Showing posts with label Ιστορίες. Show all posts
Showing posts with label Ιστορίες. Show all posts

Thursday, 7 November 2024

Το νόμισμα της Καλοσύνης

Κάποτε ο γνωστός συγγραφέας Ντοστογιέφσκι βγήκε στον απογευματινό του περίπατο.
Ενώ η ημέρα έφθανε στο σούρουπο ένας ζητιάνος άπλωσε το χέρι του  και ζητούσε βοήθεια. 
Ο Ντοστογιέφσκι ψάχνει τις τσέπες του να βρει κανένα κέρμα, αλλά δεν βρίσκει τίποτα. Ψάχνει το ρολόι του να το προσφέρει, αλλά και εκείνο το είχε ξεχασμένο στο σπίτι του. 
Ο μεγάλος συγγραφέας  κοκκίνισε λίγο στο πρόσωπο και πάνω στην αμηχανία του έσκυψε, φίλησε το χέρι του τυφλού και ψιθύρισε: «Συγχώρα με, καλέ μου άνθρωπε, γιατί αυτή τη στιγμή δεν έχω τίποτα να σου προσφέρω»! 
Και ο γέρο ζητιάνος απαντά: «Ευχαριστώ πολύ. Το πήρα! Αυτό που μου έδωσες δεν μπορούσα να το βρω αλλού. Το νόμισμα της καλοσύνης σπάνια το βρίσκω..»

Thursday, 29 February 2024

«Ήταν ένα μικρό καράβι, που ήταν α, α, αταξίδευτο» - Η μακάβρια ιστορία πίσω από το πιο γνωστό παιδικό τραγουδάκι...

Στη ζωή δεν είναι πάντα όλα όπως φαίνονται. Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει τι κρύβεται πίσω από μία ιστορία. Ακόμα κι αν αυτή η ιστορία αφορά το πιο γνωστό παιδικό τραγουδάκι.
Όσο γλυκό και ωραίο κι αν ακούγεται.

Η μακάβρια ιστορία κανιβαλισμού πίσω από το πιο γνωστό παιδικό τραγουδάκι...
Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση του τραγουδιού που ελάχιστα είναι τα παιδιά που δεν το γνωρίζουν. 
Ελάχιστα είναι τα νηπιαγωγεία που δεν το μαθαίνουν στα μικρά παιδάκια. Η πραγματική ιστορία πίσω από το τραγούδι προκαλεί ανατριχίλα.

Μπορεί το «να δούμε ποιος θα φαγωθεί» να προκαλεί γέλιο και πειράγματα μεταξύ αγοριών και κοριτσιών, ωστόσο, για όσους γνωρίζουν τι πραγματικά έχει συμβεί μόνο αστείο δεν είναι.
«Ήταν ένα μικρό καράβι, που ήταν αταξίδευτο»
Η γαλλική φρεγάτα Medusa, στις 17 Ιουνίου 1816 σαλπάρει από το Ροσφόρ στο Σαράντ Μαριτίμ της Γαλλίας με τελικό προορισμό το λιμάνι Πόρ Λουί της Σενεγάλης. 

Μαζί με τη Medusa ξεκινάνε για να κάνουν το ίδιο ταξίδι τρία ακόμα πλοία. Το Argus, το ανεφοδιαστικό Loire και η κορβέτα Echo.
Το τραγουδάκι αυτό, λοιπόν, είναι η μελοποιημένη εξιστόρηση μιας μακάβριας ιστορίας, ενός ναυαγίου και του κανιβαλισμού των επιζώντων του.
Στη Μέδουσα επέβαιναν 400 άτομα επιβάτες και 160 άτομα πλήρωμα. Ανάμεσα στους επιβάτες και ο νέος κυβερνήτης της Σενεγάλης Ζυλιέν-Ντεζιρέ Σμαλτζ με την σύζυγό του. Κυβερνήτης του πλοίου, ανέλαβε ο... θαλασσόλυκος, Υγκ Ντυρουά ντε Σωμερύ, που όμως είχε να βγει στην ανοιχτή θάλασσα περισσότερα από 20 χρόνια.
Ήταν φίλος του βασιλιά της Γαλλίας και αυτό ήταν το «εισιτήριο» του, ώστε να πάει στο τιμόνι του πλοίου. 
Ο καπετάνιος ήθελε να εντυπωσιάσει τον βασιλιά αλλά και τους επιβάτες του πλοίου και έτσι όταν η νηοπομπή ξεκίνησε, αγνόησε τους καπετάνιους των τριών άλλων πλοίων και χάραξε τη δική του πορεία, έχοντας μεγαλύτερη ταχύτητα από τους υπόλοιπους.

Επειδή, όμως, όπως είπαμε νωρίτερα, είχε πολλά χρόνια να ταξιδέψει σε ανοιχτή θάλασσα, ζήτησε τη γνώμη ενός απλού επιβάτη ο οποίος του παρουσιάστηκε ως… μέγας γνώστης! 
«Κι έκανε ένα μακρύ ταξίδι, μέσα εις τη Μεσόγειο»
Οι άτυχες και επιπόλαιες επιλογές του καπετάνιου άρχισαν να έχουν τις επιπτώσεις τους μερικές ημέρες αργότερα. Στις 2 Ιουλίου η Μέδουσα βρισκόταν κατά 100 ναυτικά μίλια εκτός πορείας!
Είχε προσεγγίσει επικίνδυνα τις ακτές της σημερινής Μαυριτανίας όπου τελικά (μετά από έναν αδέξιο χειρισμό) προσάραξε σε μια μεγάλη ξέρα.
Το πλήρωμα έκανε υπεράνθρωπες προσπάθειες για να απομακρύνει το πλοίο προκειμένου να συνεχίσει το ταξίδι του. 
Ότι και να έκαναν οι ναυτικοί, ωστόσο, το καράβι δεν «ξεκόλλησε». Έτσι αποφασίστηκε να τεθεί σε εφαρμογή το plan b.

Ο καπετάνιος έδωσε εντολή να εγκαταλειφθεί το πλοίο και όλοι να επιβιβαστούν στις σωσίβιες λέμβους. Το θέμα, ωστόσο, ήταν πως οι επιβάτες ήταν περισσότεροι απ’ όσους θα μπορούσαν να χωρέσουν οι λέμβοι.
Μοναδική λύση ήταν οι τεχνικοί να φτιάξουν μια τεράστια σχεδία προκειμένου να χωρέσουν σε αυτή οι περίπου 150 άνθρωποι που… περίσσευαν!

Η «σχεδία της Μέδουσας», όπως ονομάστηκε, ήταν μια πρόχειρη κατασκευή η οποία αρχικά ήταν δεμένη με σχοινιά με τις σωσίβιες λέμβους.
Στην πορεία, ωστόσο, τα σχοινιά κόπηκαν και η σχεδία άρχισε να πλέει μόνη της. Εκ των υστέρων αναφέρθηκε ότι τα σκοινιά τα είχε κόψει ο ίδιος ο κυβερνήτης του πλοίου ο οποίος ήταν σε μια από τις βάρκες, αλλά αυτό δεν αποδείχτηκε ποτέ… 
«Και τότε ρίξανε τον κλήρο να δούνε ποιος θα φαγωθεί»
Με αυτά και με αυτά η Μέδουσα έμεινε κολλημένη στην ξέρα και η σχεδία της ακυβέρνητη και έρμαιο τον καιρικών συνθηκών.
Σύμφωνα με μαρτυρίες επιζώντων η σχεδία έπλεε μέσα σε σφοδρές καταιγίδες, ισχυρούς ανέμους και τεράστια κύματα επί 13 ολόκληρες ημέρες!

Οι συνθήκες επιβίωσης άθλιες και όταν «σωθήκαν όλες οι τροφές» άρχισαν οι εντάσεις ανάμεσα στους επιβαίνοντες. Μέσα σε αυτό κλίμα την τρίτη ημέρα της «Οδύσσειας» οι κατώτατοι αξιωματικοί του πλοίου που επέβαιναν στη σχεδία, εκτέλεσαν κάποιους από τους απλούς επιβάτες οι οποίοι διαμαρτύρονταν.
Οι φόνοι, ωστόσο, δεν άλλαξαν την μοίρα της σχεδίας η οποία συνέχισε να πλέει ανεξέλεγκτα. Παράλληλα, πολλοί από τους επιβάτες, δεν άντεξαν και πέθαναν από την πείνα, τη δίψα και τις κακουχίες.
Όσοι κατάφεραν και κρατήθηκαν στη ζωή ήρθαν αντιμέτωποι με ένα φρικτό δίλημμα: Ή θα πέθαναν και αυτοί, ή θα έτρωγαν τα πτώματα.
Κάποιοι προτίμησαν να πεθάνουν. 

Κάποιοι άλλοι, ωστόσο, άφηναν τα άψυχα σώματα να ξεραίνονται στον ήλιο και στη συνέχεια τα έτρωγαν προκειμένου να καταφέρουν, έστω και με αυτόν τον μακάβριο τρόπο, να κρατηθούν στη ζωή.
Τελικά, το μαρτύριο τους έλαβε τέλος όταν εντοπίστηκαν από το πλοίο Argus. Όταν τους βρήκε περισυνέλεξε ζωντανούς μόνο 15 επιβάτες, από τους οποίους τελικά έζησαν οι 10.

Το φρικτό ναυάγιο που έγινε πηγή έμπνευσης
Τα όσα συνέβησαν αυτές τις 13 φρικτές ημέρες πάνω στη «σχεδία της Μέδουσας», όπως ήταν απόλυτα φυσιολογικό, έγιναν γνωστά (η αλήθεια είναι πως κάποιες φορές… παραφουσκωμένα) στη γαλλική κοινωνία και προκάλεσαν την αποστροφή της.
Η νέα «κυβέρνηση» του Λουδοβίκου του ΧVIII (ο Ναπολέων είχε ηττηθεί ένα χρόνο πριν στο Βατερλό) δέχτηκε σκληρή κριτική και αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να ληφθούν αυστηρότερα μέτρα τόσο για το ποιος θα μπορούσε να γίνει καπετάνιος σε ένα πλοίο, όσο και σε ότι αφορά την ασφάλεια του πλοίου και κυρίως τις σωσίβιες λέμβους.

Το φρικτό ναυάγιο, ωστόσο, έγινε πηγή έμπνευσης για πολλούς καλλιτέχνες. 
Εκτός από το γνωστό παιδικό τραγουδάκι, δημιουργήθηκαν πίνακες ζωγραφικής αλλά και βιβλία που στήριζαν την υπόθεσή τους στο συγκεκριμένο ναυάγιο!
Ο πλέον φημισμένος από τους πίνακες, είναι αυτός του σπουδαίου ζωγράφου Τεοντόρ Ζερικό ο οποίος ονόμασε το έργο του «Σχεδία της Μέδουσας». Ο Ζερικό μελέτησε σε βάθος την υπόθεση του ναυαγίου.
Για να έχει ολοκληρωμένη και κυρίως προσωπική άποψη για τα όσα συνέβησαν πάνω στη σχεδία, επισκέφθηκε κάποιους από τους επιζώντες στο νοσοκομείο, ενώ δεν δίστασε να δει από κοντά κάποια από τα πτώματα στο νεκροτομείο.
Ένας από τους ανθρώπους που συνάντησε ήταν ο διασωθέντας μαραγκός του πλοίου, ο οποίος του ζωγράφισε ένα πιστό αντίγραφο της σχεδίας!

Ο Ζερικό αφού συγκέντρωσε όσα στοιχεία ήθελε, κλείστηκε για οκτώ ολόκληρους μήνες στο εργαστήριό του για να ολοκληρώσει τον πίνακα που έχει διαστάσεις 4,19 Χ 7,16! 
Ο Ζερικό πέθανε 5 χρόνια μετά και μέχρι τότε δεν είχε καταφέρει να πουλήσει τον εκπληκτικό πίνακά του ο οποίος κάποια στιγμή πέρασε στα χέρια ιδιωτών.
Αργότερα τον πίνακα αγόρασε η γαλλική κυβέρνηση και έκτοτε αποτελεί ένα από τα πιο διάσημα εκθέματα του Λούβρου, στην αίθουσα 61 της πτέρυγας Sully.

Παράλληλα, η ιστορία της Μέδουσας έγινε έμπνευση για να γραφτούν βιβλία, όπως το «Οι περιπέτειες του Άρθουρ Γκόρντον Πιμ από το Ναντάκετ» του Έντγκαρ Άλαν Πόε, που λαμβάνει χώρα πάνω στο φαλαινοθηρικό πλοίο «Γράμπος» ή στο μυθιστόρημα «Η σφίγγα των πάγων» του Ιουλίου Βερν, το οποίο γράφτηκε ως συνέχεια του βιβλίου του Πόε.

Tuesday, 9 May 2023

Δημήτρης Ψαθάς: Το πιο πολύτιμο δώρο

Μια φορά κι έναν καιρό, στα βάθη της Ανατολής ζούσε ένας άνθρωπος ξύπνιος αλλά και τυχερός, που την περνούσε όμως άσχημα –καθότι φουκαράς– και σκεφτόταν τι να κάνει, για να λύσει το πρόβλημά του. Πολύ βασάνισε το μυαλό του, και στο τέλος αποφάσισε ν’ αναφερθεί στον πολυχρονεμένο Πατισάχ,* για να ζητήσει την προστασία και βοήθειά του. Κάποιο δώρο όμως έπρεπε απαραιτήτως να του πάει, κι αυτό βέβαια, ήταν ένα πρόβλημα μεγάλο. Γιατί τι μπορούσε να προσφέρει ένας φουκαράς στον πολυχρονεμένο Πατισάχ, που ζούσε μέσα στα μυθικά παλάτια, στα χρυσάφια και στα πλούτη; Τι θα μπορούσε να μην έχει ο παντοδύναμος αφέντης, ώστε να τον εντυπωσιάσει και να τον ευχαριστήσει με το δώρο του;
Ρώτησε από εδώ, ρώτησε από κει, έφαγε τον κόσμο, και στο τέλος βρέθηκε κάποιος, που του είπε:
  – Ξέρεις τι δεν έχει ο Πατισάχ;
  – Τι δεν έχει;
  – Κρεμμύδια, άνθρωπέ μου.
  – Κρεμμύδια δεν έχει ο πολυχρονεμένος μας αφέντης;
  – Ούτε έχει ούτε και τα ξέρει. Γιατί οι παλατιανοί του δεν τα καταδέχονται και δεν τα βάζουν στο παλάτι.
  Χωρίς άλλες συζητήσεις, φορτώνει ένα κάρο κρεμμύδια ο ερίφης* και τραβά για την Πόλη. Ταξιδεύει μέρες και μέρες, και φτάνει επιτέλους στο παλάτι. Παρουσιάζεται στο Σουλτάνο, κάνει δέκα τεμενάδες,* κολλά τη μύτη του στο πάτωμα και λέει:
  – Πολυχρονεμένε Πατισάχ και αφέντη της ζωής μου, άστρο του μιλετιού* και του βιλαετιού,* βαλαά, μπιλαά, σου έφερα ένα δώρο, που ούτε το είδες ποτέ σου ούτε το ξέρεις. Να το μαγειρέψεις και να το φας, βιλαΐ, μπιλαΐ, και θα σχωρνάς τα πεθαμένα μου!
  Ρουφά το ναργιλέ* του ο Πατισάχ, χαϊδεύει τα μακριά του γένια και ρωτά:
  – Τι είναι, ορέ; Τι δώρο είναι αυτό; Και πώς το λένε;
  – Κρεμμύδια, Πατισάχ!
  – Και τι θα πει αυτό;
  – Φάε και θα το δεις.
Διατάζει ο Πατισάχ να μαγειρέψουν τα κρεμμύδια, τα τρώει και τρελαίνεται.
  – Αμάν μουγκρίζει. Και μασουλά.
  – Βάι, βάι, βάι!… Και καταπίνει.
  – Αλλάχ, Αλλάχ,* τι γλύκα είναι αυτή!…
  Και τρώει αχόρταγα, ευχαριστιέται, χαϊδεύει την κοιλιά του και διατάζει:
  – Πάρτε από το κάρο του ανθρώπου όλα τα κρεμμύδια, γεμίστε το με χρυσάφι, για ρεγάλο,* κι ας πάει πίσω στο χωριό του, στην ευχή του Αλλάχ.
  Φορτωμένος με το χρυσάφι και τρισευτυχισμένος, γυρίζει στο χωριό του ο τυχερός και χοροπηδά απ’ τη χαρά του. Τον βλέπει ο αδελφός του –ο άτυχος– αναστατώνεται κι αρχίζει ν’ αναρωτιέται μήπως ο πολυχρονεμένος Πατισάχ, που δεν ήξερε τα κρεμμύδια, δεν ξέρει και τα… σκόρδα. Χωρίς πολλές κουβέντες –για να μη χάνει πολύτιμο καιρό– φορτώνει στα κρυφά ένα κάρο σκόρδα, φτάνει στην Πόλη, παρουσιάζεται στον πολυχρονεμένο Πατισάχ, κάνει είκοσι τεμενάδες, κολλά τη μύτη του στο πάτωμα και λέει για τα σκόρδα του όσα είπε ο αδελφός του για τα κρεμμύδια. Το πολυχρονεμένο άστρο του βιλαετιού –κι αφέντης του μιλετιού– δε δείχνει καθόλου αδιαφορία, παρά δοκιμάζει ένα σκόρδο και τρελαίνεται.
  – Αμάν, αμάν! φωνάζει. Τ’ είναι τούτο;!
  Τρώει κι άλλο:
  – Βάι, βάι, βάι! μουγκρίζει.
  Τρώει και τρίτο και τα χάνει απ’ τη νοστιμάδα.
  – Μωρέ τούτο εδώ καψουρίζει λιγάκι και φέρνει μεγάλη χαρά στο στόμα και στο στομάχι. Μα το μεγάλο Γιαραμπή, τέτοιο νόστιμο πράμα δεν έφαγα ποτέ.
  Και ενθουσιασμένος γυρίζει στους ανθρώπους του:
  – Πώς να τον ανταμείψω τούτον τον ευλογημένο; λέει. Τι να του δώσω; Μα τον Αλλάχ, θα του δώσω ό,τι πιο ακριβό έχω μέσα στο παλάτι μου. Πάρτε του γρήγορα όλα τα σκόρδα και φορτώστε στο κάρο του το πιο πολύτιμο πράμα του παλατιού μου, τα… κρεμμύδια!
  • ο Πατισάχ: ο Σουλτάνος.
  • ο ερίφης: ο άνθρωπος (κοροϊδευτικά).
  • ο τεμενάς: υπόκλιση.
  • το μιλέτι: φυλή, έθνος.
  • το βιλαέτι: διοικητική περιοχή.
  • ο ναργιλές: περίπλοκη πίπα με μακρύ σωλήνα που καταλήγει σ’ ένα μπουκάλι.
  • ο Αλλάχ: ο Θεός στη γλώσσα των μουσουλμάνων.
  • το ρεγάλο: δώρο.
(από το βιβλίο: Ανθολόγιο για τα παιδιά του Δημοτικού, μέρος δεύτερο, Οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων, 1975)

Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Wednesday, 27 April 2022

Η μικρή … πικρή ιστορία του Πέτρου!

Είναι μια μικρή ιστορία, όπως μου την διηγήθηκε την Άνοιξη του 2014, με το δικό του παιδικό τρόπο, ο μικρός μου φίλος, ο Πέτρος. Απλά εγώ έδωσα στην ιστορία του χρονική και τοπογραφική υπόσταση, για να την ζωντανέψω περισσότερο. Όλα τα ονόματα και οι  διευθύνσεις που χρησιμοποιώ είναι πλασματικά, αποκυήματα της δικής μου φαντασίας.
Είναι Άνοιξη, ημέρα Σάββατο, 11 το πρωί και οι φωνές των παιδιών που τρέχουν ξέφρενα στο άλσος της Καισαριανής, σκεπάζουν ακόμη και το θόρυβο των αυτοκινήτων της οδού Διστόμου που περνάει στο πλάι του άλσους.

Κυνηγιούνται, τρέχουν μπουλούκι πίσω από μια μπάλα, ανεβοκατεβαίνουν στις κούνιες και στις τσουλήθρες τα μικρότερα,  προσπαθούν να σκαρφαλώσουν στα δένδρα, τα μεγαλύτερα, βρέχονται με το νερό του σιντριβανιού, παλεύουν, πετάνε πέτρες και γενικά επικρατεί πανζουρλισμός, τόσο που τρόμαξαν και τα πουλιά, που έφυγαν προσωρινά μέχρι να τελειώσει το πανδαιμόνιο και πήγαν αλλού να κελαηδήσουν  και να καλέσουν  το ταίρι τους.

Στο νούμερο 116 της Διστόμου, στον τελευταίο όροφο της τριώροφης οικοδομής, μια παιδική φιγούρα προβάλλει πίσω από το τζάμι του παραθύρου και παρακολουθεί με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, τα παιδιά που παίζουν.  Δεν μπορεί να ακούσει τις φωνές τους, γιατί απαγορεύεται να ανοίξει το παράθυρο, μήπως σκύψει και πέσει.

Είναι ο Πέτρος, ηλικίας οκτώ ετών, μαθητής της δευτέρας τάξης του δημοτικού σχολείου, γιος του κυρίου Κώστα που είναι καθηγητής στο γυμνάσιο και της κυρίας Σοφίας που δουλεύει στην Τράπεζα.

Οι γονείς του με τη Μαίρη την αδελφή του που είναι κατά ένα χρόνο μικρότερη , βγήκαν στην αγορά για ψώνια  και θα γύριζαν περίπου σε δύο ώρες. Μέχρι να επιστρέψουν, ο Πέτρος είναι τιμωρημένος και θα έπρεπε να μείνει κλεισμένος στο σπίτι με την παρουσία της γιαγιάς του, που μένει στο ισόγειο και με την εντολή να μην του επιτρέψει να πάει στο άλσος.

Γιατί είναι τιμωρημένος ο Πέτρος;

Δεν ήθελε να φάει το πρωινό του, το γάλα με τα δημητριακά, που ήθελαν οι γονείς του, – γιατί έτσι πρέπει να γίνεται  στις καθώς πρέπει οικογένειες- και ήθελε μόνο μια φέτα ψωμί με τυρί, γιατί είχε δώσει ραντεβού με τους φίλους  και συμμαθητές του, να παίξουν ποδόσφαιρο.

Το πρωινό γάλα πάντα του δημιουργούσε ενόχλημα στο στομάχι όταν έπρεπε να ταξιδέψει με αυτοκίνητο ή να παίξει και συχνά του προκαλούσε εμετό. Αυτό το πρόβλημά του, το γνώριζαν οι γονείς του.  Μάταια τους παρακαλούσε να πάρει μια πιο στερεά τροφή.

Ο ποδοσφαιρικός αγώνας ήταν προγραμματισμένος από την αρχή της εβδομάδος και μάλιστα είχαν χωρίσει από την προηγουμένη, στο σχολείο, τις ομάδες.    Ο Πέτρος θα έπαιζε επιθετικός και όλη τη νύχτα σκεφτόταν τη φανέλα με το Ν(9) και τα παπούτσια  του Μέσσι  που θα φορούσε  και τα τέρματα που θα πετύχαινε. Την ποδοσφαιρική στολή του την έκανε δώρο ο νονός του, για τον συγκεκριμένο αγώνα.

Προσπάθησε να πείσει τη γιαγιά του να τον αφήσει για λίγο να κατέβει να παίξει και δεν θα το μαρτυρούσε. Όμως στάθηκε αδύνατο. Οι οδηγίες που της έδωσαν οι γονείς του ήταν αυστηρές  και δεν επιτρεπόταν να τις παραβιάσει, αλλά ούτε ήθελε να συνηθίσει ο εγγονός της να λέει  έστω και μικρά ψέματα, γιατί δεν επιτρέπεται αυτό σε μια σοβαρή οικογένεια, με αρχές.

Μάταια προσπάθησε ο Πέτρος να την μεταπείσει, λέγοντας ότι προχθές τηλεφώνησε η φίλη της μαμάς, η κυρία Αριστέα και ζήτησε να της μιλήσει, αλλά από μακριά η μαμά του έκανε νόημα να πει ότι λείπει. Και ο μπαμπάς μια μέρα που έπρεπε να πάρει το θείο από το πρακτορείο γιατί δεν ήξερε καλά την Αθήνα, τηλεφώνησε στο γυμνασιάρχη και είπε ότι είναι άρρωστος, ενώ δεν ήταν.

Ωστόσο, τα μάτια του Πέτρου ήταν υγρά και η αναπνοή του  βαριά και γρήγορη, ενώ την διέκοπταν αναφιλητά. Ο πόνος του ήταν μεγάλος και η απογοήτευση, ακόμη μεγαλύτερη! Τόσα όνειρα πήγαν χαμένα!

Αγαπητοί μου φίλοι,

Το σπίτι,  η διεύθυνση του σπιτιού και τα ονόματα, είναι φανταστικά. Η ιστορία  όμως είναι αληθινή και επαναλαμβάνεται κάθε μέρα.

Μέσα από αυτή  θα αναγνωρίσει ο κάθε ένας από εμάς  στοιχεία του εαυτού του και της καθημερινής σχέσης του με τα παιδιά του. Μιας σχέσης που είναι συχνά δεσποτική και απάνθρωπη από μέρους μας, γιατί έχουμε ξεχάσει ότι κάποτε υπήρξαμε και εμείς παιδιά με ανάγκες, αρνείται όμως πεισματικά η μνήμη μας να ανασύρει τις πιο γλυκές στιγμές της παιδικής μας ηλικίας.

Η απάντηση στον εαυτό μας είναι εύκολη και καλύπτει τις όποιες ενοχές μας για την συμπεριφορά μας αυτή.

«Σήμερα η κοινωνία είναι αλλιώτικη και άλλες οι απαιτήσεις της ζωής».

Ξεχνάμε όμως ένα πράγμα:

«Ξεχνάμε ότι η κοινωνία και οι απαιτήσεις της μπορεί να άλλαξαν, όμως τα παιδιά είναι και θα είναι πάντα  παιδιά,   όσοι αιώνες και αν περάσουν».

Παραδείγματα σαν και αυτό, της σκληρής τιμωρίας του Πέτρου, έχουμε  ακούσει πολλά, από περιγραφές και αφηγήσεις  φίλων μας στις κοινωνικές μας επαφές. Ένας διηγείται μια ιστορία ψυχικού εξαναγκασμού ενός παιδιού και όλοι οι υπόλοιποι τον κοιτάζουμε με απορία, σφίγγοντας τα χείλη μας ή κάνοντας μορφασμούς αποδοκιμασίας, ενώ στα ίδια λάθη έχουμε υποπέσει και εμείς. Απλά, για τον εαυτό μας έχουμε πάντα μια γρήγορη δικαιολογία που να αμβλύνει  τη σκληρή συμπεριφορά μας. «Δεν ξέρεις τι σημαίνει Γιάννης. Να σου τον χαρίσω για μια εβδομάδα και θα καταλάβεις»

Φίλοι γονείς,

Το κάθε παιδί είναι ένα παιδί, που όμοιό του δεν θα βρείτε όσο και αν ψάξετε.

Αν βάλετε στην αφετηρία 100 παιδιά της ίδιας ηλικίας και του ίδιου φύλου και χρονομετρήσετε τον τερματισμό στα 50 μέτρα, θα έχετε 100 διαφορετικούς χρόνους. Έτσι διαφορετική είναι η επίδοση και στο σχολείο. Διαφέρει η προσωπικότητά τους. Άλλα είναι ντροπαλά και άλλα  θαρραλέα, επιθετικά και δειλά, απαιτητικά και υποχωρητικά κ.ο.κ.

Ας μην προσπαθούμε λοιπόν να «κατασκευάσουμε» το παιδί μας σαν το ιδεώδες παιδί που έχουμε πλάσει στο μυαλό μας. Θα οδηγηθούμε σε πράξεις και ενέργειες, με αποτέλεσμα να κάνουμε ένα παιδί δυστυχισμένο!

Η μικρή … πικρή ιστορία του Πέτρου!

Είναι μια μικρή ιστορία, όπως μου την διηγήθηκε την Άνοιξη του 2014, με το δικό του παιδικό τρόπο, ο μικρός μου φίλος, ο Πέτρος.

Γράφει ο Παναγιώτης Σπυρίδης, Αναπλ. Καθηγητής Παιδιατρικής

paidiatriki.gr
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Sunday, 19 September 2021

17χρονος δεν μπορούσε να βρει εργασία λόγω αυτισμού και έτσι ... έφτιαξε δική του εταιρεία!

O 17χρονος Clay Lewis αναζητούσε ημιαπασχόληση μετά το σχολείο για να βγάζει το χαρτζιλίκι του στην περιοχή Wynnum Manly στην Αυστραλία. Προσπαθούσε για σχεδόν δύο χρόνια χωρίς επιτυχία. Δυστυχώς, σχεδόν όλοι έβλεπαν τον αυτισμό του έφηβου αγοριού ως μια «αναπηρία» και όχι ως μία ικανότητα. Οι γονείς του Clay, η Fiona και ο Warren, έμαθαν στον γιο τους ότι δεν υπάρχουν περιορισμοί σε ό,τι θελήσει να κάνει, επειδή και ο ίδιος σπάνια αποτύγχανε σε ό,τι κι αν καταπιανόταν.

Ο ίδιος αναφέρει ότι μοίρασε 13 βιογραφικά, αλλά όλα πήραν αρνητική απάντηση. Η μητέρα του γνώριζε τι μπορούσε να κάνει ο γιος της και πότε χρειαζόταν στήριξη. Με αυτό κατά νου, η οικογένεια συναντήθηκε με την Fiona Moore, μία σύμβουλο που τους βοήθησε να σκεφτούν διάφορες πιθανές λύσεις κάπως έτσι γεννήθηκε το Clay’s Bin Cleaning.

Έτσι, ο Clay καθαρίζει σκουπιδοτενεκέδες της γειτονιάς με αντάλλαγμα 10 δολάρια για τον καθένα. Έχει μάλιστα και προσφορά 15 δολάρια για 2 σκουπιδοτενεκέδες. Το αγαπημένο μέρος της εργασίας του είναι ότι ανταμείβεται με χαρτζιλίκι όπως και τα άλλα παιδιά της ηλικίας του.

Η μητέρα του εξηγεί: «Σε όλα, εγώ και ο σύζυγός μου, παρέχουμε μεγάλη στήριξη. Οι γονείς μου επίσης είναι επίσης υποστηρικτικοί, το ίδιο και η μικρή αδερφή του Clay, η Ally. Έχουμε μάλιστα συναντήσει πολλούς καλοπροαίρετους ανθρώπους όπως τη Michelle McGarvey (που έστησε την ιστοσελίδα του Clay). Ο γιος μου επίσης θα προσφέρει δωρεάν υπηρεσίες καθαρισμού των σκουπιδοτενεκέδων σε τοπικούς φιλανθρωπικούς οργανισμούς και σε φίλους που έχουν στηρίξει την οικογένεια. Είμαστε δίπλα του για ό,τι χρειαστεί». 

Πηγή: brightvibes.com/2100/en/when-no-one-would-hire-him-this-young-man-with-autism-started-a-business-and-hired-himself

Friday, 10 September 2021

«Μας έκοψαν το ρεύμα και δεν έχω τσάντα για το σχολείο. Θα πηγαίνω τα βιβλία μου αγκαλίτσα»

Η Αληθινή Ιστορία μιας 9χρονης.

Viral έχει γίνει μια ανάρτηση που έκανε μια νεαρή κοπέλα η «Έλενα» η οποία, όπως έγραψε, έδωσε χρήματα σε απελπισμένη γυναίκα για να πληρώσει τον λογαριασμό του ρεύματος, το οποίο της έκοψαν και  αγόρασε με το υστέρημα της τσάντα και κασετίνα στην 9χρονη κόρη της μητέρας όταν της εξομολογήθηκε ότι δεν έχει τσάντα αλλά το σχολείο είναι κοντά και θα πηγαίνει τα βιβλία της αγκαλίτσα.

Δείτε την ανάρτηση :

«Ήμουν σε έναν γιατρό το πρωί και ήρθε μια μαμά, μονογονέας (ο άντρας της πέθανε) με ένα κοριτσάκι μικρό... Νόμιζα ότι ήταν 7 και αυτό ήταν 9 χρονών…). Μετά μπήκε στον γιατρό και άκουσα να του ζητάει χρήματα γιατί σήμερα ο ΔΕΔΔΗΕ τους έκοψε το ρεύμα γιατί είχε φτάσει τα 1000€… Πάνιασα… Στο 9χρονο λέω από μέσα μου; Όταν βρήκαν τους ρώτησα… Μου είπε ότι για να τους το ξανασυνδέσουν θέλουν τουλάχιστον 200€.

Η μάνα ζητώντας από γνωστούς και φίλους είχε μάσει 120€… Βγάζω της δίνω άλλα 80€ και με κοίταξε με γουρλωμένα μάτια.. Γιατί είμαι 19 χρονών… Της λέω “πήγαινε να την πληρώσεις τώρα”. Όσο να μπει στο ταμείο της ΔΕΗ έμεινα με τη μικρή μαζί, με ρώτησε αν αύριο θα παίζει η τηλεόραση και αν θα δουλεύει το ψυγείο… Και της είπα ναι.

Τη ρώτησα αν έχει τσάντα για το σχολείο που αρχίζει τη Δευτέρα και μου είπε όχι. Τη λέω «και τα βιβλία πώς θα τα κουβαλάς;» μου λέει “το σχολείο είναι κοντά τα παίρνω αγκαλιτσα”. Κοκάλωσα. Την παίρνω και μπαίνουμε στο πρώτο βιβλιοπωλείο που είδα μπροστά μου. Της λέω να διαλέξει όποια θέλει και πήγε και διάλεξε την πιο οικονομική! Δάκρυα ανέβηκαν στα μάτια μου .. της είπα πάρε όποια θέλεις και πήρε αυτή που πραγματικά ήθελε… και μια κασετίνα.»

Όταν βγήκαμε έξω με αγκάλιαζε και μου έλεγε “ευχαριστώ, ευχαριστώ τώρα δε θα με κοροϊδεύουν τα παιδάκια”. Άφησα τη μικρή στη μαμά της και κίνησα να φύγω και δεν μπορούσα να σταματήσω να κλαίω. Ποιο κράτος πρόνοιας κόβει το ρεύμα σε ένα 9χρονο; Ποιο κράτος το εξευτελίζει να έχει χαλασμένα δόντια επειδή δεν έχει χρήματα για παιδοδοντίατρο ή τσάντα για να πάει σχολείο; Λυπάμαι πολύ για εδώ που φτάσαμε σαν χώρα…»

Πηγή: singleparent.gr

netakias.com
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Thursday, 22 April 2021

Η Πονηρή Καραμελίτσα

Η Τιτίκα ήταν ένα κοριτσάκι 9 χρονών και πήγαινε στην Τετάρτη τάξη του δημοτικού σχολείου, κάθε πρωί την πήγαινε η μαμά της στο σχολείο και το μεσημέρι την έπαιρνε η θεία της η Φανή.

Της Τιτίκας της άρεσαν πολύ οι καραμέλες και τα γλειφιτζούρια, δυστυχώς όμως άρχισαν να χαλάνε τα δοντάκια της και η μαμά της τα απαγόρεψε. 

Η Τιτίκα κάθε μέρα ρωτούσε τη μαμά της:

- Μανούλα μου γλυκιά θα μου δώσεις μια καραμελίτσα κι εγώ να σου δώσω ένα φιλάκι; (Προσπαθούσε να την καλοπιάσει).

- Όχι Τιτίκα μου, δεν μπορώ να σου δώσω γιατί θα χαλάσουν τα δοντάκια σου, αλλά μπορείς να μου δώσεις εσύ το φιλάκι σου.

Γενικά ήταν υπάκουο παιδί και άκουγε ότι της έλεγε η μαμά της.

Μια μέρα, η θεία της  άργησε να πάει να την πάρει από το σχολείο, όλα τα παιδιά  είχαν φύγει  ακόμα και οι δασκάλες. Είχε καθίσει σε ένα πεζούλι από το παρτέρι της αυλής, δίπλα σε ένα δέντρο και περίμενε. Την πλησίασε μια άγνωστη γυναίκα και άρχισε να της μιλά:

- Ποιόν περιμένεις γλυκιά μου;

- Τη θεία μου, δεν ήρθε ακόμη.

- Αν θέλεις θα κάτσω δίπλα σου να σου κάνω παρέα μέχρι να έρθει.

- Α καλά, σας ευχαριστώ.

- Κάτι θα της έτυχε, σε λίγο θα έρθει.

Τότε η γυναίκα έβγαλε μια καραμελίτσα από την τσέπη της και της είπε:

- Θέλεις μια καραμελίτσα;

- Τι γεύση έχει; (Ρώτησε η Τιτίκα)

- Φράουλα.

- Μμμ μ’ αρέσει η φράουλα.

- Έλα πάρε.

- Όχι θα χαλάσω τα δόντια μου.

- Δε χαλάνε με μια καραμέλα.

- Σίγουρα;

- Ναι σίγουρα ορίστε.

- Όχι, πρέπει  να την κερδίσω πρώτα. Να παίξουμε το παιχνίδι με τη μυστική λέξη.

- Ας το παίξουμε πως παίζεται;

- Να, εγώ ξέρω μια μυστική λέξη, εσύ προσπαθείς να τη βρεις και όταν τη βρεις εγώ κερδίζω την καραμέλα.

- Έξυπνο παιχνίδι, για πες μου από τι αρχίζει η μυστική λέξη;

- Αν σου πω δε θα είναι μυστική, άντε λέγε λέξεις.

Άρχισε να αραδιάζει λέξεις, αλλά τίποτα, η Τιτίκα φώναζε συνέχεια «λάθος». Τότε η γυναίκα της είπε:

- Κρίμα αν δε βρω τη λέξη, δε θα φας τη καραμελίτσα.

Στεναχωρήθηκε λίγο, αλλά ευτυχώς εκείνη τη στιγμή είδε τη θεία της να έρχεται και άρχισε να την φωνάζει. Η γυναίκα έφυγε τρέχοντας από δίπλα της. Η θεία της πλησίασε και της είπε:

- Τιτίκα μου συγνώμη, άργησα λίγο. Ποια ήταν η κυρία δίπλα σου; Η Τιτίκα κοίταξε δεξιά αριστερά μήπως και τη δει.

- Μα που πήγε, δεν τελειώσαμε το παιχνίδι.

- Ποιο παιχνίδι;

- Το παιχνίδι με τη μυστική λέξη, αν έβρισκε τη μυστική μου λέξη, θα κέρδιζα την καραμέλα που είχε γεύση φράουλα.

- Τελικά δεν τη βρήκε;

- Όχι, προσπάθησε αλλά τίποτα. Ξέρεις θεία ήταν λίγο πονηρή γιατί με ρώτησε από τι γράμμα αρχίζει. Όμως που πήγε ήθελα να κερδίσω την κραμελίτσα.

- Έφυγε, καλύτερα που δεν κέρδισες αυτή την καραμελίτσα γιατί ήταν πονηρή σαν την κυρία που σου την πρόσφερε. Γι’ αυτό θα σου δώσω εγώ μια καραμελίτσα που δεν είναι πονηρή, επειδή ήσουν πολύ υπομονετικό και προσεκτικό παιδί, αλλά πρώτα θα μου πεις εσύ τη μυστική μας λέξη.

Η Τιτίκα φώναξε τη μυστική λέξη με χαρά και κέρδισε την καραμέλα. Την έβαλε με λαχτάρα στο στόμα κι ένα τεράστιο χαμόγελο ευτυχίας απλώθηκε στο πρόσωπο της! 

Ευαγγελία Τσιακίρη

kathe-mera-mama.gr
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Tuesday, 6 April 2021

Ένα παλιό τετράδιο με όσα χρειάζεται η ζωή! (Όμορφη που 'ναι η αθωότητα!)

Ένα καράβι η ζωή με όρτσα τα πανιά φορτωμένο αναμνήσεις και όνειρα, κάποια σημαντικά, κάποια ασήμαντα, γεμάτα από χαρές και λύπες, κάποια ήσυχα κι αθόρυβα κι άλλα γεμάτα ένταση και πάθος. Ένα καράβι που αρμενίζει μεσοπέλαγα μ’ ένα φεγγάρι ξεχασμένο συντροφιά και την αλμύρα να ξεφλουδίζει μια-μια τις αναμνήσεις, βάλσαμο μαζί και πόνος.
«Του μέλλοντος οι μέρες στέκονται μπροστά μας, σα μια σειρά κεράκια αναμμένα…..τι γρήγορα που τα σβηστά κεριά πληθαίνουν» λέει ο Καβάφης.

Ένα καράβι κι η ψυχή σπρωγμένη απ’ το μελτεμάκι της αγάπης ν’ αφήνεται σ’ ένα ταξίδι πέρα από χρόνους για κει που την προορίζει ο Δημιουργός της.

Τέσσερις του Απρίλη 1952. Στου καιρού τα γυρίσματα ψάχνω τις μνήμες. Η πρώτη μου ανάσα, ένα ανοιξιάτικο απόγευμα Παρασκευής, είχε τις μυρωδιές από λιλά βιολέτες, τον ήχο απ’ την καμπάνα του Άη-Χαράλαμπου που σήμαινε κείνη την ώρα για τους Χαιρετισμούς της Παναγίας και τη γλυκιά της μάνας μου φωνή. Υπάρχει πιο όμορφο καλωσόρισμα;
Δεν ξέρω τι άγγελοι με ευλόγησαν κείνο το βράδυ, μα ξέρω πως τα κατοπινά τα χρόνια ακτινοβολούσε μέσα μου ένα φως που πολλές φορές με παρέσερνε κι έκανα πράγματα που ούτε εγώ μπορώ να εξηγήσω.

Να όπως τότε, σχολειό δεν πήγαινα ακόμα, Μεγάλη Πέμπτη ήτανε, ξέφυγα απ’ την ποδιά της μάνας μου, κι έτρεξα στον Εσταυρωμένο. Εγώ δεν το θυμάμαι, μα η μάνα μου έλεγε πως κλαίγοντας, εκεί στον «τύπο των ήλων» σκούπιζα με το μαντηλάκι μου τα ματωμένα Του τα πόδια. 
Όπως τότε που ξεχείλισε η αθωότητα στα μάτια και έγινε ψιχάλες έτοιμες να κυλήσουν στα μάγουλα, βλέποντας τη μικρή Γαρυφαλλίτσα, με το φθαρμένο τρύπιο ζακετάκι της να προσπαθεί να καλύψει τη γύμνια των χεριών της. 
Όπως τόσες άλλες φορές που προσπαθώ να θυμηθώ, καμώματα παιδιάστικα, αθώα, πίσω από έναν άλλο τρόπο ζωής που άλλοτε έφερνε χαμόγελα κι άλλοτε μια γερή κατσάδα απ’ τη μάνα.

Ονειροπαρμένη πάντα προσπαθούσα να γράψω το δικό μου παραμύθι. Δασκάλα ήθελα να γίνω. Δεν το ‘γραψα όπως το ονειρεύτηκα κι ας τρέφει ακόμα αυτή η νοσταλγία την ονειροφαντασία μου.

Αυτό το ταξίδι με τη φαντασία, μπορεί κάποιες φορές να γίνεται ανάγκη, μα τώρα πια μόνο χαμόγελα φέρνει. 
Θυμάμαι τη γιαγιά. Μονάχα όσοι πιστεύουν βαθιά, έλεγε, μονάχα αυτοί αξιώνονται να ακούσουν ή να δουν όσα δεν βλέπουν οι άλλοι. 
Και γω ήμουν σίγουρη πως πίστευα, αλλιώς πώς να εξηγήσω τα βαριά πατήματα απ’ το άλογο του Άη-Γιώργη που άκουγα τα βράδια. « Σσσ...Φυλάει το χωριό, κλείσε τα μάτια ν’ ακούσεις τα βήματά του» έλεγε η γιαγιά και σαν πέρναγε απ’ τη γειτονιά, δεν έκλεινα μόνο τα μάτια, κρατούσα και την ανάσα μου κάτω απ’ τα σκεπάσματα. 
Όμορφη που 'ναι η αθωότητα!

Βουρκωμένη η σκέψη σε μια παιδική ζωγραφιά που σκοντάφτει στο σοκάκι του χρόνου.
Διπλωμένα τα όνειρα στο τετράδιο με τις ζωγραφιές, μη και ξεφύγει η Γαρυφαλλίτσα που φόραγε την κόκκινη πλεχτή ζακετούλα μου και δεν κρύωνε πια. Μου χαμογελάει η γιαγιά η Δέσπω, απ’ τον πέρα μαχαλά, που περίμενε κάποια απογεύματα να της πάω τα ψώνια, απ’ το μπακάλικο της πλατείας, εκατό δράμια καφέ, μισή οκά ζάχαρη, ελιές και λίγα δράμια ταραμά κι ύστερα με φίλευε κυδώνι ψητό με ζάχαρη και κανέλα. 
Απ’ τις πίσω σελίδες μου γνέφει η μικρή Ραλλού που έμενε στην άκρη του χωριού με τη γιαγιά της και μια μέρα που γη και ουρανός έγιναν ένα απ’ το ανεμοβρόχι τη μάζεψα στο σπίτι…κι ύστερα σκασμένη από τα γέλια μέτραγα τα κουκούτσια απ’ τις ελιές, όσα βέβαια δεν είχε καταπιεί. 
Εγώ λέω απ’ το φόβο της για τ’αστραπόβροντα έφαγε μια γαβάθα ολάκερη ελιές. Καημένη Ραλλού! Ένα σπουργιτάκι ήταν που τσιμπολογούσε ό,τι της έδινες.
Εκείνο το τετράδιο είχε όλα όσα χρειάζεται η ζωή. Χαρές και λύπες, νίκες και ήττες, αγώνες και αγωνίες. Μια πορεία ανάμεσα στο φως και τη σκιά.
Τι όμορφα που είναι ν’ αποξεχνιέσαι στο χθες τώρα που οι ρυτίδες αρχίζουν να βαθαίνουν κι η καθημερινή φθορά είναι πια αναπόφευκτη. Αν μπορείς ακόμα με συγκίνηση να θυμάσαι εκείνο το μικρό κορίτσι που κάποτε υπήρξες, τότε είσαι σίγουρη πως ο δρόμος που περπάτησες κατάντικρυ στο φως, ήταν ο δρόμος της αγάπης.

Αφήνω πίσω τα εξήντα εννιά. Δεν ξέρω αν είναι «χρόνια πολλά» κι ούτε νοιάζομαι. Καλά να ναι μονάχα. Μια γουλιά ροσόλι από κεράσι άλικο κι από άνοιξη σε άνοιξη να καβατζάρω εκείνο το μηδενικό των εβδομήντα. Να μπορώ να θυμάμαι, μη γίνει η ζωή μου λευκή κόλλα απ’ τη λήθη. 
Αυτό θέλω μονάχα.

«Κύριε… ολόκληρο το δρόμο της ζωής μου, όσο διήνυσα μέχρι σήμερα και όσο μου υπολείπεται ακόμη Συ τον γνωρίζεις…» (ψαλμός 138)

Αννίκα
4/4/21

mustikaannas

Thursday, 1 April 2021

Ἡ Σουλιωτοπούλα του Γιάννη Βλαχογιάννη

Στῆς μάχης τόν καπνό, πού πνίγει τό λαγκάδι, ὁ Σουλιώτης ὅλα τά ἔχει λησμονήσει, πεῖνα καί δίψα. Καί τό Σούλι πέφτει ξέμακρα, καί σάν λησμονημένο εἶναι καί ἐκεῖνο τ' ἄχαρο.

Καί ἐκεῖ πού πολεμάει τό παλληκάρι τό ἀγλύκαντο, μέρα καί νύκτα, ἀκούει μιά γνώριμη φωνή, πού τόν ξυπνάει:

- Λοιπόν τό Σούλι δέν χάθηκε καί ζῇ.

Ἦταν ἡ Λάμπη, ἡ ἀδελφή τοῦ παλληκαριοῦ.

- Τί καλά μοῦ φέρνεις, Λάμπη;

- Ζεστή κουλούρα, ἀδελφέ, πού σοῦ τήν ἐζύμωσα μέ τά χεράκια μου καί ἡ μάννα τήν ἔψησε στήν ἀνθρακιά μονάχη. Ἔλα νά φᾷς καί νά ξαποστάσης.

- Δέν μπορῶ, καημένη, νά παρατήσω τό τουφέκι ...

- Αὐτό εἶναι ἡ συλλογή σου, Νάση; Ἔρχομαι ἐγώ καί σοῦ κρατῶ τόν τόπο σου ... Νά, σοῦ ἔστρωσα! Καί δός μου τό τουφέκι.

Χαμογελᾷ ὁ ἀδελφός ὁ καπνισμένος. Καί δέν ἔχει ἀνάγκη νά μάθη τήν κορασιά πῶς πιάνουν τό τουφέκι.

Ὁ πόλεμος ἐβαστοῦσε πάντα. Μέ χέρι σταθερό ἐγέμιζεν ἐκείνη καί σημάδευε. Καί ὁ ἀδελφός της παραπέρα ἔτρωγε ἥσυχος καί μονάχα τήν πεῖνά του ἄκουγε, τήν θεριεμένη μέσα του.

Καί ὁ πόλεμος ἐβαστοῦσε. Καί ἐκεῖ ἕνα βόλι ἦλθε καί ἐπέτυχε κατάστηθα τήν κορασιά. Καί αὐτή ἔκανε καρδιά καί δέν ἐμιλοῦσε. Τό αἷμα ἐπλημμύριζε τόν κόρφο της. Ἡ Λάμπη ἐσημάδευε καί ἐτουφεκοῦσε.

- Ἔφαγες, Νάση;

- Κοντεύω, ἀκόμη λίγο, Λάμπη.

Ἡ κόρη ἐξαναρώτησε καί δεύτερη καί τρίτη φορά. Καί τότε μέ ἕνα πήδημα τό παλληκάρι βρέθηκε κοντά της. Ἄρπαξε τό τουφέκι καί ἥσυχο, καθώς εἶχε τραβηχθῆ, ἐξανάρχισε τόν πόλεμο.

Ἀμίλητη ἡ Σουλιωτοπούλα ἐπῆγε παραπίσω καί ἔπεσε.

Καί ὁ πόλεμος ἐβαστοῦσε ...

----------------------------------------
Ιστορίες για (μικρά και μεγάλα) παιδιά

Πηγή: «Μεγάλα Χρόνια» 1930 (Ἀναγνωστικόν Στ΄ Δημοτικοῦ 1964)

Επιμέλεια: Αντιύλη, Ι. Ναός Αγ. Βασιλείου, Πρέβεζα. E-mail: antiyli.gr@gmail.com

Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Saturday, 13 March 2021

«Όλοι η κανένας! Ή παίζει ο Αλί, ή δεν παίζουμε!»

«Κάπου στο γκάζι η ζωή αλλάζει». 
Αυτό είναι το σύνθημα των μελών της Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης «Δρόμοι Ζωής», που προσπαθούν να στηρίξουν τα παιδιά αλλά και τις οικογένειες της περιθωριοποιημένης κοινότητας, που κατοικεί στο Γκαζοχώρι, στα κάτω Πετράλωνα και στο Βοτανικό.
Την πρώτη Πέμπτη του Φεβρουαρίου, η Εύα, η Πόπη και ο Νικήτας αποφάσισαν να προσθέσουν μια ακόμα δραστηριότητα: το θέατρο.

Η αγάπη, η λαχτάρα για ζωή φορτώθηκαν στο όχημα «θέατρο για την ανάπτυξη». 
13 άνθρωποι (οχτώ τουρκόφωνα, 2 αλβανόφωνα, 2 ελληνόφωνα παιδάκια ηλικίας 9 έως 12 χρονών, και τρεις εθελοντές) άρχισαν ένα ταξίδι στο θαυμαστό κόσμο μας.

Στις πρώτες συναντήσεις η αυτοσυγκέντρωση ανύπαρκτη, η συνεργασία αδύνατη, η φαντασία μπλοκαρισμένη, η έκφραση των αναγκών και των επιθυμιών άγνωστη.

Τα παιχνίδια, αυτοσχεδιασμός το φτιάξιμο των ιστοριών μας βοήθησαν να πούμε ότι:
Το φαγητό, τα ρούχα, το σπίτι, πότε υπάρχουν πότε όχι. 
O μπαμπάς δεν γίνεται να δουλεύει κάθε μέρα.
Μας αρέσει να πηγαίνουμε σχολείο, αλλά πολλές φορές οι δάσκαλοι μας βάζουν τιμωρία γιατί δεν έχουμε διαβάσει. 
Κάθε μέρα μας λένε :

— Γιατί δεν κάθεσαι να διαβάσεις στο σπίτι σου;
— Πού; εκεί είναι όλοι μαζί! Τα μωρά, αδέλφια και ξαδέλφια, οι μαμάδες μας, οι θείες μας, οι μπαμπάδες πότε μεθυσμένοι, πότε στεναχωρημένοι;

Κάποιες φορές προσπαθούμε να κάνουμε αυτό που μας είπε ο κύριος, η κυρία, αλλά είναι πολύ δύσκολα! 
Η μαμά μιλάει άλλη γλώσσα και ο μπαμπάς που μιλάει καλύτερα ελληνικά δεν ξέρει καθόλου να κάνει «αυτά τα γράμματα». 
Σίγουρα είμαστε βλάκες!...  Δεν είναι για μας αυτά!

Στο δρόμο που μας στέλνουν να παίξουμε πότε είναι καλά πότε άσχημα. Δεν τα καταφέρνουμε να γίνουμε φίλοι. 
Κάποια φορά χτυπάμε εκείνο το παιδί που δεν μας κάνει αυτό που θέλουμε και κάποια άλλη φορά μας χτυπάει εκείνος που δεν του κάναμε αυτό που θέλει. 
Αλλά και ο μπαμπάς χτυπάει εμάς ή τη μαμά, όταν δεν του κάνουμε αυτό που θέλει ή όταν έχει πιει. Όμως μας λέει, ότι μας αγαπάει! Και εμείς αγαπάμε τα παιδιά που προσπαθούμε να παίξουμε!

Εντάξει, ξέρουμε ότι δεν κάνει να κλέβουμε αλλά τι να κάνουμε όταν οι άλλοι έχουν πολλά, ενώ εμείς δε έχουμε τίποτα;

Ε, και γιατί να γίνουμε φίλοι με τα παιδιά που ήρθαν από την Αλβανία; Είναι τρελά αφού δεν ξέρουν ελληνικά. 
Έτσι δεν μας λένε τα ελληνάκια; Είστε χαζά ή τρελά, αφού δεν καταλαβαίνουμε αυτά που μας λέτε.

Μετά από 15 συναντήσεις η ομάδα μας είχε χτιστεί. Συζητήσαμε και αποφασίσαμε όλοι μαζί να παρουσιάσουμε τις ιστορίες μας.

Οι δυο πρόβες μας έγιναν με πολύ ενθουσιασμό και χαρά. Η μέρα της παράστασης έφτασε. Η ανυπομονησία περίσσευε. Ένα τέταρτο πριν, ο Αλί, ένα εντεκάχρονο αγόρι που είχε το ρόλο του Δασκάλου είπε:

— Δεν παίζω!
— Γιατί;
— Δεν μπορώ! δεν μου αρέσει!

Όλοι μαζί προσπάθησαν να τον ενθαρρύνουν.

— Έλα Αλί, μπορείς!

Ο Αλί όμως δεν μπορούσε να πετύχει, έστω για λίγο! Γιατί, είναι άχρηστος αφού και η μαμά και ο μπαμπάς, τον εγκατέλειψαν όταν ήταν τεσσάρων χρονών!

Και τότε η Εύα πήρε απόφαση:

— Όλοι η κανένας! ή παίζει ο Αλί, ή δεν παίζουμε!

Ο Αλί σήκωσε το κεφαλάκι του και με πελώρια μάτια ρώτησε:

— Κυρία, δηλαδή αν δεν παίξω, εγώ δεν παίζει κανένας;
— Όχι !κανείς δεν θα παίξει!

Ο χρόνος σταμάτησε! Μετά μια αιωνιότητα ο Αλί είπε:

— Θα παίξω!

Και έπαιξε καταπληκτικά το δάσκαλο.

Όπως και όλα τους έπαιξαν υπέροχα μαμάδες, μαθητές, ανθρώπους που αποκλείουν και αποκλείονται.

Μετά το τέλος της παράστασης ρώτησα τον Αλή, πως αποφάσισε να παίξει

— Ε κυρία, σκέφτηκα, επειδή εγώ φοβάμαι, να μη παίξουν όλα τα παιδιά; είπα στον εαυτό μου θα κάνεις πίσω το φόβο σου!
— Αλί μου, στα έντεκα σου, είσαι δάσκαλος πραγματικός! μας δίδαξες το κουράγιο!
Σου υποσχόμαστε να συνεχίσουμε το ταξίδι σε δυνατότερα μέρη της ψυχής μας, γιατί, εσείς, όπως και όλα τα παιδιά, είστε η ελπίδα του κόσμου!

Ευαγγελία

«Θέατρο για την ανάπτυξη», 2005

Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Tuesday, 9 March 2021

Η κανάτα...

Δεν έχεις χρόνο…

Δεν ξέρεις πότε ήταν η τελευταία φορά που κατάφερες να χαλαρώσεις. Δεν ξέρεις πότε ήταν η τελευταία φορά που χρόνος, υπήρξε, για σένα.

Δουλειά, πληρωμές, σπίτι, οικογένεια, παιδιά, μαγειρέματα και καθαριότητες, αρρώστιες, διαβάσματα, γιατροί…Είναι μόνο ελάχιστα από αυτά τα οποία καλείσαι να ολοκληρώσεις κάθε μέρα…

Και αυτά τα έκτακτα…Αχ, αυτά τα έκτακτα…Από την μια στιγμή στην άλλη, σε κάνουν άνω κάτω…

Δεν μπορείς όμως να κάνεις αλλιώς. Τι να αφήσεις από έξω;

Τι δουλειά; Και ποιος θα δουλέψει;

Τις πληρωμές; Και ποιος θα τις καλύψει;

Το σπίτι; Και ποιος θα το τακτοποιήσει;

Τα παιδιά; Και ποιος θα τα φροντίσει;

Έχεις απόλυτο δίκιο…

Θα σου πω μια ιστορία όμως Άνθρωπε…

Ήταν κάποτε μια κανάτα. Που πολύ αγαπούσε τα ποτήρια της… 

Και φρόντιζε πάντα, πάντα να τα έχει γεμάτα με νερό… Ποτήρι διψασμένο δίπλα της δεν θα έβλεπες. Και η κανάτα αυτή, μόνο από αγάπη κινούμενη, απλόχερα προσέφερε…Αντάλλαγμα δεν ζητούσε. Χαρά της ήταν μόνο να προσφέρει. Και αυτό δεν ήτανε κακό. Δεν ήθελε ποτήρι δίπλα της να βλέπει άδειο, διψασμένο…

Έκανε όμως ένα λάθος η κανάτα. Ξέχασε κάποια στιγμή να πάει, η ίδια της, να ξαναγεμίσει. Δεν άντεχε στην ιδέα ότι για λίγο, τα ποτήρια της θα έμεναν χωρίς νερό. Δεν ήθελε έτσι να τα αφήσει…

Και άδειασε η κανάτα…Άδειασε προσπαθώντας να στάξει και την τελευταία της σταγόνα στα ποτήρια της εκείνα…

Και δεν πέρασε πολύς καιρός…Και τα ποτήρια άδειασαν και αυτά…Και όταν στην κανάτα στράφηκαν, εκείνη δεν είχε τίποτα άλλο να τους δώσει.

Αν δεν έχεις χρόνο Άνθρωπε, δημιούργησε…Και ας μείνει και κάτι τις, για λίγο πίσω… Μην νιώθεις τύψεις για αυτό Άνθρωπε. Το έχεις ανάγκη, για να συνεχίσεις να προσφέρεις.

Ειδάλλως θα έρθει η στιγμή, εκείνη η στιγμή Άνθρωπε…

Που καμιά δουλειά δε θα ξανατελειώσει, καμιά πληρωμή δεν θα καλυφθεί, κανένα σπίτι δεν θα είναι πια τακτοποιημένο…

Θα έρθει η στιγμή, που κανείς δε θα ναι εκεί, τα παιδιά σου να φροντίσει…


Ελευθεριάδης Γ. Ελευθέριος, Ψυχολόγος M.Sc.
e-psyxologos.gr
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Saturday, 6 March 2021

Για το καλαμπόκι, ο λόγος - τίποτε σοβαρό ...

Στην μέση του μαθήματος στο πανεπιστήμιο, ένας φοιτητής ξαφνικά ρώτησε τον καθηγητή του...

— Κύριε, ξέρετε πώς πιάνονται τα αγριογούρουνα;
Ο καθηγητής σκέφτηκε ότι αυτό είναι ένα αστείο και περίμενε την συνέχεια λέγοντας...

— Όχι! Για πες μου...

— Πρώτα ανακαλύψτε πού συχνάζουν στο δάσος και εκεί αφήστε στο έδαφος λίγο καλαμπόκι. Τα αγριογούρουνα θα έρχονται κάθε μέρα για να φάνε το «τζάμπα» καλαμπόκι, και όταν συνηθίσουν να έρχονται καθημερινά φτιάξτε περίφραξη από την μία πλευρά, γύρω από το σημείο που έχουν συνηθίσει να τρώνε.....

Όταν συνηθίσουν με την περίφραξη από τη μία πλευρά και γυρνάνε ξανά για να φάνε καλαμπόκι, εσείς φτιάχνετε περίφραξη από την άλλη πλευρά... 
Ξανά συνηθίζουν και ξαναέρχονται να τραφούν ενώ εσείς φτιάχνετε την περίφραξη γύρω γύρω, λίγο λίγο, μέχρι να ολοκληρώσετε και τις τέσσερις πλευρές...
Στο τέλος τοποθετήστε και μία πόρτα στην τελευταία πλευρά...
Τα αγριογούρουνα έχουν συνηθίσει πια με το «τζάμπα» καλαμπόκι και έρχονται κάθε μέρα και μπαίνουν μόνα τους μέσα και τρώνε. Έτσι τελικά θα κλείσετε την πόρτα και θα πιάσετε όλο το κοπάδι!!!

Τόσο απλά, βήμα - βήμα, μέχρι τα αγριογούρουνα να χάσουν την ελευθερία τους. 
Όταν το καταλαβαίνουν βέβαια, ξεκινάνε να τρέχουν, αλλά είναι πλέον στη «φυλακή»... Μετά από λίγο αρχίζουν να τρώνε και πάλι το εύκολο και "τζάμπα" καλαμπόκι... Τόσο πολύ συνηθίζουν πού ξεχνάνε πώς είναι να κυνηγάνε για τον εαυτό τους και έτσι δέχονται την «σκλαβιά»...
Δείχνουν και ευγνωμοσύνη στους φυλακές τους, και πηγαίνουν χωρίς αντίσταση στο σφαγείο. Δεν ανησυχούν που το χέρι που τους ταΐζει είναι το ίδιο που τους .... «σκοτώνει»...
 
ΔΟΚΙΜΑΣΜΕΝΟ ΤΟ ΚΟΛΠΟ....
(Ανώνυμος εκπαιδευτικός)
facebook.com

Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Tuesday, 23 February 2021

Μια μοναδική ιστορία αγάπης

Μετά την τοξικότητα των ημερών, 

Σου γράφω για να μοιραστώ μαζί σου μια ιστορία αγάπης μοναδική που με συγκίνησε πολύ. Μία ιστορία για τη σχέση ενός ζευγαριού που έχει καταγραφεί από τους επιστήμονες ως μια από τις πιο μακροχρόνιες στο ζωικό βασίλειο.

Στα πλαίσια μιας 30ετούς έρευνας πάνω στους πιγκουίνους του Μαγγελάνου, με προσδόκιμο ζωής περίπου τα 20 χρόνια ένα ζευγάρι καταγράφηκε να είναι “μαζί” για περισσότερο από 16 χρόνια! Μέχρι σήμερα, έχουν διανύσει ο καθένας πάνω από 300.000 χλμ. σε αναζήτηση τροφής, αλλά κάθε χρόνο επιστρέφουν ακριβώς στην ίδια φωλιά που είχε χτίσει το αρσενικό φλερτάροντας για πρώτη φορά το θηλυκό, για να βρουν ο ένας τον άλλο ανάμεσα σε δεκάδες χιλιάδες άλλους υποψήφιους συντρόφους. Το συγκεκριμένο ζευγάρι έχει γεράσει μαζί στην ακτές της Γης του Πυρός στη Νότια Αργεντινή.

Οι βιολόγοι έχουν εκφράσει την έκπληξή τους, καθώς η σχέση των ζευγαριών συνήθως διακόπτεται αρκετά νωρίς, είτε λόγω θανάτου, είτε λόγω της αποτυχίας αναπαραγωγής από ένα σημείο και μετά.

Με αφορμή αυτή τη ρομαντική ιστορία, θα ήθελα να σε προτρέψω να μοιράζεσαι συχνά την αγάπη σου με τους ανθρώπους που θέλεις, να μην τη θεωρείς αυτονόητη.
 
Η συνέχεια εδώ: ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ
 
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki