Showing posts with label μιλάμε. Show all posts
Showing posts with label μιλάμε. Show all posts

Friday, 6 November 2020

Να μιλάμε και να ακούμε

Ένα από τα πιο σημαντικά θέματα στη ζωή μας είναι η επικοινωνία μας με τους άλλους. Η επικοινωνία καθορίζει τι είδους σχέσεις θα δημιουργήσουμε και τι θα μας συμβεί στη ζωή μας. 
Η ποιότητά της είναι καθοριστική σε κάθε μορφή σχέσης που έχουμε· o τρόπος που συνδεόμαστε, που δημιουργούμε οικειότητα, που αποδίδουμε όσο αποδίδουμε, που συνεννοούμαστε, όλα εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την ικανότητα μας να επικοινωνούμε.

Η επικοινωνία αποτελεί τη διαδικασία και την τέχνη με την οποία μεταδίδονται μηνύματα που έχουν ως περιεχόμενο σκέψεις, συναισθήματα, θέσεις, αντιλήψεις, γνώσεις, ιδέες και οτιδήποτε άλλο μπορεί ο ανθρώπινος νους να συγκροτήσει. Τα 2/3 αυτής αποτελούν μη λεκτική επικοινωνία, ενώ το υπόλοιπο αποτελεί τη λεκτική. 

Ουσιαστικά το μισό κομμάτι της επικοινωνίας έχει να κάνει με εσωτερικές διεργασίες – μνήμης, αντίληψης, σκέψης, συναισθημάτων – και το υπόλοιπο έχει να κάνει με την έκφραση αυτών των εσωτερικών διεργασιών. 

Στην επικοινωνία μας με τους άλλους, το νόημα μπορεί να μην είναι το ίδιο, διότι ο καθένας από εμάς, επιλέγει να εστιάσει την προσοχή του σε διαφορετικά στοιχεία της επικοινωνίας· εξαιτίας των εμπειριών του, του τρόπου σκέψης του, της αντίληψής του, των αξιών και των ηθικών του αρχών, της ηλικίας του, των θρησκευτικών του πεποιθήσεων, κ.λπ.

Ότι συμβαίνει ανάμεσα σε δύο ανθρώπους όταν επικοινωνούν, έχει περισσότερα επίπεδα από όσα φαίνονται στην επιφάνεια. 

Συχνά, αυτό που θέλουμε να πούμε μπορεί να είναι διαφορετικό από αυτό που προδίδει η γλώσσα του σώματος μας· η έκφραση του προσώπου μας, το βλέμμα μας, οι κινήσεις των χεριών, η τοποθέτηση των ποδιών, κ.λπ. Κάποιες φορές, τα μηνύματα του σώματος μας μπορεί να υπερισχύουν των λεκτικών μηνυμάτων με αποτέλεσμα το σώμα να προδίδει πληροφορίες που ο λόγος μας προσπαθεί να αποκρύψει. Η ασυμφωνία ανάμεσα στη λεκτική και τη μη λεκτική επικοινωνία παράγει διπλά μηνύματα. Όταν στην επικοινωνία μας με τους άλλους αντιμετωπίζουμε διπλά μηνύματα τότε είναι πιθανό· να ακούσουμε τα λόγια και να αγνοήσουμε τα υπόλοιπα, να “ακούσουμε” το μη λεκτικό μήνυμα και να αγνοήσουμε τα λόγια, να τα αγνοήσουμε όλα αλλάζοντας κουβέντα ή φεύγοντας, ή/και να σχολιάσουμε το διπλό χαρακτήρα του μηνύματος.

Ο καθένας από εμάς έχει μοναδικές ανάγκες και επιθυμίες, καθώς και έναν μοναδικό τρόπο για να τις εκφράζει. 

Σύμφωνα με την οικογενειακή θεραπεύτρια Satir υπάρχουν διάφοροι τρόποι επικοινωνίας – τους οποίους μάθαμε μέσα στην οικογένεια μας όταν ήμασταν παιδιά – και κάθε άνθρωπος μπορεί να χρησιμοποιεί παραπάνω από έναν τρόπο ανάλογα τις συνθήκες και τις σχέσεις μέσα στις οποίες πραγματώνεται η επικοινωνία. Με αυτήν την έννοια ο ένας τρόπος μπορεί να εμπλέκεται, να περιέχεται και να συμπλέκεται με έναν άλλον τρόπο.

  • Στον επικριτικό τρόπο επικοινωνίας, υπάρχει η τάση το άτομο να κατακρίνει, να αποδοκιμάζει και να εκδηλώνει δυσαρέσκεια, αγανάκτηση και θυμό, έτσι ώστε ο άλλος να τον θεωρήσει δυνατό. Τα συναισθήματα που εκδηλώνει είναι κυρίως αρνητικά και η στάση και συμπεριφορά του είναι συνήθως προσβλητική και απορριπτική. Αυτός ο τρόπος επικοινωνίας προκαλεί στους άλλους φόβο ώστε να με υπακούσουν.
  • Στον συμβιβαστικό τρόπο επικοινωνίας υπάρχει η τάση το άτομο να μιλάει κολακευτικά, να υποχωρεί εκδηλώνοντας υπερβολική ευγένεια και συστολή, να προσπαθεί να ικανοποιήσει τις ανάγκες του άλλου, να είναι ευχάριστο. Ποτέ δεν διαφωνεί και πάντα δίνει εξηγήσεις έτσι ώστε το άλλο πρόσωπο να μη θυμώσει. Ταυτόχρονα, βιώνει συναισθήματα θλίψης, απογοήτευσης και απόγνωσης. Αυτός ο τρόπος επικοινωνίας προκαλεί στους άλλους τύψεις ώστε να με λυπηθούν.
  • Ο παραπλανητικός τρόπος επικοινωνίας χαρακτηρίζεται από μια τάση για πλάγια και συγκεχυμένη έκφραση μηνυμάτων. Το περιεχόμενο των όσων λέει, αλλά και τα συναισθήματα του ατόμου δεν εκφράζονται άμεσα κατά την επικοινωνία και δεν είναι ξεκάθαρα· άλλα σκέπτεται το άτομο και άλλα επικοινωνεί. Αυτός ο τρόπος επικοινωνίας προκαλεί στους άλλους διάθεση για κέφι ώστε να με ανεχτούν.
  • Ο υπολογιστικός τρόπος επικοινωνίας είναι ο πιο αποστασιοποιημένος, ο πιο απόμακρος τρόπος επικοινωνίας. Το άτομο είναι άψογο στους τρόπους του, πολύ λογικό, δεν εκφράζει τα συναισθήματα του, ούτε υπάρχει προσωπική τοποθέτηση και θέση. Φαίνεται ήρεμο, ψυχρό, συγκεντρωμένο έτσι ώστε να αντιμετωπίσει τον άλλο που θεωρεί απειλή, ως ακίνδυνο. Γίνεται απλά μια θεωρητική παρουσίαση κάποιου θέματος, συνήθως με την μορφή κηρύγματος. Αυτός ο τρόπος επικοινωνίας προκαλεί στους άλλους φθόνο ώστε να συμμαχήσουν μαζί μου.
  • Ο πιο κατάλληλος τρόπος επικοινωνίας είναι ο εναρμονισμένος, όπου το άτομο ξέρει τι νιώθει και τι σκέπτεται, γνωρίζει πώς θα επικοινωνήσει για να εκφράσει τόσο τα συναισθήματά του, όσο και τις σκέψεις του, απενοχοποιημένος από φόβους και ενοχές. Σε αυτόν τον τρόπο επικοινωνίας όλα τα μέρη του μηνύματος ακολουθούν την ίδια κατεύθυνση: η φωνή και τα λόγια συμφωνούν με την έκφραση του προσώπου, τη στάση του σώματος και τον τόνο. Το βασικό στην ευθύτητα είναι ότι μπορούμε να διαλέξουμε πότε και πως θα μιλήσουμε και να βρίσκουμε το κατάλληλο πλαίσιο για αυτό. Αυτού του είδους η επικοινωνία βοηθά στην ανάπτυξη υγιών σχέσεων που διακρίνονται από εμπιστοσύνη, ασφάλεια, κατανόηση, εκτίμηση, σεβασμό και αγάπη.

Προκειμένου να βελτιωθούν οι δεξιότητες επικοινωνίας, είναι σημαντικό να μάθουμε να στέλνουμε ξεκάθαρα μηνύματα αλλά και να τα λαμβάνουμε με ακρίβεια. Σύμφωνα με τον ψυχολόγο Tomas Gordon, υπάρχει μια σημαντική και θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στα μηνύματα σε πρώτο πρόσωπο και στα μηνύματα σε δεύτερο πρόσωπο. 

Τα μηνύματα σε δεύτερο πρόσωπο (μηνύματα του τύπου «Εσύ…») εμπεριέχουν ένα λανθάνον νόημα που συνήθως υπονοεί κριτική, απόδοση φταιξίματος, κατηγορία ή υποτίμηση του άλλου. Αντίθετα, τα μηνύματα σε πρώτο πρόσωπο μεταδίδουν την επίδραση που έχει πάνω μας η συμπεριφορά του άλλου σε μια δεδομένη κατάσταση. Τα ολοκληρωμένα μηνύματα απαρτίζονται από παρατηρήσεις, σκέψεις, συναισθήματα και ανάγκες.

Η ποιότητα μιας σχέσης στηρίζεται στην ποιότητα της επικοινωνίας. Η επικοινωνία είναι αμοιβαία, αμφίδρομη και αντίστροφη διαδικασία. Έτσι, εκτός από την μετάδοση ξεκάθαρων μηνυμάτων, ένα άλλο σημαντικό μέρος της επικοινωνίας είναι το να μάθει κανείς να ακούει. Η ικανότητα να μπορεί να κανείς να «ακούει ενεργητικά» (Gordon) περιλαμβάνει την πρόθεση του ατόμου να κατανοήσει, να απολαύσει και να μάθει από τα λεγόμενα του άλλου. Με το να ακούμε πραγματικά, μεταδίδουμε σεβασμό και αναπτύσσουμε τη συνειδητότητα και την κατανόηση. 

Η ενεργητική ακρόαση σημαίνει να αποφεύγoυμε το διάβασμα της σκέψης του άλλου, να τον κρίνουμε ή να προετοιμάζουμε μια απάντηση ή αντεπίθεση. Επίσης, σημαίνει να μην ακούμε με αποκλειστικό σκοπό τη διαφωνία ή την αντιδικία. Η ουσιαστική επικοινωνία επιτυγχάνεται όταν ακούμε πραγματικά τον άλλο, όταν προσπαθούμε να μπούμε στη θέση του και να τον κατανοήσουμε· όταν εκφράζουμε τις ανάγκες, τις επιθυμίες και τα συναισθήματά μας χωρίς θυμό ή ενοχές και όταν σεβόμαστε και αποδεχόμαστε τόσο τον εαυτό μας όσο και τον άλλο.

Τέλος, όσο πιο πλήρης και ολοκληρωμένη είναι η επαφή που έχει κάποιος με τον εαυτό του και με τους άλλους, τόσο μεγαλύτερη η δυνατότητα του να αντλήσει αγάπη και ενδιαφέρον και να επιλύσει πιθανές διαφωνίες μαζί τους. 

Η στάση που έχει το άτομο για τον εαυτό του και η αντίληψή του για το πώς το βλέπουν οι άλλοι, καθορίζουν σε σημαντικό βαθμό τον τρόπο με τον οποίο επικοινωνεί.

Αγγελική Μπουμπούλη, Ψυχολόγος, Επιστημονική Συνεργάτης της Εταιρείας Περιφερειακής Ανάπτυξης και Ψυχικής Υγείας

schooltime.gr
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Wednesday, 8 July 2020

Αρπαγή ανηλίκου: Πώς μιλάμε στα παιδιά ανά ηλικία - Το προφίλ των δραστών

Όχι, το «μη μιλάς σε ξένους» δεν αρκεί. Πρακτικές συμβουλές προς γονείς και ο μύθος του «ξένου». Τι λένε ειδικοί
«Παιδί μου, ποτέ μη μιλάς σε ξένους». Αυτή είναι μια συμβουλή-προσταγή των περισσότερων γονέων στα παιδιά τους για να τα προστατεύσουν από τα χειρότερα. Ο «ξένος», ο «κακός» που θέλει να πειράξει το παιδί τους, να το απαγάγει, να του κάνει κακό. Όμως οι ειδικοί γνωρίζουν ότι αυτή και μόνο η συμβουλή δεν είναι αρκετή για να προστατεύσει τα παιδιά μας. Αφενός γιατί το θέμα της αρπαγής ανηλίκων και της εκπαίδευσης των παιδιών για την προστασία τους, είναι πολύ πιο περίπλοκο ζήτημα από το «μη μιλάς σε ξένους». Και αφετέρου -και πιο σημαντικό- το γεγονός ότι δεν μπορούν να κάνουν μόνο οι ξένοι κακό σε ένα παιδί. Το αντίθετο μάλιστα.Η HuffPost Greece μίλησε για το θέμα με την Καθηγήτρια Κλινικής Ψυχολογίας, Τίνια Απέργη, την ψυχολόγο Πόλυ Κεφαλά και την Κλινική Εγκληματολόγο και διευθύντρια του Διεθνούς Ινστιτούτου Κυβερνοασφάλειας (CSIi), Καλλιόπη Ιωάννου.  
Οι ειδικοί συμφωνούν: τα στατιστικά στοιχεία δείχνουν ότι τα παιδιά κινδυνεύουν να κακοποιηθούν και κακοποιούνται κυρίως από ανθρώπους που γνωρίζουν. Μέλη της ίδιας της οικογένειας, φίλοι και γνωστοί. Άνθρωποι που το παιδί γνωρίζει, ή που οι ίδιοι γνωρίζουν αρκετές λεπτομέρειες για τη ζωή του, τις οποίες μπορούν να χρησιμοποιήσουν για να το προσεγγίσουν.

Ο γνωστός θύτης

«Το «Μη μιλάς σε ξένους» είναι μια φράση που έχουμε ακούσει όλοι μεγαλώνοντας και τη χρησιμοποιούμε κι εμείς συχνά με τη σειρά μας για να μάθουμε στα παιδιά μας να προστατεύουν τον εαυτό τους.  Όσο οικείο και σωστό κι αν ακούγεται όμως οι έρευνες δείχνουν ότι όχι μόνο δεν βοηθάει αλλά μπορεί και να φέρει το αντίθετο αποτέλεσμα», μας λέει η κα Απέργη. «Ο «ξένος» είναι συχνά μία αφηρημένη έννοια για τις μικρότερες ηλικίες και τα παιδιά το συνδέουν με τους άσχημους και κακούς χαρακτήρες που βλέπουν στις ταινίες.  Κάποιος που μιλάει όμορφα και φέρεται φιλικά δε μπορεί να είναι «ξένος»…..και οι μεγάλοι μιλάνε συχνά σε «ξένους».  Τα στατιστικά στοιχεία δείχνουν ότι τα παιδιά κινδυνεύουν να κακοποιηθούν και κακοποιούνται κυρίως από ανθρώπους που γνωρίζουν, άρα η αποφυγή των «ξένων» δεν συμβάλει ιδιαίτερα στην προστασία τους».
Και όσο και αν θεωρούμε ότι το φαινόμενο της αρπαγής ανηλίκου δεν είναι τόσο συχνό, κάνουμε λάθος. «Μελέτες έχουν δείξει ότι τα μέσα ενημέρωσης συμβάλλουν σε αυτήν την εσφαλμένη αντίληψη επειδή τείνουν να επικεντρώνονται σε υποθέσεις απαγωγών που διαπράττονται από αγνώστους, ενώ ουσιαστικά αγνοούν τον πιο συνηθισμένο τύπο απαγωγής που διαπράττεται από μέλη της οικογένειας», μας λέει η κα Ιωάννου.

Τι λέμε στα παιδιά

Πώς λοιπόν μπορούμε να μιλήσουμε στα παιδιά για να τους μάθουμε πώς να προστατεύονται και παράλληλα να μην τα τρομάξουμε; Η κάθε ηλικία είναι διαφορετική και χρειάζεται ειδικό χειρισμό, μας λέει η κα Απέργη.

0-4

Η συμβουλή για αυτές τις ηλικίες είναι μία: Δεν τα αφήνουμε από τα μάτια μας γιατί δεν έχουν αίσθηση του κινδύνου και δυσκολεύονται να καταλάβουν την έννοια της αρπαγής.

4-6

  • Τους μαθαίνουμε ότι πρέπει πάντα να σας ρωτάνε και να παίρνουν την άδειά σας πριν απομακρυνθούν.  Δεν επιτρέπεται να πηγαίνουν πουθενά και με κανέναν χωρίς να το πουν.
  • Τους μαθαίνουμε  να αντιστέκονται αν κάποιος τους πιάσει ή προσπαθήσει να τους τραβήξει κάπου μακριά. Να φωνάξουν, να κλοτσήσουν, να δαγκώσουν και να ουρλιάξουν με την πιο δυνατή φωνή που έχουν.
  • Τους λέμε τι πρέπει να κάνουν αν έχουν χαθεί. Για παράδειγμα ότι μπορούν να κάτσουν στο πάτωμα και να φωνάξουν τους γονείς τους δυνατά ή να πάνε σε κάποιον που φοράει στολή και να του πουν ότι έχασε τους γονείς του ή να πάνε στον ταμεία και του πουν ότι έχασε τους γονείς του.

6-9

Η κατανόηση και γενικά οι γνωστικές τους ικανότητες έχουν ωριμάσει αρκετά ώστε να μπορούμε να συζητήσουμε μαζί τους τι είναι επικίνδυνο.
  • Ισχύουν όλα τα προηγούμενα.
  • Τους μαθαίνουμε να εμπιστεύονται το ένστικτό τους.  Τους εξηγούμε ότι το ένστικτό είναι ένα συναίσθημα που μας προειδοποιεί όταν υπάρχει κίνδυνος στο περιβάλλον μας.
  • Τους μαθαίνουμε να καταγράφουν και να παρατηρούν τι συμβαίνει γύρω τους όπου κι αν βρίσκονται.
  • Τους μαθαίνουμε τη διαφορά μεταξύ του μυστικού και της έκπληξης.
  • Τους μαθαίνουμε να μην χάνουν οπτική επαφή μαζί μας όταν βρίσκονται σε μέρη με πολύ κόσμο.
  • Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε φανταστικά σενάρια με κινδύνους και να τους ρωτήσετε τι θα έκαναν αν βρίσκονταν σε αυτή τη θέση:
  1. Κάποιος σε πλησιάζει και σου λέει ότι τον έστειλε η μαμά σου να σε πάρει από το σχολείο.
  2. Κάποιος σε πλησιάζει και σου λέει ότι χρειάζεται βοήθεια γιατί έχει χαθεί.
  3. Κάποιος σε πλησιάζει και σου λέει ότι θέλει βοήθεια γιατί έχασε το σκυλάκι του.
  • Μαθαίνετε στο παιδί ότι κανένας μεγάλος δεν χρειάζεται βοήθεια από ένα παιδί.

9-11

  • Τους μαθαίνετε όλα τα παραπάνω
  • Αν πάνε κάπου με τους φίλους τους, κανονίστε πώς θα πάνε και πώς θα γυρίσουν.
  • Τους μαθαίνετε τι να κάνουν αν για κάποιο λόγο χωριστούν από τους φίλους τους και χαθούν.
  • Συζητήστε τους διάφορους τρόπους που μπορεί να χρησιμοποιήσει κάποιος για να τους πλησιάσει και να τους κάνει κακό.
  • Χρησιμοποιήστε σενάρια και βρείτε μαζί τη σωστή λύση.
  • Τους μαθαίνετε πώς μπορούν να αντισταθούν αν κάποιος προσπαθήσει να τα αρπάξει, έτσι ώστε να τραβήξουν την προσοχή των ανθρώπων γύρω τους (φωνές, ουρλιαχτά, κλοτσιές).

12-14

  • Τους μαθαίνετε όλα τα παραπάνω
  • Τους μαθαίνετε να έχουν πάντα κάποιον φίλο τους μαζί όπου πηγαίνουν.
  • Τους μαθαίνετε να μη το λένε πουθενά αν πρέπει να περάσουν μόνοι τους χρόνο στο σπίτι.
  • Όταν μιλάνε με φίλους διαδικτυακά, μιλάτε πρώτα εσύ με τους άλλους γονείς.

15-18

  • Τους μαθαίνετε όλα τα παραπάνω
  • Τους μαθαίνετε να λένε «όχι» σε κάτι που τους κάνει να νιώθουν άβολα.
  • Όταν βγαίνουν με φίλους, τους μαθαίνετε να είναι πάντα με κάποιον φίλο μαζί και να μην αφήνουν ποτέ κάποιον από την παρέα μόνο του.
  • Τους μαθαίνετε να σας ενημερώνουν όταν φτάσουν στον προορισμό τους (πάρτι, φίλος, φροντιστήριο, κλαμπ)
  • Τους μαθαίνετε ότι μπορούν και πρέπει να επικοινωνήσουν μαζί σας για οτιδήποτε τους συμβαίνει ή τους κάνει να νιώθουν άβολα.
  • Τους μαθαίνετε ότι δεν πρέπει να φοβούνται ή να ντρέπονται να ζητήσουν βοήθεια.
  • Μιλήστε τους για τους κινδύνους του διαδικτύου.
Η κα Κεφαλά από την πλευρά της προτείνει τα εξής:
  • Εάν το παιδί πηγαίνει παιδικό σταθμό, θα πρέπει να ενημερώσετε την υπεύθυνη ότι εσείς ή κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο το οποίο έχει γνωρίσει, θα παραλαμβάνει το παιδί την ώρα που σχολάει.
  • Να μιλήσετε στα παιδιά σας για τους αξιόπιστους ενήλικες. Μπορείτε να του πείτε ότι εάν χρειαστεί ποτέ να το πάρει κάποιος άλλος από το σχολείο ή από όπου βρίσκεται, θα του έχετε πει έναν κωδικό για να ξέρει ότι είναι ασφαλές να φύγει μαζί του. Έτσι, εάν ένας μεγάλος τα προσεγγίσει και αναφέρει το όνομα της μαμάς και του μπαμπά ή του ίδιου του παιδιού, θα πρέπει να του αναφέρει τον κωδικό πριν τον ακολουθήσει. Ακόμα και αν είναι άτομο που γνωρίζει. Η συγκεκριμένη τακτική λειτουργεί συμπεριφορικά ώστε να διδάξει στο παιδί εύκολους τρόπους αποφυγής των κινδύνων χωρίς να δείξει ότι βρίσκεται σε σύγχυση. Μαθαίνει επίσης μελλοντικά να αντιμετωπίζει καταστάσεις κρίσιμες με αντίστοιχους τρόπους.
  • Επίσης πολύ σημαντικό είναι να μπορεί το παιδί να επικοινωνεί μαζί σας όχι μόνο για επιτυχίες και ευχάριστα πράγματα, αλλά και για τυχόν δυσάρεστα ή κάτι που το προβληματίζει, χωρίς να φοβάται την επίκριση. Η έλλειψη επικοινωνίας και ο φόβος του παιδιού να πει στα πρόσωπα φροντίδας του κάτι δυσάρεστο, προμηνύει κάποιες φορές καταστάσεις δυσάρεστες όπως αυτές να τον προσεγγίσει κάποιος «καλός άνθρωπος» που θα το ακούει και το αποδέχεται.
  • Μην ντύνετε τα παιδιά με μπλούζες που να αναφέρεται το όνομά τους, αφού ακόμα και αυτό βοηθάει κάποιον να προσεγγίσει το παιδί πιο εύκολα.
  • Εάν το παιδί είναι πιο μεγάλο και μπορεί να μείνει μόνο για λίγο, βεβαιωθείτε ότι κλειδώνει την πόρτα και δεν ανοίγει σε κανέναν.
Στην εφηβεία, παρόλο που είναι μια δύσκολη περίοδος πειραματισμό, καλό θα είναι να γνωρίζουν τα εξής:
  • Μιλήστε μαζί τους και ακούστε τι έχουν να σας πουν. Το βίωμα για τα ίδια και η συναισθηματική ανταπόκριση των γονιών είναι σημαντική, χτίζει την αυτοεκτίμηση και παράλληλα τα όρια, μέχρι πού επιτρέπεται τι.
  • Κερδίστε την εμπιστοσύνη τους ώστε να μπορούν εύκολα να σας μιλήσουν για το τι νιώθουν, τι θέλουν ή τι αντιλήφθηκαν χωρίς να φοβούνται την επίκριση ή πιθανές φωνές.
  • Ενημερώστε τους για αποδεκτές συμπεριφορές ενός ενήλικα.
  • Συνοδέψτε όχι μόνο τους έφηβους αλλά και τα παιδιά σας σε δραστηριότητες ή σε χώρους που έχουν συχνή επαφή.
  • Επίσης τόνιστε τους ότι κανένας ενήλικας δεν έχει την έκτακτη ανάγκη βοήθειας από ένα παιδί ή έναν έφηβο.
  • Τα όρια που χτίζονται στην παιδική ηλικία, μακροπρόθεσμα στην εφηβεία βοηθούν στη λήψη αποφάσεων ακόμα και σε τέτοιες καταστάσεις, ώστε να μπορούν να κρίνουν τι είναι εντάξει και τι όχι σε περίπτωση που κάποιος θέλει να τα εκμεταλλευτεί.

Πώς πλησιάζει τα παιδιά κάποιος

Όπως μας εξηγεί η κα Ιωάννου, υπάρχουν δύο συνηθισμένες συμπεριφορές που υιοθετούν οι δράστες πριν την τέλεση της απαγωγής. Μια από αυτές είναι η χρήση διάφορων τακτικών προκειμένου να δημιουργήσουν μια καλή σχέση με το παιδί και να το εξαπατήσουν. Η δεύτερη είναι η χρήση απειλών και εκβιασμών από τον απαγωγέα για να υποτάξει το θύμα.
Κάποια παραδείγματα μας αναφέρει η κα Απέργη:
  • Κάνει τον αγχωμένο ή τον στεναχωρημένο και ζητάει βοήθεια από το παιδί.
  • Απειλούν ότι θα κάνουν κακό στο ίδιο ή σε κάποιον αγαπημένο τους.
  • Κάνουν πως ξέρουν το παιδί, το φωνάζουν με το όνομά του, του λένε ότι γνωρίζονται με τους γονείς του.
  • Τους κάνουν κομπλιμέντα για να νιώσουν όμορφα και να τα εκμεταλλευτούν
  • Τους λένε ότι συμβαίνει κάτι επείγον και χρειάζονται βοήθεια.
  • Τους λένε ότι μπορούν να τους διασφαλίσουν προβολή και φήμη.
  • Τους προσφέρουν κάποιο δώρο.

Τα πιο συνηθισμένα αίτια γύρω από την αρπαγή ανηλίκων

Σύμφωνα με την κα Ιωάννου, τα πιο συνηθισμένα αίτια γύρω από την αρπαγή ανηλίκων είναι τα εξής τέσσερα:  
Φτώχεια & Ανεργία: Το υψηλό ποσοστό ανεργίας σε πολλές χώρες οδηγεί πολλούς στο να βρουν άλλους τρόπους για να κερδίσουν χρήματα - και ορισμένοι από αυτούς τους τρόπους είναι παράνομοι. Η απαγωγή ενός παιδιού, ειδικά από μία πλούσια οικογένεια, μπορεί να αποβεί σε μια προσοδοφόρα επιχείρηση. Ένας άνεργος μπορεί να πιστεύει ότι όταν απαγάγει κάποιον που είναι πλούσιος, μπορεί να καταφέρει να γίνει πλούσιος και ο ίδιος.
Αναλφαβητισμός:  Όταν οι άνθρωποι ξέρουν να διαβάζουν και να γράφουν, μπορούν να αποκτήσουν τις δεξιότητες που χρειάζονται για να μορφωθούν, να βρουν δουλειά και να ζήσουν μια παραγωγική ζωή. H μόρφωση μπορεί να αποτελέσει ένα σημαντικό θεμέλιο πάνω στο οποίο οικοδομείται μια βαθύτερη κατανόηση της ηθικής κρίσης και λήψης αποφάσεων του ατόμου. Πολλοί απαγωγείς για παράδειγμα γίνονται πιόνια στα χέρια ενός ευρύτερου εγκληματικού δικτύου που τους δίνει εντολές με αντάλλαγμα τη βελτίωση των συνθηκών της ζωής τους.
Απληστία: Μερικοί άνθρωποι δεν είναι ικανοποιημένοι με αυτά που έχουν και επιθυμούν να αγοράσουν όλο και περισσότερα πράγματα - είτε πρόκειται για ρούχα, αυτοκίνητα, σπίτια ή κοσμήματα. Αυτό το είδος ατόμων μπορεί να στραφεί στο έγκλημα για να κερδίσει περισσότερα χρήματα. Ένας άπληστος επιχειρηματίας μπορεί να απαγάγει το παιδί του επιχειρηματικού του ανταγωνιστή αποζητώντας λύτρα για να γίνει πλουσιότερος.
Παραφιλία: Το παιδί απαγάγεται προκειμένου ο θύτης να ικανοποιήσει τις σεξουαλικές του ορέξεις. Η παιδεραστία είναι μια ψυχιατρική διαταραχή στην οποία ένας ενήλικας ή ένας μεγαλύτερος έφηβος βιώνει μια πρωταρχική ή αποκλειστική σεξουαλική έλξη για παιδιά προεφηβικής ηλικίας.

Το προφίλ των δραστών

Σε κάθε περίπτωση το modus operandi όπως και τα χαρακτηριστικά των δραστών διαφέρουν ανάλογα με το είδος της απαγωγής. Τα πιο γνωστά είδη αρπαγής ανηλίκων είναι αυτά που διαπράττονται από: α) κάποιον άγνωστο, β) μέλος της οικογένειας και γ) κάποιο οικείο άτομο του θύματος (οικογενειακός φίλος/γνωστός/ γείτονας/babysitter κοκ).
Τα ευρήματα σχετικών ερευνών γύρω από το background των απαγωγέων ανηλίκων καταδεικνύουν ότι στις περισσότερες υποθέσεις οι δράστες σχετίζονται με οργανωμένο έγκλημα (εμπόριο οργάνων/ trafficking/ εμπόριο ναρκωτικών/ παιδικής πορνογραφίας κοκ). Ακολουθούν οι απαγωγές στις οποίες εμπλέκονται μέλη της οικογένειας και τέλος απαγωγές με σεξουαλικά κίνητρα και παραδοσιακές απαγωγές λύτρων.
Ιδιαίτερη προσοχή:Οι απαγωγείς είναι πιο πιθανό να καταδικαστούν για ένα νέο αδίκημα απαγωγής από ότι να καταδικαστούν για άλλα σοβαρά αδικήματα (π.χ ανθρωποκτονίας). Έρευνες έχουν δείξει ότι πέντε στους 100 απαγωγείς που έχουν καταδικαστεί την πρώτη φορά για απαγωγή, θα καταδικαστούν ξανά για αυτό το αδίκημα εντός 20 ετών, μας λέει η κα Ιωάννου.

Γυναίκα ως θύτης

Η συμμετοχή γυναικών ιδιαίτερα σε απαγωγές από αγνώστους είναι ιδιαίτερα σπάνια, εξηγεί η κα Ιωάννου. Εδώ η έρευνα καταδεικνύει ότι οι γυναίκες που διαπράττουν αυτό το έγκλημα συνήθως διακατέχονται από συναισθήματα μοναξιάς και στέρησης και την επιθυμία να παρηγορηθούν φροντίζοντας ένα μικρό παιδί. Τείνουν να απασχολούνται με σκέψεις που έχουν να κάνουν με παιδιά και με εγκυμοσύνη. Ένα κοινό μοτίβο σε αυτήν την ομάδα δραστών είναι η απαγωγή όχι ενός αγνώστου παιδιού, αλλά ενός παιδιού από το οικείο τους περιβάλλον. Μία άλλη περίπτωση είναι η απαγωγή ενός παιδιού με το πρόσχημα ότι οι βιολογικοί του γονείς το κακομεταχειρίζονταν. Σε αύτη την κατηγορία συναντάμε συχνά απαγωγές από babysitters. Οι γυναίκες αυτής της κατηγορίας συχνά έχουν βιώσει τον αποχωρισμό του δικού τους παιδιού, συνήθως από κάποιον συγγενή που έχει πάρει την επιμέλεια. Εδώ η αρπαγή του ανηλίκου έρχεται για να καλύψει το κενό και την κρίση στις διαπροσωπικές τους σχέσεις. Τέλος υπάρχει η κατηγορία των γυναικών απαγωγέων που διέπραξαν το αδίκημά τους από παρορμητισμό και συνήθως σε ψυχική ψυχωτική κατάσταση ή υπό την επήρεια ουσιών.


Αγγελική Κουγιάννου
huffingtonpost.gr 

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki