Showing posts with label Διδακτικές ιστορίες. Show all posts
Showing posts with label Διδακτικές ιστορίες. Show all posts

Thursday, 23 January 2025

Αίσωπος: Ο γέρος, το παιδί και ο γάιδαρος

    Μια φορά κι έναν καιρό ένας γέρος καβάλα σ’ ένα γαϊδουράκι, που το έσερνε ένα αγόρι, διέσχιζε ένα κεφαλοχώρι.
The Man, the Boy, and the Donkey
    Κάποιοι που τον είδαν είπαν: «Για κοίτα το γέρο, μάλλον ξεκούτιανε απολαμβάνει τον περίπατο χωρίς να υπολογίζει το φτωχό αγόρι που μόλις το κρατούν τα πόδια του!»

    Ύστερα από λίγο ο γέρος κατέβηκε από το γαϊδούρι και ανέβασε το αγόρι, ενώ εκείνος προπορευόταν σέρνοντάς το από το καπίστρι του. Δεν πρόφτασαν να διανύσουν ούτε εκατό μέτρα και κάποιος τολμηρός σχολίασε μεγαλόφωνα: «Συγχαρητήρια! Οι γέροι να τρεκλίζουν και τα παλιόπαιδα καβάλα. Δεν υπάρχει πλέον σεβασμός στον κόσμο!» Το μικρό αγόρι το άκουσε και έγινε κατακόκκινο σαν την παπαρούνα από την ντροπή του. Παρακάλεσε το γέρο να ανεβεί και εκείνος στο γαϊδούρι και έτσι καβάλα κι οι δυο συνέχισαν την πορεία.

    Προτού φτάσουν στην πηγή να ξεδιψάσουν και να ποτίσουν το ζωντανό, τους συνάντησαν κάποιο καραβάνι. Αντί για χαιρετισμό από τους ανθρώπους του καραβανιού δέχτηκαν ομοβροντία επιπλήξεων: «Έχετε σκοπό να ξεκάμετε το ζωντανό; Μήπως θα θέλατε να το φορτώσετε και κανένα αγκωνάρι για να ξεμπερδεύει μια ώρα γρηγορότερα;» είπαν. Χωρίς να μιλήσουν, το παιδί και ο γέρος ξεκαβαλίκεψαν αμέσως και συνέχισαν την πορεία τους αμίλητοι.

    Φτάνοντας στην άκρη της άλλης πόλης κουρασμένοι και κάθιδροι ακούνε κάποιον να περνά δίπλα τους ψιθυρίζοντας: «Με τέτοια ζέστη και πάνε με τα πόδια! Τι τον έχουν το γάιδαρο, μόνο για να τον ταΐζουν;». Ο γέρος και το αγόρι αλληλοκοιτάχτηκαν.

- Αγόρι μου, είπε ο γέρος, οργάνωσε τη ζωή σου όπως εσύ νομίζεις ότι είναι ο καλύτερος τρόπος, επιλέγοντας εκείνο που δεν θα βλάψει το συνάνθρωπό σου ή τουλάχιστον που θα προκαλέσει τη μικρότερη ζημιά σε όλους. Έχε υπόψη σου ότι με τον τρόπο που θα ενεργήσεις ποτέ δεν θα συμφωνήσουν οι πάντες. Κάποιοι θα σε αποδεχθούν και κάποιοι όχι. Πάντα όμως θα υπάρχουν εκείνοι που θα σε κριτικάρουν!!!

tampouloukia

Thursday, 26 December 2024

Λέων Τολστόι: Ο σκοπός της μέλισσας / The purpose of the bee's By Leo Tolstoy

 
Μια μέλισσα καθισμένη σ’ ένα λουλούδι κέντρισε ένα παιδάκι. Και το παιδί φοβάται τις μέλισσες και λέει πως σκοπός της μέλισσας είναι να κεντρίζει τους ανθρώπους.
Ο ποιητής θαυμάζει τη μέλισσα που είναι προσκολλημένη στην καρδιά του λουλουδιού και λέει πως ο σκοπός της μέλισσας είναι να ρουφάει το άρωμα του λουλουδιού.
Ο μελισσοκόμος, βλέποντας πως η μέλισσα μαζεύει τη γύρη των λουλουδιών και το γλυκό χυμό τους και τα μεταφέρει στη κυψέλη, λέει πως ο σκοπός της είναι να συγκεντρώνει το μέλι.
Άλλος μελισσοκόμος, που μελέτησε από πιο κοντά τη ζωή του μελισσιού, λέει πως η μέλισσα μαζεύει τη γύρη και το χυμό για να θρέψει τις νέες μέλισσες και να βγάλει καινούργια βασίλισσα, πως ο σκοπός της είναι η διαιώνιση του είδους.
Ο βοτανολόγος παρατηρεί πως καθώς η μέλισσα πετάει με τη γύρη των δίοικων λουλουδιών στον ύπερο, τον γονιμοποιεί και βλέπει σ’ αυτό το σκοπό της μέλισσας.
Άλλος παρακολουθώντας τη διασπορά των φυτών, βλέπει πως η μέλισσα συνεργεί στη διασπορά αυτή κι καινούργιος αυτός παρατηρητής μπορεί να πει πως σ’ αυτό βρίσκεται ο σκοπός της μέλισσας.
Όμως ο τελικός σκοπός της μέλισσας δεν εξαντλείται ούτε με τον ένα ούτε με το, άλλο, ούτε με τον τρίτο σκοπό, που είναι σε θέση να ανακαλύψει ο ανθρώπινος νους. Όσο ψηλότερα προχωρεί ο ανθρώπινος νους στην ανακάλυψη των σκοπών αυτών, τόσο πιο φανερό γίνεται γι’ αυτόν το απρόσιτο του τελικού σκοπού. Για τον άνθρωπο είναι προσιτή μονάχα η παρακολούθηση της αντιστοιχίας της ζωής της μέλισσας προς τ’ άλλα φαινόμενα της ζωής. Το ίδιο πρέπει να ειπωθεί και για τους σκοπούς των ιστορικών προσώπων και των λαών.
Λέων Τολστόι «Πόλεμος και Ειρήνη». Εκδόσεις Γκοβόστης. Μετάφραση από τα ρωσικά: Κοραλία Μακρή.
 

The purpose of the bee's By Leo Tolstoy

A bee settling on a flower has stung a child. And the child is afraid of bees and declares that bees exist to sting people. A poet admires the bee sucking from the chalice of a flower and says it exists to suck the fragrance of flowers. A beekeeper, seeing the bee collect pollen from flowers and carry it to the hive, says that it exists to gather honey. Another beekeeper who has studied the life of the hive more closely says that the bee gathers pollen dust to feed the young bees and rear a queen, and that it exists to perpetuate its race. A botanist notices that the bee flying with the pollen of a male flower to a pistil fertilizes the latter, and sees in this the purpose of the bee's existence. Another, observing the migration of plants, notices that the bee helps in this work, and may say that in this lies the purpose of the bee.
But the ultimate purpose of the bee is not exhausted by the first, the second, or any of the processes the human mind can discern. The higher the human intellect rises in the discovery of these purposes, the more obvious it becomes, that the ultimate purpose is beyond our comprehension.

All that is accessible to man is the relation of the life of the bee to other manifestations of life. And so it is with the purpose of historic characters and nations.

 

Thursday, 12 December 2024

Οι έξι τυφλοί άνδρες και ο ελέφαντας

Μια φορά και έναν καιρό ήταν 6 τυφλοί άντρες που κάθονταν σε ένα παγκάκι στο πάρκο και συζητούσαν.
Έλεγαν πως ενώ η φύση τους είχε αδικήσει και δεν τους είχε δώσει την δυνατότητα να βλέπουν τον κόσμο γύρω τους, όπως οι άλλοι άνθρωποι, εν τούτοις, τους είχε δώσει την δυνατότητα να αναπτύξουν περισσότερο τις υπόλοιπες αισθήσεις τους, και κυρίως την αφή, ώστε να μπορούν να καταλαβαίνουν με τα χέρια τους τι είναι το κάθε τι που βρίσκεται μπροστά τους.
Όλοι συμφωνούσαν ότι μπορούσαν να ψηλαφίσουν κάτι με τα χέρια τους και να καταλάβουν αμέσως τι είναι αυτό που πιάνουν.

Παρακάτω, καθόταν ένας γέρος. Δεν μίλαγε, αλλά άκουγε με ενδιαφέρον και περιέργεια αυτά που έλεγαν οι 6 τυφλοί άντρες. Ήταν πολύ μεγάλος σε ηλικία και η μεγάλη εμπειρία του από τη ζωή τον είχε κάνει σοφό. Είχε μάθει να μην βιάζεται να κρίνει ή να απορρίψει κάτι και να δέχεται πως κάθε πράγμα, κάθε θέμα, μπορεί να έχει πολλές όψεις. «Ένα πράγμα μπορεί να είναι έτσι αλλά και αλλιώς», συνήθιζε να λέει.

Μετά από αρκετή ώρα και αφού είχε ακούσει προσεκτικά όσα έλεγαν οι τυφλοί άντρες δίπλα του, τους πλησίασε και τους ρώτησε:
«Πώς είστε τόσο σίγουροι πως ό,τι ακουμπάτε, ό,τι ψηλαφίζετε με τα χέρια σας, μπορείτε να καταλάβετε αμέσως τι είναι και να είστε σίγουροι για αυτό; Πώς ξέρετε ότι δεν κάνετε λάθος;»
Οι 6 τυφλοί άντρες του απάντησαν ότι δεν κάνουν ποτέ λάθος και ότι αν ήθελε να το διαπιστώσει και ο ίδιος, μπορούσε να τους βάλει μία δοκιμασία.
Ο γέρος δέχτηκε και την επόμενη μέρα τους συνάντησε πάλι στο πάρκο για τη μεγάλη δοκιμασία.

Ο γέρος έφερε μαζί του έναν ελέφαντα και έβαλε τους 6 άντρες να τον πλησιάσουν και ένας ένας να τον ακουμπήσουν με τα χέρια ους και να του πουν τι είναι.
Ο πρώτος τυφλός άντρας, πλησιάζοντας τον ελέφαντα από το πλάι, έπεσε πάνω στο σκληρό και σταθερό του σώμα. Ψηλαφίζοντας με τα χέρια του την τεράστια και σκληρή πλευρά του ελέφαντα, κατέληξε με στόμφο:

« Μα αυτό είναι, φυσικά, ένας τοίχος!».

Ο δεύτερος τυφλός άντρας,
από εκεί που στεκόταν, πλησίασε τον ελέφαντα από μπροστά και έπιασε την προβοσκίδα του. Αφού περιεργάστηκε με τα χέρια του την μακριά, κυλινδρική προβοσκίδα του ελέφαντα, είπε με σιγουριά:

«Μου έχεις φέρει ένα φίδι, αυτό είναι ένα φίδι!».

Ο τρίτος άντρας,
που στεκόταν λίγο πιο πέρα, έπιασε τους χαυλιόδοντες του ελέφαντα. Ήταν λείοι και μυτεροί σαν βέλη και ο τυφλός άντρας αμέσως αναφώνησε:

«Αυτά που πιάνω είναι ακόντια, είναι σίγουρα ακόντια!».

Ο τέταρτος τυφλός άντρας,
που είχε μακριά χέρια, έπιασε τα αφτιά του ελέφαντα που κουνιούνταν πέρα δώθε και όπως τα περιεργάστηκε, κατέληξε:

«Είναι τα σκληρά φύλλα από έναν ανεμιστήρα που κουνιέται!».

Ο πέμπτος άντρας,
που ήταν πιο κοντός, έπιασε τα πόδια του ελέφαντα. Τα χάιδεψε με τα χέρια του μέχρι κάτω, τα έτριψε, και γυρνώντας προς τον γέρο-σοφό, είπε με μεγάλη βεβαιότητα:

«Είναι ένας χοντρός, τραχύς κορμός δέντρου, είμαι βέβαιος!».

Ο γέρος είπε και στον τελευταίο τυφλό άντρα να πλησιάσει και εκείνος, ψάχνοντας με τα χέρια του, έπιασε την ουρά του ελέφαντα. Ήταν μακριά, κυλινδρική και τραχιά σαν χοντρό σχοινί.

«Είναι σχοινί. Είναι σίγουρα ένα χοντρό, δυνατό σχοινί!» αναφώνησε.

Αφού τελείωσαν και οι έξι, ο σοφός γέρος τους φώναξε κοντά του και τους είπε:

«Κάνατε όλοι λάθος. Κανένας σας δεν βρήκε τι ήταν αυτό που είχε μπροστά του, που άγγιζε με τα χέρια του. Και όμως ήσασταν και οι έξι τόσο σίγουροι για τις απαντήσεις σας! Αυτό που πιάσατε όλοι σας ήταν ένας ελέφαντας. Ανάλογα όμως με την θέση όπου στεκόταν ο καθένας σας, ανάλογα με το ύψος του και το μάκρος των χεριών του, έπιανε με τα χέρια του ένα διαφορετικό σημείο του ελέφαντα. Έτσι, ένας νόμιζε ότι πιάνει έναν τοίχο, ο άλλος ένα φίδι, ο τρίτος ένα ακόντιο, ο τέταρτος τα φύλλα ενός ανεμιστήρα, ο πέμπτος έναν κορμό δέντρου και ο τελευταίος ένα δυνατό σχοινί. Κανένας σας όμως δεν κατάλαβε ότι αυτό που αγγίζατε, αυτό που περιεργαζόσασταν και ψηλαφίζατε ήταν πολύ μεγαλύτερο και είχε και άλλα μέρη, και άλλες πλευρές και άλλα σημεία που θα μπορούσατε να πιάσετε για να καταλάβετε τι πραγματικά είναι. Έτσι, κανένας σας δεν προχώρησε πιο πέρα για να αγγίξει και τα άλλα μέρη του ελέφαντα, κανένας δεν είχε ολοκληρωμένη αίσθηση του σώματος του ελέφαντα, ώστε, από τα διαφορετικά χαρακτηριστικά του, να μπορέσει να καταλάβει ότι αυτό που αγγίζει είναι ένας ελέφαντας!».
Οι έξι τυφλοί άντρες είχαν χάσει τη μιλιά τους. Δεν μπορούσαν να πιστέψουν πόσο λάθος είχαν κάνει όλοι τους. Έτσι, με σεβασμό ζήτησαν, πλέον, από τον σοφό γέρο να τους εξηγήσει το λάθος τους, ώστε να μπορέσουν να γίνουν καλύτεροι.

Και ο γέρος τους είπε:
«Ο κάθε άνθρωπος, και αυτός που τα μάτια του βλέπουν καλά και καθαρά, ανάλογα με το ποιος είναι και με τη θέση που βρίσκεται, μπορεί να βλέπει ή να νιώθει διαφορετικά το ίδιο πράγμα. Για να είμαστε σίγουροι για κάτι, πρέπει να το επιβεβαιώσουμε πολύ καλά και πολλές φορές και κυρίως, πρέπει να το πλησιάσουμε, να το «δούμε» ολόκληρο. Εσείς δεν ψηλαφίσατε τον ελέφαντα ολόκληρο. Ο καθένας σας άγγιξε το σημείο από το σώμα του ελέφαντα που ήταν πιο κοντά του και από εκεί έβγαλε το συμπέρασμα του, το οποίο βέβαια, ήταν λάθος γιατί αφορούσε μόνο ένα κομμάτι και όχι το σύνολο. Δεν μπορούμε να κρίνουμε κάτι και να βγάλουμε συμπέρασμα, ότι και να είναι αυτό, εάν δεν το δούμε, δεν το «αγγίξουμε» από παντού, από όλες τις πλευρές του, ώστε να έχουμε μια ολοκληρωμένη εικόνα και να μπορούμε να εκφράσουμε μία σωστή άποψη.»
«Ένας ακόμα λόγος που δεν μπορέσατε να βρείτε τι είναι αυτό που όλοι σας αγγίζατε, είναι ότι δεν συνεργαστήκατε μεταξύ σας. Ακόμα και χωρίς να ξέρετε ότι σε όλους σας έχω δώσει τον ίδιο ελέφαντα να πιάσετε, αν μιλούσατε μεταξύ σας και λέγατε ο ένας στον άλλον τι πιάνετε με τα χέρια σας και τι καταλαβαίνετε από αυτό, τότε συνδυάζοντας τις εμπειρίες και τις εντυπώσεις σας από το άγγιγμα του ελέφαντα, θα μπορούσατε να βρείτε τι είναι.
Πάντοτε έχουμε να κερδίσουμε από τη συνεργασία με άλλους ανθρώπους ακόμα και αν θεωρούμε ότι αυτά που κάνει ο καθένας μας είναι διαφορετικά και δεν έχουν σχέση με αυτά που κάνει ο άλλος.
Αν λέγατε όλοι τη γνώμη σας για το τι είναι αυτό που αγγίζατε, αν ανταλλάσσατε απόψεις, στο τέλος θα καταφέρνατε συνδυάζοντας τις γνώμες σας και τα ευρήματα σας να βρείτε την αλήθεια. Πριν καταλήξουμε σε ένα συμπέρασμα, είναι καλό να μιλάμε και με άλλους ανθρώπους, να ακούμε και να προσπαθούμε να καταλάβουμε και την δική τους άποψη, πριν βεβαιωθούμε για τα δικά μας συμπεράσματα.»
______
(προσαρμοσμένο από το ποίημα “Six Blind Men and the Elephant” του Αμερικανού ποιητή John Godfrey Saxe (1816-1887)


letsfamily.gr
antikleidi.com

Το κατσαρόλι - Ο μεγάλος δάσκαλος, που γέννησε μέσα μου τον έρωτα για την Παιδεία!

Το κατσαρόλι με έμαθε πολλά πράγματα. Περισσότερα από όσα, ίσως, φαντάστηκαν οι γονείς μου....

Με έμαθε να εκτιμώ τους ανθρώπους που εργάζονται καταπονώντας το σώμα τους και να τους σέβομαι απεριόριστα.
.
Αν κάποια στιγμή καταλάβαιναν πως «δεν παίρνουμε τα γράμματα»,
θα μας έπλεναν το ωραίο μας κατσαρόλι και θα πηγαίναμε
την επόμενη μέρα για μεροκάματο.
Η οικογένειά μου ήταν φτωχή. Οι γονείς μου ήταν εργάτες και οι δύο, εργαζόμενοι από την εφηβεία τους. Γνωρίστηκαν στη Γερμανία, διπλοβάρδιες στα εργοστάσια, αιματηρές οικονομίες για να αγοράσουν οικόπεδο, να χτίσουν σπίτι και να επιστρέψουν στην πατρίδα, όπου δεν είχαν τίποτα. 
.
Εγώ και η αδερφή μου μεγαλώσαμε σχεδόν μόνες μας. Από την πρώτη Δημοτικού φτιάχναμε το πρωινό μας (όχι σαν αυτό το διαφημίσεων), κλειδώναμε το σπίτι, περπατούσαμε 15 λεπτά ως τη στάση του λεωφορείου και πηγαίναμε στο σχολείο. Επιστρέφαμε, ζεσταίναμε το φαγητό μας και στρωνόμασταν αμέσως στο διάβασμα. Οι γονείς έλειπαν από τα ξημερώματα και επέστρεφαν αργά το απόγευμα. Στις διπλοβάρδιες, την επομένη το πρωί.

Η μητέρα μου μόλις επέστρεφε, πάντα έκανε την ίδια ερώτηση: Διαβάσατε;

Ήταν αγράμματη, οπότε δεν μπορούσε και να μας ελέγξει. Αν απαντούσαμε καταφατικά, μας άφηνε να παίξουμε τον υπόλοιπο χρόνο που έμενε μέχρι να πάμε για ύπνο. Αν καταλάβαινε ότι δεν είχαμε ακριβώς τελειώσει τα μαθήματα, έλεγε την φράση που έμεινε παροιμιώδης στην οικογένεια: «Να καθήσετε να τελειώσετε το διάβασμα, εκτός αν θέλετε να πάω να πλύνω τα κατσαρόλια».

Ο μύθος, που εμείς ως παιδιά είχαμε πιστέψει, ήταν πως μας είχαν αγοράσει από ένα κατσαρόλι. Το κατσαρόλι ήταν ένα μεταλλικό σκεύος, στο οποίο έβαζαν το φαγητό τους για να φάνε το μεσημέρι στο εργοστάσιο. Γιατί βέβαια δεν ξόδευαν δεκάρα για να αγοράσουν οτιδήποτε από τις καντίνες. Μας είχαν πει λοιπόν, πως αν κάποια στιγμή καταλάβαιναν πως «δεν παίρνουμε τα γράμματα», θα μας έπλεναν το ωραίο μας κατσαρόλι και θα πηγαίναμε την επόμενη μέρα για μεροκάματο. Μπορεί να μην ήξερα τι διαφορά θα είχε η δουλειά που θα έκανα τελειώνοντας το σχολείο από αυτή που έκαναν οι δικοί μου στο εργοστάσιο, αλλά ήξερα πως ο πατέρας μου όταν ήταν στο σπίτι, δεν ήταν σε θέση να κάνει τίποτ’άλλο εκτός από το να πέσει για ύπνο. Κι ευτυχώς δηλαδή, γιατί όταν δεν μπορούσε να κοιμηθεί, τα νεύρα του ήταν σε τέτοιο χάλι που κρατούσαμε την αναπνοή μας για να μην ακούει ήχους (άλλη φορά θα σας πω τι συνέβαινε, αν γινόταν το λάθος και τους άκουγε). Ήξερα ακόμα πως τα παπούτσια του ήταν γεμάτα μεταλλικά ρινίσματα (γρέζια τα έλεγε) και μαζί με τη μητέρα μου τα βγάζαμε ένα-ένα για να σώσουμε τα παπούτσια. Ήξερα ότι τα χέρια της μάνας μου είχαν ρόζους και έτριβε κάθε βράδυ τα μπράτσα και τα δάχτυλά της βογκώντας. Και κάθε φορά που άκουγα την απειλή για το κατσαρόλι, μολονότι ...

Friday, 29 November 2024

Ο γάιδαρος και το πηγάδι - Donkey in the Well

Πρώτη ανάρτηση: Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2011

Πατάμε πάνω στο πρόβλημα
και κάνουμε ένα βήμα πάνω.
Μια μέρα o γάιδαρος ενός αγρότη έπεσε σε ένα πηγάδι.
Το ζώο φώναζε απελπισμένα για ώρες κι ο αγρότης προσπαθούσε να καταλάβει τι έπρεπε να κάνει.

Donkey in the Well - An Inspirational Story

Τέλος, αποφάσισε ότι το ζώο ήταν γέρικο, και τα έξοδα που απαιτούνταν για να το βγάλει από το πηγάδι ήταν πολλά. Δεν άξιζε τον κόπο να προσπαθήσει να σώσει τον γάιδαρο. Το μόνο που σκέφτηκε να κάνει ήταν να το θάψει ζωντανό.
Κάλεσε όλους τους γείτονές του να έρθουν και να τον βοηθήσουν. Πήραν όλοι από  ένα φτυάρι και άρχισαν να πετάνε χώματα στο πηγάδι. Στην αρχή, ο γάιδαρος συνειδητοποίησε τι συνέβαινε και φώναξε φρικτά. Μετά όμως,  προς έκπληξη όλων, ησύχασε.
Λίγα φορτία χώμα αργότερα, ο γεωργός κοίταξε κάτω το πηγάδι κι έμεινε έκπληκτος με αυτό που είδε.
Ήταν κάτι καταπληκτικό!!!! 
Με κάθε φτιαριά χώμα που έπεφτε  στην πλάτη του, ο γάιδαρος τιναζόταν και να έκανε ένα βήμα προς τα πάνω.
Οι γείτονες του αγρότη συνέχισαν  να πετάνε φτυαριές χώμα πάνω  στο ζώο, κι αυτό κάθε φορά τιναζόταν κι έκανε ένα βήμα προς τα πάνω. Πολύ σύντομα, όλοι ήταν έκπληκτοι με το γαϊδούρι να έχει φτάσει στην επιφάνεια του πηγαδιού. 

Ηθικό δίδαγμα:
Η ζωή μπορεί να φέρει σε σας πολλές φτυαριές από σκουπίδια μέσα στο πηγάδι της ζωής σας. Να θυμάστε όμως πως κάθε ένα από τα προβλήματά σας αυτά είναι ένα εφαλτήριο. Μπορούμε να βγούμε από τα βαθύτερα πηγάδια απλά με ένα τίναγμα. Πατάμε πάνω στο πρόβλημα και κάνουμε ένα βήμα πάνω.

schizas
πηγή της πηγής:
entirimitulogu
ευχαριστούμε τον ΟΥ ΤΙ ΔΑΝΟΣ, που μας το έστειλε

Thursday, 29 August 2024

Αίσωπος: Ο πίθηκος που έγινε βασιλιάς / Aesop's Fables - The Monkey As King

Μια φορά κι έναν καιρό, το γέρικο λιοντάρι, που ήταν ο βασιλιάς της ζούγκλας πέθανε και τα ζώα συγκεντρώθηκαν για να διαλέξουν τον καινούργιο βασιλιά τους.
Μα δεν ήταν καθόλου εύκολο, γιατί όλα τα ζώα ήθελαν να πάρουν τη θέση του βασιλιά.
- Ακούστε! είπε η τίγρη. Πέθανε το λιοντάρι, μα τη θέση του μπορώ να την πάρω εγώ. Είμαι δυνατή και έξυπνη και μου ταιριάζει να γίνω βασιλιάς σας.
- Μπα; έκανε ο ελέφαντας. Εγώ πρέπει να γίνω βασιλιάς σας, γιατί είμαι το πιο μεγάλο ζώο της γης!
- Μπορεί να είσαι μεγάλο, αλλά δεν μπορείς να τρέξεις όπως τρέχω εγώ, του είπε ο ρινόκερος.
- Σταματήστε να καυγαδίζετε! πήρε το λόγο η καμηλοπάρδαλη. Μπορεί εσείς να είσαστε δυνατά και άγρια, μα εγώ είμαι το πιο ευγενικό ζώο της ζούγκλας. Εμένα πρέπει να κάνετε βασιλιά σας!
- Να γίνω εγώ βασιλιάς! είπε ο γορίλας και άφησε μια κραυγή που ακούστηκε σε όλη τη ζούγκλα.
- Η κορώνα ταιριάζει σε μένα! είπε και ο ιπποπόταμος.
Όλα τα ζώα, από τα μικρά ως τα πιο μεγάλα, από τα πιο ήσυχα ως τα πιο άγρια, ήθελαν να πάρουν τη θέση του βασιλιά και γινόταν μεγάλος καυγάς και φασαρία.
- Ακούστε τι θα γίνει, πρότεινε ο λύκος. Να φορέσουμε όλα την κορώνα και σε κείνον που θα ταιριάζει περισσότερο, θα γίνει ο βασιλιάς μας.  Όλα συμφώνησαν και άρχισαν να δοκιμάζουν την κορώνα.
Και συμφώνησαν ότι ταίριαζε στο κεφάλι ενός πιθήκου. Έτσι τον έκαναν βασιλιά τους.
Κι ο πίθηκος από τη χαρά του. άρχισε να παίζει με την κορώνα, κάνοντας τ' άλλα ζώα να γελούν.
Όμως στην αλεπού κακοφάνηκε που έγινε ο πίθηκος βασιλιάς και για να τον γελοιοποιήσει μπροστά στα άλλα ζώα, του είπε:
- Ξέρω ένα μέρος όπου υπάρχει ένας θησαυρός. Πάμε να σου τον δείξω;
Ο πίθηκος την ακολούθησε πρόθυμα και η πονηρή αλεπού τον πήγε κατευθείαν σε μια παγίδα όπου είχαν φτιάξει οι άνθρωποι για τα ζώα.
Κι όταν ο πίθηκος έπεσε στην παγίδα, φώναξε η πονηρή Μαριώ στα ζώα που έτρεξαν να δουν:
- Να ποιον διαλέξαμε για βασιλιά μας! Έναν κουτό!
- Και τώρα τι θα κάνουμε; ρώτησε ένα ελάφι.
- Τίποτα, είπε η αλεπού. Δε θα φορέσει κανένα μας την κορώνα για να μη ζηλεύουν τα άλλα.
Και από την ημέρα εκείνη τα ζώα του μεγάλου δάσους έζησαν χωρίς βασιλιά.

Tuesday, 27 August 2024

Αίσωπος - Η αλεπού με την κομμένη ουρά

Μια αλεπού τριγύριζε μέσα στο δάσος πεινασμένη… Είχε τρεις μέρες να φάει και τα μάτια της γυάλιζαν από την πείνα…
Αν πεις για τα σάλια της, δεν μπορούσε να τα κρατήσει μέσα στο στόμα της, καθώς η γλώσσα της κρεμόταν δυο πιθαμές.
Αλλά να ένας λαγός που η φουντωτή ουρά του ξεπρόβαλε μέσα από τους θάμνους! Ορμάει δίχως να σκεφτεί στον αναπάντεχο μεζέ. Μα… χραααπ! Μέσα στη χαρά της που θα γλίτωνε από την απελπισμένη πείνα δεν πρόσεξε το δόκανο ενός κυνηγού. Ευτυχώς που πιάστηκε μόνο η φουντωτή ουρά της, λάφυρο για τον άτυχο κυνηγό. Όσο για τον λαγό, έγινε καπνός μόλις άκουσε το βογκητό της αλεπούς.
Τώρα δεν έφτανε που ήταν πεινασμένη, ήτανε και κολοβή, το ρεζίλι δηλαδή των αλεπούδων… Μπροστά της έβλεπε όλες τις φίλες της αλεπούδες να σκάνε στα γέλια με το πάθημά της και να κουνάνε τις ουρές τους περήφανες και καμαρωτές… Ε, όχι!
- Κορίτσια, κορίτσια, ελάτε, μαζευτείτε κι έχω φοβερά νέα να σας πω! Ελάτε στο ξέφωτο για να δείτε την καινούρια μόδα για τη γούνα μας…
Η αλεπού μας καμώθηκε πως διαφημίζει καινούρια αλεπουδοεμφάνιση πιο άνετη, πιο δροσερή, πιο ανάλαφρη.
- Βλέπετε εμένα; Είμαι ξαλαφρωμένη, τρέχω πιο γρήγορα, δε λαχανιάζω και σίγουρα δε σκέφτομαι πια πώς να προφυλάξω την ουρά μου! Τέρμα λοιπόν στις αλεπουδοουρές, μέσα στη μόδα και μεις
Έγινε ένα σούσουρο και οι αλεπούδες την κοιτούσαν μ΄ απορία και προσπαθούσαν να βρουν δίκιο στα λόγια της.
- Μα εσένα σε συμφέρει αυτή η εμφάνιση, για να μη φαίνεσαι πως είσαι κολοβή. Θέλεις και μεις να κόψουμε τις ουρές μας για να μη φανεί το δικό σου κουσούρι. Ακούς εκεί! Πάμε κορίτσια και μην ακούτε τις αηδίες που μας λέει. Το συμφέρον της κοιτάει. Είμαστε αλεπούδες κι έχουμε τις ωραιότερες φουντωτές ουρές!
Η αλεπού μας κοκκίνισε, πρασίνισε και δεν είχε και ουρά να βάλει μες στα σκέλια της. Έφυγε ταπεινωμένη και ντροπιασμένη, γιατί όλοι κατάλαβαν πως δεν συμβούλευε τους άλλους επειδή πραγματικά ενδιαφερόταν για το καλό τους, αλλά γιατί ήθελε να εξυπηρετήσει το δικό της προσωπικό συμφέρον
- Πόσο πρέπει να προσέχουμε από κάποιους σαν κι αυτή και τις συμβουλές τους, λέγανε μετά οι αλεπούδες στα παιδάκια τους.
Πραγματικά υπάρχουν πολλοί που τα ελαττώματά τους τα παρουσιάζουν προτερήματα, για να καλύψουν την ασχήμια τους. Και αντί να αισθάνονται ντροπή, προσπαθούν να μας πείσουν να συμπεριφερθούμε και μεις λανθασμένα, για να κρύψουν τη δική τους κακή στάση και συμπεριφορά .
Απόδοση: Δ.Σ.
pemptousia

Ο Αίσωπος
Οι Μύθοι του Αισώπου έχουν μια ιδιαίτερη χάρη, μια θαυμαστή απλότητα και άφταστη διδακτικότητα! Είναι παρμένοι από την καθημερινή ζωή και την φύση. Ο Αίσωπος έχει μια μοναδική δυνατότητα να δίνει στα ζώα ανθρώπινες ιδιότητες, ψυχή και λαλιά, σε τέτοιο βαθμό που να θεωρείς ότι αυτή ήταν κάποτε η πραγματικότητα και όλα αυτά που διηγείται έχουν συμβεί.
Ο Αίσωπος γεννήθηκε στην περιοχή της Φρυγίας το 600 περίπου π.Χ. και πέθανε στα 564 π.Χ. Ήταν μαυριδερός κι άσχημος και δούλευε σε κάποιον κτηματία σαν δούλος - βοσκός. Μια μέρα, που είδε τον επιστάτη να χτυπάει άδικα έναν δούλο, έτρεξε να τον βοηθήσει κι έτσι ο επιστάτης για να τον εκδικηθεί τον κατηγόρησε στο αφεντικό - κτηματία - που τον πήγε στην αγορά της Εφέσσου να τον πουλήσει!

Εκεί, τον αγόρασε ο σοφός Ξάνθος από την Σάμο, που εκτίμησε το έξυπνο βλέμα του και τον πήρε μαζί του σαν δούλο. Μαζί του, ο Αίσωπος, άρχισε να ταξιδεύει και να γνωρίζει τον κόσμο. Κάποτε έφθασαν και στην περιοχή των Δελφών όπου επισκέφθηκαν το περίφημο Μαντείο.
Ο Αίσωπος ειρωνεύτηκε τους ιερείς του Μαντείου ότι μαντεύουν για να πλουτίζουν και τους κατοίκους των Δελφών ότι αντί να καλλιεργούν τα κτήματά τους και να φροντίζουν τα ζώα τους ζούσαν από τα αφιερώματα των προσκυνητών του Μαντείου. Αυτό του το θράσος εξόργισε τους ιερείς του Μαντείου οι οποίοι τον παγίδευσαν, βάζοντας ένα χρυσό ποτήρι στις αποσκευές του, και κατόπιν τον κατηγόρησαν για κλέφτη κι ιερόσυλο!
Έτσι τον δίκασαν άδικα και τον καταδίκασαν σε θάνατο, ρίχνοντας τον από τις κορυφές των Φαιδρυάδων, κάποια απόκρημνα βράχια. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Απόλλωνας τιμώρησε την αδικία τους στέλνοντας στους κατοίκους των Δελφών μεγάλη πείνα και λιμό, που θέρισαν πολλούς κατοίκους. Αυτοί τότε για να εξιλεωθούν, έστησαν μια μαρμάρινη στήλη προς τιμήν του Αισώπου.
Λέγεται ότι ο Αίσωπος είπε τους μύθους του αυτούς όχι μόνο στη διάρκεια της ζωής του αλλά και με σκοπό να υποστηρίξει την αθωότητά του στο δικαστήριο. Μέσα από τους μύθους του διακρίνεται το ευρύ, παρατηρητικό του πνεύμα κι η ικανότητά του να διδάσκει με μικρές απλές ιστορίες, που πάντα έχουν στο τέλος κάποιο ηθικό δίδαγμα.
Ο Αίσωπος συνήθιζε με την παρατηρητικότητα και την βαθειά σοφία του να πλάθει τέτοιες ιστορίες και να τις λέει γύρω του.
Με τον καιρό απέκτησε μεγάλη φήμη κι όλοι έτρεχαν κοντά του να ακούσουν κάποιο μύθο του σχετικά με κάποιο πρόβλημα που τους απασχολούσε.
Σιγά - σιγά οι μύθοι του άρχισαν να μεταδίδονται από στόμα σε στόμα μεταξύ των ανθρώπων, μέχρι την ελληνιστική εποχή οπότε συγκεντρώθηκαν και παρουσιάστηκαν σαν ένα βιβλίο, αιώνες αργότερα.

Saturday, 24 August 2024

Αίσωπος: Αετός και Σκαθάρι - The Eagle and the Stag Beetle

Αυτός ο μύθος ειπώθηκε από τον Αίσωπο, πριν από πολλούς αιώνες.
... και τα έσπρωξε όλα στον γκρεμό
για να σπάσουν.
Η υπεροψία των πλούσιων και ισχυρών που νομίζουν ότι η δύναμή τους και μόνο αρκεί για να υποτάξει τον φτωχό και τον αδύνατο εξακολουθεί να ματώνει αθώους και από τις δύο πλευρές.
    Ένας αετός κυνηγούσε κάποτε έναν λαγό με τόσο μεγάλη ταχύτητα και επιδεξιότητα που όλα έδειχναν ότι το άτυχο ζώο δεν θα αργούσε να πέσει στα νύχια του. Κατατρομαγμένος, απελπισμένος και κουρασμένος από το τρέξιμο ο λαγός συνάντησε ξαφνικά στον δρόμο του ένα μικροσκοπικό σκαθάρι και προσπέφτοντας στα πόδια του είπε:
“Σε παρακαλώ, προστάτεψέ με από τον αετό και… βοήθησέ με να γλιτώσω τη ζωή μου.”

    Το σκαθάρι λυπήθηκε τον λαγό, του έδωσε θάρρος και υποσχέθηκε ότι θα του συμπαρασταθεί. Πράγματι, όταν ο αετός πλησίασε το θήραμά του το σκαθάρι μπήκε ανάμεσα σε αυτόν και το λαγό και του φώναξε:
“Αυτό το πλάσμα είναι υπό την προστασία μου. Άσε το να ζήσει και ψάξε κάπου αλλού για την τροφή σου.”

    Ο αετός όμως ακούγοντας τα γενναία λόγια του σκαθαριού και βλέποντας το μικρό μέγεθός του, γέλασε αυτάρεσκα, έκανε μια χαψιά το λαγό και πέταξε μακριά, αδιαφορώντας για τις διαμαρτυρίες του μικροσκοπικού εντόμου.

    Το σκαθάρι, όμως, πήρε πολύ βαριά αυτή την προσβολή. Ανέβηκε λοιπόν στην απόκρημνη φωλιά όπου προστάτευε τα αυγά του αετός και τα έσπρωξε όλα στον γκρεμό για να σπάσουν.
    Από τότε ο αετός δεν κατάφερε να ξαναποκτήσει παιδιά γιατί, όσο καλά και αν προστάτευε τη φωλιά του, κάθε φορά που γεννούσε αυγά και απομακρυνόταν για να βρει τροφή, το σκαθάρι ανέβαινε πετώντας μέχρι εκεί και του τα έσπαγε όλα.
    Απελπισμένος, ο αετός απευθύνθηκε στο Δία του οποίου ήταν το σύμβολο και ζήτησε την προστασία του. Ο Δίας λοιπόν πήρε τα αυγά του αετού στην αγκαλιά του και υποσχέθηκε να τα προστατεύει μέχρι αυτά να εκκολαφθούν και να προσέχουν πλέον μόνα τους τον εαυτό τους.

    Το σκαθάρι δεν πτοήθηκε ούτε από τον νέο γιγαντιαίο και ισχυρό προστάτη των αυγών. Μάζεψε μια μικρή μπάλα κοπριά, πέταξε μέχρι τον Όλυμπο και την έριξε πάνω στο μπράτσο του Δία. Εκνευρισμένος τότε εκείνος έπιασε τον βόλο αυτής της βρωμιάς με το άλλο του χέρι και τον πέταξε μακριά. Πάνω στη βιασύνη του όμως, ξέχασε τα αυγά του αετού που κρατούσε και αυτά έπεσαν κάτω, σπάζοντας για άλλη μια φορά.

Γιώργος Επιτήδειος
Ο μύθος στην αρχαία μας γλώσσα
Ἀετὸς καὶ κάνθαρος
Ἀετὸς λαγωὸν ἐδίωκεν. ὁ δὲ ἐν ἐρημίᾳ τῶν βοηθησόντων ὑπάρχων, ὅν μόνον ὁ καιρὸς παρέσχε, κάνθαρον ἰδών, τοῦτον ἱκέτευεν. ὁ δὲ παραθαρσύνας αὐτόν, ὡς ἐγγὺς ἐλθόντα τὸν ἀετὸν ἐθεάσατο, παρεκάλει μὴ ἀπάγειν αὐτοῦ τον ἱκέτην. κἀκεῖνος ὑπεριδὼν τὴν μικρότητα ἐν ὄψει τοῦ κανθάρου τὸν λαγωὸν κατεθοινήσατο. ὁ δὲ ἀπ' ἐκείνου μνησικακῶν διετέλει παρατηρούμενος τοῦ ἀετοῦ τὰς καλιὰς καί, εἴ ποτε ἐκεῖνος ἔτικτε, μετάρσιος αἰρόμενος ἐκύλιε τὰ ὠὰ καὶ κατέασσε, μέχρις οὗ πανταχόθεν ἐλαυνόμενος ὁ ἀετὸς ἐπὶ τὸν Δία κατέφυγεν ( ἔστι δὲ τοῦ θεοῦ ἱερὸς ὁ ὄρνις ) καὶ αὐτοῦ ἐδεήθη τόπον αὐτῷ πρὸς νεοττοποιίαν ἀσφαλῆ παρασχεῖν. τοῦ δὲ Διὸς ἐν τοῖς ἐαυτοῦ κόλποις τίκτειν ἐπιτρέψαντος αὐτῷ, ὁ κάνθαρος τοῦτου ἑωρακώς, κόπρου σφαῖραν ποιήσας ἀνέπτη καὶ γενόμενος κατὰ τοὺς τοῦ Διὸς κόλπους ἐνταῦθα καθῆκεν. ὁ δὲ Ζεὺς ἀποσείσασθαι τὴν κόπρον βουλόμενος, ὡς διανέστη ἔλαθεν τὰ ὠὰ ἀποῤῥίψας. ἀπ' ἐκείνου τέ φασι περὶ ὃν καιρὸν οἱ κάνθαροι γίνονται μὴ νεοττεύειν τοὺς ἀετούς.
Ὁ λόγος διδάσκει μηδενὸς καταφρονεῖν, λογιζομένους ὅτι οὐδεὶς οὕτως ἐστὶν ἀδύνατος ὡς προπηλακισθεὶς μὴ δύνασθαί ποτε ἑαυτὸν ἐκδικῆσαι.

Thursday, 22 August 2024

«Το καλάθι με τα σύκα» - Καζαντζάκης

Μια γριούλα πέρασε...
Στάθηκε, ανασήκωσε απ’ το καλάθι που κρατούσε μερικά συκόφυλλα που το σκέπαζαν, διάλεξε και με φίλεψε δυο σύκα...
— Με γνωρίζεις κυρά μου; τη ρώτησα...
— Όχι παιδί μου, είναι ανάγκη να σε γνωρίζω για να σε φιλέψω;
— Άνθρωπος δεν είσαι; Άνθρωπος είμαι και εγώ, δεν φτάνει;

Γέλασε... ένα δροσερό κοριτσίστικο γέλιο...
Και τράβηξε το δρόμο της κούτσα κούτσα κατά το κάστρο.
Έσταζαν τα δυο σύκα μέλι, ποτέ θαρρώ δεν γεύτηκα πιο νόστιμα. Τα ‘τρωγα και με δρόσιζαν τα λόγια της γριάς...

«άνθρωπος είσαι, άνθρωπος κι εγώ, φτάνει!»
_____
~ Απόσπασμα από το Αναφορά στον Γκρέκο
Πηγή: LENA Kolentsi

Wednesday, 31 July 2024

Το καρότο, το σφιχτό αυγό και το τσάι του βουνού

Το τσάι του βουνού
Φωτογραφία: Με το φακό της Έφης
Κάποτε παραπονιόταν ένας άνθρωπος πως είχε βάσανα πολλά. Τον κάλεσε, που λες, στο σπίτι της κάποια σοφή γερόντισσα, έβαλε ένα τσουκάλι με νερό να βράσει κι έριξε μέσα ένα καρότο κι ένα αυγό.
Όταν έβρασαν καλά, έφτιαξε λίγο τσάι του βουνού και ρώτησε τον άνθρωπο:
- Τι βλέπεις;
- Ένα καρότο που έχει μαλακώσει από το βράσιμο κι ένα σφιχτό αυγό, της είπε κείνος.
- Και τι μυρίζει; ρώτησε η γερόντισσα.
- Μοσχοβολάει τσάι του βουνού! της απαντάει.
- Ε, λοιπόν, οι λύπες και οι στενοχώριες μοιάζουνε με νερό που βράζει λέει η γερόντισσα.
- Υπάρχουν άνθρωποι που νιώθουν δυνατοί, μα σαν τους βρουν αναποδιές, θαρρείς και πέφτουν στο βραστό νερό σαν το καρότο, που μαλακώνει και διόλου δύναμη δεν έχει πια. 
Άλλοι πάλι μοιάζουνε με το αυγό. Μέσα τους είναι αδύναμοι και μόνο ένα τσόφλι έχουν απ’ έξω να τους προστατεύει. Όταν έρθουν δύσκολοι καιροί, θαρρείς και πέφτουν στο βραστό νερό σαν το αυγό και, σαν αυτό, γίνονται κι από μέσα τους σκληροί. 
Μα είναι κι άλλοι που θυμίζουν το τσάι. Όταν τους βρίσκουν βάσανα, είναι κι εκείνοι σαν να πέφτουν σε βραστό νερό, μα ούτε σκληραίνουν, ούτε μαλακώνουν. Μεταλλάσσουν μόνο το νερό σε τσάι του βουνού που ευωδιάζει. Κι ευφραίνονται με τη μοσχοβολιά του όσοι βρίσκονται κοντά. 
Τις λύπες και τις στενοχώριες, πάει να πει, τις κάνουν γνώση, καλοσύνη και χαρά.
Πήγαινε στο καλό λοιπόν, του λέει η γερόντισσα και φρόντισε να είσαι σαν... το τσάι.
—————————————
Προσαρμογή ιστορίας από το βιβλίο 
“Στη σκιά της πράσινης βασίλισσας”
oiko.wordpress
votegreece.gr
istologio

Sunday, 21 July 2024

Η αλληγορία του απορριμματοφόρου

Μια μέρα βρισκόμουν σε ένα ταξί και πήγαινα στο αεροδρόμιο. Το ταξί προχωρούσε στη δεξιά λωρίδα του δρόμου, όταν ξαφνικά ένα μαύρο αυτοκίνητο πετάχτηκε από ένα χώρο στάθμευσης ακριβώς μπροστά μας.
Ο οδηγός του ταξί πάτησε το φρένο, γλίστρησε και κατάφερε να μην χτυπήσει το άλλο αυτοκίνητο για λίγα μόλις εκατοστά!
Ο οδηγός του άλλου αυτοκινήτου κούνησε το κεφάλι του και άρχισε να μας φωνάζει. Ο δικός μου οδηγός απλώς του χαμογέλασε και τον χαιρέτησε.
Ήταν πολύ φιλικός απέναντί του. Έτσι τον ρώτησα: «Γιατί το έκανες αυτό; Αυτός ο τύπος παραλίγο να καταστρέψει το αυτοκίνητό σου και να μας στείλει στο νοσοκομείο!».
Τότε εκείνος με δίδαξε κάτι που σήμερα πλέον ονομάζω
«Η αλληγορία του απορριμματοφόρου».
Ο οδηγός μου εξήγησε ότι πολλοί άνθρωποι μοιάζουν με απορριμματοφόρα.
Περιφέρονται γεμάτοι σκουπίδια, γεμάτοι πίκρα, θυμό και απογοήτευση. Καθώς τα σκουπίδια τους γίνονται όλο και περισσότερα, χρειάζονται ένα μέρος να τα πετάξουν και μερικές φορές αυτό το μέρος μπορεί να είστε κι εσείς. Μην το πάρετε όμως προσωπικά, απλώς χαμογελάστε τους, χαιρετήστε τους, ευχηθείτε τους να είναι καλά και φύγετε.
Δεν αξίζει να κουβαλάτε τα δικά τους σκουπίδια και να τα εξαπλώνετε και σε άλλους ανθρώπους στη δουλειά σας, στην οικογένειά σας ή και σε αγνώστους.

enallaktikidrasi
το βρήκαμε εδώ: antikleidi

Friday, 19 July 2024

Το Άσυλο (Χαλίλ Γκιμπράν)/Insane Asylum (Khalil Gibran)

"Τριγύριζα στους κήπους ενός ασύλου για παράφρονες, όταν γνώρισα έναν νεαρό άνδρα που διάβαζε ένα βιβλίο φιλοσοφίας.
Insane Asylum (Khalil Gibran story)
Η συμπεριφορά του και η προφανής καλή υγεία του, τον έκαναν να ξεχωρίζει από τους άλλους τροφίμους.

Κάθισα δίπλα του και ρώτησα:
«Τι κάνεις εδώ;»

Με κοίταξε, έκπληκτος. Και βλέποντας ότι δεν ήμουν ένας από τους γιατρούς, απάντησε:
«Είναι πολύ απλό. Ο πατέρας μου, ένας λαμπρός δικηγόρος, ήθελε να γίνω σαν αυτόν.... 
Ο θείος μου, ο οποίος κατέχει ένα μεγάλο εμπορικό κέντρο, ήλπιζε πως θα ακολουθήσω το παράδειγμά του....
Η μητέρα μου ήθελε να είμαι η εικόνα του αγαπημένου της πατέρα....
Η αδελφή μου έβαζε τον σύζυγό της πάνω από εμένα φέρνοντάς τον ως παράδειγμα του επιτυχημένου άνδρα....
Ο αδελφός μου προσπάθησε να με προπονήσει έως ότου γίνω διάσημος αθλητής όπως ο ίδιος....
Το ίδιο συνέβη και στο σχολείο, με τον καθηγητή πιάνου και τον καθηγητή των Αγγλικών. Ήταν όλοι πεπεισμένοι και αποφασισμένοι ότι ήταν το καλύτερο δυνατό παράδειγμα προς μίμηση....
Κανένας από αυτούς δεν με κοίταξε ως ένα άτομο, αλλά ήταν σαν να κοιτάζουν τον εαυτό τους στον καθρέφτη.
Γι' αυτό και 'γω αποφάσισα να εγγραφώ στο άσυλο. Τουλάχιστον εδώ μπορώ να είμαι ο εαυτός μου."

πηγή
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Monday, 15 July 2024

Μια σταγόνα στον ωκεανό...

«Σημασία έχει να αγαπάς, να μην κρίνεις και να μη θες να γίνεις κάτι που δεν είσαι»

Αν σκεφτείς πως μια μικρή σταγόνα είναι εξίσου σημαντική με έναν ωκεανό, τότε θα αρχίσεις να εκτιμάς το οτιδήποτε μικρό έχεις στη ζωή σου.
A Drop in the Ocean, a painting by Sandra Gallegos
Μια φορά κι έναν καιρό μια γούρνα συνάντησε ένα ποτάμι.
«Είμαι απλά μια γούρνα που αδειάζει όταν περνάνε τα αμάξια και όταν σταματήσει να βρέχει πάλι αδειάζω. Θα ήθελα να είμαι σαν κι εσένα ποτάμι και να κυλάω». 
Το ποτάμι δεν μίλησε.

Μια φορά το ποτάμι συνάντησε μια λίμνη.

«Είμαι απλά ένα ποτάμι που τα νερά μου πηγαίνουν προς μια κατεύθυνση, οι άνθρωποι σπάνια κάνουν μπάνιο σε εμένα. Θα ήθελα είμαι σαν κι εσένα λίμνη και να σηκώνω βάρκες». 
Η λίμνη δεν μίλησε.

Μια φορά η λίμνη συνάντησε τη θάλασσα.

«Είμαι απλά μια λίμνη που το νερό μου δεν πίνεται, στοιβάζομαι σε συγκεκριμένες περιοχές και δεν έχω καθόλου βάθος. Θα ήθελα να είμαι σαν κι εσένα θάλασσα και να εμπνέω τους ποιητές». 
Η θάλασσα δεν μίλησε.

Μια φορά η θάλασσα συνάντησε τον ωκεανό.

«Είμαι απλά μια θάλασσα που έρχονται οι άνθρωποι μόνο τα καλοκαίρια για να με δουν, επίσης μου πετάνε πέτρες τα παιδιά και όταν θυμώνω πολύ δημιουργώ ναυάγια. Θα ήθελα να είμαι ωκεανός, τόσο μεγάλος που να μην έχω ανάγκη κανέναν». 
Ο ωκεανός δεν μίλησε.
Έναν καιρό που ο ωκεανός είχε ακούσει όλα όσα λέγανε τα απόνερα, το γλυφό, αλλά και το αλμυρό νερό, αλλά και τα καταγάλανα νερά είπε.
«Σημασία έχει να αγαπάς, να μην κρίνεις και να μη θες να γίνεις κάτι που δεν είσαι. Αν σκεφτείς πως μια μικρή σταγόνα είναι εξίσου σημαντική με έναν ωκεανό, τότε θα αρχίσεις να εκτιμάς το οτιδήποτε μικρό έχεις στη ζωή σου. Ακόμα, να εκφράζεσαι, να μην το πνίγεις μέσα σου. Αν το ποτάμι μίλαγε στη γούρνα, αν η λίμνη μίλαγε στο ποτάμι, αν η θάλασσα μίλαγε στη λίμνη τότε τα νερά μας θα ήταν πιο όμορφα και ίσως να μην πνιγόμασταν, σε μια κουταλιά νερό».

Friday, 17 May 2024

Jorge Bucay: Στη Χώρα των Μεγάλων Κουταλιών - One Human Family, Food for All

“Ο άνθρωπος εκείνος είχε ταξιδέψει πολύ. Στη ζωή του είχε γυρίσει σε εκατοντάδες χώρες, αληθινές και φανταστικές…
Translations of Jorge Bucay's "Dejame Que Te Cuente"/"Let me tell you a story" - by Michael Levin

Το ταξίδι που θυμόταν περισσότερο ήταν η σύντομη επίσκεψή του στη Χώρα των Μεγάλων Κουταλιών. Έφτασε τυχαία στα σύνορά της. 
Στoν δρόμο από την Αμπελοχώρα προς την Παραϊδα, υπήρχε μια μικρή παράκαμψη προς τη Χώρα των Μεγάλων Κουταλιών. Επειδή του άρεσαν οι εξερευνήσεις, πήρε εκείνο το δρόμο. Ο δρόμος ήταν όλο στροφές και κατέληγε σ’ ένα τεράστιο απομονωμένο σπίτι.
 
Στην πόρτα μια πινακίδα έγραφε:

ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΚΟΥΤΑΛΙΩΝ
ΑΥΤΗ Η ΜΙΚΡΗ ΧΩΡΑ ΕΧΕΙ ΜΟΝΑΧΑ ΔΥΟ ΑΙΘΟΥΣΕΣ,
ΤΗΝ ΜΑΥΡΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΣΠΡΗ. ΓΙΑ ΝΑ ΤΗΝ ΕΠΙΣΚΕΦΤΕΙΣ,
ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΕΡΑΣΕΙΣ ΤΟ ΔΙΑΔΡΟΜΟ ΩΣ ΤΗ ΔΙΑΚΛΑΔΩΣΗ ΤΟΥ.
ΣΤΡΙΨΕ ΔΕΞΙΑ, ΑΝ ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΕΠΙΣΚΕΦΤΕΙΣ ΤΗ ΜΑΥΡΗ ΚΑΜΑΡΑ
Ή ΑΡΙΣΤΕΡΑ, ΑΝ ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΓΝΩΡΙΣΕΙΣ ΤΗΝ ΑΣΠΡΗ.
Ο άνθρωπος προχώρησε στο διάδρομο και στην τύχη, έστριψε πρώτα δεξιά. Ο νέος διάδρομος είχε μήκος καμιά πενηνταριά μέτρα και κατέληγε σε μια τεράστια πόρτα. Μόλις έκανε τα πρώτα βήματα, άρχισε να ακούει τα αχ-βαχ και τα βογκητά που έρχονταν από το μαύρο δωμάτιο.
Για μια στιγμή, οι κραυγές πόνου και στεναχώριας τον έκαναν να διστάσει, όμως, αποφάσισε να συνεχίσει. Έφτασε στην πόρτα, την άνοιξε και μπήκε.
Γύρω από ένα πελώριο τραπέζι κάθονταν εκατοντάδες άτομα. Στο κέντρο του τραπεζιού έβλεπες τους πιο λαχταριστούς μεζέδες και, μολονότι όλοι βαστούσαν από ένα κουτάλι που έφτανε ως στο κεντρικό πιάτο, πέθαιναν της πείνας! Ο λόγος ήταν ότι τα κουτάλια τους είχαν διπλάσιο μέγεθος από τα χέρια τους και ήταν κολλημένα στις παλάμες τους. Μ’ αυτόν τον τρόπο, όλοι μπορούσαν να φτάσουν το φαγητό αλλά κανένας δε μπορούσε να το φέρει στο στόμα του.
Η κατάσταση ήταν τόσο απελπιστική και οι κραυγές τόσο σπαραξίκαρδες, που ο ταξιδιώτης έκανε μεταβολή και βγήκε τρέχοντας από τη σάλα. 


Γύρισε στον κεντρικό διάδρομο και τράβηξε προς τ’ αριστερά, προς τη λευκή αίθουσα. Ένας διάδρομος ίδιος με τον προηγούμενο κατέληγε σε μια παρόμοια πόρτα. Η μοναδική διαφορά ήταν ότι στο δρόμο δεν ακούγονταν ούτε βογκητά, ούτε παράπονα. Όταν έφτασε στην πόρτα, ο εξερευνητής έπιασε το πόμολο και την άνοιξε.
Εκατοντάδες άτομα κάθονταν πάλι γύρω από ένα τραπέζι, παρόμοιο μ’ εκείνο της μαύρης κάμαρας. Πάλι στο κέντρο υπήρχαν εκλεκτές λιχουδιές και όλοι στο χέρι τους είχαν στερεωμένο ένα μακρύ κουτάλι. Εκεί όμως κανένας δεν παραπονιόταν ούτε έκλαιγε. 

Κανένας δεν πέθαινε στην πείνα, γιατί ο ένας τάιζε τον άλλον!

Ο άνθρωπος χαμογέλασε, έκανε μεταβολή και βγήκε από το άσπρο δωμάτιο. 

«Μη βαδίζεις μπροστά μου γιατί δε θα μπορέσω να σε ακολουθήσω.
Μη βαδίζεις πίσω μου γιατί μπορεί να σε χάσω.
Μη βαδίζεις από κάτω μου γιατί μπορεί να σε πατήσω.
Μη βαδίζεις πάνω μου γιατί μπορεί να με λιώσεις.
Βάδιζε δίπλα μου γιατί είμαστε ίσοι».
 
Πηγή: http://positive-thinking-greece.blogspot.gr

JORGE BUCAY - Ο Αλυσοδεμένος Ελέφαντας

Όταν ήμουν μικρός μου άρεσε πολύ το τσίρκο, και στο τσίρκο μου άρεσαν πιο πολύ τα ζώα. Μου έκανε τρομερή εντύπωση ο ελέφαντας που, όπως έμαθα αργότερα, είναι το αγαπημένο ζώο όλων των παιδιών. Στην παράσταση, το θεόρατο ζώο έκανε επίδειξη του τεράστιου βάρους του, του όγκου και της δύναμής του...
Όμως, μετά την παράσταση και λίγο προτού επιστρέψει στη σκηνή, ο ελέφαντας στεκόταν δεμένος συνεχώς σ΄ ένα μικρό ξύλο μπηγμένο στο έδαφος.
Μία αλυσίδα κρατούσε φυλακισμένα τα πόδια του. Ωστόσο, το ξύλο ήταν ήταν αληθινά μικροσκοπικό κι έμπαινε σε ελάχιστο βάθος μέσα στο έδαφος. Μολονότι η αλυσίδα ήταν χοντρή και ισχυρή, μου φαινόταν ολοφάνερο ότι ένα ζώο που μπορούσε να ξεριζώνει δέντρα με τη δύναμη του, θα μπορούσε εύκολα να λυθεί και να φύγει.
Το θεωρούσα αληθινό μυστήριο. Μα τι τον κρατάει; Γιατί δεν το σκάει;
Όταν ήμουν πέντε ή έξι ετών ετών πίστευα ακόμα στη σοφία των μεγάλων. Ρώτησα τότε κάποιον δάσκαλο ,τον πατέρα μου ή ένα θείο μου, για το μυστήριο του ελέφαντα. Κάποιος μου εξήγησε ότι ο ελέφαντας είναι δαμασμένος.
Έκανα τότε την προφανή ερώτηση: "Κι αφού είναι δαμασμένος, γιατί τον αλυσοδένουν;"
Δε θυμάμαι να πήρα κάποια ικανοποιητική απάντηση. Με τον καιρό, ξέχασα το μυστήριο του ελέφαντα με το παλούκι, και το θυμόμουν μόνο όταν βρισκόμουν με κάποιους που είχαν αναρωτηθεί κάποτε πάνω στο ίδιο θέμα. Πριν από μερικά χρόνια ανακάλυψα-ευτυχώς για μένα- ότι κάποιος είχε αρκετή σοφία ώστε ν΄ ανακαλύψει την απάντηση.
Ο ελέφαντας του τσίρκου δεν το σκάει γιατί τον έδεναν σ΄ ένα παρόμοιο παλούκι από τότε που ήταν πολύ, πολύ μικρός.

Έκλεισα τα μάτια και φαντάστηκα τον νεογέννητο ανυπεράσπιστο ελέφαντα δεμένο στο παλούκι. Είμαι βέβαιος ότι τότε το ελεφαντάκι είχε σπρώξει, τραβήξει και ιδρώσει πασχίζοντας να λευτερωθεί. Μα, παρ΄ όλες τις προσπάθειές του, δεν τα είχε καταφέρει, γιατί το παλούκι ήταν πολύ γερό για τις δυνάμεις του.
Φαντάστηκα ότι θα κοιμόταν εξαντλημένο και την επόμενη μέρα θα προσπαθούσε ξανά, και τη μεθεπόμενη το ίδιο... Ώσπου μια μέρα, μια φρικτή μέρα για την ιστορία του, το ζώο θα παραδεχόταν την αδυναμία του και θα υποτασσόταν στη μοίρα του.
Αυτός ο πανίσχυρος και θεόρατος ελέφαντας που βλέπουμε στο τσίρκο δεν το σκάει γιατί νομίζει ότι δεν μπορεί, ο δυστυχής.

Η ανάμνηση της αδυναμίας που ένιωσε λίγο μετά τη γέννησή του είναι χαραγμένη στη μνήμη του. Και το χειρότερο είναι ότι ποτέ δεν αμφισβήτησε σοβαρά αυτή την ανάμνηση. Ποτέ μα ποτέ δεν ξαναπροσπάθησε να δοκιμάσει τις δυνάμεις του...
---------------------------------------------------------------------
Όλοι είμαστε λίγο- πολύ σαν τον τον ελέφαντα του τσίρκου. Περιδιαβαίνουμε τον κόσμο δεμένοι σε εκατοντάδες παλούκια που μας στερούν την ελευθερία.
Ζούμε πιστεύοντας ότι "δεν μπορούμε" να κάνουμε ένα σωρό πράγματα , απλώς επειδή μια φορά, πριν από πολύ καιρό, όταν είμαστε μικροί, προσπαθήσαμε και και δεν τα καταφέραμε.
Πάθαμε τότε το ίδιο με τον ελέφαντα. Χαράξαμε στη μνήμη μας αυτό το μήνυμα: "Δεν μπορώ, δεν μπορώ και ποτέ δε θα μπορέσω."
"Αυτό σου συμβαίνει. Ζεις μέσα στα όρια της ανάμνησης ενός που δεν υπάρχει πια, εκείνου που δεν τα κατάφερε.
Ο μοναδικός τρόπος να μάθεις εάν μπορείς, είναι να προσπαθήσεις πάλι με όλη σου την ψυχή...! "
ΧΟΡΧΕ ΜΠΟΥΚΑΙ – "Να σου πω μια ιστορία"
Αντικλείδι , antikleidi.com

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki