Δευτέρα, 24 Αυγούστου 2015

Οι γονείς αγνοούν τις διατροφικές διαταραχές των παιδιών

Ψυχογενής ανορεξία, ψυχογενής βουλιμία και ψυχαναγκαστική πολυφαγία είναι οι πιο συχνές  διατροφικές διαταραχές
Ψυχογενής ανορεξία, ψυχογενής βουλιμία, ψυχαναγκαστική πολυφαγία. Αν και οι περισσότεροι γονείς έχουν μια γενική (και μάλλον συγκεχυμένη) ιδέα σχετικά με τις παραπάνω διαταραχές πρόσληψης τροφής, ελάχιστοι θα ήταν σε θέση να αναγνωρίσουν τα συμπτώματά τους. Ακόμα λιγότεροι θα είχαν την οξυδέρκεια να τα εντοπίσουν… στα ίδια τους τα παιδιά.

Διότι πόσοι καταφέρνουν να δουν πίσω από την επιφάνεια του προβλήματος και να αντιληφθούν τις λεπτές διαφορές; Πώς διακρίνουμε αν η 14χρονη μαθήτρια που κάνει συστηματικά δίαιτα οδεύει προς την ανορεξία; Πώς καταλαβαίνουμε αν η φοιτήτρια που έχει φυσιολογικό βάρος, αλλά τρώει υπερβολικές ποσότητες, προκαλεί εμετό μετά από κάθε γεύμα; Εν τέλει, πόσοι γονείς έχουν το θάρρος να αποδεχθούν ότι η διατροφική διαταραχή έχει χτυπήσει την πόρτα τους;

Οι γονείς μπορούν να «σώσουν» τα παιδιά τους
Οπως αποκαλύπτουν στο «Βήμα» οι ειδικοί ψυχολόγοι της ΜΚΟ «Ανάσα», η οποία ειδικεύεται στη βοήθεια των ατόμων με διατροφικές διαταραχές, η συντριπτική πλειονότητα των γονέων όχι μόνο δεν αναγνωρίζουν τα συμπτώματα αλλά ακόμα και αν υποψιάζονται ότι κάτι συμβαίνει συχνά… αρνούνται να παραδεχτούν το πρόβλημα. Γι’ αυτό η εν λόγω ΜΚΟ οργανώνει σε δύο διαδοχικές Παρασκευές (27 Μαΐου και 3 Ιουνίου) δωρεάν σεμινάρια για γονείς που επιθυμούν να ενημερωθούν για τα συμπτώματα των διατροφικών διαταραχών που εξελίσσονται ύπουλα και μπορούν να αποβούν μοιραίες.


Οπως εξηγεί η κυρία Ιρις Χατζητζάνου, ψυχολόγος του Κέντρου Ημέρας «Ανάσα» και εισηγήτρια στο αυριανό σεμινάριο, «είναι σημαντικό να διαγνωσθεί έγκαιρα μία διατροφική διαταραχή, γιατί όσο πιο γρήγορα ζητηθεί η βοήθεια του ειδικού, τόσο πιο πολλές είναι οι πιθανότητες να σωθεί ένα παιδί ή ένας έφηβος. Συνεπώς, ο ρόλος του γονιού είναι κομβικός, διότι σε αυτές τις ηλικίες, ο γονιός είναι σχεδόν πάντα αυτός που θα πείσει το παιδί του να μιλήσει στον ψυχολόγο».

Εντοπισμός του προβλήματος

Για να γίνει όμως αυτό, ο γονιός πρέπει να είναι σε θέση να εντοπίσει το πρόβλημα. Και αυτό δεν είναι πάντα εύκολο, γιατί οι έφηβες που πάσχουν από ψυχογενή ανορεξία ή βουλιμία σκαρφίζονται δεκάδες τρόπους να εξαπατήσουν το οικογενειακό τους περιβάλλον και να συγκαλύψουν την ασθένειά τους. «Για παράδειγμα, μια κοπέλα με ψυχογενή βουλιμία μπορεί να έχει φυσιολογικό βάρος, να τρώει μεγάλες ποσότητες και στη συνέχεια κρυφά απ’ τους γονείς της να προκαλεί στον εαυτό της εμετό ή να χρησιμοποιεί καθαρτικά. Για να αντιληφθεί ο γονιός ότι υπάρχει πρόβλημα πρέπει να κοιτάξει πίσω από την επιφάνεια, να είναι πραγματικά κοντά στο παιδί και να αναζητεί λεπτές αλλαγές στη συμπεριφορά και στην διάθεσή της», σχολιάζει η κυρία Χατζητζάνου.

Το πρόβλημα αφορά την οικογένεια
«Τι έκανα λάθος;» Το εν λόγω ερώτημα ταλανίζει κάθε γονιό, όταν η κόρη του (διότι στη συντριπτική πλειονότητα πρόκειται για κορίτσια) πάσχει από διατροφική διαταραχή. Αυτός άλλωστε είναι και ο λόγος για τον οποίο εκατοντάδες γονείς επιλέγουν να αγνοούν το πρόβλημα, καθώς αισθάνονται ότι δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν συναισθηματικά στις ενοχές και στο ψυχικό βάρος που η παραδοχή της διαταραχής συνεπάγεται.

«Η αποδοχή της ψυχογενούς ανορεξίας ή βουλιμίας είναι πολύ δύσκολη διαδικασία για τους γονείς. Τους βασανίζουν ερωτήματα. “Πώς συνέβη; Γιατί συνέβη; Ποιος φταίει;” Η ελλιπής τους ενημέρωση συνδέεται με το φόβο, καθώς βλέπουν το παιδί τους να χάνει βάρος ή να παίρνει πολύ βάρος, καταστρέφοντας το σώμα του. Τα πράγματα χειροτερεύουν όταν ο γονιός ακολουθεί μια “επιφανειακή” αντιμετώπιση στο πρόβλημα, όπως για παράδειγμα λέγοντας στην κόρη του να φάει περισσότερο ή να σταματήσει να τρώει», εξηγεί η κλινική ψυχολόγος του Κέντρου Ημέρας «Ανάσα», κυρία Σοφία Σέρρα.

«Παράλληλες συνεδρίες»
Οπως τονίζει, για να ξεπεράσει μία έφηβη τη διατροφική διαταραχή, πρέπει ολόκληρη η οικογένεια να αποτελέσει τμήμα της θεραπείας. «Η παρουσία και των δύο γονέων είναι σημαντική. Γίνονται οικογενειακές θεραπείες ή παράλληλες συνεδρίες με το παιδί και τους γονείς. Το παιδί αλλά και οι γονείς πρέπει να έρθουν σε επαφή με όσα δυσκολεύονται να διαχειριστούν και να ανακαλύψουν νέους τρόπους συνύπαρξης. Αυτή η διαδικασία δεν είναι εύκολη, αλλά είναι απαραίτητη για να υπάρξει ουσιαστική θεραπεία του παιδιού. Το θετικό είναι ότι αν ο γονιός έχει τη διάθεση να έρθει σε επαφή με τα δικά του “δύσκολα” συναισθήματα, μπορεί να ενισχύσει την ανάρρωση του παιδιού του», καταλήγει η κυρία Σέρρα.


tovima.gr