Showing posts with label Εθιμα. Show all posts
Showing posts with label Εθιμα. Show all posts

Saturday, 1 March 2014

Νάουσσα: «ΓΙΑΝΙΤΣΑΡΟΙ ΚΑΙ ΜΠΟΥΛΕΣ»

ΤΟ ΑΥΘΕΝΤΙΚΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ
Στη Νάουσα, την περίοδο της Αποκριάς κυριαρχούν το κέφι, οι αστεϊσμοί, τα πειράγματα, αλλά κυρίως οι μεταμφιέσεις.
Είναι μία από τις ομορφότερες πόλεις της Μακεδονίας, χτισμένη στις παρυφές του Βερμίου, που χάρη στα άφθονα νερά της έχει περιοχές ιδιαίτερου φυσικού κάλλους.
Πόλη με πλούσιο πολιτισμικό παρελθόν, παραδοσιακές γειτονιές, πλακόστρωτους πεζόδρομους και τον ποταμό Αράπιτσα να κυλά τα ορμητικά νερά του, προσφέροντας δροσιά, ηρεμία και όμορφους τόπους αναψυχής. 


Η Αποκριά χαρακτηρίζεται από τον αυθορμητισμό, τον ενθουσιασμό, τη φιλόξενη διάθεση των Ναουσαίων και τα σατιρικά καρναβάλια τους.
Ιδιαίτερο και βασικότερο στοιχείο της Ναουσαίικης Αποκριάς είναι το έθιμο του Γιανίτσαρου και της Μπούλας. Ένα έθιμο με βαθιές ρίζες, που στο διάβα του χρόνου ενσωμάτωσε στοιχεία της τοπικής παράδοσης και των ηρωικών αγώνων. Το έθιμο έχει την καταγωγή του στην αρχαιότητα, στη λατρεία του Διόνυσου.
Την πρώτη μαρτυρία όμως για το δρώμενο έχουμε το 1706, αντί μνημόσυνου για το παιδομάζωμα της προηγούμενης χρονιάς.
Οι Ναουσαίοι αρνήθηκαν το παιδομάζωμα και σκότωσαν τον απεσταλμένο του σουλτάνου.
Αναγκάστηκαν πολλοί Ναουσαίοι να βγουν κλέφτες στο βουνό, με αποτέλεσμα όμως την εξολόθρευσή τους από τους Τούρκους. Ήταν τότε μέρες Αποκριάς. Τον επόμενο χρόνο, το 1706, αντί μνημόσυνου, οι νέοι της Νάουσας ντύθηκαν την αρματολίτικη στολή και φορώντας τον «πρόσωπο» για να μην τους αναγνωρίσουν οι Τούρκοι, και με τα ασημικά ραμμένα στο στήθος να τους προστατεύουν, δημιουργώντας έναν τέλειο θώρακα, γύριζαν στην πόλη αναπαριστώντας το ιστορικό αυτό γεγονός.
Την μεγαλύτερη ακμή του γνώρισε στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα και φθάνει αναλλοίωτο μέχρι τις μέρες μας. Το έθιμο χαρακτηρίζει η πειθαρχημένη, τυποποιημένη και εξαιρετικής αισθητικής εμφάνιση των συμμετεχόντων. Το ντύσιμο, το μάζεμα, το προσκύνημα, το δρομολόγιο, η μουσική, οι χοροί, τα όργανα, εντάσσονται σε μία ιεροτελεστία που κρατά αυστηρά τους ίδιους κανόνες εδώ και αιώνες. Παίρνουν μέρος μόνο νεαροί άνδρες, ανύπαντροι τα παλαιότερα χρόνια. 
Ο Γιανίτσαρος είναι ο πρωταγωνιστής.
Περήφανος φουστανελοφόρος, με τα πολλά ασημικά στο στήθος και στη φουστανέλα, τη μακριά πάλα (σπαθί) και τον κέρινο «πρόσωπο». Η Μπούλα είναι κι αυτή άνδρας που υποδύεται τη γυναίκα, χωρίς όμως να τη γελοιοποιεί, με φαρδιά φουστάνια και κέρινο «πρόσωπο» στολισμένο με τούλια και λουλούδια. Παιδιά προπορεύονται του μπουλουκιού, ενώ στο τέλος της πομπής ακολουθεί η μουσική, ο ζουρνάς και το νταούλι.

Το έθιμο ξεκινάει την πρώτη Κυριακή της Αποκριάς όπου νωρίς το πρωί με τελετουργικό τρόπο αρχίζει το ντύσιμο. Από μακριά ακούγεται ο λυπητερός ήχος του ζουρνά και ο βαρύς χτύπος του νταουλιού που πλησιάζει στα σπίτια για να ξεκινήσει το μάζεμα, πηγαίνοντας από σπίτι σε σπίτι. Όταν ο Γιανίτσαρος είναι έτοιμος, θα τιναχτεί τρεις φορές στο παράθυρο του σπιτιού του και στη συνέχεια πηδά τρεις φορές στα δυό του πόδια. Είναι ο αποχαιρετισμός. Στην εξώπορτα θα κάνει τρεις φορές το σταυρό του και θα χαιρετίσει όλους όσοι ήρθαν να τον πάρουν. Πιασμένοι δυο-δυο, θα πάνε να δουν τον επόμενο. 
 

Η Μπούλα θα φιλήσει το χέρι όλων των ανθρώπων του σπιτιού και στη συνέχεια όλου του μπουλουκιού.
Είναι ιδιαίτερα συγκινητική η τελετή αποχαιρετισμού στο σπίτι και το καλωσόρισμα των μελών του μπουλουκιού. Χωρίς να χορεύουν, φθάνουν κοντά στο μεσημέρι στο Δημαρχείο, όπου θα γίνει το προσκύνημα, θα πάρει δηλαδή ο αρχηγός την άδεια από τον Δήμαρχο να τελεστεί το έθιμο, να γυρίσουν χορεύοντας τους δρόμους της πόλης. Εκτός από τη Μπούλα που υποκλίνεται, οι Γιανίτσαροι θα γείρουν πίσω το κορμί τους και θα τινάξουν αγέρωχα το στήθος τους. Μόλις δοθεί η άδεια, θα βγάλουν τις πάλες από τα θηκάρια και θα αρχίσουν οι καθορισμένες από την παράδοση πατινάδες από μαχαλά σε μαχαλά, σε καθορισμένο δρομολόγιο.
 
Στις πλατείες θα χορέψουν κυκλικούς χορούς, ενώ το απόγευμα θα φθάσουν στην πλατεία Αλωνίων όπου θα βγάλουν τον «πρόσωπο» και θα ενωθούν μαζί με τον κόσμο για να χορέψουν. Το έθιμο επαναλαμβάνεται την Κυριακή της Αποκριάς, και συνεχίζεται την Καθαρή Δευτέρα χωρίς τους «πρόσωπους», ακολουθώντας όμως το ίδιο δρομολόγιο. Την Κυριακή της Ορθοδοξίας όλα τα μπουλούκια συναντιούνται στην περιοχή Σπηλαίου, για να γλεντήσουν με παραδοσιακές πίτες, γλυκά του ταψιού και άφθονο Ναουσαίικο κρασί. Ένα εξαιρετικό αποκριάτικο έθιμο που αξίζει να το ζήσετε!

ΠΗΓΗ: ERT.GR 
 Το ντύσιμο του Γιανίτσαρου, καθώς και περιγραφή του εθίμου 
μπορείτε να δείτε στο παρακάτω βίντεο: 
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΑΜΟΓΕΛΑ

Sunday, 8 April 2012

Η Κυριακή Των Βαΐων

Την Κυριακή των Βαΐων, σε ανάμνηση της θριαμβευτικής εισόδου του Χριστού στα Ιεροσόλυμα, όλοι οι ναοί στολίζονται με κλαδιά από βάγια, ή φοίνικες δηλαδή  από άλλα νικητήρια φυτά, όπως δάφνη, ιτιά, μυρτιά και ελιά. Μετά τη λειτουργία μοιράζονται στους πιστούς. 
Τα βάγια = Δάφνη
«... ἔλαβον τά βαΐα τῶν φοινίκων καί ἐξῆλθον
εἰς ὑπάντησιν αὐτῷ...»

Η εκκλησία μας καθιέρωσε ήδη από τον 9ο αιώνα το έθιμο αυτό
μια και όπως αναφέρει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης,
«Τῇ ἐπαύριον ὄχλος πολὺς ὁ ἐλθὼν εἰς τὴν ἑορτήν, ἀκούσαντες ὅτι ἔρχεται  Ἰησοῦς εἰς  Ἱεροσόλυμα, ἔλαβον τὰ βαΐα τῶν φοινίκων καὶ ἐξῆλθον εἰς ὑπάντησιν αὐτῷ, καὶ ἔκραζον· ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, ὁ βασιλεὺς τοῦ  Ἰσραήλ.»

Στα πρώτα χριστιανικά χρόνια, στα Ιεροσόλυμα, ο επίσκοπος έμπαινε στην πόλη «επί πώλου όνου», αναπαριστάνοντας το γεγονός, ενώ στα βυζαντικά γινόνταν «ο περίπατος του αυτοκράτορα», από το Παλάτι προς τη Μεγάλη Εκκλησία.
Στη διαδρομή αυτή ο αυτοκράτορας μοίραζε στον κόσμο βάγια και σταυρούς και ο Πατριάρχης σταυρούς και κεριά.
Με τα βάγια οι πιστοί στόλιζαν τους τοίχους των σπιτιών και το εικονοστάσι τους. Και σήμερα όλες οι εκκλησίες στολίζονται με δαφνόφυλλα ή βάγια.

Τα «βαγιοχτυπήματα»

Τα παλιότερα χρόνια τους τα προμήθευαν τα νιόπαντρα ζευγάρια της χρονιάς ή και μόνο οι νιόπαντρες γυναίκες, για το καλό του γάμου τους.
Πίστευαν πως η γονιμοποιός δύναμη που κρύβουν τα φυτά αυτά
θα μεταφερόταν και στις ίδιες και η μια χτυπούσε την άλλη με τα βάγια. Τα «βαγιοχτυπήματα» σιγά-σιγά άρχισαν να γίνονται και από τις άλλες γυναίκες και τα παιδιά τις μιμούνταν και όπως χτυπιούνταν μεταξύ τους εύχονταν: «Και του χρόνου, να μη σε πιάν' η μυίγα».

Δυνάμεις ιαματικές και αποτρεπτικές, μαζί με τις γονιμοποιές, αποδίδονταν στα βάγια και γι αυτό έπρεπε μετά την εκκλησία όλα να τα «βατσάσουν» για το καλό. Τα δέντρα, τα περβόλια, τα κλήματα, τις στάνες, τα ζώα, τους μύλους, τις βάρκες.
Από ένα κλαδάκι κρεμούσαν στα οπωροφόρα, για να καρπίζουν και στα κηπευτικά, για να μην τα πιάνει το σκουλήκι.

«Μέσα βάγια και χαρές,
όξω ψύλλοι, κόριζες!»
 
Όλα εξαφανίζονταν από τα σπίτια μόλις μπαίναν τα βάγια.
Κρατούσαν την πρώτη θέση στο εικονοστάσι και μ' αυτά «κάπνιζαν» οι γυναίκες τα παιδιά για το «κακό το μάτι».

Στη Λέσβο τα παιδιά, μετά την εκκλησία, στόλιζαν ένα δεμάτι από κλαδιά δάφνης με κόκκινα ή πράσινα πανάκια από καινούργιο φουστάνι, κρεμούσαν κι ένα κουδούνι και καθώς πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι ψάλλοντας και λέγοντας εξορκισμούς για τους ψύλλους και τα ποντίκια, έδιναν και ένα κλαράκι δάφνης στη νοικοκυρά.
Στο τέλος ζητούσαν και το χάρισμά τους:
«Χρόνια πολλά, εν ονόματι Κυρίου, δό μ' τ' αυγό να φύγω»

Στην Ανατολική Ρωμυλία, τα κορίτσια έφτιαχναν με τα βάγια στεφάνια, τους έδεναν μια κόκκινη κλωστή και τραγουδώντας όλες μαζί πήγαιναν και τα πέταγαν στο ρέμα κι όπως έπαιρνε τα στεφάνια το νερό, όποιας πήγαινε μπροστά εκείνη θα γινόταν «συντέκνισσα». Πρώτη στο γυρισμό, πρώτη στο χορό και στο δικό της σπίτι η μάνα της θα έφτιαχνε τα φασόλια και θα τις φίλευε όλες, μαζί με ελιές.

Στη Τήνο, την Κυριακή των Βαΐων, τα παιδιά τριγύριζαν στους δρόμους κρατώντας μαζί με το στεφάνι τους την «αργινάρα», μια ξύλινη ή και σιδερένια ροκάνα που τη στριφογύριζαν με δύναμη. Μέσα σε εκκωφαντικό θόρυβο κατέληγαν στη θάλασσα, όπου πετούσαν στο στεφάνι στο νερό.

Το έθιμο της περιφοράς των κλαδιών θυμίζει την «ειρεσιώνη», το στολισμένο με καρπούς κλαδί, που στις γιορτές της άνοιξης περιέφεραν στους δρόμους τα παιδιά, στην αρχαιότητα. Τα βάγια τα έπλεκαν σε πάρα πολλά σχέδια: φεγγάρια, πλοία, γαϊδουράκια, το πιο συνηθισμένο όμως ήταν ο σταυρός.
Σε μερικά μέρη τους έδιναν το σχήμα του ψαριού. Ψάρι είχαν σαν σημάδι αναγνώρισης οι πρώτοι χριστιανοί, η λέξη ΙΧΘΥΣ, εξάλλου, προέρχεται από τα αρχικά Ιησούς Χριστός Θεού Υιός Σωτήρ.
Αν και είναι ακόμα σαρακοστή, η εκκλησία την Κυριακή των Βαΐων επιτρέπει το ψάρι. Έτσι και το τραγούδι των παιδιών λέει:
«Βάγια, Βάγια των βαγιών,
τρώνε ψάρι και κολιό,
κι ως την άλλη Κυριακή
με το κόκκινο αυγό !»

Sunday, 1 March 2009

Η προπύρα: Η σπιτική λαγάνα

Σαν φούρνιζαν οι παλιές μανάδες,
τελευταία έβαζαν στο φούρνο την προπύρα που την άφηναν έξω - έξω, κοντά στην πόρτα του φούρνου. Η προπύρα ήταν ακριβώς ίδια με τη σημερινή λαγάνα που τρώμε κάθε Καθαρή Δευτέρα. 
Ετοιμαζόταν πολύ πιο γρήγορα απ' τα άλλα ψωμιά και τρωγόταν ζεστή. 
Στα παιδιά άρεσε πολύ με τουλουμοτύρι, σαν πρωινό φαγητό.
Το σπίτι όλο μοσχοβόλαγε 
απ' τ΄αχνιστό ψωμί,
και στο μυαλό 
και στην καρδιά 
οι αναμνήσεις από τις ευωδιές του σπιτικού 
ανεξίτηλα καταγράφονταν.
Σπιτική λαγάνα λοιπόν.
.
Πανεύκολη στο πλάσιμο και στο ψήσιμο.
Λίγα τα υλικά, φτηνά, αλλά πλούσιο και γευστικό το αποτέλεσμα
  • αλευράκι ένα κιλό, για τις χρήσεις όλες
  • νερό, δυο ποτήρια ζεστό, όχι να καίει
  • μαγιά, ένα φακελλάκι
  • σουσάμι και αλατάκι
Ζεσταίνουμε σε ένα κατσαρολάκι τα 2 ποτήρια το νερό. 
Σε ένα μπωλ βάζουμε το αλεύρι και ανοίγουμε στο κέντρο μια γουβίτσα. 
Εκεί μέσα ρίχνουμε το αλάτι. 
Γεμίζουμε μισό ποτήρι με το νερό που έχουμε ζεστάνει και εκεί μέσα διαλύουμε καλά τη μαγιά. Ρίχνουμε αυτό το νερό στο μπωλ κι αρχίζουμε να ζυμώνουμε προσθέτοντας όσο νερό χρειαστεί, ώστε η ζύμη μας να μην κολλά στα χέρια μας αλλά ούτε και να είναι πολύ σφιχτή. 
Χωρίζουμε σε κομμάτια (ανάλογα με το μέγεθος του ταψιού που έχουμε) τη ζύμη και ανοίγουμε το κάθε ένα με τον πλάστη σε σχήμα λαγάνας. 
Βάζουμε τις λαγάνες στα ταψιά και τα τυλίγουμε με κουβέρτες. 
Όταν διπλασιαστεί ο όγκος τους, τις πατάμε με τα δάχτυλά μας να κάνουν γουβίτσες και τις τρυπάμε που και που με ένα πιρούνι. 
Κατόπιν με ένα πινέλο τις αλείφουμε με νερό και τις πασπαλίζουμε με το σουσάμι. 
Ψήνουμε στους 200 βαθμούς για περίπου 20 λεπτά.
 
Καλή επιτυχία!!
Και καλή μας όρεξη!!

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki