Τετάρτη, 7 Ιανουαρίου 2015

«Ήθελε ο Θεός να ζήσει το παιδί,
αν δεν το έβλεπα δεν θα άντεχε το κρύο»

«...Καθώς διέσχιζα τον χωματόδρομο στον κάμπο, κοίταξα ενστικτωδώς στον καθρέφτη του αυτοκινήτου και είδα πίσω μου, μέσα στην ομίχλη, να με ακολουθεί τρέχοντας μια μικρή «κουκίδα», που κουνούσε τα χέρια και φώναζε. Εκανα γρήγορα όπισθεν και όταν κατέβηκα είδα μπροστά μου ένα κοριτσάκι, σχεδόν μωρό, που τουρτούριζε από το κρύο. Με οδήγησε στη γεώτρηση που είναι άκρη του δρόμου, και εκεί…».
-----------------------------------

Όλο το δράμα των Σύρων προσφύγων σε ένα τραγικό περιστατικό.
Η μικρή Τάλα παρέμεινε επί ώρες δίπλα στον νεκρό πατέρα του, προσπαθώντας να ζεσταθεί

---------------------------------
Μπαίνοντας στο προστατευτικό κτίσμα, ο πενηντάχρονος αγρότης Γιώργος Λυμπερακάκης αντίκρισε, όπως λέει στην «Κ», πεσμένο στο χώμα ένα νεκρό άντρα. Ηταν ο πατέρας της μικρής.
Το ηλικίας μόλις τεσσάρων χρόνων κοριτσάκι θα πρέπει να ήταν, σύμφωνα με τους υπολογισμούς των γιατρών που εξέτασαν στη συνέχεια το πτώμα, τουλάχιστον δέκα με δώδεκα ώρες «παρέα» με τον νεκρό πατέρα του στη γεώτρηση.
Οι δυο (;) τους, παλαιστινιακής καταγωγής με συριακή υπηκοότητα, είχαν ξεκινήσει από κάποια εμπόλεμη περιοχή με άγνωστο προορισμό στην Ευρώπη, πλην όμως οι δρόμοι τους χώρισαν με τον πιο τραγικό τρόπο, με το που πέρασαν τον Εβρο, σε απόσταση ενός χιλιομέτρου από το χωριό Θούριο κοντά στην Ορεστιάδα. Εκεί, ο πατέρας δεν άντεξε και άφησε την τελευταία του πνοή στο παράπηγμα, «εγκαταλείποντας» το παιδί του στο έλεος των ιδιαίτερα δυσμενών καιρικών συνθηκών που επικρατούν τον χειμώνα στις όχθες του Εβρου.
«Ήθελε ο Θεός να ζήσει αυτό το παιδί. Εάν δεν το έβλεπα και είχα απομακρυνθεί, δεν θα άντεχε το τσουχτερό κρύο και τη φοβερή υγρασία το βράδυ. Ήταν μεσημέρι προς το απογευματάκι και με την ταλαιπωρία που είχε υποστεί, ο θάνατός της ήταν μάλλον σίγουρος».

«Φαντάζομαι ότι θα σοκαριστήκατε στη θέα ενός νεκρού ανθρώπου και από πάνω του το παιδάκι του να κλαίει», παρατηρούμε.

«Κοίτα, εγώ έχω ζώα και ζω στον κάμπο. Είμαι συνηθισμένος σε τέτοιες εικόνες. Εχω βρει πολλούς νεκρούς. Πέρυσι βρήκα πνιγμένα δυο παιδάκια. Νωρίτερα, έναν άλλον άντρα πεθαμένο στη σκοπιά ενός εγκαταλελειμμένου στρατιωτικού φυλακίου και μάλιστα το πτώμα του το είχαν φάει τα ποντίκια και οι αλεπούδες. Ζούμε πολλά τέτοια εμείς εδώ στον Εβρο, μη βλέπετε που δεν μαθαίνονται. Αυτό το ποτάμι είναι το ποτάμι της ντροπής για τον πολιτισμό μας...».

Η μοίρα σημάδεψε με τραγικό τρόπο τη ζωή της μικρής από τη Συρία, «αρπάζοντας» τον πατέρα της κάπου στη διαδρομή προς το «όνειρο».
Δεν είναι η μόνη. Εκατοντάδες χιλιάδες παιδιά από τη Συρία και το Ιράκ έχουν καταδικαστεί έως τώρα να μεγαλώσουν στην ορφάνια, χάνοντας τους γονείς τους στα πεδία των μαχών ή σε κάποια περάσματα, όπως αυτά στον Εβρο και ο κατάλογος μακραίνει διαρκώς. Επί του παρόντος φιλοξενείται στο «Χαμόγελο του Παιδιού», οι υπεύθυνοι του οποίου αναζητούν συγγενείς της για την παραδώσουν. Αν, βεβαίως, της έχουν απομείνει.