Ο Τσαϊκόφσκι ανέλαβε να συνθέσει το έργο τον Μάιο του 1875, ύστερα από παραγγελία του μπαλέτου του Θεάτρου Μπολσόι της Μόσχας και με αμοιβή που δεν ξεπερνούσε τα 800 ρούβλια, μάλλον χαμηλή για την αξία του. Ήταν η χρονιά της αναγνώρισης και μία από τις παραγωγικότερες του σπουδαίου ρώσου συνθέτη. Το ολοκλήρωσε ένα χρόνο αργότερα σε λιμπρέτο του Βλαντιμίρ Μπεγκιτσόφ και του Βασίλι Γκέλτσερ.
Η πρεμιέρα του μπαλέτου δόθηκε στις 20 Φεβρουαρίου 1877 στο θέατρο Μπολσόι, σε χορογραφία Γιούλιους Ράιζινγκερ, με μέτρια επιτυχία. Το μεγάλο θέατρο της Μόσχας ήταν ασφυκτικά γεμάτο εκείνη τη βραδιά, αλλά το κοινό δεν έδειξε να ενθουσιάζεται από το έργο. Οι κριτικές που δημοσιεύτηκαν στον τύπο την επόμενη ημέρα ήταν διχασμένες.
Η υπόθεση του μπαλέτου βασίζεται σ’ ένα γερμανικό παραμύθι από τη συλλογή του γερμανού συγγραφέα Γιόχαν Μουζέους (1735-1787) με τίτλο «Το κλεμμένο πέπλο», αν και σύμφωνα με κάποιους κριτικούς, το λιμπρέτο παρουσιάζει ομοιότητες με το ρώσικο παραμύθι «Η λευκή πάπια», που συνέλεξε ο ρώσος λαογράφος Αλεξάντερ Αφανάσιεφ (1826-1871).
Αν και το παραμύθι με τις μαγεμένες κόρες, τις μεταμορφωμένες σε κύκνους, και τα κακά ξωτικά, που αποτελεί το θέμα αυτού του κατ’ εξοχήν ρομαντικού μπαλέτου, μοιάζει κάπως παιδαριώδες, δεν συμβαίνει το ίδιο με την τεχνική του όψη που είναι εκπληκτική. Το αντάζ, το πα-τε-ντε, η μεγάλη βαριασιόν της Οντέτ και ο χορός των μικρών κύκνων στη δεύτερη πράξη είναι δικαίως ονομαστά. Στην τρίτη πράξη, η βαριασιόν, η λεγόμενη «του Μαύρου Κύκνου», απαιτεί υψηλή τεχνική από τον χορευτή, που φθάνει στα ύψη της δεξιοτεχνίας.
Η «Λίμνη των Κύκνων» θεωρείται ένα από τα καλύτερα μπαλέτα όλων των εποχών. Κι αυτό, γιατί ενσαρκώνει όσο κανένα άλλο όλη τη γκάμα των ανθρώπινων συναισθημάτων, από την ελπίδα μέχρι την απόγνωση, από τον τρόμο μέχρι την τρυφερότητα, από τη μελαγχολία μέχρι την έκσταση.
Περισσότερα στην Πηγή: © SanSimera.gr




