Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2009

Γαλανή θάλασσα και άσπρο περιστέρι...

Μιλούσαν δυο νεράιδες … 

- Τι σημαία να δώσουμε σ’ αυτή τη χώρα ; Είπαν κι έδειξαν την Ελλάδα.
- Ας ρωτήσουμε την ίδια, είπε η μία. 

- Ας ρωτήσουμε, συμφώνησε και η άλλη. 
Βρήκαν την Ελλάδα να λούζεται σε μια καταγάλανη θάλασσα και να στεγνώνει κάτω από έναν 
ολόλαμπρο ήλιο ...

- Κυρά , κυρά αρχόντισσα , κυρά μας παινεμένη, Ελλάδα δοξασμένη, τι χρώμα θέλεις να είναι η σημαία σου ; 

- Να ρωτήσω τα παιδιά μου , είπε η Ελλάδα .
Τα μισά παιδιά της ζούσαν στη στεριά, παιδεύονταν με τη γη και τα βουνά .  

- Κυρά , κυρά αρχόντισσα , κυρά μας παινεμένη, Ελλάδα δοξασμένη, σκληρός ο τόπος .
Και η δουλειά σκληρή. Μα άσπρα περιστέρια οι ψυχές μας.
Γι’ αυτό άσπρη, ολόασπρη τη θέλουμε τη σημαία μας.
 

Τα έγραψε τα λόγια αυτά σε χρυσόδετο τεφτέρι η Ελλάδα. 
- Ας πάω τώρα να ρωτήσω και τα άλλα μου παιδιά, τα παιδιά της
θάλασσας, είπε η Ελλάδα .
Τα βρήκε να παλεύουν με τα δίχτυα . Να τα τραβούν με κόπο, γιατί ήταν πολύ γεμάτα από ασημένια λαχταριστά ψάρια.
- Κυρά , κυρά αρχόντισσα κυρά μας παινεμένη, Ελλάδα δοξασμένη, εμάς οι ψυχές μας είναι δοξασμένες στο γαλανό νερό. Τούτη η θάλασσα η μεγάλη, που μας δίνει χαρά και ζωή, θέλουμε να χωρέσει τη σημαία μας.
 

Τα έγραψε και τούτα τα λόγια η Ελλάδα σε χρυσόδετο τεφτέρι και το έδωσε στις νεράιδες. 
- Έτσι να γίνει , είπαν εκείνες.  
Και τότε μέσα από την αφρισμένη θάλασσα βγήκε το ασπρογάλανο πανί κι απλώθηκε σε ουρανό και γη. Εκείνη την ώρα ο ήλιος άστραψε, έσκυψε, φίλησε το πανί και το φίλημά του έγινε ένας ολόχρυσος σταυρός.
- Η σημαία μας , είπε η Ελλάδα. Η σημαία για τα παιδιά της στεριάς , για τα παιδιά της θάλασσας …