Showing posts with label Αγαπημένα αναγνώσματα. Show all posts
Showing posts with label Αγαπημένα αναγνώσματα. Show all posts

Wednesday, 22 January 2025

Μ. Λουντέμης: «Η αγάπη είναι σαν το νερό που τρέχει... »

Η αγάπη είναι σαν το νερό που τρέχει... 
τρέχει... ασυλλόγιστα στους γκρεμούς, 
που δε διαλέγει αυλάκι, δε ρωτά τα λουλούδια που ποτίζει, 
ούτε και τα χαλίκια που κατρακυλά.
Δε ρωτά τίποτα, μόνο τρέχει.
Να πεις «όχι» στην αγάπη είναι σαν να κατσουφιάζεις
μπροστά σ' ένα λουλούδι που ετοιμάζεται ν' ανοίξει.
Σαν να βρίζεις το φως που σου έδειξε τον κόσμο.

Wednesday, 30 October 2024

Τάσος Λειβαδίτης: Ἀλλὰ τὰ βράδια τί ὄμορφα ποῦ μυρίζει ἡ γῆ!


Καὶ νὰ ποὺ φτάσαμε ἐδῶ
Χωρὶς ἀποσκευὲς
Μὰ μ᾿ ἕνα τόσο ὡραῖο φεγγάρι
Καὶ ἐγὼ ὀνειρεύτηκα ἕναν καλύτερο κόσμο
Φτωχὴ ἀνθρωπότητα, δὲν μπόρεσες
οὔτε ἕνα κεφαλαῖο νὰ γράψεις ἀκόμα
Σὰ σανίδα ἀπὸ θλιβερὸ ναυάγιο
ταξιδεύει ἡ γηραιά μας ἤπειρος

Ἀλλὰ τὰ βράδια τί ὄμορφα
ποῦ μυρίζει ἡ γῆ!

Βέβαια ἀγάπησε
τὰ ἰδανικά της ἀνθρωπότητας,
ἀλλὰ τὰ πουλιὰ
πετοῦσαν πιὸ πέρα

Σκληρός, ἄκαρδος κόσμος,
ποῦ δὲν ἄνοιξε ποτὲ μίαν ὀμπρέλα
πάνω ἀπ᾿ τὸ δέντρο ποὺ βρέχεται

Ἀλλὰ τὰ βράδια τί ὄμορφα
ποῦ μυρίζει ἡ γῆ!



Ὕστερα ἀνακάλυψαν τὴν πυξίδα
γιὰ νὰ πεθαίνουν κι ἀλλοῦ
καὶ τὴν ἀπληστία
γιὰ νὰ μένουν νεκροὶ γιὰ πάντα

Ἀλλὰ καθὼς βραδιάζει
ἕνα φλάουτο κάπου
ἢ ἕνα ἄστρο συνηγορεῖ
γιὰ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα

Ἀλλὰ τὰ βράδια τί ὄμορφα
ποῦ μυρίζει ἡ γῆ!

Καθὼς μένω στὸ δωμάτιό μου,
μοῦ ᾿ρχονται ἄξαφνα φαεινὲς ἰδέες
Φοράω τὸ σακάκι τοῦ πατέρα
κι ἔτσι εἴμαστε δύο,
κι ἂν κάποτε μ᾿ ἄκουσαν νὰ γαβγίζω
ἦταν γιὰ νὰ δώσω
ἕναν ἀέρα ἐξοχῆς στὸ δωμάτιο

Ἀλλὰ τὰ βράδια τί ὄμορφα
ποῦ μυρίζει ἡ γῆ!

Κάποτε θὰ ἀποδίδουμε δικαιοσύνη
μ᾿ ἕνα ἄστρο ἢ μ᾿ ἕνα γιασεμὶ
σὰν ἕνα τραγοῦδι ποὺ καθὼς βρέχει
παίρνει τὸ μέρος τῶν φτωχῶν

Ἀλλὰ τὰ βράδια τί ὄμορφα
ποῦ μυρίζει ἡ γῆ!

Δῶς μου τὸ χέρι σου..
Δῶς μου τὸ χέρι σου

Tuesday, 20 August 2024

«Δε ζυγιάζω, δε μετρώ, δε βολεύουμαι!....»

«Πρέπει να γίνεις εσύ ήλιος για να φωτίσεις τους σβησμένους ήλιους των άλλων.
Δεν υπάρχουν ιδέες, υπάρχουν μονάχα άνθρωποι που κουβαλούν τις ιδέες, κι αυτές παίρνουν το μπόι του ανθρώπου που τις κουβαλάει.
Πού να βρω μια ψυχή σαρανταπληγιασμένη κι απροσκύνητη, σαν την ψυχή μου, να της ξομολογηθώ;
Δε ζυγιάζω, δε μετρώ, δε βολεύουμαι! Ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι...
Να μην αρνιέσαι τη νιότη σου ως τα βαθιά γεράματα, να μάχεσαι σε όλη σου τη ζωή να μετουσιώσεις σε κατάκαρπο δέντρο την εφηβική σου άνθηση, αυτός, θαρρώ, είναι ο δρόμος του ολοκληρωμένου ανθρώπου.
Έχουν να πουν πως άνθρωπος είναι το ζώο που συλλογιέται το θάνατο. Όχι, σου λέω εγώ. Άνθρωπος είναι το ζώο που συλλογιέται την αθανασία.
Νιώθω σαν να χτυπάμε τα κεφάλια μας στα σίδερα. Πολλά κεφάλια θα σπάσουν. Μα κάποια στιγμή, θα σπάσουν και τα σίδερα.
Άσφαλτα κατέχει η χωματένια αυτή μήτρα την αξία του κάθε παιδιού της· κι όσο ανώτερη η ψυχή που έπλασε, τόσο και δυσκολότερη της αναθέτει εντολή: να σώσει τον εαυτό του ή τη ράτσα του ή τον κόσμο· από την πρώτη, τη δεύτερη, την τρίτη εντολή που σου αναθέτει διαβαθμίζεται η  ψυχή σου.
Άστρα, πουλιά, σπόροι μέσα στο χώμα, όλα υπακούουν. Και μόνο ο άνθρωπος σηκώνει κεφάλι και θέλει να παραβεί το νόμο και να μετατρέψει την υπακοή σε ελευτερία. Γι’ αυτό κι απ’ όλα τα πλάσματα του Θεού αυτός μονάχα μπορεί κι αμαρταίνει. Τι θα πει αμαρταίνει; χαλνάει την αρμονία.
Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους προγόνους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει.
Δε ζυγιάζω, δε μετρώ, δε βολεύουμαι! Ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι...
Δεν διαλέγεις αυτά που πιστεύεις. Αυτά διαλέγουν εσένα.

Πιστεύω στα αναρίθμητα, εφήμερα προσωπεία που πήρε ο Θεός στους αιώνες και ξεκρίνω, πίσω από την άπαυτη ροή του, την απόλυτη ενότητα.
Ποτέ μην αναγνωρίσεις τα σύνορα τ' ανθρώπου, να σπας τα σύνορα! Ν' αρνιέσαι ο, τι θωρούν τα μάτια σου!
Να πεθαίνεις και να λες:
Θάνατος δεν υπάρχει.
Ένας δρόμος, ένας μονάχα οδηγάει στο Θεό, ο ανήφορος.
Αν δε δει ο Θεός χέρι ανθρώπου, δε βάζει μήτε κι αυτός το δικό του.
Σκύβω απάνω στο μερμήγκι, θωρώ μέσα στο γυαλιστερό μαύρο μάτι του το πρόσωπο του Θεού.
Θεός είναι η ακατάλυτη δύναμη που μεταμορφώνει την ύλη σε πνέμα. Κάθε άνθρωπος έχει μέσα του ένα κομμάτι από το θεϊκό αυτό στρόβιλο και γι’ αυτό κατορθώνει να μετουσιώνει το ψωμί και το νερό και το κρέας και να το κάνει στοχασμό και πράξη.
Δεν είναι νερό δροσερό ο Θεός, όχι, δεν είναι νερό δροσερό, να το πιεις, να δροσερέψεις. Είναι φωτιά, και πρέπει να περπατάς απάνω της. 
Κι όχι μονάχα να περπατάς, παρά, κι αυτό ’ναι το πιο δύσκολο, παρά και να χορεύεις! Σίγουρα, ευτύς ως μπορέσεις να χορέψεις, η φωτιά γίνεται νερό δροσάτο, μα ώσπου να φτάσεις ως εκεί τι αγώνας, τι αγωνία, Θεέ μου!»

Νίκος Καζαντζάκης
 
Πηγή: Η Δύναμη της Αγάπης
πρώτη δημοσίευση εδώ

Tuesday, 11 July 2023

Κωνσταντίνος Χατζόπουλος: «Ἄσ᾿ τὴ βάρκα...»


Ἄσ᾿ τὴ βάρκα στὸ κῦμα ὅπου θέλει νὰ τρέχει,
ἂς ὁρίζει τ᾿ ἀγέρι, τιμόνι-πανί,
τὰ φτερὰ ἅπλωσε πλέρια, ἄκρη ὁ κόσμος δὲν ἔχει,
εἶναι πι᾿ ὄμορφοι οἱ ἄγνωστοι πάντα γιαλοί,
ἡ ζωὴ μία δροσιὰ εἶναι, ἕνα κῦμα, ἂς τὸ φέρει
ὅπου θέλει τ᾿ ἀγέρι, ὅπου ξέρει τ᾿ ἀγέρι.
Ἂς ἀλλάζουν λιβάδια μὲ βράχους καὶ δάση,
γύρω ἂς φεύγουν ποῦ πύργοι, ποῦ καλύβας καπνός,
εἴτ᾿ εἰδύλλιο γελούμενο ἀπλώνετ᾿ ἡ πλάση,
εἶτ᾿ ἀντάρτες καὶ μπόρες σου κρεμᾷ ὁ οὐρανός,
μὴ θαρρεῖς τὸ πανί σου μπορεῖς νὰ βαστάξεις,
ὅπου θέλει τὸ κῦμα μαζί του θ᾿ ἀράξεις.
Τί γυρεύεις, τί θέλεις μὴ κι ἐσὺ τὸ γνωρίζεις;
Ἔχεις πιάσει ποτέ σου τὸ τί κυνηγᾷς;
Μή ῾που σπέρνεις καλὸ τὸ κακὸ δὲ θερίζεις;
Δὲ σκοντάβεις σὲ ρώτημα σ᾿ ὅ,τι ρωτᾷς;
Ὅ,τι σ᾿ ἔχει μαγέψει κι ὅ,τι σοῦ ῾χει γελάσει,
τό ῾χεις μόνος κερδίσει, μοναχὸς ἑτοιμάσει;

Ἄσε τότε τὸ κῦμα ὅπου θέλει νὰ σπάζει,
ἄσ᾿ τὶς ζάλες νὰ σέρνουν τυφλὰ τὴν καρδιὰ
κι ἂν τριγύρω βογγὰ κι ἂν ψηλὰ συννεφιάζει,
κάπου ὁ ἥλιος σὲ κάποιο γιαλὸ θὰ γελᾷ
κι ἂν πικρό την ψυχή σου τὸ δάκρυ τὴ ραίνει
πάντα κάπου κρυφή, μιὰ χαρὰ τὴν προσμένει.

Thursday, 6 July 2023

Το Φεγγάρι και το Τριζόνι...

... oι αιώνιοι σύντροφοι της νύχτας

- «Ω τριζόνι! Ψυχή μυστηριώδης, απόκοσμο πλάσμα που έρχεσαι από κάποιον άλλον κόσμο, μαζί με τη νύχτα, μαζί με το φεγγάρι!»
«Κάθουμαι βουτηγμένος μέσα στο μυστήριο της νύχτας, και κοιτάζω το φεγγάρι που εβγήκε πίσω από τα βουνά, και στέκεται στον ουρανό.
Εβγήκε, κι όλη η πλάση άλλαξε, σά να μαγεύτηκε, τυλίχθηκε με κάποιο βαθύ κι ανεξιχνίαστο μυστήριο.
Ω Σελήνη, ω μάγισσα Κίρκη, που μεταμορφώνεις ψυχές και σώματα! Από ποιόν άλλον κόσμο έρχεσαι στον δικό μας, και τον κάνεις αγνώριστον;
Από το υδραργυρένιο κεφάλι σου διαχύνεται ένα μαγικό πέπλο, που τα σκεπάζει όλα, βουνά, θάλασσες, δέντρα, βράχους, κάμπους, πολιτείες!
Θαρρεί κανένας πως βρίσκεται κάτω, βαθιά στον πάτο της θάλασσας και πως η συντεφένια σφαίρα σου πλέει απάνω στο νερό ρίχνοντας το ειρηνικό φως της σαν μπάλσαμο, που γλυκαίνει κι αποκοιμίζει κάθε πλάσμα.
Μυστήριο βαθύ κι ανεξιχνίαστο τυλίγει την πλάση. Κι οι φωνές από τα ζώα, από τα πουλιά, από τους ανθρώπους, είναι κι αυτές, τώρα που στέκεται το φεγγάρι στον ουρανό, παράξενες και μυστηριώδεις. Οι άνθρωποι περπατάνε σαν φαντάσματα, σά νυχτοπάτες.

Τα δένδρα σηκώνουνε τα φουντωμένα κλαριά τους κατά τον ουρανό, δίχως να σαλεύει μήτε ένα φύλλο, κι είναι γεμάτα από πνεύματα που σιγομουρμουρίζουνε. Πνεύματα νυκτολάλα, αστρομαγικά. Κάτω από τα δέντρα περπατά σαν ίσκιος κανένας άνθρωπος, μέσα στο θαμποφέγγισμα. Από μέσα από τους μαύρους ίσκιους, ακούγονται οι άνθρωποι που μιλούνε, μα οι ομιλίες τους δεν μοιάζουνε με τις ομιλίες που κάνουνε τη μέρα.

Αλλά και τα σπίτια, οι δρόμοι, τα δέντρα, είναι αλλοιώτικα άπ’ ό,τι ήτανε τη μέρα. Όλα αλλάξανε. Λές κι είναι τα πνεύματά τους.
***
Στην άβυσσο τ’ ούρανού αργοταξιδεύει, δίχως να φαίνεται πως σαλεύει η μυστική βασίλισσα της νύχτας. Από τις κορφές των δένδρων κι από τις σκεπές των σπιτιών βγαίνει ένας ασημένιος αχνός κι ανεβαίνει στον συντεφένιον ουρανό.

Πέρα, το πέλαγος χάνεται μέσα στο δάμπος. Τα βαθιά νερά της θάλασσας τα χρυσώνει το φεγγάρι, σαν να ναι εικόνισμα μαλαμοκαπνισμένο. 
Μέσα στην άβυσσο, τα ψάρια και τ’ άλλα πλάσματά της ξαγρυπνάνε από τη μυστική φωτοχυσία που απλώνει απάνω από τα νερά, κοιτάζοντας το φεγγάρι μέσα από το θαμπόφωτο. 
Το μαργαριταρένιο φως του κατεβαίνει ως τον πάτο, μπαίνει μέσα στα σκοτεινά θολάμια, που φωλιάζουνε τα παράξενα τέρατα, μέσα στις μαύρες κουφάλες, ανάμεσα στα κοράλλια, στα γιούσουρα και στα άλλα ζωόφυτα, που είναι γεμάτα μάτια. 
Το χταπόδι, με τα γουρλωμένα μάτια του, κοιτάζει κατά κεί που κατεβαίνει το φως του φεγγαριού, κι αργοσαλεύει τα πλοκάμια του. Ό αστακός, με την αρματωσιά του, κάθεται στην τρύπα του, κι είναι σαν μεθυσμένος από το υδραργυρένιο θάμπος που κατεβαίνει από πάνω. Οι σαργοί και τ’ άλλα τα μικρόψαρα αργοκολυμπάνε κοπαδιαστά, σαν να κάνουνε λιτανεία μέσα στο συντεφένιο νερό. Η πονηρή η σμέρνα ξαγρυπνά και κείνη, χωμένη μέσα στο θολάμι της.

Οι ξέρες και τα νησιά στέκουνται μέσα στη θάλασσα, θαμπά και ξωτικά. Ένα χρυσό ποτάμι αυλακώνει τα νερά, και χάνεται πέρα, μέσα στο σκοτεινό πέλαγο. Περνά καμμιά βαρκούλα, δίχως να ταράξει την ησυχία, σαν ίσκιος.
Από την άλλη μεριά, τα βουνά στέκουνται βουβά, βουτηγμένα στο μυστήριο. Οι ράχες τους αχνίζουνε έναν αχνό π’ ανεβαίνει στον ουρανό. Από πάνω τους είναι κρεμασμένο το μαρμαρένιο κεφάλι του φεγγαριού, στραγγισμένο από αίμα.
***
Κοντεύουνε τα μεσάνυχτα. Σιωπή. Πάψανε όλα τα σούσουρα, τα μυστηριώδη μουρμουρίσματα, τα ξεμακρυσμένα γαυγίσματα των σκυλιών. 
Μέσα στην ησυχία ακούγεται ολομόναχο το τριζόνι: «Τρρρ…. τρρρ… τρρρ…». Αυτή η γλυκειά και μυστική φωνή θαρρείς πως βγαίνει από το στόμα του φεγγαριού, που κρέμεται μέσα στην ερημιά του ουρανού, ένα πρόσωπο υδραργυρένιο, με μάτια ανοιχτά, με κλειστό στόμα.
Αυτή η ψιλή και μακρόσυρτη φωνή ακούγεται πέρα ως πέρα, πετά απάνω από τα δέντρα, από τα χαμόδεντρα, από τα χαμόβουνα, από την ακροθαλασσιά και σκορπά απάνω από το πέλαγο.

Μα άραγες από που βγαίνει; Που κάθεται κρυμμένο αυτό το πλάσμα, που παίζει τούτη την ξωτική φλογέρα; Που είναι η φωλιά του, άπ’ όπου μαγεύει όλη την πλάση; Είναι μέσα σε τούτα τα χαμόδενδρα; Σε κείνες τις λουλουδισμένες πρασινάδες; Σε κείνον τον σκοίνο που βρίσκεται κοντά στην έρημη ακροθαλασσιά, Μήπως βρίσκεται στον αέρα; Μήπως βρίσκεται μέσα στο φεγγάρι; Μήπως είναι το ίδιο το φεγγάρι;…

Το μυστικό τραγούδι, πότε σου φαίνεται πως έρχεται από τούτη τη μεριά, πότε από κείνη, πότε δυναμώνει, πότε σβήνει, έρχεται στ’ αυτιά σου κυματιστά.

Ω τριζόνι! Ψυχή μυστηριώδης, απόκοσμο πλάσμα που έρχεσαι από κάποιον άλλον κόσμο, μαζί με τη νύχτα, μαζί με το φεγγάρι! Άραγε τραγουδάς, ή κλαίς, ή ψέλνεις; 
Η φωνή σου είναι ένα τίποτα, ένα τρίξιμο, μονότονο, ανάλλαχτο από τότε που έγινε ο κόσμος. Ωστόσο, πόσο βαθύ κι άδολο είναι αυτό το τρίξιμό σου, αυτό το τιποτένιο τρρρ! Γιατί, συγκινά τη ψυχή μου περισσότερο από τη μάταια μουσική που επινοήσανε οι άνθρωποι!…»

Wednesday, 24 May 2023

Khalil Gibran: «Το έθνος να λυπάστε, αν φορεί ένδυμα που δεν το ύφανε.»


Το έθνος να λυπάστε, αν φορεί ένδυμα που δεν το ύφανε.
Ψωμί αν τρώει, αλλά όχι απ' τη σοδειά του.
Κρασί αν πίνει, αλλά όχι από το πατητήρι του.
Το έθνος να λυπάστε που δεν υψώνει τη φωνή παρά μονάχα στην πομπή της κηδείας.
Που δεν συμφιλιώνεται παρά μονάχα μες στα ερείπιά του.
Που δεν επαναστατεί παρά μονάχα σαν βρεθεί ο λαιμός του ανάμεσα στο σπαθί και την πέτρα.
Το έθνος να λυπάστε που έχει αλεπού για πολιτικό, απατεώνα για φιλόσοφο, μπαλώματα και απομιμήσεις είναι η τέχνη του.
Το έθνος να λυπάστε που έχει σοφούς από χρόνια βουβαμένους.

...................................

Kαλίλ Γκιμπράν, «ο Κήπος του Προφήτη» - 1923

O Kahlil ή Khalil Gibran (1883-1931), ποιητής, στοχαστής και ζωγράφος, που έγινε ευρύτερα γνωστός με το βιβλίο του «Ο προφήτης», γεννήθηκε στο Bsharri του Λιβάνου από φτωχή οικογένεια μαρωνιτών χριστιανών.

περισσότερα εδώ

Monday, 22 May 2023

«Μια μεγάλη καρδιά γεμίζει με ελάχιστα» / Καλημέρα σας...

Υπάρχουν πλάσματα τόσο καθαρά
που μας φτιάχνουν καθρέφτη,
χωρίς να μιλούν, χωρίς να κάνουν τίποτα εξαιρετικό.
ολόκληρο το κείμενο στα Τετράδια της Αμπάς
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Wednesday, 15 March 2023

Άγγελος Σικελιανός: Πνευματικό Εμβατήριο

Ο Άγγελος Σικελιανός γεννήθηκε στις 15 Μαρτίου 1884 στη Λευκάδα.
Κορυφαίος έλληνας ποιητής. Το έργο του διακρίνεται από έντονο λυρισμό και ιδιαίτερο γλωσσικό πλούτο.
....
© SanSimera.gr

.......................................
Τοῦτο εἶναι τὸ φῶς τῆς νεκρικῆς πυρᾶς μου...

Δαυλὸς τῆς Ἱστορίας Σου, ἔκραξα εἶμαι, καὶ νά,
ἂς καεῖ σὰν δάδα τὸ ἔρμο μου κουφάρι, μὲ τὴν δάδα τούτην,
ὀρθὸς πορεύοντας, ὡς μὲ τὴν ὕστερη ὥρα,
ὅλες νὰ φέξουν τέλος οἱ γωνιὲς τῆς οἰκουμένης,
ν᾿ ἀνοίξω δρόμο στὴν ψυχή, στὸ πνεῦμα, στὸ κορμί Σου, Ἑλλάδα.
.......................................
Ὀμπρὸς οἱ δημιουργοί.... Τὴν ἀχθοφόρα ὁρμή Σας,
στυλῶστε μὲ κεφάλια καὶ μὲ πόδια, μὴ βουλιάξει ὁ ἥλιος.
Βοηθᾶτε με κι ἐμένανε ἀδελφοί, νὰ μὴ βουλιάξω ἀντάμα..
Τὶ πιὰ εἶν᾿ ἀπάνω μου καὶ μέσα μου καὶ γύρα.
Τὶ πιὰ γυρίζω σ᾿ ἕναν ἅγιον Ἴλιγγο μαζί του...
Χίλια καπούλια ταῦροι τοῦ κρατᾶν τὴ βάση, δικέφαλος ἀητός·
κι ἀπάνω μου τινάζει τὶς φτεροῦγες του καὶ βογγάει ὁ σάλαγός του,
στὴν κεφαλή μου πλάι καὶ μέσα στὴν ψυχή μου.
καὶ τὸ μακριὰ καὶ τὸ σιμὰ γιὰ μένα πιὰ εἶν᾿ ἕνα...
Πρωτάκουστες βαρεῖες μὲ ζωνουν Ἁρμονίες,
ὀμπρός, σύντροφοι, βοηθᾶτε νὰ σηκωθεῖ νὰ γίνει ὁ ἥλιος πνεῦμα.
.......................................
Σιμώνει ὁ νέος ὁ Λόγος π᾿ ὅλα θὰ τὰ βάψῃ,
στὴ νέα του φλόγα νοῦ καὶ σῶμα ἀτόφιο ἀτσάλι...
Ἡ γῆ μας ἀρκετὰ λιπάστηκε ἀπὸ σάρκα ἀνθρώπου...
παχιὰ καὶ καρπερά, νὰ μὴν ἀφήσουνε τὰ σώματά μας
νὰ ξεραθοῦν ἀπ᾿ τὸ βαθὺ τοῦτο λουτρὸ τοῦ αἵμα του πιὸ πλούσιο,
πιὸ βαθὺ κι ἀπ᾿ ὅποιο πρωτοβρόχι.
Αὔριο νὰ βγεῖ ὁ καθένας μας μὲ δώδεκα ζευγάρια βόδια
τὴ γῆ αὐτὴ νὰ ὀργώσει τὴν αἱματοποτισμενη...
Ν᾿ ἀνθίση ἡ δάφνη ἀπάνω της καὶ δέντρο ζωῆς νὰ γένη,
καὶ ἡ Ἄμπελός μας νὰ ἁπλωθεῖ ὡς τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης...


ολόκληρο εδώ

Wednesday, 13 September 2017

Ζωρζ Σαρή: «Τα μπουκλάκια»

Ζωρζ Σαρή Τα μπουκλάκια
     
Πρώτη Οκτωβρίου, αρχή της σχολικής χρονιάς, και το καλο­καίρι δε λέει να φύγει. Γαντζώνεται στις τριανταφυλλιές, στις γκλισίνες, στην αγράμπελη, στον πλατύφυλλο βασιλικό. Μια βροχή, βροχούλα, ξέπλυνε τα φύλλα των δέντρων, μοσχοβόλησε η γη, μοσχοβόλησε ο κήπος της Αννούλας, μοσχοβόλησε ως και το πεζοδρόμιο. Πολύχρωμες κορδέλες οι μέρες του καλοκαι­ριού, όλες οι μέρες, που δεν πρόλαβαν να γίνουν αναμνήσεις, στα μαλλιά των κοριτσιών που κόβουν βόλτες στην αυλή περι­μένοντας την ώρα του αγιασμού. Τα στόματα κελαηδούν, και λέει η Άλκη:
—  Τούτη τη φορά δεν πήγα στο Μαρούσι, πήγα στο Μάτι, μισή ώρα με το ποδήλατο ως το Καβούρι της Ζωρζ, και πάλι ο μπαμπάς είπε το «όχι» του...
Η Λίλη πήγε στη Γερμανία. Τη ρωτούν:
—  Και πώς ήταν το Βερολίνο;
—  Πώς θέλετε να είναι; Σαν Βερολίνο, απαντάει, λες και εί­ναι το Βερολίνο παγωτό χωνάκι...
Η Αθηνά πήγε στα Μέθανα,... σε ξενοδοχείο, για να κάνει η μαμά της ιαματικά λουτρά, και τα πέρασε πολύ ωραία:
—  Είχε κι άλλα κορίτσια και κάναμε παρέα, παίζαμε αμπά­ριζα, περνάει περνάει η μέλισσα...
Η Τίλδα έμεινε στην Αθήνα:
—  Κάθε βράδυ πήγαινα σινεμά κι έτρωγα παγωτό κασάτο κι όλη την άλλη
μέρα διάβαζα Στέφαν Τσβάιχ, Ντελύ, τον «Αρχισιδηρουργό» του Ονέ,
του Ζωρζ Ονέ...
Δεν είπε στις φίλες της πως, διαβάζοντας τον «Αρχισιδηρουργό», έκλαιγε
κι ορκίστηκε να γίνει κι εκείνη συγγραφέας.
Η Κική πήγε πάλι στη Μάνη, στα μεγαλεία των προγόνων της, η φαντασία της
καλπάζει:
—  Έκανα ιππασία...
—   Πες καλύτερα γαϊδουροκαβαλαρία... την πείραξε η Αλκη.
Η Μίνα —άκουσον, άκουσον!— οι δικοί της είπαν να την παντρέψουν μ' έναν πολύ πλούσιο, λίγο μεγαλούτσικο...
—   Να μην τελειώσω καν το γυμνάσιο;
Και δώσ' του τύλιγε τα μαλλιά της με κουρελάκια...
Η Μίνα έχει έντεκα αδέρφια, τρεις αδερφούς κι οχτώ αδερφές, όλες ανύπαντρες...
Η Μαριάννα πήγε στη Θεσσαλονίκη κι ύστερα πήγε στο πρώτο πόδι της Χαλκιδικής, στην Κασσάνδρα, κι ήταν η αμμου­διά απέραντη, κι ήταν η θάλασσα διάφανη, κι εκείνη τόσο έρημη...
—   Όλη μέρα ψηνόμουν μοναχή στον ήλιο και διάβαζα του κόσμου τα βιβλία...
-— Γι' αυτό μοιάζεις με φραντζολάκι που μόλις βγήκε από το φούρνο... της, λέει η Ζωρζ, πού πολύ την αγαπάει.
Η Πόπη μάζευε μασημένες τσίχλες. Θύμωναν οι γονείς της. Την έντυναν, τη στόλιζαν...
—   Με το ζόρι μ' έσερναν στις βεγκέρες τους...
Κι εκείνη το μυαλό της το είχε στον Κολοκοτρώνη.
Η Αθηνούλα—αχ, η Αθηνούλα!— πήγε στην Ελβετία.
—   Σκαρφαλώναμε με το Σπύρο στα ψηλά βουνά, καταπρά­σινα, κι ήταν κάτι σαλέ με τζάκια και πουπουλένια παπλώματα, κι εγώ νοσταλγούσα τον κοιτώνα μου...,
Η Αννούλα στο Φάληρο, με καπέλο ως να γείρει ο ήλιος κι ύστερα μάλλινο ζακετάκι, να μην κρυολογήσει το παιδί...
Η Άλμπα, η τυχερή, πήγε στην Ιταλία.
Η Ίντα πήγε στην Αβησσυνία, στο παλάτι του Χαϊλέ Σελασιέ.
Ακούει η Ζωρζ και ζηλεύει.
—   Μόνο την κάμαρά μου να βλέπατε! Ένα κρεβάτι με ουρα­νό και κουνουπιέρες αραχνοΰφαντες, κι όταν τρώγαμε, πάντα με το βασιλιά, οι δούλοι με τις μεταξωτές κελεμπίες γύρω από το τραπέζι, κι όλα άστραφταν, τα πιάτα ασημένια, χρυσά τα πο­τήρια!
Κι η Λένα, πού πήγε η Λένα;
—   Μαντέψτε, λέει στις φίλες της.
—   Στην Αμερική, βελάζει η Όλγα, που έκοψε την κοτσίδα της και μοιάζει με πρόβατο.
—  Στην Κηφισιά, πού αλλού; Λείπει ο Μάρτης από τη Σαρα­κοστή; Στο Σεμίραμις  ήταν μια ορχήστρα που έπαιζε ταγκό, και ξέρετε με ποιον χόρευα; Μαντέψτε! Οι φίλες δε μαντεύουν, κι εκείνη συνεχίζει:
—    Με τον Τάυρον Πάουερ, δηλαδή με τον Πετρίδη, τον απόφοιτο των Αρρένων, με το Γιάννη Πετρίδη, που είναι ωραί­ος σαν τον Τάυρον Πάουερ και χορεύει σαν θεός. Κι ύστερα από μια βδομάδα έφυγε, κι έμεινα εγώ μπουκάλα να κλαίω τη μοίρα μου...
 Καλοκαιριάτικο πυροτέχνημα ο Πετρίδης.

Η Ζωρζ λέει τα πιο πολλά:
—   Η παράγκα μας γέμισε κόσμο, μια αδερφή της μαμάς από τη Σενεγάλη μαζί με τη φίλη της, μια Λέα Παλ, μια όμορφη, μια εξαντρίκ, μια δημοσιογράφο που μας χτένιζε σαν να ήμασταν αρχαίες Ελληνίδες κι όλο τραβούσε φωτογραφίες, κι ο μπαμπάς γελούσε, του άρεσε η Λέα Παλ, και ήταν στην πλαϊνή 
παράγκα μια  οικογένεια με δυο αγόρια, οι Σβώλοι, μεγάλοι, πάνε στο πα­νεπιστήμιο, που είχαν γραμμόφωνο, και τα βράδια πηγαίναμε στη βεράντα τους και χορεύαμε  «το ταγκό, το ωραιότερο του κόσμου είναι αυτό-που χορέψαμεμαζί...»
Τραγουδάει η Ζωρζ, και χτυπάει ο κώδων. Η ώρα του αγια­σμού.
Η κυρα-Μάρθα με τον μπαρμπα-Στάθη είχαν κατεβάσει ένα τραπέζι, το είχαν σκεπάσει μ' ένα άσπρο σεντόνι, και η κυρα- Μάρθα είχε κόψει από τη γλάστρα της ένα μάτσο βασιλικό για το ράντισμα, κι όλοι περίμεναν.
Ο πάτερ Ανδρέας μπροστά, με την αγιαστούρα, το σταυρό, με τα χρυσοστόλιστα άμφια, και πίσω του η κυρία Ερασμία.
Οι μαθήτριες, με το πρόσταγμα της γυμνάστριας, μπήκαν ανά τρεις σε δυο σειρές και περίμεναν ν' αρχίσουν οι ψαλμοί.
Η φωνή του πάτερ Ανδρέα ζεστή, βαθιά, δε βιάζεται.
—  Ευλογητός ο Θεός ημών πάντοτε. Νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων, αμήν.
Τρεις φορές κάνει το σταυρό του. Σηκώνει το βλέμμα του προς τον ουρανό.
—   Κύριε, εισάκουσον της προσευχής μου, ενώτισαι την δέησίν μου εν τη αλήθεια σου, εισάκουσον μου εν τη δικαιοσύνη σου. Και μην εισέλθεις εις κρίσηνμετά τον δούλον σου...
 (Μια μεγάλη ανάσα, και)
Ότι δικαιωθήσεται ενώπιον σου πας ζων...

Όταν τέλειωσε ο αγιασμός, όταν όλες οι μαθήτριες, στη σει­ρά, μία μία, φίλησαν το σταυρό κι ύστερα το χέρι του πάτερ Ανδρέα, η κυρία Ερασμία από τον εξώστη έβγαλε λόγο.
Καλωσόρισε τις μαθήτριες με ύφος λες κι έφταιξαν πριν ακό­μη προλάβουν να κάνουν την αταξία. Τους είπε:
—   Το σχολικόν έτος να σταθεί σταθμός εις τον πολιτισμόν των Ελλήνων με οδηγητήν τον Αρχηγόν, τον Ιωάννην Μεταξά. Εσείς αι μαθήτριαι πρέπει να κρατήσετε  την δάδα αυτού του πολιτισμού αναμμένη. Η κοσμιότης είναι το πρώτιστον  καθή­κον, ως εκ τούτου απαγορεύονται τα μπουκλάκια...
Κι έτσι, ξεκάρφωτα, συνέχισε:
—   Από αύριο καταργούνται. Αν δεν τα καταργήσετε μόνες σας, θα τα καταργήσει το ψαλίδι μου.
Οι μαθήτριες που είχαν μπουκλάκια πάγωσαν. Δηλαδή, σκέφτηκε η Μίνα, δε θα  ξανατυλίξω τα μαλλιά μου με κουρελάκια και θα 'ρχομαι στο σχολείο με τα  πράσα μου; Και δεν πα­ντρεύομαι καλύτερα; Έκλαιγε όλη την ημέρα, μούσκεψε το τε­τράδιο της ιχνογραφίας. 
Έκλαιγαν και οι άλλες, όσες είχαν μπουκλάκια. Ήταν μια Κόκαλη, μια μεγάλη της Πέμπτης, που κάθε βράδυ κατσάρωνε το μαλλί της με καυτό ψαλίδι. Ήταν και τα μπουκλάκια της Μαριάννας,
όμως όλοι ήξεραν πως το μαλλί της ήταν μπουκλωτό από φυσικού του. Έπεφτε στο κρεβάτι, ξυ­πνούσε, σηκωνόταν, ούτε που χτενιζόταν, το μαλλί της έμενε κατσαρό. 
Τα μπουκλάκια πλαισίωναν το πρόσωπο της, το ομόρφαιναν. «Δώρο Θεού» έλεγε η μαμά της. Η Κική, με τα φτωχά κοτσιδάκια της, ζήλευε, η Αλκή  ήθελε τόσο  πολύ να κόψει το μαλλί της κοντό και να το σγουραίνει με ψαλίδι, όμως ο  μπαμπάς της δεν την άφηνε. Όσο για τη Ζωρζ, δεν είχε να ζηλέψει. Το μαλλί της, κοντό, αλά γκαρσόν, ήταν όλο σκάλες. 
Έτσι, οι μαθήτριες της Γ' Γυμνασίου, έξω από τη Μίνα, που όλο έκλαιγε, δεν ανησυχούσαν. Δεν τους είχαν αλλάξει τάξη, εί­χαν ξαναβρεί τους ξεθωριασμένους ήρωες του '21, το Χριστό να κρέμεται σαν πέρσι, σαν πρόπερσι, με την κόκκινη καρδιά στο χέρι, και προπαντός είχαν ξαναβρεί τους αγαπημένους δασκά­λους: την Α.Κ, τον Παπαδόπουλο, τον καλοκάγαθο Κουμαράτο, τον κουφό Καλιμάνη που ποτέ δεν τις μάλωνε...
Η μόνη καινούρια δασκάλα ήταν η δεσποινίς Τσαπαρούχα. Μια σχεδόν γριά με κόκκινα βαμμένα μαλλιά, πολύ αραιά. Έβλεπες μέσα από τις σχολαστικά χτενισμένες τρίχες της το ρο­δαλό της κρανίο.
Πίστευε πως ήταν μεγάλη ζωγράφος κι έλεγε πως η ζωγραφική της προπορευόταν της εποχής της. Ύστερα από  πολλά χρόνια θα 
αναγνώριζαν την αξία της. Προς το πα­ρόν, για έναν πενιχρό μισθό, αναγκαζόταν να διδάσκει σχέδιο στα σχολεία. Τις άρεσαν οι θάλασσες, τα βουνά, τα ηλιοβασιλέ­ματα, ένα καΐκι με πανί να στέκει ασάλευτο στη μέση του το­πίου. 
Έτσι λοιπόν, εκείνη τη Δευτέρα, επειδή ο Κουμαράτος ήταν άρρωστος, έκανε εκείνη μάθημα στην Γ' Γυμνασίου.
Ήταν η πρώτη γνωριμία με τη δεσποινίδα Τσαπαρούχα.
Η Ζωρζ, με το μυαλό της στα πρωινά λόγια της κυρίας Ερασμίας, σήκωσε το χέρι:
—    Δεσποινίς, δεσποινίς, μπορούμε να διαλέξουμε το θέμα που θα ζωγραφίσουμε;
Η δεσποινίς Τσαπαρούχα χάρηκε με το ενδιαφέρον της μι­κρής. 
 —   Και ποιο θέμα προτείνεις, παιδί μου;
Η Ζωρζ ήταν προετοιμασμένη:
—  Ένα κεφάλι με μπουκλάκια...
Δηλαδή; παραξενεύτηκε η δεσποινίς Τσαπαρούχα, που δεν κατάλαβε.
Το κεφάλι του Ερμή;

- Να ζωγραφίσουμε το κεφάλι της Μαριάννας.
—  Και ποια είναι η Μαριάννα;
—   Εγώ, φώναξε η Μαριάννα, και σηκώθηκε όρθια.
 Ομορφούλικο αυτό το κεφάλι με τα μπουκλωτά μαλλιά. Γιατί να φέρει αντίρρηση η καθηγήτρια;
—   Αν η Μαριάννα δέχεται να κάνει το μοντέλο, ν' ανέβει στην έδρα. Είσαστε όλες σύμφωνες;
—  Ναίαιαι! απάντησε με μια φωνή η τάξη.
Η Μαριάννα  ανέβηκε στην έδρα, στάθηκε ακίνητη, και οι συμμαθήτριές της άρχισαν να ζωγραφίζουν: ένα στρογγυλό πρόσωπο με μάτια αμυγδαλωτά, με μυτούλα σηκωμένη, με καρ­δούλα στόμα και γύρω γύρω μπούκλες και μπουκλάκια. Δεν ήταν δα και τόσο δύσκολο. Όλες λίγο πολύ τα κατάφερναν. Η δεσποινίς Τσαπαρούχα 
έσκυβε από πάνω από τα σκίτσα κι ένιωθε πανευτυχής. Μοίραζε γενναιόδωρα τα μπράβο της κι αναλογιζόταν πώς θα μπορούσε να στήσει μέσα στο σχολείο, στην αίθουσα μουσικής και ρυθμικής, μια έκθεση με τα έργα των μαθητριών της. Οι γονείς θα έρχονταν να τα θαυμάσουν και να τη συγχαρούν. Το γερασμένο της πρόσωπο έλαμπε.

Τι ήταν, Χριστέ μου, να μπει εκείνη τη στιγμή η κυρία Ερασμία; Ποιος διάβολος την έσπρωξε; Μπήκε, χοντρή, κοντή, μαυροφορούσα, και ρώτησε:
—  Τι κάνετε;
—   Πολύ καλά, ευχαριστούμε, εσείς πώς είστε; της απάντησε η δεσποινίς Τσαπαρούχα.
—  Θέλω να πω, τι ζωγραφίζετε;
Και γύρισε και κοίταξε τη Μαριάννα, που στεκόταν μαρμα­ρωμένη στην έδρα.
Η δεσποινίς Τσαπαρούχα εξήγησε:
—   Ζωγραφίζουμε το «κεφάλι με τα μπουκλάκια», και συνέ­χισε:
—   Κυρία Δελαπόρτα, σας συγχαίρω για τις μαθήτριές σας, έχουν όλες ταλέντο, και A PROPOS σκεφτόμουν...
Θύμωσε η κυρία Ερασμία:
—  A PROPOS, ποιος διάλεξε το θέμα;
Δεν κατάλαβε η δεσποινίς Τσαπαρούχα ούτε θυμόταν ποια μαθήτρια το
είχε διαλέξει.
—  Δηλαδή τι εννοείτε;
—   Εννοώ πως τα μπουκλάκια απαγορεύονται. Η Κωβαίου έπρεπε να δώσει το καλό παράδειγμα.  Κωβαίου, στο διάλειμμα να έλθεις στο γραφείο μου!
Οι μαθήτριες παράτησαν τα χρωματιστά μολύβια τους. Η Μαριάννα δεν
κατάλαβε γιατί έπρεπε να πάει στο γραφείο της κυρίας Ερασμίας. Σε τι είχε
 είχε φταίξει;
Το κεφάλι με τα μπουκλάκια έμεινε ανολοκλήρωτο.

Monday, 20 June 2016

«Η Καλύβα του μπάρμπα-Θωμά» - “Uncle Tom's Cabin” The book to be reread by Donald John Trump

Συγκλόνισε τη ρατσιστική Αμερική και στήριξε τον εμφύλιο
πόλεμο για την απελευθέρωση των μαύρων σκλάβων.
Τον 19ο αιώνα το βιβλίο που ήταν δεύτερο σε πωλήσεις μετά τη Βίβλο ήταν «Η Καλύβα του μπάρμπα-Θωμά» της Αμερικανίδας συγγραφέα, Χάριετ Μπίτσερ Στόου.
Εκδόθηκε το 1852 και πούλησε εκατομμύρια αντίτυπα σε όλον τον κόσμο. Βασικοί χαρακτήρες του βιβλίου ήταν η Ελίζα και ο μπάρμπα- Θωμάς, δύο σκλάβοι που ζούσαν σε μια φάρμα στο Κεντάκι που ανήκε σε έναν καλό ιδιοκτήτη, τον Σέλμπυ, ο οποίος σεβόταν και αγαπούσε τους σκλάβους του!
Την πρώτη χρονιά κυκλοφορίας του «Η καλύβα του μπάρμπα-Θωμά» πούλησε πάνω από ένα εκατομμύριο αντίτυπα στην Αγγλία και περισσότερες από 300.000 στην Αμερική.
Η υπόθεση του βιβλίου ξεκινούσε όταν ο Σέλμπυ αποφάσισε να πουλήσει τον μεσήλικο μπάρμπα-Θωμά και τον πεντάχρονο γιο της Ελίζας σε έναν δουλέμπορο για να ξεπληρώσει τα χρέη του. Όταν η Ελίζα έμαθε τα σχέδια του αφεντικού της δραπέτευσε μαζί με τον μοναχογιό της.
Ο μπάρμπα-Θωμάς δεν την ακολούθησε γιατί δεν ήθελε να προδώσει το αφεντικό του. Ο δουλέμπορος αναζήτησε την Ελίζα, αλλά δεν κατάφερε να την εντοπίσει.
Πήρε μαζί του τον μπάρμπα-Θωμά και ταξίδεψαν προς την Ορλεάνη. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού μια καλή γυναίκα τον αγόρασε από τον δουλέμπορο, επειδή έσωσε την κόρη της. Στο τέλος του βιβλίου η Ελίζα κατάφερε να κερδίσει την ελευθερία της, ενώ ο μπάρμπα- Θωμάς πέθανε από την κακοποίηση ενός σκληρού αφέντη.
Με την είδηση του θανάτου του ο Σέλμπυ έσπασε.
Οι τύψεις του τον οδήγησαν να ελευθερώσει όλους τους δούλους και τους έδωσε ευχή και κατάρα να μην ξεχάσουν ποτέ τη θυσία του μπάρμπα-Θωμά. 

Η πραγματική ιστορία του μπάρμπα-Θωμά 
Το βιβλίο ήταν βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα από τη ζωή των σκλάβων που ζούσαν στην Αμερική.
Η Στόου είχε εμπνευστεί την ιστορία του μπάρμπα-Θωμά από τη ζωή του Τζόσια Χάνσον, ενός μαύρου που είχε ζήσει ως σκλάβος για 40 χρόνια στο Μέριλαντ.
Ο Χάνσον είχε γεννηθεί σκλάβος το 1789 σε μια φάρμα όπου ήταν σκλάβος και ο πατέρας του. Όπως είχε αναφέρει αργότερα στην αυτοβιογραφία του, το μόνο που θυμόταν από τον πατέρα του ήταν ότι τον είχαν μαστιγώσει 100 φορές στην πλάτη και του είχαν κόψει το αυτί επειδή είχε σηκώσει κεφάλι στον αφέντη. Ο ιδιοκτήτης πούλησε τον πατέρα του στην Αλαμπάμα όταν ο Χάνσον ήταν παιδί. Από τότε δεν τον είδε ποτέ ξανά στη ζωή του. Τα αδέρφια του ανήκαν σε άλλα αφεντικά και εκείνος μεγάλωσε με τη μητέρα του.
Ο Χάνσον ήταν έντιμος και εργατικός γι’αυτό όταν μεγάλωσε έγινε υπεύθυνος για τους υπόλοιπους σκλάβους. Τζόσια Χάνσον, ο σκλάβος που ενέπνευσε την ιστορία του μπάρμπα-Θωμά Τζόσια Χάνσον, ο σκλάβος που ενέπνευσε την ιστορία του μπάρμπα-Θωμά Ο δρόμος προς την ελευθερία άνοιξε όταν το 1825 το αφεντικό του ζήτησε να οδηγήσει 18 σκλάβους στο Κεντάκι.
Ο Χάνσον, μακριά από τον αφέντη του για τρία χρόνια, κατάφερε να συγκεντρώσει τα χρήματα που απαιτούνταν για να αγοράσει την ελευθερία του.
Όταν επέστρεψε έδωσε στο αφεντικό του 350 δολάρια για να του υπογράψει το χαρτί της ελευθερίας του.
Το αφεντικό του πήρε τα χρήματα, αλλά του είπε πως αν ήθελε να ζήσει ελεύθερος έπρεπε του πληρώσει φόρο 1.000 δολάρια.
Τότε ο Χάνσον πήρε τη γυναίκα και τα παιδιά του και δραπέτευσε.
Μετά από αρκετές εβδομάδες έφτασαν στο Οντάριο και μπόρεσαν να ζήσουν ελεύθεροι. «Όταν τα πόδια μου ακούμπησαν για πρώτη φορά την ακτή του Οντάριο, έπεσα κάτω, πήρα την άμμο στις χούφτες μου, τη φίλησα και άρχισα να χορεύω.
Όσοι με έβλεπαν με περνούσαν σίγουρα για τρελό». 
Έτσι περιέγραψε ο Χάνσον την πρώτη ημέρα της ελευθερίας του. Το βιβλίο της Στόου ήταν βασισμένο στη ζωή του. Με γλαφυρό τρόπο, αλλά χωρίς υπερβολές παρουσίαζε την κακομεταχείριση των μαύρων από τους λευκούς. Το ξύλο, τους βιασμούς, την απαξίωση της ανθρώπινης ζωής. Τον μαύρο ως εμπόρευμα. Ήθελε να ευαισθητοποιήσει το κοινό και σε μεγάλο βαθμό τα κατάφερε. Η καλύβα του Χάνσον στο Μεριλαντ
Για πολλούς το βιβλίο επηρέασε χιλιάδες Αμερικανούς που πολέμησαν στον αμερικανικό εμφύλιο πόλεμο κατά της δουλείας. 
Οι νότιοι που ήταν φανατικά υπέρ της δουλείας κυκλοφόρησαν μια σειρά από βιβλία που περνούσαν το δικό τους μήνυμα υπερασπιζόμενοι το δουλεμπόριο.
Αυτό το είδος λογοτεχνίας έμεινε γνωστό ως «Αντι-Τομ νουβέλες».
Μάλιστα λέγεται πως όταν ο Αβραάμ Λίνκολν συνάντησε τη συγγραφέα τον Νοέμβριο του 1862 της είπε: «Ώστε αυτή είναι η μικρή κυρία που έκανε αυτόν τον μεγάλο πόλεμο»....

mixanitouxronou

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki