του Παντελή Μπουκάλα
Κάθε φορά που κάποιος από τη χορεία των «επωνύμων» γίνεται
ήρωας αλγεινών επεισοδίων (πότε γιατί περιφέρεται ένοπλος στη
Βουλή, πότε γιατί προσποιείται αμνησία για να κατευνάσει τις Ερινύες, πότε
γιατί «κανονίζει σαν άντρας» τα ερωτικά του, κτλ) δεν χάνουμε την ευκαιρία
της ομαδικής ψυχανάλυσης / ψυχοθεραπείας, την ευκαιρία δηλαδή να
θεωρήσουμε την παραβατική συμπεριφορά αποκλειστικό γνώρισμα του ψυχισμού
των συγκεκριμένων ανομούντων.
Ενόσω δακτυλοδεικτούμε αυστηρότατοι τους «κακούς» κερδίζουμε (έτσι
νομίζουμε δηλαδή) τη διαφορά μας, τη λευκότητά μας, την αγιοσύνη μας. Κι
ωστόσο, Ο κ. Κ., ο κ. Γ., ο κ. Γ., ο κ. Τ., ο κ. Εξουσία τυγχάνουν
εκπρόσωποί μας και ως προς αυτό, ως προς την ωμότητα δηλαδή και τη μαγκιά,
με την οποία όλο και συχνότερα ταυτίζεται το θρυλικό «ελληνικό
φιλότιμο».
Η πολεμική κραυγή «ξέρεις
ποιος είμαι εγώ, ρε;» -μια κραυγή που για την εκφορά της αρκούν τα δόντια
και περιττεύει η γλώσσα- δεν εκστομίζεται μόνο από τους διάσημους, τους
εξουσιούχους, τους κατέχοντες. Είναι ένα
εμβατήριο γραμμένο στη μαγνητοταινία που παίζει η μηχανική ψυχή όλων μας.
Με την ευκολία που έχουμε να αναβαθμίζουμε σε μείζον το παντελώς ασήμαντο,
το τιποτένιο, μπορούμε να σφαχτούμε (κι όχι μόνο στα λόγια) για οτιδήποτε
θα μας φαινόταν καταγέλαστο αν δεν είχε θολώσει ο νους και το βλέμμα μας:
Για την προτεραιότητα ή για μια θέση παρκαρίσματος (άλλωστε ο
εγωισμός μας όταν κυκλοφορεί εποχούμενος, όταν προστατεύεται από το
τετράτροχο άρμα του, συντρίβει όλα τα δεσμά του λεγόμενου πολιτισμού),
για μια καρέκλα στην πολυσύχναστη ταβέρνα που την πρόλαβε κάποιος
άλλος, για τα νερά που τρέχουν από το μπαλκόνι του γείτονα,
για το μωρό που γκρινιάζει μεσημεριάτικα (θαρρείς κι
είναι...

