Showing posts with label Τα χρόνια τα παλιά. Show all posts
Showing posts with label Τα χρόνια τα παλιά. Show all posts

Tuesday, 13 February 2024

«Ασθένειες» που πάθαινε η μάνα μου, όταν επαναστατούσα ως έφηβη

"Ἐν πάσῃ περιπτώσει", οι περισσότερες μητέρες εκείνης της εποχής (μιλάμε για τη δεκαετία του 80), έκαναν ό,τι ήξεραν και ό,τι καλύτερο μπορούσαν. 
Και ευτυχώς για εμάς, που μπορούμε να γελάμε με αυτά, κάθε φορά που τα σκεφτόμαστε.
Όταν η μάνα μου ένιωθε πως είχε εξαντλήσει όλες τις στραγητικές της απέναντι στις εφηβικές αντιδράσεις μου και την δικαιολογημένη για την ηλικία μου επαναστατικότητά μου, όταν οι τιμωρίες και οι απειλές «θα φωνάξω τον πατέρα σου και θα δεις» δεν έπιαναν τόπο, τότε επιστράτευε το μέγα μαμαδίστικο υπερόπλο που όμοιό του δεν έχει σκεφτεί ανθρώπινος νους: το «πεθαίνω-σβήνω-λιώνω-θα με τρέχετε στα νοσοκομεία».

«Θα με πεθάνετε, θα με πεθάνετε» ήταν η έκφραση που σήμαινε την έναρξη των «εκδηλώσεων» που περιελάμβαναν όλες τις θανατηφόρες αρρώστιες που μπορούν να χτυπήσουν μια μάνα πάνω σε απόγνωση, μια μάνα που έχει γίνει θυσία» που «τι άλλο να κάνω; να σου ανοίξω το κεφάλι να στα βάλω» σε μια κόρη που «δεν ακούει με τίποτα». Το «κλινικό» ρεπερτόριο περιελάμβανε 3 βασικά περιστατικά: Καρδιά, ανεβασμένη πίεση, γενική αδιαθεσία αγνώστης ταυτότητας (από να τη τσίμπησε μύγα της αφρικής, να έπαθε αλλεργία, μέχρι να της έπεσε η πίεση, να έχει τάση λιποθυμίας, να πρέπει να κάνει εμετό, ανάλογα την παρατυπία μου». Αλλά ας περάσουμε στο θεατρικό.

Καρδιά
Όταν «πάθαινε» καρδιά, η ανακοπή της συνέβαινε μονίμως σε μια γαλάζια βελούδινη πολυθρόνα όπου σωριαζόταν. Πιο συγκεκριμένα, και αφού είχε προηγηθεί μια γνωστή και αγαπημένη υστερία που δεν οδηγούσε πουθενά, σταματούσε ξαφνικά, «πάγωνε» στη θέση της, έφτιαχνε μια μάσκα απόγνωσης, γούρλωνε ελαφρώς τα μάτια και απότομα έπιανε την καρδιά της και έλεγε «δεν μπορώ, άλλο, η καρδιά μου φτερουγίζει, θα πάθω τίποτα». 
Στη συνέχεια, με το ένα χέρι στο στήθος σαν να την είχε χτυπήσει σφαίρα και με το άλλο κρατώντας το ντουβάρι πήγαινε τοίχο-τοίχο και σιγά σιγά κατευθυνόταν πάντα σε εκείνη την πολυθρόνα, έπεφτε πάνω της σαν σακί από πατάτες, έριχνε το κεφάλι πίσω και τέντωντε τα πόδια μπροστά σαν ξύλα. 
«Αχ, αχ αχ» έλεγε και βαριανάσαινε. «Θα με πεθάνετε, θα με πεθάνετε εδώ μέσα»…. 
Και δώστου «αχ, αχ, αχ, «εγώ μόνο το καλό σας θέλω» ξανάλεγε και κρατούσε και το στήθος (σε λάθος σημείο). Μετά ξεροκατάπινε και μου έλεγε «φέρε μου ένα ποτηράκι νερό, αχ, αχ, αχ, ξεράθηκε στο στόμα μου». 
Έτρεχα εγώ και το έφερνα. 
Το έπινε αργά κοιτώντας με πάνω από το ποτήρι για να δει αν «λύγισα» και μου το έδινε πίσω. Εγώ το ακουμπούσα σε ένα τραπεζάκι και της έλεγα «είσαι καλύτερα τώρα;», «δεν ξέρω» απαντούσε μισοπεθαμένα και συνέχιζε να ανασαίνει με δυσκολία αλλά κάπως καλύτερα. 
Το «καρδιακό» επεισόδιο σήμαινε τη λήξη της μάχης, η οποία όμως είχε μείνει στη μέση. Εγώ πηγαίνα στο δωμάτιό μου και λούφαζα τύπου: καλά μας δουλεύει τώρα, αλλά ποτέ δεν ξέρεις κιόλας» και το θέμα σταματούσε εκεί. 
Φυσικά μετά από κάποιο καιρό και συζητώντας με φίλες μου παρατήρησαμε ότι την εποχή της εφηβείας μας «θέριζαν» τα καρδιακά επεισόδια στις μαμάδες και ήταν κοινή πρακτική της εποχής.
Πίεση
Η πίεση ανέβαινε ή κατέβαινε ανάλογα την περίσταση. Την προτιμούσε ανεβασμένη όμως, γιατι στη κατεβασμένη περνάμε στο σχέδιο 3 που θα σας περιγράψω παρακάτω που είχε λιποθυμία. 
Συνήθως λοιπόν η πίεση ανέβαινε επικίνδυνα. 
«Παει η καρδιά μου να σπάσει, δεν νιώθω καλά, θα πάθω εγκεφαλικό» έλεγε και κρατούσε το κεφάλι της. 
«Πω, πω, πω, πω, πω, δεν είμαι καλά, δεν είμαι καλά. 
Σταματούσε. «Με φάγατε εδώ μέσα, με φάγατε» ξανάλεγε και το δεύτερο «με φάγατε» ανέβαινε μια οκτάβα παραπάνω ενώ οι συλλαβές ήταν πιο στακάτες: με φα-γα-τε και το «τε» τελεσίδικο. Την φάγαμε δηλαδή, πάει και τελείωσε. 
Κρατώντας πάντα το κεφάλι της με τα δυο της χέρια, σαν να κρατούσε μπάλα του μπάσκετ, έτοιμη να την πασάρη σε συμπαίκτη, πήγαινε στο μπάνιο. Ανοιγε με θόρυβο το ντουλάπι – για να ακούσω ότι ανοίγει το ντουλάπι – και έφερνε το πιεσόμετρο. «Βοηθησέ με να πάρω την πίεση μου που θα έχει παεί 30 με αυτά που μου κάνεις εδώ μέσα». 
Βοηθούσα, της έδενα το πιεσόμετρο στο μπράτσο, φούσκωνα την μικρή τρομπίτσα και περίμενα να δει τι λέει η βελόνα, γιατί δεν ήξερα και να «διαβάζω» την πίεση. «Παναγιά μου έλεγε, στον ουρανό η πίεσή μου, πρέπει να πάρω χάπι τώρα για να μην μείνω στον τόπο». Ξαναπήγαινε στο μπάνιο βαριανασαίοντας και κάπως κουτσαίνοντας για να δείξει μια αδυναμία και μουρμουρίζοντας ότι μας τα έχει δώσει όλα, ότι έχει γίνει θυσία και μετά έπαιρνε το χάπι της πίεσης. 
Εντωμεταξύ χτυπούσε το τηλέφωνο «δεν είμαι εδώ για κανένααααν» φώναζε. Ακολουθούσε μια πάυση. «Αν είναι η κυρία Λίνα για το απογευματινό τσάι πες της ότι αν είμαι καλύτερα θα πάω». Παύση, δακρύβρεχτη φωνή, «αλλά δεν το βλέπω». Κατά ένα περίεργο τρόπο ένιωθε καλύτερα ώρα με την ώρα και το τσάι στης κυρίας Λίνας δεν το έχανε με τίποτα.

Λιποθυμία (για οποιοδήποτε λόγο)
«Σβήνωωωωω» ήταν η φράση και μετά ακολουθούσε ένα «χάσιμο των αισθήσεων» πάντα στα μαλακά. Στο κρεβάτι, στον καναπέ, στην καρέκλα. Ποτέ στον γαλάζιο καναπέ, αυτός ήταν για τα καρδιακά επεισόδια μάλλον και δεν ήθελε να μπερδεύται. Πάντως δεν έπεφτε ποτέ στο πάτωμα, δεν της έβγαινε. 
Συνήθως πήγαινε στο κρεβάτι, πράγμα ύποπτο όπως και να το κάνεις, γιατί δεν διαλέγεις που θα λιποθυμήσεις. Εκεί έκλεινε τα μάτια και έκανε την ξερή. 
Για λίγο. «Μην μου μιλάς» έλεγε. «Τι έπαθες ρε μαμά;» τη ρωτούσα εγώ. «Μια σκοτοδίνη έχω, και πως να μην έχω. Παιδιά έχω εγώ η θηρία;». 
Σταματούσε. 
«Βρε άλλη μάνα δεν κάνετε», ξανάλεγε. «Που θα μπορούσα να έχω τη δουλειά μου, αλλά εγώ άφησα τις σπουδές μου στην άκρη και ΕΠΕΛΕΞΑ να είμαι σπίτι, κοντά σας και όχι παρατημένα» έλεγε. Η λιποθυμία είχε πάει περίπατο και άρχιζε το «ποια θυσία έχω κάνει εγώ για σένα». 
Μετά ζητούσε ένα ποτήρι νερό και μετά έλεγε δεν θα φάω τίποτα σήμερα γιατί, παύση-λυγμός-βλέμα πληγωμένου κουταβιού- «τίποτα δεν πάει κάτω». Και κάπως έτσι τελείωνε και αυτό το περιστατικό.

Πέραν από την πλάκα του θέματος, που αστείο φαίνεται μετά από χρόνια, όταν το σκέφτεσαι και γελάς, και όταν το έχεις συζητήσει μαζί της και έχετε γελάσει μαζί με τα καμώματά της, η συγκεκριμένη πρακτική ήταν χειριστική όσο δεν παίρνει. 
Και το κατάλαβε κι εκείνη χρόνια μετά σε μια συζήτηση που είχαμε μαζί της με τον αδερφό μου. Τότε της εκμυστηρευτήκαμε, θυμάμαι, πως και οι δύο την είχαμε πάρει χαμπάρι και είχαμε επιλέξει να την αφήνουμε να το παίζει το έργο από να της πούμε «άσε μας ρε μάνα, που μας δουλεύεις ψιλό γαζί». Ίσως γιατί ξέδινε κι εκείνη με αυτή την βλακεία; Ίσως γιατί μας βόλευε κι εμάς να νομίζει ότι κάτι έκανε; Ίσως και τα δύο μαζί. 
Ευτυχώς για εμάς, έκανε αυτά τα θεατρικά όταν ήμασταν μεγάλοι (14-16) και δεν τρομάζαμε γιατί «πιάναμε» το φο της υπόθεσης. Δεν θέλω να σκέφτομαι τι θα γινόταν αν όλα συνέβαιναν σε κάποια τρυφερή ηλικία που θα ήταν πιστευτά. 
''Ἐν πάσῃ περιπτώσει'' ͵ οι περισσότερες μητέρες εκείνης της εποχής (μιλάμε για τη δεκαετία του 80), έκαναν ότι ήξεραν και ό,τι καλύτερο μπορούσαν. Και ευτυχώς για εμάς, που μπορούμε να γελάμε με αυτά, κάθε φορά που τα σκεφτόμαστε.

Γράφει η Ειρήνη Φωκά
themamagers
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Sunday, 22 December 2019

Χριστούγεννα των παιδικών μας χρόνων

Αθήνα μιας άλλης εποχής
Αδιαμφισβήτητα τα Χριστούγεννα είναι από τις ομορφότερες γιορτές του χρόνου. Ίσως τα πολύχρωμα φώτα, οι σκανδαλιστικές μυρωδιές, οι αναμνήσεις από τα παιδικά χρόνια, η προσμονή για έναν βελτιωμένο χρόνο που σε λίγο θα έρθει.

Ο καθένας έχει τους δικούς του λόγους για να τα περιμένει. Λίγο η διασκέδαση, λίγο η χαλάρωση από την καθημερινότητα, λίγο τα προσδοκούμενα δώρα. Μην βιαστεί κάποιος να μιλήσει και για όλους εκείνους που αυτές οι μέρες είναι περισσότερη δουλειά. Ούτε για όλους, όσους δεν έχουν την οικονομική άνεση να ξοδέψουν για δώρα και εντυπωσιακά τραπέζια με χριστουγεννιάτικα καλούδια. Σαφώς και υπάρχουν και εκείνοι που τα θεωρούν ξεπερασμένη εμποροποιημένη χριστιανική γιορτή. Αυτοί που ο ξενόφερτος κοκκινοφορεμένος γεματούλης γεράκος με το χαρακτηριστικό Χο Χο δεν τους λέει τίποτα.
Όμως,  εγώ θα ήθελα να μιλήσω για όλους αυτούς που ο καθένας για τους δικού του λόγους έχει δώσει μια μαγική διάσταση σε αυτές τις μέρες.


Χριστουγιεννιάτικη προσμονή
Πηγή εικόνας: thecaller.gr
Όταν τα Χριστούγεννα σήμαιναν όνειρα
Λίγο πολύ όλοι μας έχουμε ακούσει το πως έγινε γνωστός ο Άγιος Βασίλης ως φιγούρα. Στην Ελλάδα εμφανίστηκε στην δεκαετία του 50 με 60 από τις Χριστουγεννιάτικες κάρτες που έστελναν οι μετανάστες από την Αμερική στους συγγενείς τους. Ο Δικός μας ανάλογος άγιος ήταν ο Μέγας Βασίλειος της Καισαρείας, φυσικά καμία ομοιότητα με τον Santa Claus.
Αγαπημένη συνήθεια των Ελλήνων τότε ήταν  η αγορά του «λαχείου συντακτών». Οι τυχεροί λαχνοί μοίραζαν απίστευτα για την εποχή  δώρα, όπως πολυκατοικίες, διαμερίσματα, αυτοκίνητα, εκατομμύρια σε μετρητά, μετοχές της Πειραϊκής Πατραϊκής και των τσιμέντων Τιτάν. Συνήθεια που διακόπηκε στα χρόνια της Επταετίας.




χριστουγεννιάτικοι μποναμάδες
Πηγή εικόνας: penna.gr
Εορταστική ατμόσφαιρα
Οι δρόμοι και τα μαγαζιά γέμιζαν πολύχρωμα λαμπιόνια και χριστουγεννιάτικα δέντρα με πολύχρωμες μπάλες και γιρλάντες.
Στην Αθήνα προπολεμικά, και για αρκετά χρόνια μετά, υπήρχε το έθιμο οι πολίτες να ευχαριστούν τους τροχονόμους δίνοντάς τους δώρα. Στην αρχή χρήματα από αυτοσχέδιους εράνους που έκαναν και όταν αυτό θεωρήθηκε δωροδοκία, γλυκά, κρασί, λουλούδια.  

Το Μινιόν


Χριστούγεννα
Πηγή: ethnos.gr
Όνειρο κάθε μικρού παιδιού αυτές τις μέρες ήταν να βρεθεί σε αυτό το πολυκατάστημα.
Ένας όροφος αφιερωμένος στα Χριστούγεννα και μόνο. Γλυκά, Άι Βασίληδες, γιγάντιες οθόνες, φωτογραφίες. Εκεί υπήρχαν παιχνίδια που κάθε παιδί λαχταρούσε, μπαλόνια και λιχουδιές.
Το Μινιόν φορούσε τα γιορτινά του και δέσποζε στην εορταστική Αθήνα.

Οι προετοιμασίες



Χριστούγεννα
Πηγή εικόνας: thecaller.gr
Οι νοικοκυρές έδιναν τον καλύτερο εαυτό τους. Καθάριζαν το σπίτι, στόλιζαν το δέντρο, έστρωναν τα χαλιά.
Χαρακτηριστικές μυρωδιές από κουραμπιέδες και μελομακάρονα πλημμύριζαν όλες τις γειτονιές αλλά και τις Αθηναϊκές αγορές. Φοντάν, πτι φουρ,  κονιάκ, λικέρ, πάστες είχαν την τιμητική τους. Και φυσικά το Χριστόψωμο και η Βασιλόπιτα. Η τυχερή δεκαρίτσα κρυμμένη στη ζύμη της που όλοι επιθυμούσαν για να έχουν τύχη όλη τη χρονιά.

Τα κάλαντα


κάλαντα
Πηγή εικόνας: ifo.gr
Τα κάλαντα παραμονή Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς ήταν για τους πιτσιρικάδες ολόκληρη τελετουργία. Κανόνιζαν, από πολλές μέρες πριν, με ποιους θα πήγαιναν, έβρισκαν τα τρίγωνα ή τα μουσικά όργανα που θα συμπλήρωναν τις φωνές τους, μελλόντικες, κιθάρες, φλογέρες.
Μάζευαν δεκάρες, κουραμπιέδες, μελομακάρονα, καραμέλες, σοκολάτες.
Η μοιρασιά ακολουθούσε και μαζί με αυτήν η αγορά παιχνιδιών ή βιβλίων που δεν μπορούσαν ή δεν ήθελαν να αγοράσουν οι γονείς τους.
 
Το σήμερα
Η αλήθεια είναι πως τα τελευταία χρόνια η αίγλη και η μεγαλοπρέπεια, που ο ίδιος ο κόσμος πρόσδιδε στα Χριστούγεννα έχει μειωθεί. Η οικονομική κρίση,  το ότι λείπει το τόσο έντονο θρησκευτικό αίσθημα ή ακόμα και το γεγονός ότι οι παραδόσεις θεωρούνται ξεπερασμένες τα Χριστούγεννα έχουν αλλάξει. Έχουν μετατραπεί σε διακοπές για τους μαθητές, ευκαιρίες για χειμερινές αποδράσεις των οικονομικά ευκατάστατων ή μια ευκαιρία για φιλανθρωπίες.
Το αίσθημα της θαλπωρής, η απόλαυση των οικογενειακών γευμάτων, η προσδοκία για το δώρο που τόσο λαχταρούσαμε όλο το χρόνο. Το καλό σπιτικό φαγητό, οι βόλτες στα στολισμένα μαγαζιά, το στόλισμα του δέντρου, η παρασκευή των γλυκών. Τα παπούτσια από του Μούγερ, η κούκλα από το Μινιόν, τα πολύχρωμα μπαλόνια από την στοά στην Ομόνοια αποτελούν πια γλυκές αναμνήσεις και ξεθωριασμένες φωτογραφίες στα άλμπουμ της ζωής μας.

Πηγές που χρησιμοποιήθηκαν στο άρθρο αυτό: 
  • Παραμυθένια Χριστούγεννα στην Αθήνα. Ανακτήθηκε από www.penna.gr
  • Χριστούγεννα στην παλιά Αθήνα- Ρετρό εικόνες με ελκυστικό άρωμα. Ανακτήθηκε από www.iefimerida.gr
  • Χριστούγεννα στην παλιά Αθήνα: Οι στολισμένοι δρόμοι και η άφιξη του Άι Βασίλη σε ρετρό φωτογραφίες. Ανακτήθηκε από thecaller.gr
  • Ρετρό βίντεο: Τα Χριστουγεννιάτικα κάλαντα στην παλιά Αθήνα!. Ανακτήθηκε από www.filathlos.gr

maxmag.gr

Monday, 16 September 2019

Ένα νοσταλγικό και άκρως «ζωντανό» αφήγημα για όσους μεγάλωσαν τη δεκαετία του ’80

Εικόνες που ζήσατε, περνούν από τα μάτια σας
σα να είναι σημερινές…
Πριν από μερικές ημέρες πήραμε στην κόρη μου ένα τάμπλετ. Πάνω στην κουβέντα, λοιπόν, η ερώτηση από μεριά της ήρθε σχεδόν φυσιολογικά. «Εσύ μπαμπά όταν ήσουν παιδάκι πότε πήρες πρώτη φορά τάμπλετ»; Η απάντηση από την πλευρά μου εξίσου φυσιολογική. «Δεν είχαμε, μωρό μου, τότε εμείς τάμπλετ».
Με κοίταξε γεμάτη απορία και με ξαναρώτησε: «τι εννοείς δεν είχατε τάμπλετ». Κατάλαβα πως η κουβέντα θα ξεφύγει. «Ε, δεν είχαμε. Ήταν άλλες εποχές τότε». Τα μάτια της άρχισαν να γεμίζουν ερωτηματικά. Το έβλεπα να έρχεται. «Και πώς παίζατε παιχνίδια»; Η επόμενη απάντηση ήταν απλή: «Στο δρόμο παίζαμε». Και τότε ήρθε η χαριστική βολή. «Και καλά, μουσική πώς ακούγατε»; Παίρνω το σοβαρό μου ύφος και της απαντώ σαν επιστήμονας που απαντά ερώτηση για την κβαντική μηχανική: «Από κασέτες παιδί μου»!

Το σοκ στα μάτια της με έκανε να αναθεωρήσω τη χρησιμότητα της κουβέντας και να κάνω ένα βήμα πίσω: «τι κάνεις ρε στο παιδάκι; Σταμάτα να το σοκάρεις»! Γιατί ναι, μπορεί να μας χωρίζουν κοντά στα 30 χρόνια άλλα μέσα σε αυτές τις τρεις δεκαετίες τίποτα δεν παρέμεινε ίδιο. Η τεχνολογία προόδευσε με αδιανόητους ρυθμούς, οι καθημερινές συνήθειες άλλαξαν δραματικά, οι άνθρωποι έγιναν πιο… «κουμπωμένοι».

 
Και άντε τώρα να εξηγήσεις σε ένα παιδάκι που σήμερα είναι γύρω στα 10 και έχει να επιλέξει ανάμεσα σε ένα από τα έξι παιδικά κανάλια που του παρέχει η συνδρομητική τηλεόραση, πως στην δική μας εποχή, εκεί στις αρχές της δεκαετίας του 1980, ο μικρότερος ήταν αυτός που σηκωνόταν (και πάντα με φασαρία) για να αλλάξει χειροκίνητα το κανάλι (ένα από τα 3-4 που υπήρχαν τότε) στην ασπρόμαυρη τηλεόραση!
Το παιχνίδι στο δρόμο
Σε αυτό το κείμενο υπάρχει ένας μεγάλος κίνδυνος. Να πέσουμε στην παγίδα του «χάσματος των γενεών». Να κάνουμε, δηλαδή, το ίδιο λάθος που έκαναν οι γονείς μας. Αυτό το «αχ, στη δική μας εποχή τα πράγματα ήταν καλύτερα». Άλλα όχι. Στη δική μας εποχή τα πράγματα δεν ήταν καλύτερα. Ήταν πιο αγνά, ίσως. Και με μεγαλύτερη δόση «άγνοιας κινδύνου», σίγουρα.
Εμείς δεν είχαμε παιδότοπους γεμάτους αφρολέξ και προστατευτικά στις γωνιές. Παίζαμε στην παιδική χαρά με τις σκουριασμένες κούνιες και τις αιχμηρές γωνιές. Όταν ιδρώναμε δεν αλλάζαμε μπλούζα. Τη βγάζαμε, την αφήναμε στο χώμα και την ξαναβάζαμε μετά αδιαφορώντας για τα μικρόβια που έστηναν πάρτι πάνω της. Όταν διψούσαμε δεν είχαμε το ειδικά σχεδιασμένο παγουράκι. Από την βρύση στην άκρη της πλατείας πίναμε. Που ήταν εντελώς εκτεθειμένη και από εκεί ξεδιψούσαν και τα αδέσποτα σκυλάκια.

Όταν χτυπούσαμε δεν σήμαινε γενικός συναγερμός. Αν δεν χρειαζόσουν ράμματα, τότε γινόσουν καλά με λίγο ιώδιο που γιάτρευε τα πάντα και την άλλη ημέρα έδειχνες με καμάρι το κόκκινο χρώμα πάνω στο σώμα σου. Η μάνα μας το πιθανότερο είναι να φώναζε για το σκισμένο παντελόνι και την επόμενη να πήγαινε να έβαζε εκείνο το θρυλικό (συνήθως καφέ ή μαύρο) οβάλ δερμάτινο μπάλωμα.
Και αν θέλαμε να παίξουμε κάτι πιο ήρεμο μαζεύαμε χαρτάκια για να τα κολλάμε στα άλμπουμ. Χαμός για να αγοράσουμε ένα φακελάκι. Κλάμα αν τα είχαμε «διπλά». Περηφάνια αν πετυχαίναμε κάποιο «υπερσπάνιο». Τα περισσότερα άλμπουμ ήταν για το ποδόσφαιρο. Αλλά υπήρχαν και τα κοριτσίστικά. Μέχρι και για την «Τόλμη και Γοητεία» με τον Ριτζ και την Καρολάιν που τότε ήταν στα ντουζένια τους, είχαν βγάλει, οι αθεόφοβοι.
Και για να γυρίσουμε στα του τάμπλετ. Ποιο τάμπλετ; Στην καλύτερη και για τους μεγαλύτερους υπήρχαν τα «ουφάδικα» που… έλιωνες στο πακ-μαν ή προς το τέλος της δεκαετίας να μας αγόραζαν οι δικοί μας το «ατάρι».

Εμείς, θα παίζαμε με τις ώρες μπάλα και δεν θα γυρίζαμε σπίτι αν δεν φώναζε η μάνα από το παράθυρο. Θα παίζαμε πετροπόλεμο ή μάχη με τα νεράτζια μέχρι να την πληρώσει το παράθυρο του γείτονα. Θα πηγαίναμε να εξερευνήσουμε τον μικρό λόφο που τότε έμοιαζε θεόρατο βουνό. Θα καθόμασταν με τις ώρες να χαζεύουμε τα μεγαλύτερα παιδιά που αγόραζαν το πρώτο τους «παπί», τρύπαγαν την εξάτμιση και έκαναν περατζάδες από την πλατεία, σπάζοντας τα νεύρα των γιαγιάδων που μαζευόντουσαν για να πλέξουν (και να κουτσομπολεύσουν)
Θα ακούγαμε μουσική από τις κασέτες που είχαμε στοιβαγμένες τη μια πάνω στην άλλη και στην καλύτερη δίσκους στο πικάπ αλλά με προσοχή για να μη σπάσουμε τη βελόνα.
Και αν είχε καύσωνα, το παιχνίδι δεν σταματούσε. Απλά στην «εξίσωση» έμπαινε το λάστιχο της αυλής. Για κλιματιστικά ούτε λόγος. Όχι ένα σε κάθε δωμάτιο, όπως τώρα. Πουθενά. Οι σπουδαίες αυτές εφευρέσεις μπήκαν στη ζωή μας μετά τον μεγάλο καύσωνα του 1987.
Τα φαγητά, οι λιχουδιές και τα αναψυκτικά


Και επειδή νηστικό αρκούδι δεν χορεύει, τρώγαμε τα πάντα. Όταν λέμε τα πάντα, εννοούμε τα πάντα. Χωρίς περιορισμούς, χωρίς καταλόγους ανθυγιεινών. Σοκολάτες, γαριδάκια, δρακουλίνια, φοφίκο. Τα πάντα όλα. Και αναψυκτικά. Οι φυσικοί χυμοί ήταν για όταν ήμασταν άρρωστοι, προκειμένου να παίρνουμε βιταμίνες αλλά μέχρι εκεί.
Η μάνα μαγείρευε υγιεινά φαγητά (για λίγο καιρό μόνο έκοψε τα πολλά πράσινα εξαιτίας του Τσέρνομπιλ) για να πάρουμε δυνάμεις αλλά, όπως γυρνούσαμε από το φροντιστήριο αγγλικών κάναμε μια στάση στο σουβλατζίδικο του κυρ Ηλία για να πάρουμε ένα πιτόγυρο που το έφτιαχνε με τα χεράκια του.
Για όσους δεν διάβασαν καλά την προηγούμενη παράγραφο, ας μου επιτραπούν δυο επισημάνσεις.
Γυρνάγαμε μόνοι μας στο σπίτι. Το φαντάζεστε; Διανύαμε δυο στενά απόσταση χωρίς να πρέπει να έχει ξεσηκωθεί το μισό σόι για το «ποιος θα πάρει το παιδί»! Τα περί εγκληματικότητας, είναι υπερβολές. Και τότε υπήρχε. Δεν δημιουργήθηκε τα τελευταία χρόνια. Ούτε τα νούμερα έχουν τεράστιες διαφορές. Αυτά τα «κοιμόμασταν με τις πόρτες ξεκλείδωτες και τα παράθυρα ανοιχτά» τα έλεγαν οι γονείς μας.
Η δεύτερη επισήμανση έχει να κάνει με τον κυρ Ηλία. Ούτε γαντάκια, ούτε σκουφάκια, ούτε ειδικές κουτάλες για να βάλει τα υλικά μέσα στην πίτα. Όλα με τα χέρια. Μέσα στα λάδια. Τα οποία σκούπιζε πάνω στην (και καλά) άσπρη ποδιά και σου έλεγε «κόλλα πέντε» αν την προηγούμενη ημέρα είχε κερδίσει ο Ολυμπιακός!

Και όταν πηγαίναμε οικογενειακώς στις ταβέρνες τρώγαμε ότι έτρωγαν οι μεγάλοι. Δεν υπήρχαν ειδικές παραγγελίες με καλοψημένα φιλετάκια. Γαρδούμπες; Γαρδούμπες. Κοκορέτσι; Κοκορέτσι. Και όταν νύσταζες αποκαμωμένος από το παιχνίδι ανάμεσα στα τραπέζια, δεν σηκωνόντουσαν όλοι να φύγουν «επειδή το παιδί κουράστηκε». Ενώνανε δυο καρέκλες και σε έβαζαν να κοιμηθείς εκεί. Και εσύ κοιμόσουν.
Οι επικοινωνίες και οι μετακινήσεις λίγο μετά την… εποχή των σπηλαίων

Όταν έβγαινες για να παίξεις, έβγαινες για να παίξεις. Έλεγες τι ώρα θα γυρνούσες (συνήθως δεν ήταν ώρα αλλά το κλασικό «μόλις νυχτώσει, ντε») και τέλος. Οι γονείς μας είχαν μόνο μια αμυδρή εικόνα του που μπορεί να είμασταν. Στην πάνω πλατεία; Στην παιδική; Στο σχολείο; Ε, κάπου εκεί, τέλος πάντων. Ούτε τηλέφωνα, ούτε μηνύματα, ούτε τίποτα. Για την ακρίβεια, στα πρώτα χρόνια εκείνης της δεκαετίας, δεν υπήρχε καν σταθερό στο σπίτι. Οι ανάγκες συνήθως εξυπηρετούνταν από το ζαχαροπλαστείο απέναντι.
«Νίκο, τράβα φώναξε τον πατέρα σου. Τον ζητάνε στο τηλέφωνο», έλεγε ο κυρ Θύμιος που πέρα από ζαχαροπλάστης ήταν και ο… ΟΤΕ της εποχής με εκείνη την κλασική κι αγαπημένη συσκευή με το κυκλικό καντράν που όλοι πίστευαν πως αν έπαιρναν το «μηδέν» θα ακουγόταν καλύτερα! Ο κυρ Θύμιος ήταν που μας ένωνε όλους. Και για τα γλυκά και για την επικοινωνία. Δυο σε ένα. Πήγαινες να μιλήσεις στο τηλέφωνο, αγόραζες και μια πάστα.
Εκείνες οι εποχές που δεν είχαμε ούτε messenger, ούτε viber και, όπως πρόσφατα μου θύμισε η Μυρτώ από το διπλανό γραφείο, αν ήσουν και λίγο καψουράκος, έπρεπε να περιμένεις μέχρι τελευταία στιγμή στο σπίτι, μπας και χτυπήσει το τηλέφωνο και ήταν το… πρόσωπο. Τότε μας ενδιέφεραν οι μεγαλύτερες κοπέλες. Που φορούσαν αυτά τα θρυλικά πουκάμισα με τις βάτες και έκαναν τα μαλλιά τους περμανάντ.
Και αν ήθελες να βρεθείς με κάποιον χωρίς να έχετε συνεννοηθεί από πριν, πήγαινες κάτω από το παράθυρο του και φώναζες. «Μητσοοοοο»! Έβγαινε ο Μήτσος κι αν είχε προλάβει να τελειώσει τα διαβάσματα ερχόταν μαζί στο παιχνίδι. Αν δεν τα είχε τελειώσει, έριχνε έναν τσακωμό, το έσκαγε και ερχόταν. Δεν έπρεπε πρώτα να μιλήσει η μαμά του, με τη μαμά σου να το σκεφτούν, να το εξετάσουν ενδελεχώς και στη συνέχεια να απαντήσουν αρμοδίως. Τα απογεύματα ήταν κλεισμένα για παιχνίδι. Εκτός κι αν ήσουν «απογευματινός» στο σχολείο. Γιατί τότε πολλά σχολεία είχαν και απογευματινή βάρδια. Μία εβδομάδα πρωί. Μια εβδομάδα απόγευμα.

Και όταν μπαίναμε στο αυτοκίνητο για να πάμε κάπου οικογενειακά, καθόμασταν στα πίσω καθίσματα και στην καλύτερη να βάζαμε ζώνες. Τα παιδικά καθισματάκια ήταν προϊόν… επιστημονικής φαντασίας. Και ο πατέρας κάπνιζε. Θα μου πει κάποιος και ήταν καλά όλα αυτά, δηλαδή; Σίγουρα όχι. Ναι, τα 80s είναι σαφώς μια εποχή που δεν κυριαρχούσε η λογική. Αλλά αφενός επιβιώσαμε και φτάσαμε εδώ που φτάσαμε και αφετέρου η υπερβολική προστατευτικότητα, στα όρια της υστερίας -χωρίς να βγάζω απ’ έξω τον εαυτό μου, ως μπαμπά, πλέον- ποτέ δεν είχε καλά αποτελέσματα. Οι γυάλες, άλλωστε, είναι για τα χρυσόψαρα.

madata.gr
irafina.gr
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Monday, 2 September 2019

Μια φορά μια γειτονιά

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσα σε μια γειτονιά.
Μια γειτονιά από αυτές που μύριζαν πεύκο και βρεγμένο χώμα και είχαν γιασεμιά στις γλάστρες να ανακατεύουν την ευωδιά τους με τα φρεσκοψημένα σουτζουκάκια και το ζυμωτό ψωμί.
Αλλά το σημαντικό σε αυτή τη γειτονιά δεν ήταν αυτό. Το σημαντικό στη γειτονιά μου ήταν ότι μύριζε ανθρωπιά και απλωμένα χέρια. Όπου κι αν γυρνούσες το βλέμμα σου, όπου κι αν έστρεφες την ανάγκη σου έβλεπες ανθρώπους από αυτούς που σε βάζουν στο σπίτι τους και σου απλώνουν το χέρι.
Η πρώτη μου ανάμνηση είναι ο στάβλος του κυρ Βασίλη που έστεκε ακόμα ανυποψίαστος απέναντι από την πολυκατοικία μας. Θυμάμαι ακόμα που κατεβαίναμε μαζί με τη μάνα μου να πάρουμε το φρέσκο αυγουλάκι και το γάλα από εκείνη την τσίγκινη κανάτα του γαλατά. Την ίδια ώρα η μυρωδιά του φρεσκοψημένου ψωμιού από τον φούρνο του Τζίκα πλημμύριζε τη γειτονιά τόσο, που κάθε φορά που πήγαινα να πάρω ψωμί γυρνούσα πίσω με το καρβέλι μισοφαγωμένο. Κολλητά με την πολυκατοικία μας έστεκε ένα υφαντουργείο. Και παραδίπλα ένα άλλο, να παράγει υφάσματα και να δίνει δουλειά στη μισή γειτονιά.
Το κλειδί πάντα πάνω στην πόρτα – όχι από την μέσα πλευρά, από την έξω – για να μπορεί να μπαίνει η γειτόνισσα χωρίς να χτυπάει. Οι πόρτες ξεκλείδωτες για να χωράει ο άνθρωπος. Κι εμείς παιδιά να αλωνίζουμε στις αλάνες την ώρα που οι μανάδες μας είχαν χρόνο για καφεδάκι και συμπαράσταση.
Μια φορά μια γειτονιά
Θυμάμαι ακόμα που αλλάξαμε σπίτι – όχι γειτονιά – και αντί να χάσουμε τους ανθρώπους βρήκαμε κι άλλους να μας ανοίξουν τις ζωές και τις καρδιές τους. Η κυρία Βούλα, η Αλίκη, η φίλη μου η Κλειώ και τόσοι άλλοι που θα χρειαζόμουν ολόκληρο βιβλίο να γράψω τις ιστορίες μας. Τώρα ζούσαμε απέναντι από το Ανάχωμα. Αυτό το ανάχωμα που αν είχε μιλιά να μιλήσει θα σου έλεγε για ολόκληρες στρατιές από πιτσιρίκια που μεγάλωσαν μέσα του, στην κυριολεξία μέσα του. Τότε που δεν υπήρχε ο κίνδυνος κι αν ακόμα υπήρχε εμείς δεν τον ξέραμε και δεν του επιτρέπαμε να μας στερήσει την παιδική μας ηλικία. Το ανάχωμα που κάθε απόγευμα έδινε ραντεβού με τη ζωή και ασφυκτιούσε από παιδικές φωνές και εφηβικούς έρωτες.
Θυμάμαι την μονοκατοικία που στέκονταν κολλητά στο σπίτι μας και φήμες έλεγαν ότι ήταν στοιχειωμένη. Και δώστου να ψάχνουμε εμείς για αποδείξεις και να σκάβουμε για να βρούμε θαμμένα κόκαλα και ανατριχιαστικά πειστήρια. Στο ορκίζομαι ότι είχαμε βρει καμιά κατοσταριά. Λίγο παραπέρα το πάρκο σκαρφαλωμένο στην πλαγιά του αναχώματος. Ένα πάρκο γεμάτο ολημερίς και ολονυχτίς με παιδιά (αλήθεια πότε διαβάζαμε;;;) και άμμο! Πολλή άμμο, τόση που έμπαινε μέχρι και στα βρακιά μας!
Παιχνίδι οργανωμένο από εμάς και όχι από τους γονείς μας και διαφωνίες που τις λύναμε μόνοι μας και καβγάδες από αυτούς που μέχρι να πεις «κύμινο» είχαν ξεχαστεί. Μήλα, τζαμί, κρυφτό, κουτσό, γκαζάκια, μπαζάρ που διοργανώναμε για να ανταλλάσσουμε παιχνίδια (είχα καβατζώσει ολόκληρη τη σειρά του Άρτσι με αυτά τα μπαζάρ) και απίστευτη, χωρίς όρια φαντασία! Και τι πείραζε που ο δρόμος δεν ήταν ασφαλτοστρωμένος και παίζαμε μέσα στις λάσπες; Ξέρεις πόσα λασποπαιχνίδια μπορεί να σκαρφιστεί ένα παιδί; Άντε παίξε με την άσφαλτο!
Θυμάμαι ακόμα τις πρώτες νεόδμητες πολυκατοικίες της γειτονιάς. Στην αρχή είχε πλάκα γιατί με τα σπασμένα τούβλα και τα ξύλα φτιάχναμε τις δικές μας καστροπολιτείες. Γρήγορα όμως η πλάκα έδωσε τη θέση της στη συνειδητοποίηση. Ο νεοπλουτισμός είχε ήδη αρχίσει να χτυπάει την πόρτα της γειτονιάς μας κουβαλώντας μαζί του τον «νεοπτωχισμό» της ψυχής και της ζωής μας. Γίναμε όλοι «κάποιοι» κι όλοι μαζί κανένας.
Μια φορά μια γειτονιά
Η γειτονιά μου άλλαξε. Έγινε in! Εμείς μετακομίσαμε και πάλι στην ίδια γειτονιά, αλλά σε δικό μας σπίτι. Τους χάσαμε τους ανθρώπους και δεν βρήκαμε καινούριους αυτή τη φορά. Κλειστήκαμε στα σπίτια μας και πήραμε το κλειδί από τη μέσα μεριά, να μην χωράει ο άνθρωπος. Οι αγκαλιές έγιναν μικρές και οι κίνδυνοι πολλοί. Οι μυρωδιές κρύφτηκαν κι αυτές πίσω από τις σφραγισμένες ακριβές αλουμινένιες μπαλκονόπορτες. Υπάρχουν μωρέ αναμνήσεις χωρίς μυρωδιές;
Ότι αγαπώ σ’ αυτή την πόλη βρίσκεται εκεί, στη γειτονιά μου στην Τούμπα. Σε μια Τούμπα που παιδούλα σχεδόν, τα ζούσε όλα με την αθωότητα και την παιδική αφέλεια ενός μικρού κοριτσιού με ξέπλεκες κοτσίδες και σημαδεμένα από το παιχνίδι γόνατα.
Σήμερα η Τούμπα γέρασε. Κάθε φορά που επισκέπτομαι την γειτονιά μου με πιάνει ένα σφίξιμο στην καρδιά γιατί πίσω από το ρυτιδιασμένο της πρόσωπο βλέπω την ομορφιά των νιάτων της και – ίσως να είναι ιδέα μου – μια σπιρτάδα στο βλέμμα. Λες να είναι που η ψυχή της ακόμα λαχταράει τις παιδικές φωνές;

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην πόλη μιας άλλης Θεσσαλονίκης.
Αλήθεια.
Και κάπως έτσι έκανα μια βόλτα στην πρώτη γειτονιά που μου ήρθε στο μυαλό όταν διάβασα για την όμορφη γειτονιά της Πέτρας, η οποία μας προσκάλεσε στο δρώμενο «Μια φορά μια γειτονιά». Τι υπέροχη ιδέα!
Εσένα ποια είναι η πρώτη γειτονιά που σου έρχεται στο μυαλό;

https://www.e-mama.gr/mia-fora-mia-geitonia-stin-toumpa/
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Tuesday, 30 July 2019

Θέλω να γυρίσω στα παλιά

Πόση ομορφιά είχαν τα παιδικά μας χρόνια! Πόση ξενοιασιά, πόσο γέλιο, πόση ελευθερία!

Έβγαινες στη γειτονιά για παιχνίδι και ήταν όλα τα παιδιά μαζί, μικρά μεγάλα, εκεί! Δεν ξεχώριζαν ηλικίες, κοινωνικές τάξεις, τραπεζικοί λογαριασμοί...
Στη δική μου γειτονιά, έπαιζαν μαζί χέρι - χέρι, η κόρη ενός γιατρού, με την κόρη ενός γεωργού, το γιο ενός φούρναρη, την κόρη και το γιο ενός εμπόρου παπουτσιών, τα παιδιά του δάσκαλου...
Άλλοτε μαζευόμασταν στις αυλές των σπιτιών μας κι άλλοτε, όταν ζαλίζαμε από τις φωνές και τα γέλια μας τις μαμάδες μας ή δεν μπορούσαμε να βρούμε κρυψώνες για το κρυφτό, στο δρόμο που παρ' ότι ήταν φαρδύς (για τα δικά μας μάτια τουλάχιστον), δεν περνούσε εύκολα αυτοκίνητο!
Εκεί παίζαμε "τα μήλα" με μπάλα κοινή, γιατί πού να μας φτουρήσουν οι μπάλες!

Κάθε τόσο έσκαγαν και αγοράζαμε εκ περιτροπής για να έχουμε πάντα. Αυτός που την αγόραζε την έπαιρνε και σπίτι του να την προσέχει μέχρι να σκάσει και να αγοράσει άλλη, ο επόμενος.

Όταν ο καιρός δεν ήταν για παιχνίδι έξω, μαζευόμασταν σε σπίτια, σκεπασμένες αυλές, υπόστεγα και τότε παίζαμε "το σχολείο" με τη δασκάλα και τους μαθητές ή μαζευόμασταν τα κορίτσια και παίζαμε "τις κουμπάρες"! Ναι, παιχνίδι ήταν όχι έκφραση (μιλάω στους νεότερους).

Οι κούκλες μας, όλες ξεμαλλιασμένες από την πολλή περιποίηση, ήταν πάντα καλά προφυλαγμένες είτε σε καρότσια, είτε στην αγκαλιά μας, ενώ τα αγόρια, που τύχαινε να μας δουν έβαζαν τα γέλια και άρχιζαν τα πειράγματα, όταν τις αφήναμε στην άκρη, για να παίξουμε κυνηγητό  ή όταν κάναμε τις πρώτες μας απόπειρες να μάθουμε ποδήλατο!

Και το ποδήλατο, δεν ήταν πάντα, αγορασμένο για μας. Μπορεί να ήταν του μεγαλύτερου αδερφού/αδερφής ή και κάποιου στη γειτονιά, που μεγάλωσε και δεν τον χωρούσε πια. Αγορίστικα - κοριτσίστικα ποδήλατα, ποτέ δεν μας απασχόλησαν. Είχε δύο ρόδες; Για μας ήταν ποδήλατο και έπρεπε να μάθουμε να ισορροπούμε πάνω του, για να μη φάμε τα μούτρα μας, κάτι που κανείς μας δεν γλίτωσε!

Φέρνοντας στο μυαλό αυτές τις αναμνήσεις, συνειδητοποιεί κανείς, πως δεν χρειαζόμασταν τίποτα το τρομερό, για να είμαστε ευτυχισμένα παιδιά! Ούτε laptop, ούτε κινητό, ούτε κονσόλα, ούτε σινιέ φόρμες, ούτε ακριβά παπούτσια...

Μόνο τους γονείς μας, τη ζεστασιά του σπιτιού μας και την παρέα της γειτονιάς με τα ατελείωτα παιχνίδια στους δρόμους, στις κοντινές αλάνες και τις αυλές με τα γιασεμιά και τους βασιλικούς, τις μολόχες και τα γαρύφαλλα μέσα στις πήλινες γλάστρες, που κάθε τόσο έσπαγαν όταν έπεφτε, πάντα κατά λάθος, το ποδήλατο πάνω τους.
Αυτές, που με τον καιρό αντικαταστάθηκαν από τενεκέδες του λαδιού, για να γλιτώσουν οι μανάδες μας το μπελά της συχνής αλλαγής και τα μαλώματα.

Δεν μας μάλωναν συχνά πάντως ή τουλάχιστον δεν το θυμάμαι... Εκείνο που θυμάμαι, είναι να μας φωνάζουν να γυρίσουμε στο σπίτι, όταν έπεφτε το βράδυ ή όταν παρά τη βροχή, εμείς επιμέναμε να συνεχίζουμε απτόητοι το παιχνίδι μας, έχοντας πολλές φορές μαζί μας και τα μικρά μας αδέλφια που φορούσαν πάνες! Συμμετείχαν όμως επί ίσοις όροις σε όποιο παιχνίδι επέλεγε η παρέα. Διαλέγαμε ένα ρόλο και γι' αυτά, αφού ήθελαν ντε και καλά να είναι μαζί μας.

Έτσι μεγάλωναν τα παιδιά τότε... ελεύθερα από άγχη, φοβίες, τέσσερις τοίχους, dvd και πλαστικά πλέγματα στα μπαλκόνια! Χωρίς δικό τους δωμάτιο τα περισσότερα, αλλά με δική τους παρέα και γειτονιά, που τη μάθαιναν μόλις μάθαιναν να περπατούν και να επικοινωνούν.

Και πάνω στην ώρα, θαρρείς και συνωμοτούσε ακόμα και ο ραδιοφωνικός σταθμός, ακούγεται το τραγούδι! "Θέλω να γυρίσω στα παλιά..."

Αφιερωμένο στις τρυφερές αναμνήσεις των παιδικών μας χρόνων.

            Μαρίνα Aντωνίου
 
Σκεπτόμενη, όχι σκεπτικίστρια!... Σπούδασα αριθμούς αγαπώντας τις λέξεις! Τελικά, βρέθηκα να γράφω και να δημιουργώ στο "e-periodiko mas". Με μια βόλτα στο https://toperiodikomas.blogspot.gr, θα καταλάβετε...mygdalia
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Saturday, 9 March 2019

Το Μαιευτήριο μιας άλλης Εποχής!

Του Αντώνη Δρεμέτσικα
Σας έχω, όλες και όλους!
Εδώ στο μαιευτήριο - παλάτι, παλιογάλαρα, Ραχών Γορτυνίας!
Ήταν Μάρτης 1941! 

Το χωριό άδειο από «δυνάμενους να φέρουν όπλο». Έφυγαν και κρύβονταν σε σπηλιές και καλύβες! 
Γερμανοί και Ιταλοί δεν τους έβρισκαν κι ανησυχούσαν! 
«Αλώνιζαν» τις καλύβες και τις σπηλιές. 

Οι γονείς μου έφτιαξαν την χαμοκέλα της φωτογραφίας κι έβαλαν μέσα την φαμελιά τους και γύρω – γύρω τα ζωντανά τους!
Βράδιασε η έξι Μάρτη και οι πόνοι τσίτωσαν την μάνα μου. «Τρέξε Μήτσο, φώναξε την γριά Στάθαινα (μαμή), απόψε θα γεννήσω»! Ενώ εκείνος έφυγε τρέχοντας, οι πόνοι μεγάλωναν. 
Στην στενόχωρη καλύβα των 25 τετραγωνικών κοιμώσαντε 4 μικρά παιδιά της.
Με ψυχραιμία άναψε την φωτιά και το καντήλι. 
Προσευχήθηκε, πήρε ένα λιχνάρι και με μια μπατανία βγήκε νύχτα στην αυλή και την έστρωσε καταμεσής στα πρόβατα. 
Ήταν ο μήνας που γένναγαν οι προβατίνες. 
Θα γεννήσω κι εγώ, όπως και οι προβατίνες, σκέφτηκε και πήρε την μεγάλη απόφαση. 
Οι προβατίνες έκαναν κύκλο γύρω της λες και με συμπόνια κατάλαβαν την ανάγκη της. Ένιωθε πάνω της, την ζεστασιά της εκπνοής τους κι έπαιρνε δύναμη και κουράγιο. 

Σε λίγο η γέννα ολοκληρώθηκε. Το διέδωσε το δυνατό μου κλάμα! 
Τα σκυλιά αναστατώθηκαν κι άρχισαν να γαυγίζουν ασταμάτητα.
Η μάνα τακτοποίησε τον εαυτό της με την εμπειρία που είχε ως μαμή σε άλλες γυναίκες. 
Έτσι γινόταν τότε. 
Σε κάθε γέννα η πιο έμπειρη μάθαινε τις νεότερες. 

Με φρόντισε από το κρύο και με πήρε μαζί της δίπλα στη φωτιά. Ο πατέρας μου επιστρέφοντας με την μαμή, άκουσε από μακριά τα γαυγίσματα των σκυλιών και ανησύχησε. Θα πέσανε λύκοι, ή κλέφτες στο μαντρί σκέφτηκε κι άφησε τον βηματισμό της γριάς Στάθαινας και τρέχοντας έφτασε στην χαμοκέλα. 
Βρήκε την μάνα μου στο παραγώνι δίπλα στην φωτιά με μένα στην αγκαλιά της. Έφτασε και η μαμή και ολοκλήρωσε την τακτοποίηση!

Αυτός ο τρόπος γέννησης με έχει συνδέσει Συμπαντικά με την θέση στην αυλή όπου γεννήθηκα. Είναι μια μοναδική αίσθηση που σπάνια μπορεί να υπάρξει σε άνθρωπο για να με καταλάβει.

mygdalia
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Λεωφορείον ο χρόνος

Τα καλοκαίρια των παιδικών μου χρόνων…
Μέρες ατέλειωτες με θάλασσα και αλμύρα
Νύχτες γαλήνιες, υγρές με άρωμα από γιασεμί
Προτού χαράξει, ένας ήχος, σαν παλμός, με ένα ρυθμό κατευναστικό
Οι μηχανές των ψαρόβαρκων
Μπορεί και να ήταν οι μηχανές του χρόνου, που δούλευαν ακόμη κι όταν η πόλη κοιμόταν
Οι άνθρωποι, μόλις ξημέρωνε, πλημμύριζαν τους δρόμους, ακολουθώντας τον ρυθμό μιας ακόμη εργάσιμης μέρας, με τις καθημερινές ασχολίες τους
Όταν άνοιγα τα μάτια, ο ήλιος ήταν ήδη ψηλά και από την κουζίνα έβγαιναν μυρωδιές, από καφέ και φαγητά

Φωνές από πλανόδιους που διαλαλούσαν την πραμάτεια τους, όπως σε ένα πανηγύρι
«Κουλούρκα, ταχινόπιττες, καλόν πράμαν… Παττίσιες, πατάτες έχω… Ακονίζω μασιαίρκα…»

Φωνές και από τα παιδιά της γειτονιάς που έτρεχα να συναντήσω για να αναλωθούμε μαζί στο παιχνίδι, μες στο λιοπύρι
Βουτιές στη θάλασσα και υποχρεωτική μεσημβρινή αργία

Τον Αύγουστο παραθέριζα στο χωριό των παππούδων
Μέρες γεμάτες ουρανό, νύχτες κεντημένες αστέρια
Από το δώμα παρατηρούσα το νυχτερινό στερέωμα
Για κάθε πεφταστέρι και μια ευχή
Οι ευχές αμέτρητες όπως τα άστρα και τα τριζόνια
Νυχτερίδες, κουκουβάγιες πετούσαν κάποτε, ψηλά από πάνω μας

Στο «απαλάτιν», όπου ξαπλώναμε ακούγονταν τριξίματα στα βολίτζια
Κάτι σαν σούρσιμο, του χρόνου ίσως που κυλούσε με άλλο ρυθμό εδώ στο βουνό, χωρίς ρολόγια
Ο μόνος αληθινός χρόνος της ανατολής και της δύσης

Πρωινό ξύπνημα από τα γκαρίσματα των γαϊδουριών και το κικιρίκου των πετεινών που λαλούσαν την πρώτη καλημέρα
Μαζί τα τζιτζίκια, έπιαναν το τραγούδι τους, έναν ύμνο στο καλοκαίρι και στο φως
Κουδουνίσματα από τις κατσίκες και τα πρόβατα που έβγαιναν για βοσκή
Ο ουρανός γέμιζε πουλιά, κουρούνες, περιστέρια, χελιδόνια
Κάποτε βλέπαμε γεράκια και αητούς, να υπερίπτανται των χαραδρών, της κοιλάδας του Διαρίζου

Τα πάντα έβγαιναν από το σκοτάδι, την ακινησία της νύχτας
Την ώρα που η γιαγιά ξεφούρνιζε ή τάιζε τις κότες, φωνάζοντας «πούρι-πούρι-πούρι», ακουγόταν μια παρατεταμένη πουρού
Ήταν από το «Πουλλάκι», το λεωφορείο που συνέδεε καθημερινά -εκτός Κυριακής- το απομακρυσμένο χωριό με την πόλη
Χτισμένο κάτω από το όρος Κορτυλάς, είχε τα γύρω βουνά σαν φυσικό τείχος
Αθέατο από τα μάτια των Σαρακηνών και τις συχνές επιδρομές τους στο νησί

Έφευγε το «Πουλλάκι», με τους άντρες καθισμένους μπροστά και τις γυναίκες πίσω
Οι άντρες κατέβαιναν στις δουλειές τους, κυρίως σε οικοδομές ή εργοστάσια
Οι γυναίκες επισκέπτονταν τα παιδιά τους στην πόλη
Στα πόδια τους είχαν καλάθια με αναράδες, χαλούμια, αυγά, πουρέκια, καττιμέρκα

Στο πίσω μέρος και στην οροφή, φορτωμένα σακιά από σιτάρι, αθάσια, κοφίνες σταφύλι, ή νταμιτζάνες ζιβανία, οπωρικά ακόμη και ψυγεία ή έπιπλα

Το «Πουλλάκι» εκτελούσε και ταχυδρομικά χρέη, μεταφέροντας την αλληλογραφία, επιστολές και καρτ ποστάλ, από τους απόδημους συγγενείς, τα οποία ο μουχτάρης ή ο ιερέας διάβαζαν μεγαλόφωνα στον καφενέ αφού οι χωρικοί δεν ήξεραν γράμματα
Καθισμένοι κύκλο, άκουγαν επίσης την  ανάγνωση της εφημερίδας  με τα νέα από το Προεδρικό, τη Χώρα και τον έξω κόσμο που δεν είχαν ποτέ επισκεφτεί

Το «Πουλλάκι» έφερνε στην πόλη τον παππού και τη γιαγιά, στις μεγάλες γιορτές,
Απόκριες, γενέθλια, εθνικές επετείους
Χριστούγεννα, Πάσχα και Δεκαπενταύγουστο, ανεβαίναμε πάντοτε εμείς

Σκύβαμε και φιλούσαμε το χέρι τους, ενώ αυτοί μας το ανταπέδιδαν με ένα φιλί στο μέτωπο
Ποτέ δεν λέγαμε «αγαπώ σε» και τέτοια περιττά λόγια
Τα συναισθήματα ήταν ιερά και θα έχαναν από την αίγλη και τη δύναμή τους αν γίνονταν λέξεις
Τα λόγια των παππούδων και των χωρικών ήταν μετρημένα όπως και η ζωή τους

Ο χρόνος έκανε κύκλους με την ιεροτελεστία των τεσσάρων εποχών, τις γιορτές, τους γάμους, τις γεννήσεις, μα και τους θανάτους και τις απώλειες
Στο κοιμητήρι, στην είσοδο του χωριού κοιμούνται εν ειρήνη ο παππούς Λεωνίδας, η γιαγιά Στασού, ο Παναής το «Πουλλάκι», συγγενείς και χωριανοί

Οι άνθρωποι είναι πια ένα με το χώμα και τη γη που αγάπησαν, την οποία καλλιέργησαν, τους έθρεψε και που τώρα πια τη θρέφουν οι ίδιοι
Οι ψυχές τους βρίσκονται στην κάθε πέτρα, στην κάθε αμυγδαλιά, στο κάθε αμπέλι του χωριού, στον αέρα που αναπνέουμε

Τέσσερις δεκαετίες πέρασαν από τα παιδικά και εφηβικά μου καλοκαίρια
Σήμερα, μπαίνοντας στο χωριό, μου λέει η Νάτια, η αδελφή μου:
Κοίτα το «Πουλλάκι»
Το λεωφορείο των παιδικών μας χρόνων, καθηλωμένο στο χώμα, σαν ένα γλυπτό από σιδερικά, μισοθαμμένο έξω από το κοιμητήρι
Από τα παράθυρά του ξεπετάγονται αγριόχορτα, θάμνοι, κλαδιά δέντρων, θύμησες, συναισθήματα και απέριττη ομορφιά

Αλήθεια, πώς δεν το πρόσεξα όλα αυτά τα χρόνια που τέθηκε εκτός κυκλοφορίας και αφέθηκε εκεί, στη σκουριά του χρόνου;
Μέσα από την ακινησία του αναβλύζει μια αρχέγονη ενέργεια και μια αέναη δύναμη
Το πάθος για τη χαρά της ζωής…

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ ΚΑΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΑΠΟ ΕΚΘΕΣΗ  #recalling 2018, Almyra, Πάφος, 23 Φεβρουαρίου – 17 Μαρτίου 2019
philenews.com
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki