Παρασκευή, 2 Ιανουαρίου 2015

Κλασσικά εικονογραφημένα:
«Οι Άθλιοι» και ο συγγραφέας τους


κατεβάσετε ολόκληρο το τεύχος σε μορφή pdf. Συμπίεση RAR

teamgr
 
Ο γάλλος συγγραφέας Βίκτωρ Ουγκό
 
Η εμβληματική μορφή των γαλλικών γραμμάτων
που δόξασε κάθε επανάσταση!

Το όνομα του φημισμένου γάλλου συγγραφέα και διανοούμενου συνδέεται όχι μόνο με το αριστουργηματικό του έργο, αλλά και με τις πανανθρώπινες αξίες στις οποίες τάχθηκε και αγωνίστηκε.
Ο ποιητής, μυθιστορηματογράφος, θεατρικός συγγραφέας και δοκιμιογράφος θα δοξάσει όχι μόνο τη Γαλλική Επανάσταση, αλλά και κάθε μορφής αγώνα καταπιεσμένων λαών, γινόμενος υπέρμαχος της κοινωνικής αλλαγής, της δικαιοσύνης και της ισότητας.

Ο κορυφαίος εκπρόσωπος του γαλλικού Ρομαντισμού, ο άνθρωπος που χάρισε στην ανθρωπότητα τους «Άθλιους», δεν χρειάζεται φυσικά συστάσεις, καθώς το όνομά του στέκει φάρος μεταξύ των κλασικών συγγραφέων. Ο ρομαντικός Ουγκό περιέγραψε γλαφυρά την πνευματική και υλική παρακμή μιας εποχής που στέναζε κάτω από τα δεσμά μιας ξεπερασμένης εξουσίας, παραμένοντας με το οικουμενικό του μήνυμα διαχρονικός.

Ταυτοχρόνως, υπήρξε και μεγάλος φιλέλληνας, πρόθυμος καθώς ήταν να συνταχθεί με κάθε αγώνα για ανεξαρτησία, σφραγίζοντας έτσι με την πένα του την ταραχώδη πολιτική και κοινωνική κατάσταση καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα.

Γι’ αυτό και ο Ουγκό παραμένει με τον βίο του πιο επίκαιρος από ποτέ, καθώς πέρα από άνθρωπος των γραμμάτων, υπήρξε μια προβεβλημένη φυσιογνωμία της πολιτικής ζωής του τόπου του: ασχολήθηκε με τα κοινά και υπήρξε ακτιβιστής για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συνοψίζοντας με τη δράση του τη διπλή φύση του πραγματικού διανοούμενου: από τα βιβλία στα οδοφράγματα…
 
περισσότερα εδώ
 

Βίκτωρος Ουγκώ, Οι Άθλιοι (απόσπασμα)

ΣΤ΄.
Προτού να ξημερώσει, ο Γιάννης Αγιάννης εξύπνησε.
Ο Γιάννης Αγιάννης γεννήθηκε από φτωχούς γονείς, χωρικούς μιας βορεινής επαρχίας της Γαλλίας.
Παιδί δεν είχε μάθει γράμματα. Άντρας πια έκανε τον κλαδευτή στην πολίχνη Φαβερός.
Ο Γιάννης Αγιάννης είχε χαρακτήρα όχι βέβαια σκυθρωπό αλλά μελαγχολικό, όπως όλοι οι μαλακοί άνθρωποι· οπωσδήποτε πνεύμα κοιμισμένο και άσημο, τουλάχιστον όπως φαινότανε.

Πολύ μικρός ακόμη έχασε τους γονείς του. Η μητέρα του πέθανε από επιλόχιο πυρετό, που δεν τον προσέξανε. Ο πατέρας του, κλαδευτής κι αυτός, σκοτώθηκε πέφτοντας από ένα δέντρο.
Άλλος συγγενής δεν είχε μείνει στο Γιάννη, παρά μια αδελφή μεγαλύτερή του, χήρα μητέρα εφτά παιδιών, αγοριών και κοριτσιών.

Αυτή, όσο ζούσε ο άντρας της είχε τον μικρό της αδελφό στο σπίτι της και τον έτρεφε.
Πέθανε έπειτα ο άντρας της. Το μεγαλύτερο από τα εφτά της παιδιά ήταν οχτώ χρονών το δε μικρότερο ενός χρόνου.
Ο Γιάννης εικοσιπέντε χρονών τότε, αντικατέστησε τον πατέρα και υποστήριξε τώρα κι αυτός την αδελφή του που τον είχε αναθρέψει.
Αυτό δε τόκαμε ο Γιάννης απλούστατα, σαν καθίσαν, αν και κάπως σκυθρωπά.

Τα νιάτα του φτωχού σπαταλιόνταν έτσι σε δουλειές βαριές που πληρωνόντουσαν άσχημα. Δεν ακούστηκε ποτέ νάχε πιάσει στον τόπο καμιά φιλενάδα. Δεν είχε καιρό να φροντίσει γι' αυτό.
Κάθε βράδυ ερχότανε στο σπίτι κουρασμένος κι έτρωγε τη σούπα του χωρίς να λέει λέξη.
Πολλές φορές, καθώς έτρωγε, η αδελφή του έπαιρνε από το πιάτο του την καλύτερη μερίδα του φαγητού, το κομμάτι το κρέας, την καρδιά του λάχανου για να το δώσει σ' ένα απ' τα παιδιά της· αυτός εξακολουθώντας να τρώει σκυφτός επάνω στο τραπέζι, έχοντας το κεφάλι σχεδόν μέσα στο πιάτο του, και καθώς τα μακριά του μαλλιά πέφτανε γύρω από το πιάτο και σκεπάζανε τα μάτια του φαινότανε σαν μην έβλεπε τίποτα κι άφηνε το πιρούνι της αδελφής του να κάνει τη δουλειά του.

Στη Φαβερόλ, όχι μακριά από το σπιτάκι του Γιάννη, προς τ' αντικρινά του δρομάκου, κατοικούσε μια χωρική, που λεγότανε Μαρία και τα παιδιά της αδελφής του, που συνήθως ήσαν πεινασμένα, πήγαιναν κάποτε σ' αυτήν, ζητούσαν από μέρους της μάνας τους ένα φλιτζάνι γάλα, που τόπιναν έπειτα πίσω από κανένα φράχτη ή δέντρο, αρπάζοντας το φλιτζάνι τόνα από το στόμα του άλλου, με τόση λαιμαργία, ώστε οι μικρές τόριχναν συνήθως στο στήθος τους, κι απάνω στα φορέματά τους.
Η μητέρα θα τα τιμωρούσε αυστηρά, αν εμάθαινε αυτή τους την πονηριά.
Ο Γιάννης, αν και απότομος και μουρμούρης, πλήρωνε πάντα κρυφά από την μητέρα τους, στη Μαρία το γάλα της κι έτσι τα παιδιά εγλίτωναν την τιμωρία.

Την εποχή που κλαδεύονται τα δέντρα, κέρδιζε δεκαοχτώ σολντιά κάθε μέρα· έπειτα κοιτούσε άλλες δουλειές, πότε θεριστής, πότε σκαφτιάς, πότε αγελάρης, πότε χαμάλης.
Έκανε ό,τι μπορούσε.
Δούλευε κι η αδελφή του, μα τι νάκανε αφού είχε εφτά ανήλικα να θρέψει;
Να ένας οικτρός σωρός ψυχών, που τον εκύκλωσε λίγο λίγο η φτώχεια και τον έσφιξε.

Ήρθε και μια βαρυχειμωνιά. Ο Γιάννης έχασε κάθε δουλειά, η οικογένεια στερήθηκε και το ψωμάκι. Έμεινε νηστική κυριολεκτικώς. Εφτά παιδιά!
Ήτανε βράδυ Κυριακής, όταν ο ψωμάς που ήτανε στην πλατεία της εκκλησίας, στη Φαβερόλ, ετοιμαζότανε να πέσει να κοιμηθεί.
Ακούει δυνατό χτύπημα στα τζάμια της βιτρίνας του μαγαζιού του, που προφυλαγότανε από ένα δίχτυ συρμάτινο.

Τρέχει να ιδεί τι έγινε και το μάτι του προφταίνει ένα χέρι που, αφού είχε σπάσει με δυνατή γροθιά και σύρματα και τζάμια, άρπαξε ένα ψωμί.
Τρέχει αμέσως έξω ο ψωμάς, βλέπει τον κλέφτη πούφευγε τρεχάλα.
Τον κυνηγάει, τον πιάνει. Ο κλέφτης είχε ρίξει κάτω το ψωμί, μα το χέρι του ήταν ακόμη καταματωμένο.

Κλέφτης ο Γιάννης Αγιάννης.

Αυτό στα 1795.
......................................
περισσότερα εδώ: ebooks