content='IE=9; IE=8; IE=7; IE=EDGE; chrome=1' content='EmFzIeHFlQgPTxbMCmI95tNM8LI' content='Greece' content='S05o6Dly-TXYLfWLefBlWVa_b99Wt1aM4ca02T2eF9g' content='ZSUyq9bWXj0oJlq-0KujG7GngYziwbRFb64X3hn5rrg' content='520d1c62cdcb55ffb3234698d4b266a1f8b7c5e8' content='BAD79DD59F45A4C95EA40996623BCD1A' content='fb7da0c65145a8e480a6bbae047e5679' content='7 days' content='dd7239129fa6a293' Ο έρωτας του Ενδυμίωνα και της Σελήνης | To χαμομηλάκι

Δευτέρα, 7 Αυγούστου 2017

Ο έρωτας του Ενδυμίωνα και της Σελήνης

Ο Ενδυμίων ήταν ο δεύτερος μυθικός βασιλιάς της αρχαίας Ήλιδας
Σύμφωνα με τον Παυσανία, γιος του Αέλθιου και εγγονός της Πρωτογένειας και του Δία, απόγονος του Δευκαλίωνα. Κατά τον Ησίοδο, ήταν γιος του Δία και της Καλύκης. 
Ο Ενδυμίων ήταν αρχηγός των Αιολών. Tους πήρε από την Θεσσαλία, όπου εκεί έδιωξε από τη βασιλεία τον Κλύμενο και έγινε αυτός βασιλιάς της Ήλιδας. 
Επίσης ίδρυσε πρώτος αυτός τους αγώνες δρόμου και ο τάφος του ήταν στο στάδιο της Ολυμπίας. Στη Σπάρτη τον τιμούσαν ως τοπικό ήρωα καθώς επίσης στην Αρκαδία, στην Αιτωλία και σ' άλλες πόλεις της αρχαίας Ελλάδας

Παντρεύτηκε την Αστεροδία ή την Υπερίππη ή την Χρομία, γιοι του ήταν ο Επειός, ο Παίονας και ο Αιτωλός, όλοι επώνυμοι λαών και κόρη του η Ευρυκύδα μητέρα του Ηλείου. 
Κάποτε ο Ενδυμίων διοργάνωσε αγώνα δρόμου δρόμου στην Ολυμπία ανάμεσα στους γιους του με σκοπό όποιος βγει νικητής να τον διαδεχτεί. Νικητής ήταν ο Επειός όπου και τον διαδέχτηκε, αλλά και έδωσε το όνομα του στον λαό.
Περίφημος είναι ο μύθος για τον Ενδυμίωνα. 
Ο γιος του Δία ήταν ωραιότατος νέος, ο πιο ωραίος των θνητών. Τον ερωτεύτηκε η Σελήνη και τον επισκεπτόταν στο σπήλαιό του.
Επειδή η Σελήνη ήθελε να τον βλέπει διαρκώς, ο Δίας τον έκανε να κοιμάται αιώνια, χωρίς να χάνει την ομορφιά του και τη νεότητά του. 
Ο ύπνος αυτός έμεινε παροιμιώδης.
Σύμφωνα μ' άλλη εκδοχή ο Ενδυμίωνας, καθώς έβοσκε τα πρόβατά του, αποκοιμήθηκε πάνω σ' ένα βράχο και τον άρπαξε η Σελήνη και γέννησε από αυτόν πενήντα κόρες.

Όμως, ο Ενδυμίωνας ήταν άνθρωπος και επομένως ήταν επιρρεπής στη γήρανση και τελικά στο θάνατο. 
Η Σελήνη δε μπορούσε να αντέξει στη σκέψη αυτής της σκληρής μοίρας. Σύμφωνα με μια εκδοχή αυτού του μύθου, εξασφάλισε την αιώνια νεότητα του Ενδυμίωνα κάνοντάς του μάγια για να κοιμάται παντοτινά. 
Με αυτό τον τρόπο, ο Ενδυμίωνας θα ζούσε μέσα στον ύπνο του για πάντα στο πέρασμα του χρόνου.

Σύμφωνα με μία μεταγενέστερη παραλλαγή του μύθου που μεταφέρεται από τον Ρωμαίο ποιητή Οβίδιο και από μεταγενέστερους ποιητές, ο Ενδυμίων ήταν βοσκός από την Καρία με απαράμιλλη ομορφιά. 
Η Σελήνη τον είδε σε μία σπηλιά του Λάτμου και τον ερωτεύτηκε. Τον επισκεπτόταν κάθε βράδυ την ώρα που κοιμόταν, όμως ανησυχώντας πως σαν θνητός θα γεράσει και θα πεθάνει παρακάλεσε τον Δία να τον αφήσει να κοιμάται για πάντα τον αγέραστο ύπνο ώστε να μην τον χάσει ποτέ .Τότε τον πήρε ο Δίας στον ουρανό όπου μετά τον έριξε στον Άδη. Ο Δίας όμως του έδωσε το προνόμιο όσο κοιμάται να μένει αγέραστος και αθάνατος.

Στην πόλη Ηράκλεια που βρισκόταν στους πρόποδες του Λάτμου, ο Ενδυμίων λατρευόταν ως μυθικός ιδρυτής της πόλης και υπήρχε ιερό αφιερωμένο σ’ αυτόν. 
Ο έρωτας του Ενδυμίωνα και της Σελήνης έμεινε παροιμιώδης για την καθήλωση στην οποία τον οδήγησε. 
Ο κυνηγός είχε γίνει θήραμα. Η συμβολική σημασία του αξύπνητου, αλλά δραστήριου ερωτικά ύπνου του ήταν μια υπόμνηση γι αυτό που μας συμβαίνει όταν ερωτευόμαστε: μια υπνωτισμένη προσκόλληση του νου σε ένα ερωτικό αντικείμενο.

Από μια άποψη όλοι οι έρωτες μάς υπνωτίζουν και μας προκαλούν ένα είδος καθήλωσης τουλάχιστον όσο διαρκεί το πρώτο διάστημα, του μέλιτος. Όμως, όταν περάσει η πρώτη «τρέλα», ο ένας από τους δυο μισοξυπνάει. 

Και τότε αλίμονό του εκείνου που τα μάτια του είναι ακόμα θολά από τον ύπνο και εξακολουθεί να κοιτάζει μαγεμένος τον ερωτικό του σύντροφο. 
«Μέσα στη νύχτα μαγεμένος ο Ενδυμίων από την ετερόφωτη Σελήνη δεν υποψιάζεται ούτε τη σκοτεινή πλευρά της» 
γράφει ο ποιητής Νίκος Αντωνάτος, περιγράφοντας μια πραγματικότητα που αφορά εκείνους που προσδένονται ασφυκτικά στο ερωτικό άρμα του συντρόφου τους και δεν καταφέρνουν να ξεκολλήσουν ακόμα και χρόνια μετά, όταν περάσει όλο το εύλογο και παράλογο διάστημα του έρωτα. Λες και ζουν και υπάρχουν μόνο για τον άλλο.

Οι δικές τους ανάγκες, τα δικά τους γούστα, ο εαυτός τους εξαφανίζονται. Ο άλλος αναγορεύεται σε παντοδύναμο θεό που έχει τη δύναμη να επιφέρει την πιο ακραία ευτυχία ή δυστυχία στον ψυχισμό του ερωτικά υποτελούς. 
Τον ανεβάζει στα ουράνια ή τον καταβαραθρώνει στα Τάρταρα με μια λέξη, μια κίνηση, μια άρνηση να σηκώσει το τηλέφωνο ή μια θερμή ματιά. 
Τα πάντα διογκώνονται και αποκτούν τεράστια σημασία, ακόμα και το πετάρισμα των βλεφάρων.