Showing posts with label Οκτώβριος. Show all posts
Showing posts with label Οκτώβριος. Show all posts

Tuesday, 1 October 2024

Ο μήνας Οκτώβριος - Καλό μήνα χαμομηλάκια!

Ο δεύτερος μήνας του φθινοπώρου. 

Έχει 31 ημέρες κι είναι ο πιο κατάλληλος για την καλλιέργεια και τη σπορά των χωραφιών. 
Ο ελληνικός λαός δίνει και τα ονόματα: Αϊ-Δημήτρης ή Αϊ-Δημητριάτης, Βροχάρης, Σποριάτης ή Σποριάς ή Σπαρτός, Μπρουμάρης (=ομιχλώδης, σκοτεινός) και Παχνιστής (από την πάχνη που πέφτει στους αγρούς). 
Τον θεωρεί έναν από τους μήνες κατά τους οποίους πρέπει κανείς να πίνει το κρασί ανέρωτο, γιατί τον συμπεριλαμβάνει στην παροιμία: «Όποιος μήνας έχει ΡΟ, δε θέλει στο κρασί νερό». 
Κατά το ρωμαϊκό ημερολόγιο ήταν ο 8ος μήνας, γι` αυτό κι ονομάστηκε Οκτόμπερ. 
Ήταν αφιερωμένος στον Άρη και τον παρίσταναν με μορφή κυνηγού, που έχει λαγό στα πόδια του, πουλιά πάνω απ` το κεφάλι του και ένα είδος κάδου κοντά του. 
Ο μήνας «των χειμαδιών» και ο γυρισμός των παραδοσιακών μαστόρων στις οικογενειακές εστίες.
ΕΡΓΑΣΙΕΣ:
  • Όργωμα και σπορά σιτηρών, κριθαριού και βρώμης.
  • Σπορά τριφυλλιού.
  • Ολοκλήρωση τρύγου και παραγωγή κρασιού.
  • Μάζεμα φθινοπωρινών φρούτων & πατάτας.
  • Κάψιμο φυτών, που έδωσαν καρπούς, για να καταστρέψουν τα αυγά των εντόμων.
  • Κατεβαίνουν οι βοσκοί από τα βουνά στους χαμηλούς κάμπους (τα χειμαδιά). 
ΓΙΟΡΤΕΣ:
  • 12 ΟΚΤΩΒΡΗ (1944). Η απελευθέρωση της Αθήνας από τους Γερμανούς.
  • ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ (26/10). Η γιορτή αυτή θεωρείται ορόσημο του χειμώνα και συνδυάζεται με του Αγ. Γεωργίου στις 23 Απριλίου. 
  • Στο γεωργικό καλαντάρι οι 2 αυτές γιορτές αποτελούν τις χρονικές τομές που χωρίζουν το έτος σε 2 ίσα μέρη, στο χειμερινό και το θερινό εξάμηνο αντίστοιχα.
  • 28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ (1940). Η επέτειος του «ΟΧΙ» στο φασισμό.
ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ:
  • «Οκτώβρη και δεν έσπειρες, οκτώ σακιά δε γέμισες».
  • «Οκτώβρη και δεν έσπειρες, τρία καλά δεν έκαμες».
  • «Όποιος σπέρνει τον Οκτώβρη, έχει οκτώ σειρές στ’ αλώνι».
  • «Τον Σεπτέμβρη τα σταφύλια, τον Οκτώβρη τα κουδούνια».
  • «Αϊ Δημητράκη μου, Μικρό καλοκαιράκι μου».
  • «Αν βρέξει ο Οκτώβρης και χορτάσει η γη, πούλησ' το σιτάρι σου και αγόρασε βόδια».
  • «Αν δε βρέξει, ας ψιχαλίσει, πάντα κάτι θα δροσίσει».
  • «Αν δε βρέξει, πως θα ξαστερώσει;»
  • «Αν δε χορτάσει ο Οκτώβριος τη γη, πούλησε τα βόδια σου και αγόρασε σιτάρι».
  • «Άσπορος μη μείνεις, άθερος δε μένεις».
  • «Βαθιά τ' αυλάκια να φουντώσουνε τα στάχυα».
  • «Δεύτερο αλέτρι, δεύτερο δεμάτι».
  • «Μακριά βροντή, κοντά βροχή».
  • «Ο καλός ο νοικοκύρης, ο λαγός και το περδίκι, όταν βρέχει χαίρονται».
  • «Οκτώβρη και δεν έσπειρες καρπό πολύ δεν παίρνεις».
  • «Οκτώβρης και δεν έσπειρες, σιτάρι λίγο θα 'χεις».
  • «Οκτώβρη και δεν έσπειρες λίγο ψωμί θα πάρεις».
  • «Οκτώβρης βροχερός, Οκτώβρης καρπερός».
  • «Οκτώβρης-Οκτωβροχάκης το μικρό καλοκαιράκι».
  • «Τ' άη - Δημητριού, τι είσαι ‘σύ και τι ΄μαι εγώ λέει το νιο κρασί στο παλιό».
  • «Τ’ Αϊ Λουκά σπείρε τα κουκιά».
  • «Τα σταφύλια τρυγημένα και τα σκόρδα φυτεμένα». 
ΕΘΙΜΑ-ΠΡΟΛΗΨΕΙΣ:
«Η ΤΖΑΜΑΛΑ» ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ. Λέξη αραβική που σημαίνει καμήλα, μια προσωποποίηση θηλυκής οντότητας με αόριστη γονιμοποιητική σημασία. Το έθιμο αυτό, γονιμοποιητικό δρώμενο της άροσης και σποράς των αγρών, συνηθιζόταν παλαιότερα στην Θράκη, να γίνεται του Αγ. Δημητρίου στις 26/10 ή σε μια άλλη μέρα, ανάλογα με τον χρόνο σποράς, που εξαρτιόταν από τις κλιματολογικές συνθήκες.
Για την καλή χρονιά σποράς, την παραμονή του Αϊ-Δημητρίου έκαναν την Τζαμάλα. Με ξύλα έκαμναν ένα μεγάλο σκελετό καμήλας, τον τύλιγαν...  με πανιά και προβιές, έβαζαν ουρά, ένα μακρύ κοντάρι για λαιμό, με κεφάλια αλόγου ή βοδιού με δόντια, το σκέπαζαν με προβιά και το στόλιζαν με χάντρες. Πάνω στην καμήλα έριχναν μακρύ χαλί, κάτω απ’ αυτό... 
έμπαιναν 4 άντρες, περπατούσαν και φαινόταν σα να περπατούσε η τζαμάλα. Πάνω της κάθιζαν ένα ψεύτικο παιδί, που το βαστούσε ο τζαμάλης, με καμπούρα και κουδούνια στη μέση του. Ύστερα από το ηλιοβασίλεμα το γύριζαν στα σπίτια με τραγούδια και γέλια… Όσοι πήγαιναν με τη τζαμάλα φορούσαν παράξενα ρούχα, με στεφάνια κληματαριών στο κεφάλι και με λαγήνια ή με κουβάδες στα χέρια για κρασί ή ούζο. Έξω από κάθε σπίτι φώναζαν: «Ε! κερά! Καλή χρονιά, καλό μπερικέτι (=σοδειά) και πολύχρονη…». Για το έθιμο αυτό, πότε γεννήθηκε, είναι απροσδιόριστο. Μεταφέρονταν από γενεά σε γενεά. Ήταν κάτι παραπάνω από πολιτιστική εκδήλωση. Τηρούνταν με θρησκευτική ευλάβεια.

Σε καμιά περίπτωση δεν έβλεπες τους πρωταγωνιστές και στο κενό να σαχλαμαρίζουν. Παιζόταν όπως η αρχαία τραγωδία, Θέση και κίνηση παρόμοια με τους πρωταγωνιστές κρατούσε όλο το χωριό, που συνοδεύει την Τζαμάλα. Παιζόταν με τέτοιο τρόπο, που όλη η φιλοσοφία της Τζαμάλας αντικαθρεφτίζει το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Το σενάριο δεν είχε στοιχεία φαντασίας. Ας εξετάσουμε το σενάριο και το ξεκίνημα της Τζαμάλας. Αρχές Οκτωβρίου, μέχρι το τέλος Οκτωβρίου όλο και ψιθυριζόταν: "Πότι θα βρέξει;" Με την πρώτη βροχή να σπείρουν. Και οι σπόροι για την εποχή ήταν, σιτάρι, κριθάρι, βρώμη, σίκαλη. Όλοι οι σπόροι αυτοί προσφέρονταν να κρατηθούν αποκλειστικά άνθρωποι και ζώα στη ζωή. Και τα ζώα δίνανε στον άνθρωπο για την εποχή όλα τα αγαθά, όπως γάλα, τυρί, το μαλλί τους για ρουχισμό, το δέρμα τους για τσαρούχια, αφού για παπούτσια λόγος δεν γίνεται, και τη δύναμη τους, φυσικά, να οργώνουν τη γης, αφού η μηχανή ήταν ανύπαρκτη.

Να, λοιπόν, πόσο ανάγκη είχαν τη βροχή! Την ημέρα κοίταζαν στον ουρανό. Αυτό το διάστημα, το βράδυ βλέπανε όνειρα για βροχή. Ο σχολιασμός συνεχής: "Πότι θα βρέξει;" Όταν άρχιζε να βρέχει, η χαρά ήταν απερίγραπτη. Μικροί και μεγάλοι χόρευαν μες τη βροχή. Σε καμιά περίπτωση δεν μπαίνανε στις στέγες, φοβούμενοι μήπως παρεξηγηθεί ο θεός και σταματήσει η βροχή. Με το μπάσιμο στις στέγες, ερμηνευόταν και αλλιώς: "Φτάνει τόση βροχή: ΣΤΟΠ".
Την επόμενη ημέρα από τη βροχή δε γινόταν σπορά, αφού το χώμα είναι βαρύ. Φτιάχνανε μικρά αλέτρια στα παιδιά τους, παιχνίδια, όπως τα μεγάλα, με ζυγό και βουκένια. Στη θέση για βόδια ζευόταν δύο παιδιά και το τρίτο παιδί κρατούσε το αλέτρι. Χάραζε πρώτα τετράγωνα το χωράφι, έριχνε σπόρο, κάνοντας το σταυρό του, λέγοντας: "Έλα, χριστέ και Παναγιά". Και άρχιζε να οργώνει, σκεπάζοντας το σπόρο. Ονοματίζει και τα βόδια του, δίνοντας τα ονόματα των βοδιών τους. Όλα αυτά γινόταν στην αυλή του σπιτιού με τα χαμόγελα των γονιών τους.

Όταν τα χωράφια φέρνανε τάβι και άρχιζε ο κόσμος να σπέρνει, η οικογένεια, κάθε πρωί που ξημέρωνε, βλέπανε πρώτα τα χωράφια των παιδιών τους. Πράγματι, μέσα στις οκτώ ημέρες φύτρωνε το ευλογημένο. Εδώ η χαρά δεν περιγράφεται. Το άροτρο έως το 1920 παραμένει το πρωτόγονο σίδηρο. Έχει μόνο στη μύτη το υνί, το λεγόμενο, να σκίζει τη γης.

Οι πάντες σπέρνουν.
Υπάρχουν φτωχοί και το περισσότερο χωριό δεν έχουν ζευγάρια. Η αιτία, ο πόλεμος, τα σεφέρ (μπεηλίκι). Οι πάντες, αυτοί που γλίτωσαν από τον πόλεμο, αισθάνονται την υποχρέωση να διακόψουν τη δική τους σπορά, να βοηθήσουν και τα θύματα. Το φιλότιμο και η ανθρωπιά είναι αναλλοίωτα. Ο μοναδικός τους στόχος είναι το πως θα κρατηθεί η κοινωνία τους στη ζωή. Μέσα σε αυτήν την κατάσταση, μαζί με τη σπορά, παρακολουθώντας να βγάζουν όλοι σπόρο στο χωράφι.
Έτσι ερμήνευαν τη σπορά.
Αμέσως στο ίδιο καθήκον επαγόταν η ΤΖΑΜΑΛΑ.
Τη θεωρούσαν προσευχή. Αμέσως σχηματιζόταν επιτροπή. Με σοβαρότητα συνεδρίαζε, εξέταζε ένα-ένα τα σπίτια του χωριού. Εάν έβγαζε σπόρο, αυτό ερμηνευόταν. Έστω και ένα στρέμμα να έσπερνε το κάθε σπίτι, η Τζαμάλα έπρεπε να παίξει. Τότε η επιτροπή, το δεύτερο μέτρο, προσδιορίζει την ημέρα που θα παίξει. Τρίτο, ποιοι θα αποτελούν το θίασο. Εδώ πρόσεχαν πολύ, κάνοντας συζήτηση με όλους. Αυτοί που θα προταθούν, να έχουν την έγκριση από όλο το χωριό. Τα πρόσωπα που θα απαρτίζουν το θίασο, οι πρωταγωνιστές, να είναι δοκιμασμένα άτομα. Αυτό είχε μεγάλη σημασία για την επιτυχία της Τζαμάλας. Παιζόταν ένα σοβαρό δράμα..
Αφού γινόταν η επιλογή των ατόμων και η ημερομηνία, ο τόπος της συγκέντρωσης οριζόταν πάντα στην άκρη του χωριού και έξω από το χωριό. Διαφορετικά δε γινόταν, αφού εσώκλειστος χώρος δεν υπήρχε για την εποχή. Και εάν τον είχε, ήταν δύσκολο να χωρέσει ένα χωριό μικρούς και μεγάλους, συν αυτά στη μέση. Χρειαζόταν μεγάλη αλάνα για να γίνει η πρόβα. Και γι' αυτό, επέλεγαν υπαίθριος χώρος.
Η συγκέντρωση του κόσμου γινόταν την ώρα που σκοτείνιαζε. Οι απαιτούμενες ενδυμασίες, κουδούνια μεγάλα, όπλο κλπ, όπως ανέφερα παραπάνω, χρειαζόταν την έγκριση 100% των κατοίκων. Τυχόν παρεξήγηση δεν επιτρεπόταν σε καμιά περίπτωση. Εάν γίνει και παιχτεί δεύτερος θίασος Τζαμάλα, αυτό είχε επιχειρηθεί στο παρελθόν, πολύ παλιά και είχε γίνει φόνος, μεγάλο κακό. Θεωρούνταν γελοιοποίηση της λειτουργίας.
Το έθιμο της Τζαμάλας πρέπει να έρχεται σίγουρα από τα βάθη των αιώνων. Αυτό φαίνεται από όλες τις θέσεις και αντιδράσεις, όταν ανακάλυψαν το σίδηρο και βάλανε το δόρυ στο τόξο, όπως και το υνί, τη μύτη στο άροτρο, δίνοντας τη δυνατότητα να σκίζει το χώμα, σκεπάζοντας πολύ σπόρο. Και βλέποντας οι άνθρωποι την παραγωγή, με τη χαρά τους άρχιζαν να πανηγυρίζουν.
Ακόμα και τα ενδύματα που φοράνε, δέρματα, προβιές και γούνες από ζώα.
Ο θίασος αποτελούνταν και παιζόταν από τρία άτομα, ήταν οι πρωταγωνιστές.
Πρώτος, ένα νέος υψηλός, λεβέντης. Αυτός φορούσε τη γούνα στο κεφάλι, καπέλο με δέρμα, στα πόδια τσαρούχια, στη μέση κουδούνια κρεμασμένα, ο λεγόμενος Τζαμαλάρης.
Δεύτερο πρόσωπο, πάλι νέος, κοντότερος άνδρας. Ντύνεται, προσποιείται τη γυναίκα.
Ο εγωισμός του και η ζήλια δεν τον αφήνουν. Το επαναλαμβάνει με πιο άγριες διαθέσεις. Στις δύο - τρεις το ίδιο επαναλήψεις, αφού η Γκαντίνα του γυρίζει την πλάτη, τότε επεμβαίνει ο Τζαμαλάρης. Τον απωθεί, σπρώχνοντάς τον με δύναμη. Παρά λίγο να πέσει. Ο κόσμος φωνάζει "ο. ο ..Γκια Τζαμάλα, Γκια".
Τώρα ο γέρος γίνεται κάτι άλλο, ρεζίλι. Χάνει τον έλεγχό του, κατεβάζει το όπλο του από την πλάτη. Το ανοίγει, όμως δεν έχει σφαίρες να σκοτώσει τον Τζαμαλάρη. Οι νέοι χορεύουν αδιάκοπα. Ο γέρος καμπουριαστά πλησιάζει προς τους νοικοκυραίους, λέγοντάς τους με άγρια και δυνατή φωνή, προτάσσοντας τους το όπλο: "Βάλτε μέσα στο όπλο μου σφαίρα, βάλτε". Αυτοί απαντούν: "Δεν έχομι". Αυτός φωνάζει: "Βάλτε σφαίρα".
Στην επιμονή του γέρου βγάζει ο νοικοκύρης από την τσέπη του επιδειχτικά μια σφαίρα, τη βάζει μέσα στο όπλο. Όπως το κρατά ο γέρος και με αργά βήματα, κορδωμένος, σαν να έλεγε: "Τώρα εγώ θα σας δείξω", παίρνει θέση γονατιστός και σκοπεύει.
Η Γκαντίνα μπαίνει μπροστά στον Τζαμαλάρη, κάνει προστατευτικό τείχος να τον προφυλάξει από τη σφαίρα. Ο γέρος με διάφορες κινήσεις και ελιγμούς προσπαθεί να ξεγελάσει την Γκαντίνα. Και το πετυχαίνει, κερδίζοντας παιδιού βολές. Πατά τη σκανδάλη. Το όπλο δεν παίρνει φωτιά.
Ο γέρος εξοργίζεται. Κατάλαβε ότι ο νοικοκύρης του έβαλε άδεια σφαίρα μέσα στο όπλο του. Και στην επιμονή του, για δεύτερη φορά εντονότερα, του βάζει πάλι σφαίρα. Επαναλαμβάνονται ίδιες οι κινήσεις, όπως και στην πρώτη φορά.
Τώρα, με αυτόν τον πυροβολισμό ο νέος πέφτει κάτω νεκρός.
Η γκάιντα σταματά να παίζει. Φωνή δεν ακούγεται. Νεκρική σιγή. Η Γκαντίνα σπαράζει από κλάματα επάνω στο πτώμα του συντρόφου της. Ο Γέρος παίρνει βαθιά ανάσα και με αργά βήματα, κορδωμένος, προχωρεί. Αρπάζει την Γκαντίνα με ορμή, με δύναμη από το μπράτσο. Την έσυρε έως έξω από την αλάνα, σπρώχνοντας την με δύναμη στο περιθώριο.
Γυρίζει πίσω, φέρνει βόλτα, τριγυρίζει γύρω από το πτώμα του Τζαμαλάρη, βλέποντάς τον με επιφύλαξη εάν είναι ζωντανός ή πεθαμένος. Τον σκουντά με το πόδι, μήπως κουνηθεί. Και αφού πείθεται ότι είναι νεκρός, τότες τον αρπάζει από το πόδι και με το ένα χέρι τραβά το μαχαίρι το από το ζωνάρι.
Γυρίζει το κεφάλι του προς τους νοικοκυραίους και με ζωηρή φωνή ρωτά: "Θα του γδάρω το τομάρι του. Πώς το θέλετε, προβιά να γίνει ή τουλούμι να βάλετε τυρί;" Ο νοικοκύρης με τη γυναίκα του ανταλλάσσανε γνώμη πώς το θέλουν. Επικράτησε η γνώμη της γυναίκας και αποκρίνονται φωναχτά: "Προβιά το θέλουμε, να καθόμαστε". Και τον γδέρνει. Πάλι ο γέρος τους ξαναρωτά εάν έχουν σκυλιά ή όχι. Απάντηση ήταν: "Έχουμε". Και οπότε ο γέρος φωνάζει τα σκυλιά, λέγοντας: "ω. ω. ω καραμάν".
Δεν πρόλαβε, όμως, να τον σβαρνίσει από το πόδι. Πετιέται ο νέος, ανασταίνεται, αρπάζει το γέρο σαν σκουπίδι, τον απωθεί, κλωτσώντας τον έξω από την αλάνα. Άρχισαν ζητωκραυγές, η γκάϊντα να παίζει.
Παρουσιάζεται η Γκαντίνα, δίπλα στον Τζαμαλάρη και χορεύοντας, ξεκινούν για το επόμενο σπίτι. Τότε και ο νοικοκύρης, όπως σταματά χαρούμενος με τη γυναίκα του, περνούν από μπροστά οι παραλήπτες, που παίρvουv το δικαίωμα σέρνοντας το γαϊδούρι που κουβαλά το σιτάρι, λέγοντας: "Και το χρόνο με υγεία".
Είναι αλήθεια πόσο σωστή είναι η φιλοσοφία της Τζαμάλας. Εξετάζοντας τα πλάνα του θιάσου, πως είναι δυνατόν ο γέρος να σκοτώνει το νέο και αυτός να ανασταίνεται; Δείχνει καθαρά ότι το νέο, η πρόοδος, η εξέλιξη δεν πεθαίνει. Συνεχίζοντας η Τζαμάλα το γύρο στο χωριό, τύχαινε σε σπίτι που ο νοικοκύρης δεν έβγαζε σπόρο για διάφορους λόγους, η Τζαμάλα σε καμιά περίπτωση δεν έπαιζε. Υπήρχε σεβασμός, με την έννοια ότι δε θα 'ταν καλό στην παραγωγή. Παρόλα αυτά, η Τζαμάλα έφερνε ένα γύρο μες την αυλή. Με την είδηση: "δεν έσπειρε", οι πάντες αποχωρούσαν με σεβασμό.
Στην αντίθετη περίπτωση, όταν ο νοικοκύρης έβγαζε σπόρο και δε δεχόταν να παίξει η Τζαμάλα προσωπικά, σε καμία περίπτωση δεν τολμούσε να πει ότι: "Εγώ, φερειπείν, δε θέλω να παίξει η Τζαμάλα στο σπίτι μου".
Αντιδρούσε διαφορετικά. Δήθεν ότι δεν είναι κανείς στο σπίτι. Σώνει και καλά ότι απουσίαζαν. Ήταν δύσκολα να αρνηθεί κανείς, γιατί είχε να αντιμετωπίσει την οργή όλου του κόσμου.
Και δεύτερο, είχε να εισπράξει ταπεινωτικές ενέργειες, όπως πρώτον: ανατροπή του κάρου του επάνω στη σορό, στην κοπριά ή στη σορό τα πουρνάρια, που χρησίμευαν για καψόξυλα στο φούρνο. Και αυτό ήταν δύσκολο να το κατεβάσει, γιατί ήταν αναποδογυρισμένο οι τέσσερις ρόδες προς τα πάνω, σατιρίζοντας δήθεν, έχουν κάνει αερόμυλο.
Αυτή η πράξη της ανατροπής του κάρου γινόταν μεγάλη πλάκα, γέλια. Όπως το κάρο είναι αναποδογυρισμένο στη σορό επάνω, άλλοι γύριζαν τις ρόδες φωνάζοντας: "Άντε χωριανοί, ο μύλος βγάζει ψιλό αλεύρι, ελάτι να αλέσιτι". Γέλια πολλά και την επόμενη ημέρα ακόμα γελούν σχολιάζοντας.
Με το τέλος της Τζαμάλας το σιτάρι το πουλάν. Τα λεφτά που παίρνουν την πρώτη Κυριακή ορίζουν γλέντι στην πλατεία του χωριού. Χορός, τραγούδια, ευχές, καλή χρονιά, καλή σοδιά και το χρόνο με υγεία.
Την Τζαμάλα οι παλιοί την πήγαιναν και την έπαιζαν στην πατρίδα και σε διπλανά χωριά, ακόμα και στα τούρκικα. Ντύνονταν Τζαμάλα μέχρι και ηλικιωμένοι πενηντάρηδες. Άλλοι μάζευαν "το δίκιο", στάρι που τους έδιναν οι νοικοκυραίοι για το παίξιμο παν στο γαϊδούρι.
Κατά την τελετουργική περιφορά της, μάλιστα, τραγουδούσαν το ακόλουθο ελληνοτουρκικό τραγούδι, που διεκτραγωδεί την ασθένειά της και την άσχημη κατάσταση στην οποία βρίσκεται:

Βερίριμ σαμανί, γεμές (της δίνω άχυρο, δεν τρώγει)
Μπεν τσεκέριμ, ο γκελμές (την τραβώ, δεν έρχεται)
Τζαμάλα, τζαμάλα, χούντισι (εμπρός)
Ντι -ντίλι, μάντιλι, ντι -ντίλι,
τση τζαμάλας το παιδί
έβγαλε κακό στο φτι (ή έκαμε κακό στο φτι)
και γυρεύ' να παντρευτεί!
Μπεν τσεκέριμ γετελέ (εγώ τραβάω στο κρεβάτι)
μπου γκιντίορ χεντεγιά (αυτή πηγαίνει στο χαντάκι)
Τζμάλα, τζαμάλα, χούντσισί (εμπρός)
Αφού έκαμναν το γύρο του χωριού έπαιρναν τα όργανα και διασκέδαζαν στο καφενείο ως το πρωί.
Σήμερα το έθιμο συνηθίζεται σε πολλά μέρη της πατρίδας μας, κυρίως τις Απόκριες.


vaxtsavanis

Sunday, 1 October 2023

Ο μήνας Οκτώβριος ή Οκτώβρης - Καλό Μήνα!!

 Καλό μήνα χαμομηλάκια!!
Ο λαός κατά τα συνηθισμένα τού έδωσε και τα δικά του ονόματα: τον λέει Αγιοδημήτρη ή Αι-δημητριάτη, αφού η πιο μεγάλη γιορτή είναι του Αγίου Δημητρίου, και Σπαρτό, είναι ο μήνας που θ' αρχίσει η σπορά. 
Λέμε θ' αρχίσει, γιατί η σπορά δεν γίνεται μόνο τον Οκτώβρη, αλλά προετοιμάζεται απ' το Σεπτέμβρη και συνεχίζεται μέχρι τα Χριστούγεννα.
Αγροτικές εργασίες: Σπορά δημητριακών (κριθάρι, βρόμη, στάρι) και συγκομιδή εσπεριδοειδών.

Ονομασία του μήνα Οκτώβρη: Από τη λατινική λέξη octo, που σημαίνει οχτώ, πήρε ο Οκτώβρης τ' όνομά του, γιατί πραγματικά στο παλιό-ρωμαϊκό ημερολόγιο, που άρχιζε από το μήνα Μάρτη, κρατούσε την όγδοη θέση. Όταν το 46 π.χ. τα πρωτεία του χρόνου τα πήρε ο Γενάρης, τότε ο Οκτώβρης έγινε ο δέκατος μήνας.

Αττικός μήνας: ΠΥΑΝΕΨΙΩΝ 14 Οκτωβρίου - 12 Νοεμβρίου. Ήταν ο τέταρτος μήνας του αττικού έτους. Ονομάστηκε Πυανεψιών από τα ιερά Πυανέψια ή Πυανόψια, γιορτή προς τιμήν του Απόλλωνα.
Ετυμολογία: Ο Πυανεψιών παράγεται από τις πυάνους (κυάμους: κουκιά) + έψειν (έψω=ψήνω, βράζω).

 
Ιερά Πυανέψια: Κάθε χρόνο στις 7 Πυανεψιώνα (Οκτωβρίου), γιορτή του Απόλλωνα, οι Αθηναίοι έβραζαν κουκιά μαζί με άλλα όσπρια προσφέροντάς τα σε κοινή συνεστίαση ευχόμενοι καλή σπορά. Περιέφεραν ακόμα την Ειρεσειώνη δηλαδή ένα κλαδί ελιάς στολισμένο με μαλλί γεμάτο από καρπούς, τραγουδώντας:
«Η Ειρεσειώνη σύκα φέρνει και παχιά ψωμιά και στα βάζα μέλι και λάδι και κρασί δυνατό...» (Πλούταρχος).

Έθιμα Αγίου Δημητρίου το μήνα Οκτώβριο

Δημήτρηδες υπάρχουν σχεδόν όσοι και Γιώργηδες, γιατί και οι δύο Άγιοι έχουν τιμηθεί εξαιρετικά απ' τους γεωργούς και τους κτηνοτρόφους, που αποτελούσαν το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού πληθυσμού.
Καβάλα στ' άλογά τους -άσπρο, κάτασπρο του Αι-Γιώργη, κοκκινωπό του Αι-Δημήτρη- δείχνουν με τα όπλα που κρατούν πως είναι αποφασισμένοι να προστατέψουν τους γεωργούς και τους κτηνοτρόφους από κάθε κακό.
Τους ίδιους και τις φαμίλιες τους, τα ζώα και τα χωράφια, ολόκληρο το βιος τους.
Στο Τζαντό της Θράκης μεταμφιεσμένοι κρατώντας Ειρεσειώνες συνόδευαν την ξύλινη τζαμάλα (καμήλα) σε όλα τα σπίτια, ευχόμενοι «καλή σπορά».

από paidika

Tuesday, 25 October 2022

Το «Μικρό Καλοκαιράκι του Αγίου Δημητρίου» (Τότε - Τώρα, Εδώ - Αλλού)

Πολλές από τις ημέρες του Οκτώβρη κυλούν με ζεστό και άνομβρο καιρό.
    Συχνά παρουσιάζεται το φαινόμενο πολλές ημέρες του Οκτωβρίου να είναι ζεστές και χωρίς καθόλου βροχές. Σε αυτές τις ημέρες έχει δοθεί η ονομασία καλοκαιράκι του Αγίου Δημητρίου. 
Στην Αμερική αποκαλούνται Ινδιάνικο Καλοκαίρι (Indian Summer)
    Η ονομασία «μικρό καλοκαιράκι του Αγίου Δημητρίου» αναφέρεται διότι η γιορτή του Αγίου Δημητρίου από τους πρώτους αιώνες του χριστιανισμού ήταν μια γιορτή ορόσημο για τις γεωργικές και κτηνοτροφικές εργασίες. 
    Ειδικά για τους κτηνοτρόφους σήμαινε το τέλος της παραμονής τους στα βουνά και την αρχή της πολυήμερης πορείας τους προς τα χειμαδιά των κάμπων. Στα ορεινά ξαναγύριζαν έξι μήνες μετά, του Αγίου Γεωργίου.

Καλοκαιράκι Αγίου Δημητρίου και παράδοση στην Ελλάδα
    Στην Ελλάδα το μικρό καλοκαιράκι μετεωρολογικά ακολουθεί την πορεία του αντικυκλώνα που επεκτείνεται προς την περιοχή μας . Πολλές φορές αυτή η επέκταση του αντικυκλώνα γίνεται νωρίτερα ενώ η ονομασία «μικρό καλοκαιράκι του Αγίου Δημητρίου» αναφέρεται διότι η γιορτή του Αγίου Δημητρίου από τους πρώτους αιώνες του χριστιανισμού ήταν μια γιορτή ορόσημο για τις γεωργικές και κτηνοτροφικές εργασίες.
......
    Κάτι ανάλογο παρατηρούμε ότι συνέβαινε και στην Ελληνική Μυθολογία. Η Περσεφόνη ξαναγύριζε στα σκοτάδια του Άδη, αφήνοντας πίσω της τη Δήμητρα να οδύρεται για την απώλεια. 
Η τελευταία για να εκδικηθεί έφερνε στους ανθρώπους το χειμώνα. 
    Και τα χρυσάνθεμα - τα "αγιοδημητριάτικα" που ανθίζουν αυτή την εποχή ακόμη και σήμερα πολλοί τα θεωρούν πένθιμα λουλούδια γιατί σύμφωνα με μια λαογραφική ερμηνεία, εμφανίζονται για να παρηγορήσουν τη Δήμητρα για την αποχώρηση της κόρης της στον Άδη. 
    Ο λαός θέλησε να ξορκίσει το φόβο για τον επερχόμενο χειμώνα, αλλά παράλληλα θέλησε να συνεχίσει τις αρχαίες δοξασίες μέσα στη νέα χριστιανική πραγματικότητα. Όπως και να έχει το πράγμα οι μεγάλες γιορτές "γράφουν" μέσα στη ζωή των ανθρώπων, δίνοντας τα δικά τους νοήματα στην καθημερινότητα και τις εργασίες.

Λαοί που έχουν τέτοια "μικρά καλοκαιράκια"
    Παρόμοιες καιρικές συνθήκες, με τοπικές παραλλαγές, υπάρχουν επίσης και σε άλλους λαούς. Προηγουμένως αναφερθήκαμε ότι ο αντικυκλώνας (πεδίο υψηλών πιέσεων) που σχηματίζεται μπορεί να είναι κινητός ή σχεδόν στάσιμος και αυτό έχει να κάνει κυρίως με την διάρκεια αυτού του ζεστού και άνομβρου καιρού καθώς και την χρονική περίοδο που εμφανίζεται. 
    Η ζεστή περίοδος του φθινοπώρου ονομάζεται «Χρυσό καλοκαιράκι» "Altweibersommer" στη Γερμανία, την Αυστρία, την Ελβετία, τη Λιθουανία. 
    Στην Ουγγαρία (venaasszonyok nyara), στην Εσθονία (vananaistesuvi), ενώ σε χώρες σλαβικής γλώσσας - για παράδειγμα, στη Δημοκρατία της Τσεχίας, την Πολωνία, τη Σλοβακία, τη Ρωσία, τη Σερβία και την Κροατία - είναι γνωστό ως «Καλοκαίρι της παλιάς γυναίκας» (Τσέχικα: babí léto, πολωνικά: babie lato, σλοβάκικα: babie leto) .
    Στη Βουλγαρία είναι γνωστό ως «Καλοκαίρι του τσιγγάνου» ή «Καλοκαίρι του φτωχού». 
    Στη Σουηδία, υπάρχει το "Brittsommar" (από το "Birgitta" και το "Britta", με τις μέρες αυτές γύρω στις 7 Οκτωβρίου). 
Στην Ιρλανδία, το φαινόμενο ονομάζεται «Μικρό φθινόπωρο των χήνων» "fómhar beag na ngéanna" και στα εύκρατα μέρη της Νότιας Αμερικής, όπως στη νοτιότερη Βραζιλία, Αργεντινή, Χιλή και Ουρουγουάη, το φαινόμενο είναι γνωστό ως Veranico, Veranito ή Veranillo και συνήθως συμβαίνει στις αρχές του (δικού τους) φθινοπώρου μεταξύ του τέλους Απριλίου και στα μέσα Μαΐου. 
Είναι επίσης είναι γνωστό ως "Veranico de Mayo" ή ως "Veranito de San Juan" δηλαδή «Το καλοκαίρι του Αγίου Ιωάννη» Εκεί η έναρξη και η διάρκεια του φαινομένου σχετίζονται άμεσα με την εμφάνιση του El Niño.
    Σε άλλες χώρες το μικρό καλοκαιράκι συσχετίζεται με τις φθινοπωρινές ονομαστικές μέρες θρησκευτικών εορτών, όπως τις μέρες του Αγίου Μάρκου στην Πορτογαλία, Ισπανία και Γαλλία, το «Καλοκαίρι του Αγίου Μαρτίνου σε Ισπανία, Γαλλία, Ιταλία και Πορτογαλία) και «Το καλοκαίρι του Μιχαήλ» στη Σερβία. 
    Στην γειτονική μας Τουρκία γιορτάζεται τον Νοέμβριο και ονομάζεται pastirma yazı, που σημαίνει «Καλοκαίρι του Παστουρμά», δεδομένου ότι το μήνα Νοέμβριο στην Τουρκία θεωρείται ότι είναι η καλύτερη περίοδος για να γίνει ο παστουρμάς.

Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Monday, 3 October 2022

Οκτώβρης με… Γενική Καθαριότητα του Σπιτιού που παραγέμισε!

Ακόμα πιο Απαραίτητη από Ποτέ στην Εποχή της Πανδημίας

Καλώς ήρθες Οκτώβρη! Καλώς ήρθε φθινόπωρο! 
Αυτή είναι η εποχή που στα περισσότερα σπίτια κατεβάζουν τα χειμωνιάτικα, μαζεύουν τα καλοκαιρινά, ντύνουν το σπίτι με τα χαλιά και ετοιμάζονται για τον χειμώνα. 
Μία γενική καθαριότητα χρειάζεται λοιπόν!
(....)
Μάθαμε να πλένουμε τα χέρια μας συχνά, να βάζουμε αντισηπτικό ακόμα συχνότερα, να απολυμαίνουμε ακόμα και τις σακούλες του σούπερ μάρκετ και τον πάγκο της κουζίνας όλη την ώρα. Μάθαμε να καθαρίζουμε και να απολυμαίνουμε στο πέρασμα μας.

Ας ετοιμάσουμε το σπίτι μας και την ψυχή μας για να ευχαριστηθούμε τον καινούργιο μήνα και τη νέα σεζόν!
Φέτος μία γενική καθαριότητα για να καλοσωρίσουμε τον καινούργιο μήνα και να προετοιμαστούμε για τη νέα σεζόν είναι ακόμα πιο σημαντική από ποτέ. 
Να γιατί:

1. Ώρα να κοιτάξουμε πίσω μας
....
Με την πανδημία από τη μια ώρα στην άλλη το σπίτι μας έγινε το φρούριο μας, κυριολεκτικά και μεταφορικά. 
Και φυσικά στο σπίτι έπρεπε να γίνουν τα πάντα: να γίνει διαδικτυακά το σχολείο των παιδιών, η εργασία των ενηλίκων, να διατηρηθούν οι φιλικές σχέσεις, να γίνουν μαθήματα γιόγκα, χορού, ξένων γλωσσών, κλπ. όλα διαδικτυακά.
Μάθαμε να παραγγέλνουμε το φαγητό μας ηλεκτρονικά και να τρώμε σαββατόβραδο το φαγητό του εστιατορίου στο σπίτι. 
Το σπίτι έγινε το κέλυφος μας, ο χώρος συναισθηματικής και φυσικής προστασίας μας. 
Άλλαξε το σπίτι μας μορφή, καθώς άλλαξαν οι ανάγκες μας!

2. Το σπίτι παραγέμισε
    Με τον φόβο της πανδημίας οι περισσότεροι από εμάς αγόρασαν περισσότερες προμήθειες, όπως καθαριστικά, φαγητά, αλλά και αγαθά που κρίναμε ότι μας ήταν απαραίτητα για να περάσουμε καλά στο σπίτι.
    Οι περισσότεροι από εμάς κράτησαν περισσότερα παλιά πράγματα, δεν ξεφορτωθήκαμε όσα έπρεπε, κρατώντας τα σύμφωνα με το πνεύμα της εποχής «για ώρα ανάγκης». Το σπίτι μας παραγέμισε, παραφορτώθηκε με ασήμαντα, περιττά ή ακόμα και εντελώς άχρηστα πράγματα. 
Τώρα είναι η ώρα να αξιολογήσουμε τι χρειαζόμαστε και τι όχι, να ξεσκαρτάρουμε, να ξεφορτωθούμε και να καθαρίσουμε και να απολυμάνουμε.

3. Βαθύ καθάρισμα
Η έννοια της καθαριότητας δε σχετίζεται μόνο με το να έχουμε καθαρές επιφάνειες γύρω μας. 
Σχετίζεται και με την εσωτερική μας καθαριότητα, την αίσθηση ότι δεν αφήσαμε τα πράγματα στην τύχη τους, ότι εμείς έχουμε το πάνω χέρι και τον έλεγχο της κατάστασης.
Το βαθύ καθάρισμα της γενικής καθαριότητας πάει πολύ πιο πέρα από το καθημερινό συμμάζεμα και καθαριότητα: πρόκειται για μία βαθιά, ριζική ανανέωση του χώρου. Ίσως πέρα από τα καθαριστικά και τα απολυμαντικά που θα φτάσουν σε κάθε γωνία και χαραμάδα, να χρειάζεται να βάλουμε και μία φρέσκια στρώση μπογιάς, να αστράψει ο χώρος μας.

4. Οργάνωση
Μετά από μία γερή καθαριότητα νιώθουμε ότι το σπίτι πήρε άλλη μορφή- και αυτό αναπτερώνει το ηθικό και τη διάθεση μας. 
Τώρα είναι ώρα και για μια αναδιοργάνωση: ανοίγουμε ντουλάπες, συρτάρια και ντουλάπια και εξετάζουμε με κριτική και αντικειμενική ματιά το περιεχόμενό τους. 
Πετάμε όλα όσα είναι χαλασμένα ή κατεστραμμένα αλλά κρατούσαμε για συναισθηματικούς λόγους ή με τη δικαιολογία ότι «αυτό ίσως φτιάχνεται».
    Εναλλακτικά, πακετάρουμε για να χαρίσουμε τα πράγματα που δε χρησιμοποιούμε ή που δε θέλουμε πια. Ξεφορτωνόμαστε παλιά περιοδικά, εφημερίδες που «θα» διαβάσουμε (αλλά τα νέα τους μπαγιάτεψαν πια!), κουτιά, συσκευασίες και χίλια μύρια άχρηστα που κρατάμε με τη φαντασίωση ότι «ίσως» χρειαστούμε κάποια στιγμή στο μέλλον- η οποία εδώ και χρόνια δεν έχει έρθει!

πηγή
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Wednesday, 24 October 2012

Παιδικά ποιήματα για την 28η Οκτωβρίου

28η Οκτωβρίου 1940

Μια μέρα φθινοπωρινή
κρύα χωρίς λιακάδα
οι Ιταλοί θελήσανε
να πάρουν την Ελλάδα.
Μα οι Έλληνες απάντησαν
ΟΧΙ με ένα στόμα
Εχθρού ποδάρι δεν πατά
στο Ελληνικό το χώμα.
Γιατ’ είναι χώμα ιερό
με αίμα ποτισμένο
κι από τα χρόνια τα παλιά
δάφνες μυρτιές, σπαρμένο.

28η του Οκτώβρη

Άλλη μια φορά
όπως άλλοτε  ξανά
ήρθανε εχθροί πολλοί
να μας πάρουνε τη γη.
28η του Οκτώβρη ήτανε
που στην Ελλάδα μπήκανε
Ιταλοί και Γερμανοί
οι καινούριοι μας εχθροί.
Όμως τι κι αν ήτανε πολλοί
κι ας είχαν τόσο ετοιμαστεί
νικηθήκαν ξαφνικά
και μετάνιωσαν πικρά.

Αθάνατη Ελλάδα

Αθάνατη Ελλάδα μας
στον κόσμο ξακουσμένη,
μ’ όλες τις χάρες οι Θεοί
σ’ έχουνε προικισμένη.
Γαλάζιος είν’ ο ορανός,
γαλάζια η θάλασσά σου,
γαλάζια κι η σημαία σου,
το θείον έμβλημά σου.
Χαρείτε Ελληνόπουλα,
του Έθνους η ελπίδα.
Χαρείτε, γιατί έχουμε
τρισένδοξη Πατρίδα.

Βροντούν της Πίνδου οι κορφές

Βροντούν της Πίνδου οι κορφές
κι αντιλαλούν τα καταράχια,
πλαγιές βροντούν, σπηλιές και βράχια
κι ως τ’ άστρα φτάνουν οι φωτιές
Και των Ελλήνων τα παιδιά
σαν αετοί ορμούν στη μάχη,
κάθε κορφή κι αετοράχη
φωτίζει τώρα η Λευτεριά.
Κι αστράφτει η λόγχη κι αντηχεί
μια τρομερή ιαχή “αέρα”
σαν τούτη τη μεγάλη μέρα
άλλη δε γνώρισε η ψυχή.
Τιμή σ’ αυτούς που βροντερά
είπανε το «ΟΧΙ» κάποια μέρα!
Τιμή σε εκείνους που “αέρα”
με στήθη φώναζαν γερά.

Για μας παιχνίδι ο πόλεμος

Για μας παιχνίδι ο πόλεμος και το ντουφέκι γλέντι.
Τα βόλια που σφυρίζουνε, δε σκιάζουν το λεβέντη.
Κι είναι χαρά, Πατρίδα μου, για σε να πολεμήσω
και τη ζωή που μού ‘δωσες, να σου τη δώσω πίσω.
Τώρα, που το άδικο του εχθρού με βασανίζει χέρι,
γέροι, γυναίκες και παιδιά, θε να γενούμε ταίρι.
Ένας στρατός, με μια καρδιά, σε μια φωνή θ’ ακούμε!
“Ελεύθερα πεθαίνουμε και δούλοι εμείς δε ζούμε”!
Οι Θερμοπύλες τό ‘δειξαν, τ’ Αρκάδια, οι Μαραθώνες
και τό ‘δαν και θαμπώθηκαν χώρες, λαοί και αιώνες.
Μες στην καρδιά με γράμματα, γραμμένο μια για πάντα
πάντ’ άσβηστο, πάντ’ άγρυπνο, θα ζει και το Σαράντα.

Γιορτάζουμε το «ΟΧΙ»

Εστολίσαμε την τάξη
με της δάφνης τα κλωνάρια
να γιορτάσουμε και φέτος
τα γενναία παλικάρια.
Εστολίσαμε την τάξη
με ωραία σημαιάκια
και γιορτάζουμε το ΌΧΙ
του σχολείου μας τα παιδάκια.

Γλυκιά μου Ελλάδα

Άρματ' αν σου λείπουν και κανόνια
σου περσεύει η πίστη κι η καρδιά.
Τρεις χιλιάδες ένδοξα όλα χρόνια
τη χρυσή σου αγιάζουν λευτεριά.
Κι είναι κάθε χρόνος, κάθ’ αιώνας,
ένα στέφος άυλο, ένας στρατός.
Άνισος στα σίδερα ο αγώνας
άνισος και στα όπλα του φωτός.
Με τ’ αστραφτερό σου οπλίσου δίκιο,
χτύπησε τη βία θαρρετή.
Κάλλιο να’ χεις θάνατο αντρίκειο,
παρά να ζεις δίχως αρετή.
Μα, γλυκιά μου Ελλάδα, δεν πεθαίνεις,
όπως δεν επέθανες ποτέ.
Ζεις αιώνια κι όλους ανασταίνεις,
όταν ξαναλές «Μολών λαβέ».

Γυναίκες Ηπειρώτισσες

Γυναίκες Ηπειρώτισσες
μέσα στα χιόνια πάνε
κι οβίδες κουβαλάνε.
Θεέ μου τι τις πότισες
και δεν αγκομαχάνε.

Γυναίκες Ηπειρώτισσες
ξαφνιάσματα της φύσης
εχθρέ γιατί δεν ρώτησες
ποιον πας να κατακτήσεις.

Γιαννιώτισσες, Σουλιώτισσες
ξαφνιάσματα της φύσης
εχθρέ γιατί δεν ρώτησες
ποιον πας να κατακτήσεις.

Γυναίκες από τα σύνορα
κόρες, γριές, κεράδες
φωτιά μες τους βοριάδες
Εσείς θα είστε σίγουρα
της λευτεριάς μανάδες.

Εθνική γιορτή

Γιορτάζει η Πατρίδα
μεγάλη χαρά
σιμά η δόξα
μ’ ολάσπρα φτερά.
Γιορτάζει η Πατρίδα
σε κάθε μεριά
μυρίζουν οι δάφνες
γελά η Λευτεριά.
Σ’ αυτή τη γιορτή μας
ελάτε παιδιά
ψηλά τη σημαία
ψηλά την καρδιά.

Ελληνοπούλα

Είμαι εγώ μια Ελληνοπούλα
που σαν μια Σουλιωτοπούλα,
αγαπώ με την καρδιά μου
την Πατρίδα τη γλυκιά μου.
Κι αν ο εχθρός μας έρθει πάλι
με σκοπό να μας προσβάλει
ΟΧΙ, δε θα τον αφήσω
και θα του φωνάξω «Πίσω!».

Ευλογημένη μέρα

Ευλογημένη τρεις φορές
του Οκτώβρη αυτή η μέρα,
που διώξανε τους Ιταλούς
απ’ την Ελλάδα πέρα.
Ευλογημένος ο λαός
που απάντησε το όχι
ευλογημένος ο στρατός
που με τη ξιφολόγχη,
πάνω στην Πίνδο έγραψε
«Ζήτω η ελευθερία»
και μια σελίδα έγραψε
χρυσή στην ιστορία.

Ζήτω ζήτω

Ζήτω ζήτω του σαράντα
η γενιά η τιμημένη,
που στη μνήμη της πατρίδας
αλησμόνητη θα μένει.
Στον τσολιά και στον φαντάρο
η εικοστή ογδόη ανήκει
γιατί αυτοί μας εχαρίσαν
με το αίμα τους τη νίκη.

Η 28η Οκτωβρίου

Πολεμούν στην Αλβανία...
όλοι για τη Λευτεριά,
η Ελλάδα η αιωνία
δε θα μείνει στη σκλαβιά.
Όλους τώρα μας ενώνει
η Πατρίδα μας, παιδιά,
την Ελλάδα στεφανώνει
πάλι η δόξα η παλιά.
Δόξα στην Ελλάδα,
δόξα στ’ αθάνατα παιδιά,
που ’δώσαν τη ζωή τους
για την Ελευθεριά.

Η ελευθερία

Χαρά μεγάλη έχουμε
ελεύθεροι που ζούμε
και σήμερα γιορτάζουμε
γελάμε τραγουδούμε.
Ζήτω η Πατρίδα μας,
ζήτω  και η Λευτεριά μας,
ευχή για ΕΙΡΗΝΗ ας κάνουμε
μες’  από την καρδιά μας!

Η παρέλαση

Παρέλαση αρχίζει
στρατιώτες προχωρούν
αεροπόροι, ναύτες
ωραία περπατούν.
Να κι ο σημαιοφόρος,
ο πρώτος στη σειρά
τη γαλανή σημαία
περήφανα κρατά.

Η σημαία (Αυτό είναι το ιερό πανί)

Αυτό είναι το ιερό πανί, το γαλανό και τ’ άσπρο
κομμάτι απ’ ανοιξιάτικο και ξάστερο ουρανό
που’ ναι λευκό σαν τον αφρό, του κύματος που ανθίζει
σε περιγιάλι ολόμορφο, σε πέλαο μακρινό.
Αυτό είναι το ιερό πανί, που όταν περνάει μπροστά μας
υγραίνονται τα βλέφαρα και σπαρταράει η καρδιά.
Έκλαψαν μάτια και καρδιές, επάνω της κι οι κόρες
τις νύχτες την υφαίνανε κρυφά στον αργαλειό.
Είναι η σημαία τη βλόγησαν παπάδες μ’ άσπρα γένια
μες στης σκλαβιάς το τρίσβαθο κι απόκρυφο σχολειό
είναι μια αθάνατη πνοή, που ορμάει να ζωντανέψει
με ανατριχίλα ανέκφραστη το δίχρωμο πανί.

Η σημαία (Με καμάρι περπατώ)

Με καμάρι περπατώ
και στο χέρι σε κρατώ
δίχρωμη σημαία.
Κυματίζεις με χαρά
σε χαϊδεύει τρυφερά
τ’ απαλό τ’ αγέρι.
Με αγάπη σε θωρώ
σε κρατώ σα θησαυρό
στο μικρό μου χέρι.

Η σημαία (Πάντα κι όπου σ’ αντικρίζω)

Πάντα κι όπου σ’ αντικρίζω,
με λαχτάρα σταματώ
και περήφανα δακρύζω
ταπεινά σε χαιρετώ.
Δόξα αθάνατη στολίζει
κάθε θεία σου πτυχή
και μαζί σου φτερουγίζει
της Πατρίδας η ψυχή.
Όταν ξάφνου σε χαϊδεύει
τ’ αγεράκι τ’ αλαφρό,
μοιάζεις κύμα, που σαλεύει
με χιονόλευκο αφρό.
Κι ο σταυρός που λαμπυρίζει
στην ψηλή σου κορυφή
είν’ ο φάρος που φωτίζει
μιαν ελπίδα μας κρυφή.
Σε θωρώ κι αναθαρρεύω
και τα χέρια μου χτυπώ,
σαν αγία σε λατρεύω,
σαν μητέρα σ’ αγαπώ.
Κι απ’ τα στήθη μου ανεβαίνει
μια χαρούμενη φωνή
νά ‘σαι πάντα δοξασμένη,
ω! Σημαία γαλανή.

Μάνα και Γιος

Στης ιστορίας το διάσελο όρθιος ο γιος πολέμαγε
κι η μάνα κράταε τα βουνά, όρθιος να στέκει ο γιος της,
μπρούντζος, χιόνι και σύννεφο. Κι αχολόγαγε η Πίνδος
σαν να' χε ο Διόνυσος γιορτή. Τα φαράγγια κατέβαζαν
τραγούδια κι αναπήδαγαν τα έλατα και χορεύαν
οι πέτρες. Κι όλα φώναζαν: «Ίτε παίδες Ελλήνων ...»
Φωτεινές σπάθες οι ψυχές σταύρωναν στον ορίζοντα,
ποτάμια πισωδρόμιζαν, τάφοι μετακινιόνταν.

Κι οι μάνες τα κοφτά γκρεμνά σαν Παναγιές τ' ανέβαιναν
Με τη ευκή στον ώμο τους κατά το γιο παγαίναν
και τις αεροτραμπάλιζε ο άνεμος φορτωμένες
κι έλυνε τα τσεμπέρια τους κι έπαιρνε τα μαλλιά τους
κι έδερνε τα φουστάνια τους και τις σπαθοκοπούσε,
μ' αυτές αντροπατάγανε, ψηλά, πέτρα την πέτρα,
κι ανηφορίζαν στη γραμμή, όσο που μες στα σύννεφα
χάνονταν ορθομέτωπες η μια πίσω απ' την άλλη

Μολών Λαβέ

Μια σπιθαμή απ' το χώμα αυτό
Τα' άγιο κι ιερό δε δίνω,
Τη λευτεριά μου δεν πουλώ
Και σκλάβος δε θα γίνω.
.
Στα χέρια μου τα΄αδείλιαστα
Το πιο παλιό ντουφέκι
Γίνεται για τη λευτεριά
Βροντή κι αστροπελέκι.
.
«Όχι !» φωνάζω στον εχθρό
κι ορθώνομαι λιοντάρι.
Τη λευτεριά μου όποιος μπορεί
ας έρθει να την πάρει.

Όταν κάνουμε πόλεμο

Όταν κάνουνε πόλεμο
η γη έχει πονόλαιμο
πονάει η καρδιά της
και κλαίνε τα παιδιά
Ενάντια στον πονόλαιμο
στον πόνο και στον πόλεμο
υπάρχει μια ασπιρίνη
άνθρωποι, πέστε: ΕΙΡΗΝΗ

ΟΧΙ (Σήμερα η Πατρίδα μας [1])

Σήμερα η Πατρίδα μας
φορεί τα γιορτινά της
κι απ’ άκρη σ’ άκρη αχολογούν
τα κατορθώματά της.
Σαν σήμερα οι Έλληνες
«ΟΧΙ» βροντοφωνάξαν,
αψήφησαν τον κίνδυνο
και τ’ άρματα αρπάξαν.
Κυνήγησαν τους Ιταλούς.
Νίκησαν! όπως πάντα
κι έδειξαν σ’ όλους, τι θα ’πεί
το «ΟΧΙ» του Σαράντα.
Εχθροί, δεν θα περάσετε
ποτέ μες στην Ελλάδα,
γιατί’ είναι γη της λεβεντιάς,
της Λευτεριάς λαμπάδα!

ΟΧΙ (Σήμερα η Πατρίδα μας [2])

Σήμερα η πατρίδα μας
έχει γιορτή και πάλι
Γιορτάζει υπερήφανη
μια νίκη της μεγάλη.
Σαν σήμερα οι Έλληνες
απάντησαν το Όχι
και νίκησαν τους Ιταλούς
με το όπλο και τη λόγχη.
Σαν σήμερα οι Έλληνες
τους Ιταλούς νικήσαν
και την ελευθερία τους
με αίμα εκερδίσαν.

ΟΧΙ (φωνάζουν στον εχθρό)

ΟΧΙ, φωνάζουν στον εχθρό
τα ηρωικά παιδιά σου,
Πατρίδα πολυπόθητη
πάνω στα σύνορά σου.
Πέρασαν χρόνια αρκετά
από τη μέρα εκείνη,
που ο Ιταλός στη χώρα μας
μπήκε να τη μολύνει.
ΟΧΙ, τότε φωνάξανε,
πατρίδα τα παιδιά σου,
και με το ΟΧΙ πέσανε
για την Ελευθεριά σου.
Γι’ αυτό το ΟΧΙ, που είπανε,
πατρίδα, τα παιδιά σου
γιορτάζουμε όλοι σήμερα
στη λεύτερη αγκαλιά σου.

Πίνδος

Πάνω στην Πίνδο στης τιμής
τα μαρμαρένια αλώνια
πολέμησαν οι Έλληνες
με κρύο και με χιόνια.
Πολέμησαν για λευτεριά
του έθνους την περηφάνια
κι η δόξα τη στεφάνωσε
μ’ αμάραντα στεφάνια.
Πάνω στις Πίνδου τα βουνά
προτείνοντας τη λόγχη
είπε ο στρατός μας στον Εχθρό
«δεν θα περάσεις, ΟΧΙ».

Σαν την πατρίδα μου

Σαν την Πατρίδα μου, καμιά
στον κόσμο δεν είν’ άλλη,
να ’χει γαλάζιον ουρανό,
δαντέλα τ’ ακρογιάλι.
Βουνά, λαγκάδια, ρεματιές
μοσχοβολούν θυμάρι.
Χρυσάφι ο ήλιος δω σκορπά
κι ασήμι το φεγγάρι.
Εδώ φυτρώνει κι η ελιά
Με τ’ αργυρά τα κλώνια.
Η Δόξα εδώ γεννήθηκε
απ’ τα παλιά τα χρόνια.

Στη σημαία

Σαν τη μανούλα τη γλυκιά
και σαν την Παναγία,
τόσο, Σημαία, σ’ αγαπώ
και σου ’χω εγώ λατρεία.
Καθώς τ’ αγέρι που φυσά
ψηλά σε ξεδιπλώνει
σαν τη γαλάζια θάλασσα
είσαι και σαν το χιόνι.
Έχεις κι ένα χρυσό σταυρό
κι είσαι γεμάτη χάρη
κι έχω χαρά να σε κρατώ
Σημαία, με καμάρι.

Στην Παναγιά

Όταν τα παλικάρια μας εκεί ψηλά στα χιόνια
μάχονταν για τη λευτεριά, τα ένδοξα εκείνα χρόνια,
αόρατο το χέρι Σου, Μητέρα του Θεού μας,
δυνάμωνε, κι εμψύχωνε τη σκέψη του λαού μας!
Το όραμα, Παρθένα μου, της άγιας μορφής Σου
κι η χάρη Παναγία μου, της μητρικής στοργής Σου,
συνόδευε, προστάτευε, κάθε πολεμιστή μας,
που έγινε ο κεραυνός του άθλιου υβριστή μας!
Στις εκκλησιές ολόθερμα άναβε το κεράκι,
με δέος και με σεβασμό το κάθε γεροντάκι,
που είχε το γιο, τον εγγονό, πάνω στο μετερίζι,
εκεί που η πατρίδα μας πάντοτε τον ορίζει.
Αγνή! Ηλιοστάλακτη! Πάναγνη! Ευλογημένη!
Σε Σε θερμή την προσευχή λέμε συγκινημένοι!
Ευγνώμονα τα χείλη μας εμπρός σου μουρμουρίζουν,
ενώ οι καρδιές τα άνθη τους, Μαρία, Σου χαρίζουν.

Στην πατρίδα μας

Πατρίδα μου γλυκιά
Ελλάδα μου εσύ
από τα χρόνια τα παλιά
είσαι τόσο θαυμαστή.
Τ’ όνομά σου είναι γνωστό
σε όλη την Οικουμένη
η δόξα σου αθάνατη
σ’ όλο τον κόσμο μένει.
Πολύ σε αγαπώ
πατρίδα μου καλή
ποτέ δε σε ξεχνώ
κι ας πάω σ’ άλλη γη.

Στρατός ειρήνης

Ας χαρούμε την Ελλάδα
στου Χριστού το φως λουσμένη.
Μιαν Ελλάδα ευτυχισμένη
Μιαν Ελλάδα δοξασμένη.

Της Ελλάδας τα παιδιά

Στα βουνά της Αλβανίας
της Ελλάδας τα παιδιά
πολεμούνε τον εχθρό μας
όλα τους με μια καρδιά.
Πολεμούνε σαν λιοντάρια
μπρος στην πρώτη τη γραμμή
απ’ το χώμα μας μην πάρει
ο εχθρός μια σπιθαμή.
Κάνουν τείχος τα κορμιά τους
μην περάσει η σκλαβιά
και προσφέρουν τη ζωή τους
για τιμή και λευτεριά.
Δε φοβούνται ούτε βόλια
ούτε χιόνι και βοριά
και την πείνα τους ξεχνούνε
πάντα για τη λευτεριά.

Τιμή και δόξα

Ας τραγουδήσουμε παρέα
τραγούδια για τη λευτεριά
και ας υμνήσουμε και πάλι
τη δόξα την παλικαριά.
Τιμή και δόξα στην Ελλάδα
που βροντοφώναξε το ΌΧΙ
Τιμή και δόξα στους φαντάρους
που με το όπλο και τη λόγχη
Πολέμησαν μέσα στα χιόνια
με μια ψυχή με μια καρδιά
κι έδειξαν ότι δε νικάνε
τα όπλα αλλά η καρδιά.

Το ΟΧΙ του Σαράντα

Στην ιστορία των λαών
σύμβολο θα’ ναι πάντα
οι Έλληνες, το ΟΧΙ τους
κι ο Οκτώβρης του Σαράντα!
Τ’ αηδόνι απ’ την Ανατολή
και τα πουλιά απ’ τη Δύση,
σ’ όλο τον κόσμο τραγουδούν
κι οι ουρανοί αντιλαλούν.
Πως πάλι η `Ελλάδα μια φορά
το δρόμο για τη Λευτεριά,
το δρόμο για τη Λευτεριά
στον άνθρωπο θα δείξει!
Στης Αλβανίας τα βουνά
κι απάνω στ’ άσπρο χιόνι,
της νιότης και της λεβεντιάς
ο ανθός με το αίμα της καρδιάς.
Γράφει πως πάντα εδώ θα ζει
του Λεωνίδα η ψυχή
του Λεωνίδα η ψυχή
και του Κολοκοτρώνη.

Το Σαράντα

Πάνω στης Πίνδου τις κορφές σε κάθε κόχη,
βροντόλαλο αντιλάλησε το ΌΧΙ.
Κι όλοι το ξέρουν από τότε και για πάντα,
αθάνατο πως είναι το Σαράντα!
.
mathima.gr, impneothta.gr 

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki