρές έδιναν τον καλύτερο εαυτό τους. Καθάριζαν το σπίτι, στόλιζαν το δέντρο, έστρωναν τα χαλιά.
Χαρακτηριστικές μυρωδιές από κουραμπιέδες και μελομακάρονα πλημμύριζαν όλες τις γειτονιές αλλά και τις Αθηναϊκές αγορές. Φοντάν, πτι φουρ,  κονιάκ, λικέρ, πάστες είχαν την τιμητική τους. Και φυσικά το Χριστόψωμο και η Βασιλόπιτα. Η τυχερή δεκαρίτσα κρυμμένη στη ζύμη της που όλοι επιθυμούσαν για να έχουν τύχη όλη τη χρονιά.

Τα κάλαντα


κάλαντα
Πηγή εικόνας: ifo.gr
Τα κάλαντα παραμονή Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς ήταν για τους πιτσιρικάδες ολόκληρη τελετουργία. Κανόνιζαν, από πολλές μέρες πριν, με ποιους θα πήγαιναν, έβρισκαν τα τρίγωνα ή τα μουσικά όργανα που θα συμπλήρωναν τις φωνές τους, μελλόντικες, κιθάρες, φλογέρες.
Μάζευαν δεκάρες, κουραμπιέδες, μελομακάρονα, καραμέλες, σοκολάτες.
Η μοιρασιά ακολουθούσε και μαζί με αυτήν η αγορά παιχνιδιών ή βιβλίων που δεν μπορούσαν ή δεν ήθελαν να αγοράσουν οι γονείς τους.
 
Το σήμερα
Η αλήθεια είναι πως τα τελευταία χρόνια η αίγλη και η μεγαλοπρέπεια, που ο ίδιος ο κόσμος πρόσδιδε στα Χριστούγεννα έχει μειωθεί. Η οικονομική κρίση,  το ότι λείπει το τόσο έντονο θρησκευτικό αίσθημα ή ακόμα και το γεγονός ότι οι παραδόσεις θεωρούνται ξεπερασμένες τα Χριστούγεννα έχουν αλλάξει. Έχουν μετατραπεί σε διακοπές για τους μαθητές, ευκαιρίες για χειμερινές αποδράσεις των οικονομικά ευκατάστατων ή μια ευκαιρία για φιλανθρωπίες.
Το αίσθημα της θαλπωρής, η απόλαυση των οικογενειακών γευμάτων, η προσδοκία για το δώρο που τόσο λαχταρούσαμε όλο το χρόνο. Το καλό σπιτικό φαγητό, οι βόλτες στα στολισμένα μαγαζιά, το στόλισμα του δέντρου, η παρασκευή των γλυκών. Τα παπούτσια από του Μούγερ, η κούκλα από το Μινιόν, τα πολύχρωμα μπαλόνια από την στοά στην Ομόνοια αποτελούν πια γλυκές αναμνήσεις και ξεθωριασμένες φωτογραφίες στα άλμπουμ της ζωής μας.

Πηγές που χρησιμοποιήθηκαν στο άρθρο αυτό: 
  • Παραμυθένια Χριστούγεννα στην Αθήνα. Ανακτήθηκε από www.penna.gr
  • Χριστούγεννα στην παλιά Αθήνα- Ρετρό εικόνες με ελκυστικό άρωμα. Ανακτήθηκε από www.iefimerida.gr
  • Χριστούγεννα στην παλιά Αθήνα: Οι στολισμένοι δρόμοι και η άφιξη του Άι Βασίλη σε ρετρό φωτογραφίες. Ανακτήθηκε από thecaller.gr
  • Ρετρό βίντεο: Τα Χριστουγεννιάτικα κάλαντα στην παλιά Αθήνα!. Ανακτήθηκε από www.filathlos.gr

maxmag.gr

Saturday, 12 January 2019

Στο Σουρογωνιό, σουρεύγανε στα χωριουδάκια μας,
μια περασμένη όμορφη εποχή...

Από την φίλη της Σελίδας «Χωριάτικα Σπιτικά Φαγητά - Country Home Cooking», Εύη Μανουσάκη, μεταφέρουμε το όμορφο και ενδιαφέρον σχόλιό της και πληροφορία: 
 «Το χωριό του πατέρα μου (Ιωάννης Στ. Μανουσάκης), Χουδέτσι, 701 00 Αρχάνες, Ηράκλειο, Κρήτη. Το σημείο λεγόταν Γωνιό, ή, Σουρογωνιό, δηλαδή χτισμένη γωνία με πέτρινους καναπέδες. Ευκαιρία για συναντήσεις γυναικών για τα νέα της ημέρας, της ώρας, του κουτσομπολιού... Τί συγκίνηση!!»
(Σουρογωνιό - Σουρεύγανε: του τα έσουρναν από την γωνιά! )
Erich Lessing; GREECE. Crete. 1955.
Τι τέλεια που ήταν η γιαγιάδες μας κάθονταν στα πεζούλια και εμείς παίζαμε τσιλίκια

Θυμήθηκα την γιαγιά μου και τις θείες μου που καθόντουσαν στα πεζούλια του χωριού μου. Τι ωραία χρόνια! Πάντα θα τα θυμάμαι με νοσταλγία

— Κι εγώ καθόμουν σε ένα πεζούλι στο χωριό όταν ήμουν μικρή με τις γιαγιάδες

Οι γιαγιάδες μας εκάθονταν έξω και συζητούσαν, τα έζησα αυτά εγώ! Πούνε τα χρόνια, ωραία χρόνια!!! 

Όμορφα χρόνια εμείς πού τα ζήσαμε τα ξέρουμε και τα νοσταλγούμε....

Με τα πλεχτά τους, τα κεντήματά τους, το γνέσιμο του μαλλιού, τί θύμισες αναλλοίωτες στο χρόνο!!!

Ωραία χρόνια τότε   

Erich Lessing: Αυστριακός φωτογράφος, γιος ενός οδοντίατρου και μιας πιανίστριας, ο Erich Lessing γεννήθηκε στη Βιέννη το 1923. Το 1939, πριν τελειώσει το λύκειο, η ναζιστική κατάληψη της χώρας του τον αναγκάζει να μεταναστεύσει στο Ισραήλ (εκείνη την εποχή υπό βρετανική κυριαρχία), όπου ολοκληρώνει τις σπουδές του και εργάζεται σε διάφορα κιμπούτς. 
Μέχρι το 1945 εργάζεται στην αεροπορία του βρετανικού στρατού σαν φωτογράφος. Το 1947 επιστρέφει στην Αυστρία, εργάζεται για το πρακτορείο Associated Press, και το 1951 περνάει στο Magnum. Συνεργαζόμενος με διάφορα περιοδικά, παρακολουθεί και καταγράφει με τον φακό του τα πολιτικά γεγονότα στη μεταπολεμική Ευρώπη, τις χώρες του κομμουνιστικού μπλοκ, την εξέγερση της Ουγγαρίας, το 1956, αλλά και την επίσκεψη του Γάλλου προέδρου Ντε Γκολ στην Αλγερία το 1958. 
Μετά το 1969 η προσοχή του στρέφεται στη φωτογραφική καταγραφή της καλλιτεχνικής και αρχιτεκτονικής κληρονομιάς των μεγαλύτερων μουσείων, γκαλερί και χώρων τέχνης σε ολόκληρο τον κόσμο.

Ο Erich Lessing επισκέφτηκε τη Κρήτη το 1955 που φαίνεται να έχει συνέλθει από τη καταστροφή της Γερμανικής Κατοχής. Η φωτογράφιση είναι καθαρά ανθρωποκεντρική και οι εικόνες δυνατές. H φωτογράφηση έγινε την περίοδο της άνοιξης, τις μέρες του Πάσχα, μαζική σφαγή αμνοεριφίων, σκάψιμο αμπελιών.
 🔶🔵🔴🔷

Οι επόμενες δυο φωτογραφίες έχουν ληφθεί στο Οροπέδιο Λασιθίου, έξω από το χωριό Τζερμιάδων Λασιθίου, εκεί που είναι το κέντρο υγείας σήμερα.



🔶🔵🔴🔷







Οι δύο προηγούμενες φωτογραφίες πιθανόν να είναι από τον Άγιο Γεώργιο Οροπεδίου Λασιθίου 













Από τους μύλους στου Κατακαλού λίγο μετά το χωριό Ζένια

dikteos

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki