Showing posts with label Πατρίδα. Show all posts
Showing posts with label Πατρίδα. Show all posts
Sunday, 12 November 2023
Wednesday, 24 May 2023
Khalil Gibran: «Το έθνος να λυπάστε, αν φορεί ένδυμα που δεν το ύφανε.»
Το έθνος να λυπάστε, αν φορεί ένδυμα που δεν το ύφανε.
Ψωμί αν τρώει, αλλά όχι απ' τη σοδειά του.
Κρασί αν πίνει, αλλά όχι από το πατητήρι του.
Το έθνος να λυπάστε που δεν υψώνει τη φωνή παρά μονάχα στην πομπή της κηδείας.
Που δεν συμφιλιώνεται παρά μονάχα μες στα ερείπιά του.
Που δεν επαναστατεί παρά μονάχα σαν βρεθεί ο λαιμός του ανάμεσα στο σπαθί και την πέτρα.
Το έθνος να λυπάστε που έχει αλεπού για πολιτικό, απατεώνα για φιλόσοφο, μπαλώματα και απομιμήσεις είναι η τέχνη του.
Το έθνος να λυπάστε που έχει σοφούς από χρόνια βουβαμένους.
...................................
Kαλίλ Γκιμπράν, «ο Κήπος του Προφήτη» - 1923
O Kahlil ή Khalil Gibran (1883-1931), ποιητής, στοχαστής και ζωγράφος, που έγινε ευρύτερα γνωστός με το βιβλίο του «Ο προφήτης», γεννήθηκε στο Bsharri του Λιβάνου από φτωχή οικογένεια μαρωνιτών χριστιανών.
περισσότερα εδώ
Tuesday, 14 August 2018
Καλή Παναγιά και Καλή Λευτεριά 😄
Ελεύθεροι αφέθηκαν οι δύο Έλληνες στρατιωτικοί που κρατούνταν στις φυλακές της Αδριανούπολης για πάνω από 5 μήνες.
«Παραμονή της γιορτής της Παναγιάς ζούμε ένα θαύμα, στο οποίο δεν πάψαμε να πιστεύουμε ούτε στιγμή. Ευχαριστούμε ολόψυχα τον Θεό, την Παναγία, την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία που δεν έπαψαν ούτε στιγμή να αγωνίζονται για την επιστροφή του Δημήτρη και του Άγγελου», δήλωσε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο Νίκος Κούκλατζης, πατέρας του Δημήτρη Κούκλατζη.
«Ευχαριστούμε τους γονείς απ’ όλο τον κόσμο που ένωσαν τις προσευχές τους με τις δικές μας όλους αυτούς τους μήνες για την επιστροφή των παιδιών μας», συμπλήρωσε, μιλώντας στο Αθηναϊκό Πρακτορείο ο πατέρας του ενός από τους δυο Έλληνες στρατιωτικούς που κρατούνταν στις φυλακές της Ανδριανούπολης από τον περασμένο Μάρτιο.
Το Χαμομηλάκι
«Παραμονή της γιορτής της Παναγιάς ζούμε ένα θαύμα, στο οποίο δεν πάψαμε να πιστεύουμε ούτε στιγμή. Ευχαριστούμε ολόψυχα τον Θεό, την Παναγία, την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία που δεν έπαψαν ούτε στιγμή να αγωνίζονται για την επιστροφή του Δημήτρη και του Άγγελου», δήλωσε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο Νίκος Κούκλατζης, πατέρας του Δημήτρη Κούκλατζη.
«Ευχαριστούμε τους γονείς απ’ όλο τον κόσμο που ένωσαν τις προσευχές τους με τις δικές μας όλους αυτούς τους μήνες για την επιστροφή των παιδιών μας», συμπλήρωσε, μιλώντας στο Αθηναϊκό Πρακτορείο ο πατέρας του ενός από τους δυο Έλληνες στρατιωτικούς που κρατούνταν στις φυλακές της Ανδριανούπολης από τον περασμένο Μάρτιο.
Το Χαμομηλάκι
Sunday, 5 November 2017
Υπέρ Βωμών και Εστιών
|
|
Και φτιάχτηκε ο Ιερός Ναός, στολίδι της περιοχής, είκοσι μέτρα ψηλός. |
Κυριακή σήμερα, 5 Νοεμβρίου, πήγαμε εκδρομούλα στα Βίλια Αττικής, την αρχαία Ειδυλλία.
Άμα φτάσεις στο χωριό, στη κωμόπολη των Βιλίων, δεν μπορείς να μη δεις τον Ναό.
Παντού, μα παντού στην πατρίδα μας, στο πιο όμορφο μέρος, στο πιο
κεντρικό, στο πιο απλόχωρο φτιάχνουν τις εκκλησιές τους οι Έλληνες.
Άμα διώξαμε τους τούρκους και γινήκαμε κράτος, εκεί στα Βίλια είχανε τρεις μικρές ενορίες.
Άμα διώξαμε τους τούρκους και γινήκαμε κράτος, εκεί στα Βίλια είχανε τρεις μικρές ενορίες.
Αποφάσισαν λοιπόν να ενωθούν και κάνουν μια μεγάλη ενορία κι έναν ναό,
μεγαλύτερο από τους τρεις μικρούς που είχανε για να χωράνε οι πιστοί.
Διάλεξαν λοιπόν, το ωραιότερο μέρος, το πιο ψηλό, το πιο κεντρικό και
είπαν: Εδώ θα κάνουμε την εκκλησιά μας
την Αγιά Σωτήρα.
Και άμα συσκεφθήκανε, αποφάσισαν τα καλύτερα για τον Χριστό
μας.
Το Ναό της Μεταμορφώσεως της Σωτήρος, θέλανε να τον φτιάξει ο
καλύτερος: ο Ερνέστος Τσίλερ.
Χρειάζονταν λεφτά όμως, πολλά λεφτά και ήταν δύσκολοι οι καιροί,
φτώχεια καταραμένη. Αλλά πότε κώλωσαν οι πιστοί. Τρεις άνθρωποι
ανέλαβαν το έργο. Υποθήκευσαν τις περιουσίες τους, σπίτια, ελιές,
αμπέλια, χωράφια και ότι άλλο διέθεταν για να δανειστούν για τον
Ναό.
Ποιος να μείνει ασυγκίνητος σε τέτοια πράξη! Μάζεψαν λεφτά από όπου
μπορούσαν. Δώσαν οι Βιλιώτες, οι Μεγαριώτες, οι Πειραιώτες, οι
Αθηναίοι και ομογενείς από την Αμερική. Μαζεύτηκαν τα λεφτά, και
στρωθήκαν στη δουλειά όλοι. Λαξεύανε την πέτρα και χτίζανε. Όλοι
δουλέψανε, όλοι με τα χέρια τους και οι γυναίκες και τα παιδιά. Νερό
δεν είχαν και κουβαλούσαν οι γυναίκες από μακριά με τους
κουβάδες.
Και φτιάχτηκε ο Ιερός Ναός, στολίδι της περιοχής είκοσι μέτρα ψηλός.
Ανάψαμε το κεράκι μας και περπατήσαμε στο πεζόδρομο που είναι τα καφενεδάκια κι οι ταβέρνες. Στη μέση της διαδρομής ήταν μαζεμένος κόσμος και ξεχώριζε η φιλαρμονική, 6 κορίτσια με τις κόκκινες στολές τους και τις τρομπέτες τους.
Πλησιάσαμε.
Και φτιάχτηκε ο Ιερός Ναός, στολίδι της περιοχής είκοσι μέτρα ψηλός.
Ανάψαμε το κεράκι μας και περπατήσαμε στο πεζόδρομο που είναι τα καφενεδάκια κι οι ταβέρνες. Στη μέση της διαδρομής ήταν μαζεμένος κόσμος και ξεχώριζε η φιλαρμονική, 6 κορίτσια με τις κόκκινες στολές τους και τις τρομπέτες τους.
Πλησιάσαμε.
Όλοι ήταν μαζεμένοι μπροστά σε μια προτομή, έναν νεαρό από λευκό
μάρμαρο.
Έγραφε από κάτω:
Ο Γιάννης Σακελλαρίου γεννήθηκε το 1915 στα Βίλια, το 1932 κατατάχτηκε στη νεοσύστατη Ελληνική Αεροπορία. 28 Οκτωβρίου 1940 κηρύσσεται ο πόλεμος και 4 ημέρες μετά, στις 2 Νοεμβρίου, καλείται να υπερασπιστεί τα Γιάννενα από την Ιταλική πολεμική αεροπορία.
Έγραφε από κάτω:
ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΡ. ΣΕΚΕΛΛΑΡΙΟΥ
ΥΠΟΣΜΗΝΑΓΟΣ
ΕΤΩΝ 25
ΕΠΕΣΕ ΗΡΩΙΚΑ ΣΤΗΝ
ΠΕΡΙΟΧΗ ΖΙΤΣΑΣ ΗΠΕΙΡΟΥ
ΣΤΙΣ 2 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1940
ΜΑΧΟΜΕΝΟΣ ΚΑΤΑ ΠΟΛΥ
ΥΠΕΡΤΕΡΩΝ ΙΤΑΛΙΚΩΝ
ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ
Έγινε η Δοξολογία και μετά μίλησαν προς τιμή του υποσμηναγού οι
διάφοροι αντιπρόσωποι και μάθαμε κι εμείς την ιστορία του νεαρού
Γιάννη.Ο Γιάννης Σακελλαρίου γεννήθηκε το 1915 στα Βίλια, το 1932 κατατάχτηκε στη νεοσύστατη Ελληνική Αεροπορία. 28 Οκτωβρίου 1940 κηρύσσεται ο πόλεμος και 4 ημέρες μετά, στις 2 Νοεμβρίου, καλείται να υπερασπιστεί τα Γιάννενα από την Ιταλική πολεμική αεροπορία.
25 χρονών παλληκαράκι, επικεφαλής του «τεράστιου» σμήνους των τριών
(3) καταδιωκτικών, εναντίον 15 ιταλικών καταδιωκτικών και
βομβαρδιστικών.
«Ο υποσμηναγός Ιωάννης Σακελλαρίου κυνηγάει με πάθος ένα ακόμη ιταλικό αεροπλάνο και το ρίχνει
συντρίμμια στην γη. Τότε μανιασμένο το σμήνος των Ιταλών κυκλώνει
τον Έλληνα αετό. Δεν έχει όμως άλλα πυρομαχικά ο δικός μας. Μισή ώρα
δίνει μάχη στους αιθέρες. Διώξατε μέχρι θανάτου, αντιλαλεί η διαταγή
του προς το σμήνος που διοικούσε. Σε κλάσματα δευτερολέπτου
αγκαλιάζεται με τον θάνατο. Δεν έχει πυρομαχικά. Έχει όμως το
αεροπλάνο του. Ορμάει και πέφτει ακάθεκτος στο εχθρικό αεροπλάνο. Τ'
άλλα τρέπονται σε φυγή μπροστά στο πήδημα του θανάτου. Ο Έλληνας
υποσμηναγός, αγκαλιασμένος στην συντριβή με τον εχθρό, περνά στην
αθανασία...»
Έπεσε το παλληκαράκι, και τον μάζεψαν οι κάτοικοι του χωριού και του έστησαν άγαλμα στο κέντρο του χωριού τους και άλλαξαν το όνομα του χωριού τους και το είπαν Σακελλαρικό.
«Το χρεωστούσαμε στην Ελλάδα» είπε ο πατέρας του, όταν το έμαθε σε δύο μέρες. «Δέχομαι συγχαρητήρια σαν Έλληνας και συλλυπητήρια σαν πατέρας».
Το πρώτο αφήγημα ήταν υπέρ Βωμών και το δεύτερο ήταν υπέρ Εστιών, αλλά και αλλιώς να τα πεις, το ίδιο είναι, επειδή «Υπέρ βωμών και Εστιών» πάει να πει: «Για του Χριστού την Πίστη την Αγία και της Πατρίδος την Ελευθερία», που είναι ένα.
Αμήν.
Έπεσε το παλληκαράκι, και τον μάζεψαν οι κάτοικοι του χωριού και του έστησαν άγαλμα στο κέντρο του χωριού τους και άλλαξαν το όνομα του χωριού τους και το είπαν Σακελλαρικό.
«Το χρεωστούσαμε στην Ελλάδα» είπε ο πατέρας του, όταν το έμαθε σε δύο μέρες. «Δέχομαι συγχαρητήρια σαν Έλληνας και συλλυπητήρια σαν πατέρας».
Το πρώτο αφήγημα ήταν υπέρ Βωμών και το δεύτερο ήταν υπέρ Εστιών, αλλά και αλλιώς να τα πεις, το ίδιο είναι, επειδή «Υπέρ βωμών και Εστιών» πάει να πει: «Για του Χριστού την Πίστη την Αγία και της Πατρίδος την Ελευθερία», που είναι ένα.
Αμήν.
Wednesday, 19 July 2017
Προς τους έλληνες στρατιώτες
«Είστε γενναίοι μαχητές, γιατί υπερασπίζεστε την αποστολή σας χωρίς να προκαλείτε κανέναν. Απαντάτε στις προκλήσεις όπως τους αρμόζει με το 'Μολών λαβέ'. Αλλά να θυμάστε ότι εμείς οι Έλληνες ποτέ δεν προκαλέσαμε γιατί δεν θεωρήσαμε ότι η πρόκληση είναι ίδιον της Ιστορίας μας και του χαρακτήρα μας. Απαντάμε όμως, το επαναλαμβάνω για δεύτερη φορά, στις προκλήσεις. Επομένως προς εκείνους οι οποίοι προκαλούν, εμείς εξακολουθούμε να λέμε πάντοτε το ίδιο:
Η πρόκληση, και ιδίως η αναίτια πρόκληση, είναι ίδιον μικρότητας και ανασφάλειας. Εσείς κάθε άλλο παρά μικροπρεπείς και ανασφαλείς είστε....
Οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις είναι εδώ. Και φυλάσσουν πάντοτε τα σύνορα, το έδαφος και την κυριαρχία μας, αλλά και τα σύνορα, το έδαφος και την κυριαρχία της Πατρίδας μας. Η ιερή του μνήμη όμως εκπέμπει κι ένα άλλο μήνυμα προς κάθε έναν που προκαλεί και, κυρίως, προς κάθε επίδοξο εισβολέα. Το μόνο μήνυμα που μας έμαθε η Ιστορία μας και οι πρόγονοί μας: Μολών λαβέ».
...
Αυτά τα σύνορα τα φυλάτε εσείς, ως Έλληνες στρατιώτες. Υπερασπίζεσθε την κυριαρχία, το έδαφος και τα σύνορα της Ελλάδας, την κυριαρχία, το έδαφος και τα σύνορα της Ευρώπης. Και τα υπερασπίζεσθε με γενναιότητα, όπως ταιριάζει στον Έλληνα και τον Ευρωπαίο στρατιώτη.
...
«Και γενναιότητα σημαίνει ότι επιδιώκω την ειρήνη, αλλά είμαι αποφασισμένος να δώσω και την ζωή μου για να υπερασπισθώ τα σύνορα, το έδαφος και την κυριαρχία. Η γενναιότητα δε δεν συμβιβάζεται με προκλήσεις. Ο γενναίος στρατιώτης δεν προκαλεί και δη αναιτίως. Γι’ αυτό είσθε γενναίοι. Γιατί δεν προκαλείτε. Η πρόκληση είναι ίδιον μικρότητας και ανασφάλειας. Και εσείς δεν είσθε ούτε μικροί ούτε ανασφαλείς. Ας πάρουν αυτό το μήνυμα κάποιοι. Τουλάχιστον θα τους είναι χρήσιμο για την πορεία που πρέπει να διαγράψουν στο μέλλον.
...
Γιατί ο δρόμος είναι πάντα ανοιχτός. Αλλά κι εμείς είμαστε αποφασισμένοι και εσείς το αποδεικνύετε. Να έχετε δύναμη και να είσθε υπερήφανοι γι’ αυτή την μεγάλη αποστολή την οποία επιτελείτε».
19/07/2017 Πρ. Παυλόπουλος, ΠτΔ
Sunday, 8 January 2017
«Όσο είμαστε εμείς επαέ μην φοβάστε πράμα»
Στρατιώτες που υπηρετούν τη θητεία τους και μόνιμα στελέχη του ελληνικού στρατού δίνουν ευχές για υγεία και διαβεβαιώνουν:
Όσο είμαστε εμείς επαέ μην φοβάστε πράμα
Δείτε το βίντεο με τις ευχές του προσωπικού του ΓΕΣ για το 2017
Δείτε το βίντεο με τις ευχές του προσωπικού του ΓΕΣ για το 2017
Φυλάττουν Θερμοπύλες. Βρίσκονται στα ακριτικά νησιά του Αιγαίου Πελάγους και καθημερινώς, 24 ώρες την ημέρα, 7 ημέρες την εβδομάδα είναι στις επάλξεις πράττοντας το καθήκον τους προκειμένου να διασφαλίζονται τα εθνικά κυριαρχικά δικαιώματα.
Το γραφείο Τύπου του Γενικού Επιτελείου Στρατού ετοίμασε ένα βίντεο με ευχές από οπλίτες θητείας και μόνιμα στελέχη του ελληνικού στρατού που υπηρετούν σε νησιά και νησίδες της Δωδεκανήσου.«Όσο είμαστε εμείς επαέ μην φοβάστε πράμα» διαβεβαιώνει ένας στρατιώτης από την Κρήτη.
Πηγή : Η ΡΟΔΙΑΚΗ
Wednesday, 4 January 2017
Κανένας δεν αφήνει την πατρίδα εκτός αν η πατρίδα σε κυνηγά. - No one leaves home unless home chases you
«Κανένας δεν αφήνει την πατρίδα του,
εκτός αν πατρίδα, είναι το στόμα ενός καρχαρία.
.....................
Πρέπει να καταλάβεις ότι
κανένας δε βάζει τα παιδιά του σε μια βάρκα,
εκτός αν το νερό είναι πιο ασφαλές από την ξηρά,
κανένας δεν καίει τις παλάμες του κάτω από τρένα,
ανάμεσα από βαγόνια
κανένας δεν περνά μέρες και νύχτες στο στομάχι ενός φορτηγού
τρώγοντας εφημερίδες,
εκτός αν τα χιλιόμετρα που ταξιδεύει σημαίνουν
κάτι παραπάνω από ένα ταξίδι.
...............
No one leaves home unless
home is the mouth of a shark
............
you have to understand,
that no one puts their children in a boat
unless the water is safer than the land
no one burns their palms
under trains
beneath carriages
no one spends days and nights in the stomach of a truck
feeding on newspaper unless the miles travelled
means something more than journey.
no one crawls under fences
no one wants to be beaten
pitied
........
ολόκληρο το ποίημα της Warsan Shire εδώ
Wednesday, 10 February 2016
Γρηγόρης Ξενόπουλος - Ο Δεκάλογος του πατριωτισμού
Μαθήματα ζωής για μας και τα παιδιά μας
-Όποιος είναι αληθινός πατριώτης, ξέρει πολύ καλά τι σημαίνει Ελλάδα, τι σημαίνει πατρίδα, τι σημαίνει Έθνος.
-1. Η αληθινή αγάπη της πατρίδος βρίσκεται πολύ μακριά
από τους λόγους, τα ζήτω, τις σημαίες, τις μουσικές, τα κανόνια.
-2. Η αληθινή αγάπη της πατρίδος δεν είναι η συγκίνηση της στιγμής, που σβήνει σαν την σπίθα. Είναι ένα βαθύ ποτάμι, που κυλάει βουβό.
-3. Η αληθινή αγάπη της πατρίδος είναι – σαν κάθε αγάπη – έργο, θυσία. Σκοπός της είναι να κάμει την πατρίδα σου μεγάλη.
-4. Το μεγαλείο της πατρίδος δεν το κάνουν ούτε οι πολλοί τόποι, ούτε τα πολλά εκατομμύρια των ανθρώπων της. Το κάνουν η μόρφωση, η εργατικότητα, η ευτυχία και το μεγαλείο των ανθρώπων της.
-5. Η αληθινή αγάπη της πατρίδος όχι μόνο δεν γεννά μίσος για τις άλλες πατρίδες, αλλά και ζητεί πρώτα απ' όλα να σέβεσαι και το ξένο πατριωτισμό. Καμία πατρίδα δεν είναι απολύτως ανώτερη από τις άλλες. Για σένα είναι ανώτερη η δική σου, για τον ξένο η δική του. Όπως για τον εαυτό σου, έτσι και για την πατρίδα σου, ποτέ μην επιδοκιμάζεις να αδικεί τις άλλες πατρίδες.
-6. Η αληθινή αγάπη της πατρίδος – δηλαδή ενός μικρού μέρους της ανθρωπότητος – υποχωρεί, όπου έρχεται εις σύγκρουσιν με την αληθινή αγάπη όλης της ανθρωπότητος.
Από το 1911 μας το έχει διευκρινίσει ένας μεγάλος της λογοτεχνίας μας, ο Γρηγόρης Ξενόπουλος, όταν έγραψε και δημοσίευσε τον δεκάλογο του πατριωτισμού.
από τους λόγους, τα ζήτω, τις σημαίες, τις μουσικές, τα κανόνια.
-2. Η αληθινή αγάπη της πατρίδος δεν είναι η συγκίνηση της στιγμής, που σβήνει σαν την σπίθα. Είναι ένα βαθύ ποτάμι, που κυλάει βουβό.
-3. Η αληθινή αγάπη της πατρίδος είναι – σαν κάθε αγάπη – έργο, θυσία. Σκοπός της είναι να κάμει την πατρίδα σου μεγάλη.
-4. Το μεγαλείο της πατρίδος δεν το κάνουν ούτε οι πολλοί τόποι, ούτε τα πολλά εκατομμύρια των ανθρώπων της. Το κάνουν η μόρφωση, η εργατικότητα, η ευτυχία και το μεγαλείο των ανθρώπων της.
-5. Η αληθινή αγάπη της πατρίδος όχι μόνο δεν γεννά μίσος για τις άλλες πατρίδες, αλλά και ζητεί πρώτα απ' όλα να σέβεσαι και το ξένο πατριωτισμό. Καμία πατρίδα δεν είναι απολύτως ανώτερη από τις άλλες. Για σένα είναι ανώτερη η δική σου, για τον ξένο η δική του. Όπως για τον εαυτό σου, έτσι και για την πατρίδα σου, ποτέ μην επιδοκιμάζεις να αδικεί τις άλλες πατρίδες.
-6. Η αληθινή αγάπη της πατρίδος – δηλαδή ενός μικρού μέρους της ανθρωπότητος – υποχωρεί, όπου έρχεται εις σύγκρουσιν με την αληθινή αγάπη όλης της ανθρωπότητος.
Όπως δεν σ' εμποδίζει να εκτιμάς ή να αγαπάς ξένους, έτσι δεν σ' εμποδίζει – σε συμβουλεύει μάλιστα να πολεμάς και να μισείς πολλούς ανθρώπους της πατρίδος σου αν είναι κακοί.
Και την πατρίδα σου να την φαντάζεσαι πώς την αποτελούν πολύ περισσότερο οι πολλοί, οι πτωχοί, ο λαός, όσοι εργάζονται και υποφέρουν πολύ και απολαύουν λίγο ή διόλου, παρά οι ολίγοι, εκείνοι που απολαύουν χωρίς να εργάζονται.
-7. Πολύ μεγαλύτερη αγάπη για την πατρίδα από το να σκοτωθείς γι' αυτή, είναι να ζήσεις γι' αυτή. Ν' αφιερώσεις όσο μεγαλύτερο μέρος της ζωής σου μπορείς (όλο είναι αδύνατο) γι” αυτή.
-8. Η αληθινή αγάπη της πατρίδος αρχίζει από την αγάπη του εαυτού σου, την αγάπη που σε κεντρίζει να γίνεσαι ολοένα καλύτερος και ανώτερος, ν' ανεβαίνεις ολοένα περισσότερο στο ψηλό και απότομο βουνό του μεγαλείου.
-9. Το φύτευμα δένδρων ωφελεί την πατρίδα σου και σένα. Το ξερίζωμα, όμως, της αμαθείας, της κουταμάρας, των σκουριασμένων ιδεών ακόμα περισσότερο ωφελεί την πατρίδα σου, σένα μπορεί συνήθως να σε βλάψει. Όσο πόλεμο κι αν σου κάνουν η αληθινή αγάπη της πατρίδος είναι να ξεριζώνεις, όπου χρειάζεται.
-10. Η αληθινή αγάπη της πατρίδος είναι ένα από τα πιο ευγενικά αισθήματα της καρδίας. Γι' αυτό ίσως και σπάνιο. Η ψεύτικη αγάπη της πατρίδος είναι από τα πιο πρόστυχα. Γι' αυτό ίσως και πολύ συχνό.
το βρήκαμε στην Ιδεοπηγή, του αγαπημένου μας Κλεισθένη
-7. Πολύ μεγαλύτερη αγάπη για την πατρίδα από το να σκοτωθείς γι' αυτή, είναι να ζήσεις γι' αυτή. Ν' αφιερώσεις όσο μεγαλύτερο μέρος της ζωής σου μπορείς (όλο είναι αδύνατο) γι” αυτή.
-8. Η αληθινή αγάπη της πατρίδος αρχίζει από την αγάπη του εαυτού σου, την αγάπη που σε κεντρίζει να γίνεσαι ολοένα καλύτερος και ανώτερος, ν' ανεβαίνεις ολοένα περισσότερο στο ψηλό και απότομο βουνό του μεγαλείου.
-9. Το φύτευμα δένδρων ωφελεί την πατρίδα σου και σένα. Το ξερίζωμα, όμως, της αμαθείας, της κουταμάρας, των σκουριασμένων ιδεών ακόμα περισσότερο ωφελεί την πατρίδα σου, σένα μπορεί συνήθως να σε βλάψει. Όσο πόλεμο κι αν σου κάνουν η αληθινή αγάπη της πατρίδος είναι να ξεριζώνεις, όπου χρειάζεται.
-10. Η αληθινή αγάπη της πατρίδος είναι ένα από τα πιο ευγενικά αισθήματα της καρδίας. Γι' αυτό ίσως και σπάνιο. Η ψεύτικη αγάπη της πατρίδος είναι από τα πιο πρόστυχα. Γι' αυτό ίσως και πολύ συχνό.
Δημοσιεύτηκε στις 9 Απριλίου 1911 στο περιοδικό «Διάπλαση των Παίδων» από τον Γρηγόρη Ξενόπουλο με το ψευδώνυμο «Φαίδων».!!!ellaniapili
το βρήκαμε στην Ιδεοπηγή, του αγαπημένου μας Κλεισθένη
Saturday, 30 May 2015
Το Αντίο σε μια Πατρίδα
Ένα παιδί που έχει ζήσει την κόλαση κι έχει επιβιώσει…
Μπήκα στο χώρο συνάντησης κι ήταν καθισμένη διστακτικά σε μια καρέκλα.
Σήκωσε το κεφάλι της και κοιταχτήκαμε. Τα μάτια της μεγάλα, μαύρα κι
υγρά. Τα μαλλιά κατάμαυρα και η εικόνα της τόσο υπέροχα εξωτική στα δικά
μου μάτια. Ανατολίτισσα, πανέμορφη και τόσο μα τόσο ντροπαλή, με μια
γοητευτική φυσική ευγένεια.
Έδωσα το χέρι πρώτα στη μαμά της που καθόταν δίπλα της και μετά στην ίδια. Γρήγορες συστάσεις… και μετά η μαμά αποχώρησε. Μείναμε οι δυο μας να χαμογελάμε αμήχανα η μια στην άλλη… Δεν μιλά την γλώσσα μου, δεν μιλώ τη γλώσσα της και αποφασίσαμε να συνεννοούμαστε στα αγγλικά.
Την ρώτησα πώς είναι και τα μεγάλα αμυγδαλωτά της μάτια γέμισαν δάκρυα! Δεκάξι χρονών, ζει στην χώρα μας ένα μήνα και δέκα μέρες ακριβώς. Έμεινα σιωπηλή κι ήταν σαν έναν μικρό ποτάμι να άρχισε να κυλά δίπλα μου…
Μου είπε για τις βόμβες, που έπεφταν παντού, για τις σφαίρες που σφύριζαν πάνω από τα κεφάλια τους. Για το ότι σαν έφευγε για το σχολείο, δεν ήξερε αν θα γύριζε σπίτι της κι αν θα ξανάβλεπε τους γονείς της. Για τους φίλους της που έχουν σκοτωθεί. Για την βόμβα που έπεσε στο δρόμο και έσπασε την τζαμαρία πίσω της. Για τα τζάμια που χαράκωσαν την πλάτη της – σηκώθηκε αργά και σήκωσε την μπλούζα για να δω τα σημάδια της.
Μου είπε για το μικρό δεκάχρονο αγόρι που το αίμα έτρεχε από το λαιμό του σαν ποτάμι και ο νοσοκόμος της ζήτησε να πιέζει με τα δάχτυλα της την πληγή για να μην φεύγει το αίμα.
Μου είπε πώς είναι τα μάτια ενός ανθρώπου την ώρα που στραγγίζει από μέσα του η ζωή, σαν εκείνο το αγόρι που την κοίταζε στα μάτια και τα δάχτυλα της πίεζαν την πληγή στο λαιμό του την ώρα που πέθαινε, εκεί στη μέση του δρόμου, στο μικρό υπαίθριο καφέ που είχε καθίσει, με το φρέσκο χυμό ακόμη στο χέρι της.
Μου είπε για το ότι είδε αποκεφαλισμούς ανθρώπων και μικρά παιδιά να πέφτουν στον δρόμο πυροβολημένα από ελεύθερους σκοπευτές.
Μου έδειχνε με τα χέρια της πώς πετούσαν οι άνθρωποι διαμελισμένοι από βόμβες που έσκαγαν στην αγορά και με το στόμα της έκανε τον θόρυβο και τη βοή του πανικού, λίγο πριν την ανατίναξη.
Μου μίλησε για τις αρπαγές κοριτσιών από τους στρατιώτες και για τον φόβο των γονιών της μην συμβεί το ίδιο και σε εκείνη.
Μου είπε για την απόφαση να φύγουν, για την ημέρα του αποχαιρετισμού,για τα δάκρυα και τα γέλια και την χαμένη ελπίδα, πως θα ξαναδεί το σπίτι της, την αυλή της, το δωμάτιο της. Το ροζ εφηβικό της δωμάτιο, που μου περιέγραψε με κάθε λεπτομέρεια.
Μου μίλησε για τον υποχρεωτικό αποχωρισμό από τον μπαμπά που έπρεπε να μείνει πίσω. Για το μικρό σακίδιο που έπρεπε εκεί να χωρέσει όλη την παλιά ζωή της κι εκείνη επέλεξε να πάρει ζωγραφιές κι ευχές φίλων της,παρά ρούχα ή κάτι πιο χρήσιμο.
Μου μίλησε για το ταξίδι στην Τουρκία, το περπάτημα μέσα από τα βουνά, το κρύο, την κούραση, τη σιωπή και την πείνα.
Μου είπε για το ταξίδι με τη βάρκα. Τη θάλασσα άγρια, πως κουνούσε και ζαλιζόταν, πως φοβόταν.
Μου μίλησε για το πώς έφτασαν στην Κω και πώς πέρασαν εκεί δύο δύσκολες μέρες σε απόλυτη εξαθλίωση και πείνα,μα πως όλοι ήταν καλοί μαζί τους…
Κι ύστερα Αθήνα κι ύστερα… Θεσσαλονίκη κι ύστερα…εκεί απέναντι μου να μου μιλά για τη φρίκη της. Τα μάτια της έτρεχαν ποτάμι, κανένας λυγμός, κανένας ήχος, μόνο δάκρυα. Ένα παιδί.
Ένα παιδί που είχε ζήσει την κόλαση κι είχε επιβιώσει…
Ήθελα να βρω τα σωστά λόγια μα δεν υπήρχαν… Με κοίταξε ίσια στα μάτια και μου είπε πως πριν τον πόλεμο η Συρία ήταν η πιο όμορφη χώρα στον κόσμο. Πως ήξερε πως δεν θα την ξαναδεί και πως θα την αγαπούσε για πάντα…
Την ρώτησα τι θυμόταν από την χώρα της πριν από τον πόλεμο…
«Τίποτε». Μου απάντησε «Ήμουν τόσο μικρή όταν άρχισε ο πόλεμος, που δεν θυμάμαι πως ήταν πιο πριν». «Τότε πώς ξέρεις πως ήταν όμορφη;» Τη ρωτάω.
Ακούμπησε το ντελικάτο σχεδόν γυναικείο χέρι της στο στήθος της και κλείνοντας τα μάτια ψιθύρισε, «Το ξέρω γιατί όταν τη θυμάμαι πονάει η καρδιά μου»…
Αντίο Πατρίδα…
Η ιστορία είναι αληθινή…όπως και η συνάντηση μου μαζί της! Καλημέρα αγαπημένοι…
Πηγή: kapaworld
Για το Νόστιμον ήμαρ: N.
Έδωσα το χέρι πρώτα στη μαμά της που καθόταν δίπλα της και μετά στην ίδια. Γρήγορες συστάσεις… και μετά η μαμά αποχώρησε. Μείναμε οι δυο μας να χαμογελάμε αμήχανα η μια στην άλλη… Δεν μιλά την γλώσσα μου, δεν μιλώ τη γλώσσα της και αποφασίσαμε να συνεννοούμαστε στα αγγλικά.
Την ρώτησα πώς είναι και τα μεγάλα αμυγδαλωτά της μάτια γέμισαν δάκρυα! Δεκάξι χρονών, ζει στην χώρα μας ένα μήνα και δέκα μέρες ακριβώς. Έμεινα σιωπηλή κι ήταν σαν έναν μικρό ποτάμι να άρχισε να κυλά δίπλα μου…
Μου είπε για τις βόμβες, που έπεφταν παντού, για τις σφαίρες που σφύριζαν πάνω από τα κεφάλια τους. Για το ότι σαν έφευγε για το σχολείο, δεν ήξερε αν θα γύριζε σπίτι της κι αν θα ξανάβλεπε τους γονείς της. Για τους φίλους της που έχουν σκοτωθεί. Για την βόμβα που έπεσε στο δρόμο και έσπασε την τζαμαρία πίσω της. Για τα τζάμια που χαράκωσαν την πλάτη της – σηκώθηκε αργά και σήκωσε την μπλούζα για να δω τα σημάδια της.
Μου είπε για το μικρό δεκάχρονο αγόρι που το αίμα έτρεχε από το λαιμό του σαν ποτάμι και ο νοσοκόμος της ζήτησε να πιέζει με τα δάχτυλα της την πληγή για να μην φεύγει το αίμα.
Μου είπε πώς είναι τα μάτια ενός ανθρώπου την ώρα που στραγγίζει από μέσα του η ζωή, σαν εκείνο το αγόρι που την κοίταζε στα μάτια και τα δάχτυλα της πίεζαν την πληγή στο λαιμό του την ώρα που πέθαινε, εκεί στη μέση του δρόμου, στο μικρό υπαίθριο καφέ που είχε καθίσει, με το φρέσκο χυμό ακόμη στο χέρι της.
Μου είπε για το ότι είδε αποκεφαλισμούς ανθρώπων και μικρά παιδιά να πέφτουν στον δρόμο πυροβολημένα από ελεύθερους σκοπευτές.
Μου έδειχνε με τα χέρια της πώς πετούσαν οι άνθρωποι διαμελισμένοι από βόμβες που έσκαγαν στην αγορά και με το στόμα της έκανε τον θόρυβο και τη βοή του πανικού, λίγο πριν την ανατίναξη.
Μου μίλησε για τις αρπαγές κοριτσιών από τους στρατιώτες και για τον φόβο των γονιών της μην συμβεί το ίδιο και σε εκείνη.
Μου είπε για την απόφαση να φύγουν, για την ημέρα του αποχαιρετισμού,για τα δάκρυα και τα γέλια και την χαμένη ελπίδα, πως θα ξαναδεί το σπίτι της, την αυλή της, το δωμάτιο της. Το ροζ εφηβικό της δωμάτιο, που μου περιέγραψε με κάθε λεπτομέρεια.
Μου μίλησε για τον υποχρεωτικό αποχωρισμό από τον μπαμπά που έπρεπε να μείνει πίσω. Για το μικρό σακίδιο που έπρεπε εκεί να χωρέσει όλη την παλιά ζωή της κι εκείνη επέλεξε να πάρει ζωγραφιές κι ευχές φίλων της,παρά ρούχα ή κάτι πιο χρήσιμο.
Μου μίλησε για το ταξίδι στην Τουρκία, το περπάτημα μέσα από τα βουνά, το κρύο, την κούραση, τη σιωπή και την πείνα.
Μου είπε για το ταξίδι με τη βάρκα. Τη θάλασσα άγρια, πως κουνούσε και ζαλιζόταν, πως φοβόταν.
Μου μίλησε για το πώς έφτασαν στην Κω και πώς πέρασαν εκεί δύο δύσκολες μέρες σε απόλυτη εξαθλίωση και πείνα,μα πως όλοι ήταν καλοί μαζί τους…
Κι ύστερα Αθήνα κι ύστερα… Θεσσαλονίκη κι ύστερα…εκεί απέναντι μου να μου μιλά για τη φρίκη της. Τα μάτια της έτρεχαν ποτάμι, κανένας λυγμός, κανένας ήχος, μόνο δάκρυα. Ένα παιδί.
Ένα παιδί που είχε ζήσει την κόλαση κι είχε επιβιώσει…
Ήθελα να βρω τα σωστά λόγια μα δεν υπήρχαν… Με κοίταξε ίσια στα μάτια και μου είπε πως πριν τον πόλεμο η Συρία ήταν η πιο όμορφη χώρα στον κόσμο. Πως ήξερε πως δεν θα την ξαναδεί και πως θα την αγαπούσε για πάντα…
Την ρώτησα τι θυμόταν από την χώρα της πριν από τον πόλεμο…
«Τίποτε». Μου απάντησε «Ήμουν τόσο μικρή όταν άρχισε ο πόλεμος, που δεν θυμάμαι πως ήταν πιο πριν». «Τότε πώς ξέρεις πως ήταν όμορφη;» Τη ρωτάω.
Ακούμπησε το ντελικάτο σχεδόν γυναικείο χέρι της στο στήθος της και κλείνοντας τα μάτια ψιθύρισε, «Το ξέρω γιατί όταν τη θυμάμαι πονάει η καρδιά μου»…
Αντίο Πατρίδα…
Η ιστορία είναι αληθινή…όπως και η συνάντηση μου μαζί της! Καλημέρα αγαπημένοι…
Της KaPaworld
Πηγή: kapaworld
Για το Νόστιμον ήμαρ: N.
Saturday, 27 September 2014
Ζήνων ο Ελεάτης: «Θαυμάζω ὑμῶν τήν δειλίαν»
Ζήνων ο Ελεάτης (490 – 430π.Χ.)
«Θαυμάζω ὑμῶν τὴν δειλίαν, εἰ τούτων ἕνεκεν ὧν νῦν ἐγὼ ὑπομένω, δουλεύετε τῷ τυράννῳ»
«Θαυμάζω ὑμῶν τὴν δειλίαν, εἰ τούτων ἕνεκεν ὧν νῦν ἐγὼ ὑπομένω, δουλεύετε τῷ τυράννῳ»
Ένας νέος, που δεν έσκυψε το κεφάλι του,
που αντιστάθηκε στον τύρρανο,
συγκίνησε τον λαό και ανέτρεψαν τη τυρρανία,
που αντιστάθηκε στον τύρρανο,
συγκίνησε τον λαό και ανέτρεψαν τη τυρρανία,
Επειδή...
Κι ένας μπορεί,
αν θέλει,
η ψυχή του δοσμένη σαν
είναι
κι αν η καρδιά του
φλέγεται,
μπορεί,
ναι, μπορεί
τον κόσμο ν' αλλάξει!
τον κόσμο ν' αλλάξει!
Β. Π. Δεδούση
===
Ο Ζήνων ο
Ελεάτης, που έγινε ονομαστός με τον ηρωικό θάνατο στον αγώνα εναντίον
του τυράννου, ήταν ο αγαπημένος μαθητής του Παρμενίδη κατά τον Πλάτωνα,
ενώ κατά τον Απολλόδωρο 40 χρόνια νεότερός του. Σε ένα πεζό σύγγραμμά
του, που το είχε γράψει πολύ νέος, υποστήριζε τη θεωρία του Παρμενίδη
από πλάγιο δρόμο. Αναιρούσε, δηλαδή, την κοινή αντίληψη για την
πραγματικότητα με τέτοια οξύνοια, ώστε ο Αριστοτέλης τον ονόμασε
εφευρέτη της διαλεκτικής.
Ο Ζήνων ο Ελεάτης θυσίασε τη ζωή του σε μία απόπειρα κατά του τυραννίσκου της πατρίδας του Νέαρχου, που διασώθηκε το όνομά του χάρη στη δραματική εκείνη απόπειρα.
Η σύλληψή του, τα βασανιστήριά του, η καταδίκη του στο μαρτυρικό θάνατο, ξεσήκωσαν το λαό κατά του τυραννίσκου.
Την ώρα των δραματικών ανακρίσεων, ρωτήθηκε ποιοι είναι οι φίλοι του και αφού τον πίεσαν πολύ να τους αποκαλύψει, αυτός κατονόμασε όλους τους φίλους του τυράννου, που εκτελέστηκαν όλοι και στο τέλος και τον ίδιο το Νέαρχο ως διαφθορέα και καταστροφέα της πόλης.
Κατά την ώρα του βασανισμού του μίλησε στους συμπολίτες του και στο τέλος έκοψε μόνος του τη γλώσσα του και τη έφτυσε στο πρόσωπο του τυράννου. Ύστερα πέθανε περήφανα.
[26] Γέγονε δὲ ἀνὴρ γενναιότατος καὶ ἐν φιλοσοφίᾳ καὶ ἐν πολιτείᾳ· φέρεται γοῦν αὐτοῦ βιβλία πολλῆς συνέσεως γέμοντα.
Καθελεῖν δὲ θελήσας Νέαρχον τὸν
τύραννον - οἱ δὲ Διομέδοντα - συνελήφθη, καθά φησιν Ἡρακλείδης
ἐν τῇ Σατύρου ἐπιτομῇ. Ὅτε καὶ ἐξεταζόμενος τοὺς συνειδότας καὶ
περὶ τῶν ὅπλων ὧν ἦγεν εἰς Λιπάραν, πάντας ἐμήνυσεν αὐτοῦ τοὺς
φίλους, βουλόμενος αὐτὸν ἔρημον καταστῆσαι· εἶτα περί τινων
εἰπεῖν ἔχειν τινα «ἔφη» αὐτῷ πρὸς τὸ οὖς καὶ δακὼν οὐκ ἀνῆκεν
ἕως ἀπεκεντήθη, ταὐτὸν Ἀριστογείτονι τῷ τυραννοκτόνῳ παθών.
[27]
Δημήτριος δέ φησιν ἐν τοῖς Ὁμωνύμοις τὸν μυκτῆρα αὐτὸν
ἀποτραγεῖν. Ἀντισθένης δὲ ἐν ταῖς Διαδοχαῖς φησι μετὰ τὸ μηνῦσαι
τοὺς φίλους ἐρωτηθῆναι πρὸς τοῦ τυράννου εἴ τις ἄλλος εἴη· τὸν
δ' εἰπεῖν, « Σὺ ὁ τῆς πόλεως ἀλιτήριος. » Πρός τε τοὺς
παρεστῶτας φάναι· « Θαυμάζω ὑμῶν τὴν δειλίαν, εἰ τούτων ἕνεκεν
ὧν νῦν ἐγὼ ὑπομένω, δουλεύετε τῷ τυράννῳ· » καὶ τέλος
ἀποτραγόντα τὴν γλῶτταν προσπτύσαι αὐτῷ· τοὺς δὲ πολίτας
παρορμηθέντας αὐτίκα τὸν τύραννον καταλεῦσαι. Ταὐτὰ δὲ σχεδὸν οἱ
πλείους λαλοῦσιν. Ἕρμιππος δέ φησιν εἰς ὅλμον αὐτὸν βληθῆναι καὶ
κατακοπῆναι.
Διογένης Λαέρτιος Βίοι Φιλοσόφων, Θ΄ 26 – 27
Υπήρξε άνδρας ξεχωριστός καί στη φιλοσοφία καί
στην πολιτική. Του αποδίδονται βιβλία που διακρίνονται για τη σύνεσή
τους. Όπως αναφέρει ο Ηρακλείδης στη «Σατύρου επιτομή», θέλησε να
ανατρέψει τον τύραννο Νέαρχο – άλλοι λένε τον Διομέδοντα – καί
συνελήφθη. Στη διάρκεια της δίκης, όταν τον ρωτούσαν για τους συνεργούς
του καί για τα όπλα που είχε πάει στη Λιπάρα, αποκάλυψε όλους τους
φίλους του τυράννου με σκοπό να τον αφήσει μόνο του. Έπειτα είπε πως
κάτι είχε να του πει για κάποιους κρυφά στο αυτί καί τότε του το δάγκωσε
καί δεν το άφησε μέχρι που τον σκότωσαν. Έτσι έπαθε τα ίδια με τον
τυραννοκτόνο Αριστογείτονα.
Ο Δημήτριος στους «Ομωνύμους» λέει πως
του δάγκωσε τη μύτη. Ο Αντισθένης στις «Διαδοχές» λέει πως, αφού
αποκάλυψε τους φίλους, ρωτήθηκε από τον τύραννο, αν υπάρχει καί κάποιος
άλλος. Τότε απάντησε «εσύ, ο καταστροφέας της πόλης». Στους
παρευρισκομένους είπε: «Θαυμάζω τη δειλία σας, αν εξαιτίας αυτών, που
τώρα υπομένω, είστε δούλοι του τυράννου». Τέλος, έκοψε τη γλώσσα του καί
του την έφτυσε κατάμουτρα. Ενθαρρυμένοι απ’ αυτό οι συμπολίτες του
σκότωσαν τον τύραννο. Τα ίδια σχεδόν λένε οι περισσότεροι. Ο Έρμιππος
λέει ότι τον έριξαν σε πέτρες που χρησίμευαν για άλεσμα καί
κατακομματιάστηκε.
Μετάφραση από τις εκδόσεις Κάκτου
Tuesday, 25 March 2014
Διονύσιος Σολωμός - Ὁ Ὕμνος εἰς τὴν Ἐλευθερίαν
158 στροφὲς συνθέτουν τὸν Ὕμνο, ὅπου ἡ Ἐλευθερία ταυτίζεται μὲ τὴν Ὀρθόδοξη Ἑλλάδα. Οἱ θεματικὲς ἑνότητες ποὺ περιλαμβάνονται στὰ ἐπιλεγμένα ἀποσπάσματα εἶναι ἡ ἀρχαία λαμπρότητα, τὰ δεινοπαθήματα τῆς σκλαβιᾶς, ἡ ἀπήχηση τοῦ ἀγῶνα, οἱ κορυφαῖες στιγμὲς τῆς Τριπολιτσᾶς καὶ τοῦ Μεσολογγίου, οἱ νικηφόρες μάχες στὴ θάλασσα καὶ τέλος ἡ σπαρακτικὴ ἔκκληση τῆς Ἐλευθερίας πρὸς τοὺς Ἕλληνες γιὰ ὁμόνοια καὶ ἀδερφοσύνη. Ὁ μεγάλος μουσουργὸς Νικόλαος Μάντζαρος, προσωπικὸς φίλος τοῦ ποιητῆ Σολωμοῦ, συνέθεσε μουσικὴ γιὰ 24 στροφές. Οἱ δυὸ πρῶτες νομοθετήθηκαν τὸ 1856 ὡς ὁ Ἐθνικὸς Ὕμνος τῆς Ἑλλάδας.
Σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν κόψη
τοῦ σπαθιοῦ τὴν τρομερή,
σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν ὄψη,
ποῦ μὲ βία μετράει τὴ γῆ.
2
Ἀπ᾿ τὰ κόκαλα βγαλμένη
τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη,
χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά!
Ἀπ᾿ τὰ κόκαλα βγαλμένη
τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη,
χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά!
3
Ἐκεῖ μέσα ἐκατοικοῦσες
πικραμένη, ἐντροπαλή,
κι ἕνα στόμα ἀκαρτεροῦσες,
«ἔλα πάλι», νὰ σοῦ πῇ.
Ἐκεῖ μέσα ἐκατοικοῦσες
πικραμένη, ἐντροπαλή,
κι ἕνα στόμα ἀκαρτεροῦσες,
«ἔλα πάλι», νὰ σοῦ πῇ.
4
Ἄργειε νά ῾λθη ἐκείνη ἡ μέρα
κι ἦταν ὅλα σιωπηλά,
γιατὶ τά ῾σκιαζε ἡ φοβέρα
καὶ τὰ πλάκωνε ἡ σκλαβιά.
Ἄργειε νά ῾λθη ἐκείνη ἡ μέρα
κι ἦταν ὅλα σιωπηλά,
γιατὶ τά ῾σκιαζε ἡ φοβέρα
καὶ τὰ πλάκωνε ἡ σκλαβιά.
5
Δυστυχής! Παρηγορία
μόνη σου ἔμεινε νὰ λὲς
περασμένα μεγαλεῖα
καὶ διηγώντας τα νὰ κλαῖς.
Δυστυχής! Παρηγορία
μόνη σου ἔμεινε νὰ λὲς
περασμένα μεγαλεῖα
καὶ διηγώντας τα νὰ κλαῖς.
6
Καὶ ἀκαρτέρει, καὶ ἀκαρτέρει
φιλελεύθερη λαλιά,
ἕνα ἐκτύπαε τ᾿ ἄλλο χέρι
ἀπὸ τὴν ἀπελπισιά,
Καὶ ἀκαρτέρει, καὶ ἀκαρτέρει
φιλελεύθερη λαλιά,
ἕνα ἐκτύπαε τ᾿ ἄλλο χέρι
ἀπὸ τὴν ἀπελπισιά,
7
κι ἔλεες «πότε, ἅ! πότε βγάνω
τὸ κεφάλι ἀπὸ τς ἐρμιές;»
Καὶ ἀποκρίνοντο ἀπὸ πάνω
κλάψες, ἅλυσες, φωνές.
κι ἔλεες «πότε, ἅ! πότε βγάνω
τὸ κεφάλι ἀπὸ τς ἐρμιές;»
Καὶ ἀποκρίνοντο ἀπὸ πάνω
κλάψες, ἅλυσες, φωνές.
8
Τότε ἐσήκωνες τὸ βλέμμα
μὲς στὰ κλάιματα θολό,
καὶ εἰς τὸ ροῦχο σου ἔσταζ᾿ αἷμα
πλῆθος αἷμα ἑλληνικό.
Τότε ἐσήκωνες τὸ βλέμμα
μὲς στὰ κλάιματα θολό,
καὶ εἰς τὸ ροῦχο σου ἔσταζ᾿ αἷμα
πλῆθος αἷμα ἑλληνικό.
9
Μὲ τὰ ροῦχα αἱματωμένα
ξέρω ὅτι ἔβγαινες κρυφὰ
νὰ γυρεύῃς εἰς τὰ ξένα
ἄλλα χέρια δυνατά.
Μὲ τὰ ροῦχα αἱματωμένα
ξέρω ὅτι ἔβγαινες κρυφὰ
νὰ γυρεύῃς εἰς τὰ ξένα
ἄλλα χέρια δυνατά.
10
Μοναχὴ τὸ δρόμο ἐπῆρες,
ἐξανάλθες μοναχή,
δὲν εἶν᾿ εὔκολες οἱ θύρες,
ἐὰν ἡ χρεία τὲς κουρταλῆ.
Μοναχὴ τὸ δρόμο ἐπῆρες,
ἐξανάλθες μοναχή,
δὲν εἶν᾿ εὔκολες οἱ θύρες,
ἐὰν ἡ χρεία τὲς κουρταλῆ.
11
Ἄλλος σου ἔκλαψε εἰς τὰ στήθια
ἀλλ᾿ ἀνάσασιν καμιὰ
ἄλλος σοῦ ἔταξε βοήθεια
καὶ σὲ γέλασε φρικτά.
Ἄλλος σου ἔκλαψε εἰς τὰ στήθια
ἀλλ᾿ ἀνάσασιν καμιὰ
ἄλλος σοῦ ἔταξε βοήθεια
καὶ σὲ γέλασε φρικτά.
12
Ἄλλοι, ὀϊμέ! στὴ συμφορά σου,
ὅπου ἐχαίροντο πολύ,
«σύρε νά ῾βρῃς τὰ παιδιά σου,
σύρε», ἐλέγαν οἱ σκληροί.
Ἄλλοι, ὀϊμέ! στὴ συμφορά σου,
ὅπου ἐχαίροντο πολύ,
«σύρε νά ῾βρῃς τὰ παιδιά σου,
σύρε», ἐλέγαν οἱ σκληροί.
13
Φεύγει ὀπίσω τὸ ποδάρι
καὶ ὁλογλήγορο πατεῖ
ἢ τὴν πέτρα ἢ τὸ χορτάρι
ποὺ τὴ δόξα σου ἐνθυμεῖ.
Φεύγει ὀπίσω τὸ ποδάρι
καὶ ὁλογλήγορο πατεῖ
ἢ τὴν πέτρα ἢ τὸ χορτάρι
ποὺ τὴ δόξα σου ἐνθυμεῖ.
14
Ταπεινότατή σου γέρνει
ἡ τρισάθλια κεφαλή,
σὰν πτωχοῦ ποὺ θυροδέρνει
κι εἶναι βάρος του ἡ ζωή.
Ταπεινότατή σου γέρνει
ἡ τρισάθλια κεφαλή,
σὰν πτωχοῦ ποὺ θυροδέρνει
κι εἶναι βάρος του ἡ ζωή.
15
Ναί· ἀλλὰ τώρα ἀντιπαλεύει
κάθε τέκνο σου μὲ ὁρμή,
ποὺ ἀκατάπαυστα γυρεύει
ἢ τὴ νίκη ἢ τὴ θανή!
Ναί· ἀλλὰ τώρα ἀντιπαλεύει
κάθε τέκνο σου μὲ ὁρμή,
ποὺ ἀκατάπαυστα γυρεύει
ἢ τὴ νίκη ἢ τὴ θανή!
16
Ἀπ᾿ τὰ κόκαλα βγαλμένη
τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη
χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά!
Ἀπ᾿ τὰ κόκαλα βγαλμένη
τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη
χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά!
17
Μόλις εἶδε τὴν ὁρμή σου
ὁ οὐρανός, ποὺ γιὰ τ᾿ς ἐχθροὺς
εἰς τὴ γῆ τὴ μητρική σου
ἔτρεφ᾿ ἄνθια καὶ καρπούς,
Μόλις εἶδε τὴν ὁρμή σου
ὁ οὐρανός, ποὺ γιὰ τ᾿ς ἐχθροὺς
εἰς τὴ γῆ τὴ μητρική σου
ἔτρεφ᾿ ἄνθια καὶ καρπούς,
18
ἐγαλήνευσε καὶ ἐχύθη
καταχθόνια μία βοὴ
καὶ τοῦ Ρήγα σου ἀπεκρίθη
πολεμόκραχτη ἡ φωνή
ἐγαλήνευσε καὶ ἐχύθη
καταχθόνια μία βοὴ
καὶ τοῦ Ρήγα σου ἀπεκρίθη
πολεμόκραχτη ἡ φωνή
19
ὅλοι οἱ τόποι σου σ᾿ ἐκράξαν
χαιρετώντας σε θερμά,
καὶ τὰ στόματα ἐφωνάξαν,
ὅσα αἰσθάνετο ἡ καρδιά.
ὅλοι οἱ τόποι σου σ᾿ ἐκράξαν
χαιρετώντας σε θερμά,
καὶ τὰ στόματα ἐφωνάξαν,
ὅσα αἰσθάνετο ἡ καρδιά.
20
Ἐφωνάξανε ὡς τ᾿ ἀστέρια
τοῦ Ἰονίου καὶ τὰ νησιά,
καὶ ἐσηκώσανε τὰ χέρια,
γιὰ νὰ δείξουνε χαρά,
Ἐφωνάξανε ὡς τ᾿ ἀστέρια
τοῦ Ἰονίου καὶ τὰ νησιά,
καὶ ἐσηκώσανε τὰ χέρια,
γιὰ νὰ δείξουνε χαρά,
21
μ᾿ ὅλον πού ῾ναι ἁλυσωμένο
τὸ καθένα τεχνικὰ
καὶ εἰς τὸ μέτωπο γραμμένο
ἔχει: ψεύτρα Ἐλευθεριά.
μ᾿ ὅλον πού ῾ναι ἁλυσωμένο
τὸ καθένα τεχνικὰ
καὶ εἰς τὸ μέτωπο γραμμένο
ἔχει: ψεύτρα Ἐλευθεριά.
22
Γκαρδιακὰ χαροποιήθη
καὶ τοῦ Βάσιγκτον ἡ γῆ
καὶ τὰ σίδερα ἐνθυμήθη
ποῦ τὴν ἔδεναν κι αὐτή.
Γκαρδιακὰ χαροποιήθη
καὶ τοῦ Βάσιγκτον ἡ γῆ
καὶ τὰ σίδερα ἐνθυμήθη
ποῦ τὴν ἔδεναν κι αὐτή.
23
Ἀπ᾿ τὸν πύργο του φωνάζει,
σὰ νὰ λέῃ «σὲ χαιρετῶ»,
καὶ τὴ χήτη του τινάζει
τὸ Λεοντάρι τὸ Ἰσπανό.
Ἀπ᾿ τὸν πύργο του φωνάζει,
σὰ νὰ λέῃ «σὲ χαιρετῶ»,
καὶ τὴ χήτη του τινάζει
τὸ Λεοντάρι τὸ Ἰσπανό.
24
Ἐλαφιάσθη τῆς Ἀγγλίας
τὸ θηρίο καὶ σέρνει εὐθὺς
κατὰ τ᾿ ἄκρα τῆς Ῥουσίας
τὰ μουγκρίσματα τ᾿ς ὀργῆς.
Ἐλαφιάσθη τῆς Ἀγγλίας
τὸ θηρίο καὶ σέρνει εὐθὺς
κατὰ τ᾿ ἄκρα τῆς Ῥουσίας
τὰ μουγκρίσματα τ᾿ς ὀργῆς.
25
Εἰς τὸ κίνημά του δείχνει
πὼς τὰ μέλη εἶν᾿ δυνατὰ
καὶ στοῦ Αἰγαίου τὸ κῦμα ρίχνει
μία σπιθόβολη ματιά.
Εἰς τὸ κίνημά του δείχνει
πὼς τὰ μέλη εἶν᾿ δυνατὰ
καὶ στοῦ Αἰγαίου τὸ κῦμα ρίχνει
μία σπιθόβολη ματιά.
26
Σὲ ξανοίγει ἀπὸ τὰ νέφη
καὶ τὸ μάτι τοῦ Ἀετοῦ,
ποὺ φτερὰ καὶ νύχια θρέφει
μὲ τὰ σπλάχνα τοῦ Ἰταλοῦ·
Σὲ ξανοίγει ἀπὸ τὰ νέφη
καὶ τὸ μάτι τοῦ Ἀετοῦ,
ποὺ φτερὰ καὶ νύχια θρέφει
μὲ τὰ σπλάχνα τοῦ Ἰταλοῦ·
27
καὶ σ᾿ ἐσὲ καταγειρμένος,
γιατὶ πάντα σὲ μισεῖ,
ἔκρωζ᾿, ἔκρωζε ὁ σκασμένος,
νὰ σὲ βλάψῃ, ἂν ἠμπορῇ.
καὶ σ᾿ ἐσὲ καταγειρμένος,
γιατὶ πάντα σὲ μισεῖ,
ἔκρωζ᾿, ἔκρωζε ὁ σκασμένος,
νὰ σὲ βλάψῃ, ἂν ἠμπορῇ.
28
Ἄλλο ἐσὺ δὲν συλλογιέσαι
πάρεξ ποὺ θὰ πρωτοπᾷς
δὲν μιλεῖς καὶ δὲν κουνιέσαι
στὲς βρισίες ὅπου ἀγρικᾷς·
Ἄλλο ἐσὺ δὲν συλλογιέσαι
πάρεξ ποὺ θὰ πρωτοπᾷς
δὲν μιλεῖς καὶ δὲν κουνιέσαι
στὲς βρισίες ὅπου ἀγρικᾷς·
29
σὰν τὸ βράχον ὅπου ἀφήνει
κάθε ἀκάθαρτο νερὸ
εἰς τὰ πόδια του νὰ χύνῃ
εὐκολόσβηστον ἀφρό,
σὰν τὸ βράχον ὅπου ἀφήνει
κάθε ἀκάθαρτο νερὸ
εἰς τὰ πόδια του νὰ χύνῃ
εὐκολόσβηστον ἀφρό,
30
ὅπου ἀφήνει ἀνεμοζάλη
καὶ χαλάζι καὶ βροχὴ
νὰ τοῦ δέρνουν τὴ μεγάλη,
τὴν αἰώνια κορυφή.
ὅπου ἀφήνει ἀνεμοζάλη
καὶ χαλάζι καὶ βροχὴ
νὰ τοῦ δέρνουν τὴ μεγάλη,
τὴν αἰώνια κορυφή.
31
Δυστυχιά του, ὢ δυστυχιά του,
ὁποιανοῦ θέλει βρεθῆ
στὸ μαχαῖρι σου ἀποκάτου
καὶ σ᾿ ἐκεῖνο ἀντισταθῇ.
Δυστυχιά του, ὢ δυστυχιά του,
ὁποιανοῦ θέλει βρεθῆ
στὸ μαχαῖρι σου ἀποκάτου
καὶ σ᾿ ἐκεῖνο ἀντισταθῇ.
32
Τὸ θηρίο, π᾿ ἀνανογιέται
πῶς τοῦ λείπουν τὰ μικρά,
περιορίζεται, πετιέται,
αἷμα ἀνθρώπινο διψᾷ.
Τὸ θηρίο, π᾿ ἀνανογιέται
πῶς τοῦ λείπουν τὰ μικρά,
περιορίζεται, πετιέται,
αἷμα ἀνθρώπινο διψᾷ.
33
Τρέχει, τρέχει ὅλα τὰ δάση,
τὰ λαγκάδια, τὰ βουνά,
καὶ ὅπου φθάση, ὅπου περάσῃ
φρίκη, θάνατος, ἐρμιά·
Τρέχει, τρέχει ὅλα τὰ δάση,
τὰ λαγκάδια, τὰ βουνά,
καὶ ὅπου φθάση, ὅπου περάσῃ
φρίκη, θάνατος, ἐρμιά·
34
ἐρμιά, θάνατος καὶ φρίκη,
ὅπου ἐπέρασες κι ἐσύ·
ξίφος ἔξω ἀπὸ τὴν θήκη
πλέον ἀνδρείαν σοῦ προξενεῖ.
ἐρμιά, θάνατος καὶ φρίκη,
ὅπου ἐπέρασες κι ἐσύ·
ξίφος ἔξω ἀπὸ τὴν θήκη
πλέον ἀνδρείαν σοῦ προξενεῖ.
35
Ἰδοὺ ἐμπρός σου ὁ τοῖχος στέκει
τῆς ἀθλίας Τριπολιτσᾶς·
τώρα τρόμου ἀστροπελέκι
νὰ τῆς ρίψῃς πιθυμᾶς.
Ἰδοὺ ἐμπρός σου ὁ τοῖχος στέκει
τῆς ἀθλίας Τριπολιτσᾶς·
τώρα τρόμου ἀστροπελέκι
νὰ τῆς ρίψῃς πιθυμᾶς.
36
Μεγαλόψυχο τὸ μάτι
δείχνει πάντα ὅπως νικεῖ,
καὶ ἂς εἶναι ἄρματα γεμάτη
καὶ πολέμιαν χλαλοή.
Μεγαλόψυχο τὸ μάτι
δείχνει πάντα ὅπως νικεῖ,
καὶ ἂς εἶναι ἄρματα γεμάτη
καὶ πολέμιαν χλαλοή.
37
Σοὺ προβαίνουνε καὶ τρίζουν,
γιὰ νὰ ἰδῆς πὼς εἶν᾿ πολλὰ
δὲν ἀκοῦς ποὺ φοβερίζουν
ἄνδρες μύριοι καὶ παιδιά;
Σοὺ προβαίνουνε καὶ τρίζουν,
γιὰ νὰ ἰδῆς πὼς εἶν᾿ πολλὰ
δὲν ἀκοῦς ποὺ φοβερίζουν
ἄνδρες μύριοι καὶ παιδιά;
38
Λίγα μάτια, λίγα στόματα
θὰ σᾶς μείνουνε ἀνοιχτά,
γιὰ νὰ κλαύσετε τὰ σώματα,
ποὺ θὲ ναὔρῃ ἡ συμφορά.
Λίγα μάτια, λίγα στόματα
θὰ σᾶς μείνουνε ἀνοιχτά,
γιὰ νὰ κλαύσετε τὰ σώματα,
ποὺ θὲ ναὔρῃ ἡ συμφορά.
39
Κατεβαίνουνε, καὶ ἀνάφτει
τοῦ πολέμου ἀναλαμπή·
τὸ τουφέκι ἀνάβει, ἀστράφτει,
λάμπει, κόφτει τὸ σπαθί.
Κατεβαίνουνε, καὶ ἀνάφτει
τοῦ πολέμου ἀναλαμπή·
τὸ τουφέκι ἀνάβει, ἀστράφτει,
λάμπει, κόφτει τὸ σπαθί.
40
Γιατί ἡ μάχη ἐστάθη ὀλίγη;
λίγα τὰ αἵματα γιατί;
τὸν ἐχθρὸ θωρῶ νὰ φύγῃ
καὶ στὸ κάστρο ν᾿ ἀνεβῇ.
Γιατί ἡ μάχη ἐστάθη ὀλίγη;
λίγα τὰ αἵματα γιατί;
τὸν ἐχθρὸ θωρῶ νὰ φύγῃ
καὶ στὸ κάστρο ν᾿ ἀνεβῇ.
41
Μέτρα! εἶν᾿ ἄπειροι οἱ φευγάτοι,
ὁποὺ φεύγοντας δειλιοῦν·
τὰ λαβώματα στὴν πλάτη
δέχοντ᾿, ὥστε ν᾿ ἀνεβοῦν.
Μέτρα! εἶν᾿ ἄπειροι οἱ φευγάτοι,
ὁποὺ φεύγοντας δειλιοῦν·
τὰ λαβώματα στὴν πλάτη
δέχοντ᾿, ὥστε ν᾿ ἀνεβοῦν.
42
Ἐκεῖ μέσα ἀκαρτερεῖτε
τὴν ἀφεύγατη φθορά·
νά, σᾶς φθάνει· ἀποκριθῆτε
στῆς νυκτὸς τὴ σκοτεινιά.
Ἐκεῖ μέσα ἀκαρτερεῖτε
τὴν ἀφεύγατη φθορά·
νά, σᾶς φθάνει· ἀποκριθῆτε
στῆς νυκτὸς τὴ σκοτεινιά.
43
Ἀποκρίνονται, καὶ ἡ μάχη
ἔτσι ἀρχίζει, ὅπου μακριὰ
ἀπὸ ράχη ἐκεῖ σὲ ράχη
ἀντιβούιζε φοβερά.
Ἀποκρίνονται, καὶ ἡ μάχη
ἔτσι ἀρχίζει, ὅπου μακριὰ
ἀπὸ ράχη ἐκεῖ σὲ ράχη
ἀντιβούιζε φοβερά.
44
Ἀκούω κούφια τὰ τουφέκια,
ἀκούω σμίξιμο σπαθιῶν,
ἀκούω ξύλα, ἀκούω πελέκια,
ἀκούω τρίξιμο δοντιῶν.
Ἀκούω κούφια τὰ τουφέκια,
ἀκούω σμίξιμο σπαθιῶν,
ἀκούω ξύλα, ἀκούω πελέκια,
ἀκούω τρίξιμο δοντιῶν.
45
Ἄ! τί νύκτα ἦταν ἐκείνη
ποὺ τὴν τρέμει ὁ λογισμός;
Ἄλλος ὕπνος δὲν ἐγίνη
πάρεξ θάνατου πικρός.
Ἄ! τί νύκτα ἦταν ἐκείνη
ποὺ τὴν τρέμει ὁ λογισμός;
Ἄλλος ὕπνος δὲν ἐγίνη
πάρεξ θάνατου πικρός.
46
Τῆς σκηνῆς ἡ ὥρα, ὁ τόπος,
οἱ κραυγές, ἡ ταραχή,
ὁ σκληρόψυχος ὁ τρόπος
τοῦ πολέμου, καὶ οἱ καπνοί,
Τῆς σκηνῆς ἡ ὥρα, ὁ τόπος,
οἱ κραυγές, ἡ ταραχή,
ὁ σκληρόψυχος ὁ τρόπος
τοῦ πολέμου, καὶ οἱ καπνοί,
47
καὶ οἱ βροντές, καὶ τὸ σκοτάδι,
ὅπου ἀντίσκοφτε ἡ φωτιά,
ἐπαράσταιναν τὸν ᾅδη
ποῦ ἀκαρτέρειε τὰ σκυλιά·
καὶ οἱ βροντές, καὶ τὸ σκοτάδι,
ὅπου ἀντίσκοφτε ἡ φωτιά,
ἐπαράσταιναν τὸν ᾅδη
ποῦ ἀκαρτέρειε τὰ σκυλιά·
48
τ᾿ ἀκαρτέρειε. ἐφαίνοντ᾿ ἴσκιοι
ἀναρίθμητοι γυμνοί,
κόρες, γέροντες, νεανίσκοι,
βρέφη ἀκόμη εἰς τὸ βυζί.
τ᾿ ἀκαρτέρειε. ἐφαίνοντ᾿ ἴσκιοι
ἀναρίθμητοι γυμνοί,
κόρες, γέροντες, νεανίσκοι,
βρέφη ἀκόμη εἰς τὸ βυζί.
49
Ὅλη μαύρη μυρμηγκιάζει,
μαύρη ἡ ἐντάφια συντροφιά,
σὰν τὸ ροῦχο ὁποὺσκεπάζει
τὰ κρεββάτια τὰ στερνά.
Ὅλη μαύρη μυρμηγκιάζει,
μαύρη ἡ ἐντάφια συντροφιά,
σὰν τὸ ροῦχο ὁποὺσκεπάζει
τὰ κρεββάτια τὰ στερνά.
50
Τόσοι, τόσοι ἀνταμωμένοι
ἐπετιοῦντο ἀπὸ τὴ γῆ,
ὅσοι εἶν᾿ ἄδικα σφαγμένοι
ἀπὸ τούρκικην ὀργή.
Τόσοι, τόσοι ἀνταμωμένοι
ἐπετιοῦντο ἀπὸ τὴ γῆ,
ὅσοι εἶν᾿ ἄδικα σφαγμένοι
ἀπὸ τούρκικην ὀργή.
51
Τόσα πέφτουνε τὰ θέρι-
σμένα ἀστάχια εἰς τοὺς ἀγρούς·
σχεδὸν ὅλα ἐκειὰ τὰ μέρη
ἐσκεπάζοντο ἀπ᾿ αὐτούς.
Τόσα πέφτουνε τὰ θέρι-
σμένα ἀστάχια εἰς τοὺς ἀγρούς·
σχεδὸν ὅλα ἐκειὰ τὰ μέρη
ἐσκεπάζοντο ἀπ᾿ αὐτούς.
52
Θαμποφέγγει κανέν᾿ ἄστρο,
καὶ ἀναδεύοντο μαζί,
ἀναβαίνοντας τὸ κάστρο
μὲ νεκρώσιμη σιωπή.
Θαμποφέγγει κανέν᾿ ἄστρο,
καὶ ἀναδεύοντο μαζί,
ἀναβαίνοντας τὸ κάστρο
μὲ νεκρώσιμη σιωπή.
53
Ἔτσι χάμου εἰς τὴν πεδιάδα,
μὲς στὸ δάσος τὸ πυκνό,
ὅταν στέλνῃ μίαν ἀχνάδα
μισοφέγγαρο χλωμό,
Ἔτσι χάμου εἰς τὴν πεδιάδα,
μὲς στὸ δάσος τὸ πυκνό,
ὅταν στέλνῃ μίαν ἀχνάδα
μισοφέγγαρο χλωμό,
54
ἐὰν οἱ ἄνεμοι μὲς στ᾿ ἄδεια
τὰ κλαδιὰ μουγκοφυσοῦν,
σειοῦνται, σειοῦνται τὰ μαυράδια,
ὅπου οἱ κλῶνοι ἀντικτυποῦν.
ἐὰν οἱ ἄνεμοι μὲς στ᾿ ἄδεια
τὰ κλαδιὰ μουγκοφυσοῦν,
σειοῦνται, σειοῦνται τὰ μαυράδια,
ὅπου οἱ κλῶνοι ἀντικτυποῦν.
55
Μὲ τὰ μάτια τους γυρεύουν
ὅπου εἶν᾿ αἵματα πηχτά,
καὶ μὲς στ᾿ αἵματα χορεύουν
μὲ βρυχίσματα βραχνά,
Μὲ τὰ μάτια τους γυρεύουν
ὅπου εἶν᾿ αἵματα πηχτά,
καὶ μὲς στ᾿ αἵματα χορεύουν
μὲ βρυχίσματα βραχνά,
56
καὶ χορεύοντας μανίζουν
εἰς τοὺς Ἕλληνας κοντά,
καὶ τὰ στήθια τους ἐγγίζουν
μὲ τὰ χέρια τὰ ψυχρά.
καὶ χορεύοντας μανίζουν
εἰς τοὺς Ἕλληνας κοντά,
καὶ τὰ στήθια τους ἐγγίζουν
μὲ τὰ χέρια τὰ ψυχρά.
57
Ἐκειὸ τὸ ἔγγισμα πηγαίνει
βαθιὰ μὲς στὰ σωθικά,
ὅθεν ὅλη ἡ λύπη βγαίνει,
καὶ ἄκρα αἰσθάνονται ἀσπλαχνιά.
Ἐκειὸ τὸ ἔγγισμα πηγαίνει
βαθιὰ μὲς στὰ σωθικά,
ὅθεν ὅλη ἡ λύπη βγαίνει,
καὶ ἄκρα αἰσθάνονται ἀσπλαχνιά.
58
Τότε αὐξαίνει τοῦ πολέμου
ὁ χορὸς τρομακτικά,
σὰν τὸ σκόρπισμα τοῦ ἀνέμου
στοῦ πελάου τὴ μοναξιά.
Τότε αὐξαίνει τοῦ πολέμου
ὁ χορὸς τρομακτικά,
σὰν τὸ σκόρπισμα τοῦ ἀνέμου
στοῦ πελάου τὴ μοναξιά.
59
Κτυποῦν ὅλοι ἀπάνου κάτου·
κάθε κτύπημα ποὺ ἐβγῇ
εἶναι κτύπημα θανάτου,
χωρὶς νὰ δευτερωθῇ.
Κτυποῦν ὅλοι ἀπάνου κάτου·
κάθε κτύπημα ποὺ ἐβγῇ
εἶναι κτύπημα θανάτου,
χωρὶς νὰ δευτερωθῇ.
60
Κάθε σῶμα ἱδρώνει, ρέει
λὲς καὶ ἐκεῖθεν ἡ ψυχὴ
ἀπ᾿ τὸ μῖσος ποὺ τὴν καίει
πολεμάει νὰ πεταχθῇ.
Κάθε σῶμα ἱδρώνει, ρέει
λὲς καὶ ἐκεῖθεν ἡ ψυχὴ
ἀπ᾿ τὸ μῖσος ποὺ τὴν καίει
πολεμάει νὰ πεταχθῇ.
61
Τῆς καρδίας κτυπίες βροντᾶνε
μὲς στὰ στήθια τους ἀργά,
καὶ τὰ χέρια ὁποὺ χουμᾶνε
περισσότερο εἶν᾿ γοργά.
Τῆς καρδίας κτυπίες βροντᾶνε
μὲς στὰ στήθια τους ἀργά,
καὶ τὰ χέρια ὁποὺ χουμᾶνε
περισσότερο εἶν᾿ γοργά.
62
Οὐρανὸς γι᾿ αὐτοὺς δὲν εἶναι,
οὐδὲ πέλαο, οὐδὲ γῆ·
γι᾿ αὐτοὺς ὅλους τὸ πᾶν εἶναι
μαζωμένο ἀντάμα ἐκεῖ.
Οὐρανὸς γι᾿ αὐτοὺς δὲν εἶναι,
οὐδὲ πέλαο, οὐδὲ γῆ·
γι᾿ αὐτοὺς ὅλους τὸ πᾶν εἶναι
μαζωμένο ἀντάμα ἐκεῖ.
63
Τόση ἡ μάνητα καὶ ἡ ζάλη,
ποὺ στοχάζεσαι, μὴ πὼς
ἀπὸ μία μεριὰ καὶ ἀπ᾿ ἄλλη
δὲν μείνῃ ἕνας ζωντανός.
Τόση ἡ μάνητα καὶ ἡ ζάλη,
ποὺ στοχάζεσαι, μὴ πὼς
ἀπὸ μία μεριὰ καὶ ἀπ᾿ ἄλλη
δὲν μείνῃ ἕνας ζωντανός.
64
Κοίτα χέρια ἀπελπισμένα
πῶς θερίζουνε ζωές!
Χάμου πέφτουνε κομμένα
χέρια, πόδια, κεφαλές,
Κοίτα χέρια ἀπελπισμένα
πῶς θερίζουνε ζωές!
Χάμου πέφτουνε κομμένα
χέρια, πόδια, κεφαλές,
65
καὶ παλάσκες καὶ σπαθία
μὲ ὁλοσκόρπιστα μυαλά,
καὶ μὲ ὁλόσχιστα κρανία
σωθικὰ λαχταριστά.
καὶ παλάσκες καὶ σπαθία
μὲ ὁλοσκόρπιστα μυαλά,
καὶ μὲ ὁλόσχιστα κρανία
σωθικὰ λαχταριστά.
66
Προσοχὴ καμία δὲν κάνει
κανείς, ὄχι, εἰς τὴ σφαγὴ
πᾶνε πάντα ἐμπρός. Ὤ! φθάνει,
φθάνει ἕως πότε οἱ σκοτωμοί;
Προσοχὴ καμία δὲν κάνει
κανείς, ὄχι, εἰς τὴ σφαγὴ
πᾶνε πάντα ἐμπρός. Ὤ! φθάνει,
φθάνει ἕως πότε οἱ σκοτωμοί;
67
Ποῖος ἀφήνει ἐκεῖ τὸν τόπο,
πάρεξ ὅταν ξαπλωθῇ;
Δὲν αἰσθάνονται τὸν κόπο
καὶ λὲς κι εἶναι εἰς τὴν ἀρχή.
Ποῖος ἀφήνει ἐκεῖ τὸν τόπο,
πάρεξ ὅταν ξαπλωθῇ;
Δὲν αἰσθάνονται τὸν κόπο
καὶ λὲς κι εἶναι εἰς τὴν ἀρχή.
68
Ὀλιγόστευαν οἱ σκύλοι,
καὶ «Ἀλλά» ἐφώναζαν, «Ἀλλά»
καὶ τῶν χριστιανῶν τὰ χείλη
«φωτιά» ἐφώναζαν, «φωτιά».
Ὀλιγόστευαν οἱ σκύλοι,
καὶ «Ἀλλά» ἐφώναζαν, «Ἀλλά»
καὶ τῶν χριστιανῶν τὰ χείλη
«φωτιά» ἐφώναζαν, «φωτιά».
69
Λεονταρόψυχα ἐκτυπιοῦντο,
πάντα ἐφώναζαν «φωτιά»,
καὶ οἱ μιαροὶ κατασκορπιοῦντο,
πάντα σκούζοντας «Ἀλλά».
Λεονταρόψυχα ἐκτυπιοῦντο,
πάντα ἐφώναζαν «φωτιά»,
καὶ οἱ μιαροὶ κατασκορπιοῦντο,
πάντα σκούζοντας «Ἀλλά».
70
Παντοῦ φόβος καὶ τρομάρα
καὶ φωνὲς καὶ στεναγμοί·
παντοῦ κλάψα, παντοῦ ἀντάρα,
καὶ παντοῦ ξεψυχισμοί.
Παντοῦ φόβος καὶ τρομάρα
καὶ φωνὲς καὶ στεναγμοί·
παντοῦ κλάψα, παντοῦ ἀντάρα,
καὶ παντοῦ ξεψυχισμοί.
71
Ἦταν τόσοι! πλέον τὸ βόλι
εἰς τ᾿ αὐτιὰ δὲν τοὺς λαλεῖ.
Ὅλοι χάμου ἐκείτοντ᾿ ὅλοι
εἰς τὴν τέταρτην αὐγή.
Ἦταν τόσοι! πλέον τὸ βόλι
εἰς τ᾿ αὐτιὰ δὲν τοὺς λαλεῖ.
Ὅλοι χάμου ἐκείτοντ᾿ ὅλοι
εἰς τὴν τέταρτην αὐγή.
72
Σὰν ποτάμι τὸ αἷμα ἐγίνη
καὶ κυλάει στὴ λαγκαδιά,
καὶ τὸ ἀθῷο χόρτο πίνει
αἷμα ἀντὶς γιὰ τὴ δροσιά.
Σὰν ποτάμι τὸ αἷμα ἐγίνη
καὶ κυλάει στὴ λαγκαδιά,
καὶ τὸ ἀθῷο χόρτο πίνει
αἷμα ἀντὶς γιὰ τὴ δροσιά.
73
Τῆς αὐγῆς δροσάτο ἀέρι,
δὲν φυσᾷς τώρα ἐσὺ πλιὸ
στῶν ψευδόπιστων τὸ ἀστέρι
φύσα, φύσα εἰς τὸ Σταυρό.
Τῆς αὐγῆς δροσάτο ἀέρι,
δὲν φυσᾷς τώρα ἐσὺ πλιὸ
στῶν ψευδόπιστων τὸ ἀστέρι
φύσα, φύσα εἰς τὸ Σταυρό.
74
Ἀπ᾿ τὰ κόκαλα βγαλμένη
τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη,
χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά!
Ἀπ᾿ τὰ κόκαλα βγαλμένη
τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη,
χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά!
75
Τῆς Κορίνθου ἰδοὺ καὶ οἱ κάμποι
δὲν λάμπ᾿ ἥλιος μοναχὰ
εἰς τοὺς πλάτανους, δὲν λάμπει
εἰς τ᾿ ἀμπέλια, εἰς τὰ νερά·
Τῆς Κορίνθου ἰδοὺ καὶ οἱ κάμποι
δὲν λάμπ᾿ ἥλιος μοναχὰ
εἰς τοὺς πλάτανους, δὲν λάμπει
εἰς τ᾿ ἀμπέλια, εἰς τὰ νερά·
76
εἰς τὸν ἥσυχον αἰθέρα
τώρα ἀθῴα δὲν ἀντηχεῖ
τὰ λαλήματα ἡ φλογέρα,
τὰ βελάσματα τὸ ἀρνί·
εἰς τὸν ἥσυχον αἰθέρα
τώρα ἀθῴα δὲν ἀντηχεῖ
τὰ λαλήματα ἡ φλογέρα,
τὰ βελάσματα τὸ ἀρνί·
77
τρέχουν ἅρματα χιλιάδες
σὰν τὸ κῦμα εἰς τὸ γιαλὸ
ἀλλ᾿ οἱ ἀνδρεῖοι παλικαράδες
δὲν ψηφοῦν τὸν ἀριθμό.
τρέχουν ἅρματα χιλιάδες
σὰν τὸ κῦμα εἰς τὸ γιαλὸ
ἀλλ᾿ οἱ ἀνδρεῖοι παλικαράδες
δὲν ψηφοῦν τὸν ἀριθμό.
78
Ὢ τρακόσιοι! σηκωθῆτε
καὶ ξανάλθετε σ᾿ ἐμᾶς·
τὰ παιδιά σας θέλ᾿ ἰδῆτε
πόσο μοιάζουνε μ᾿ ἐσᾶς.
Ὢ τρακόσιοι! σηκωθῆτε
καὶ ξανάλθετε σ᾿ ἐμᾶς·
τὰ παιδιά σας θέλ᾿ ἰδῆτε
πόσο μοιάζουνε μ᾿ ἐσᾶς.
79
Ὅλοι ἐκεῖνοι τὰ φοβοῦνται,
καὶ μὲ πάτημα τυφλὸ
εἰς τὴν Κόρινθο ἀποκλειοῦνται
κι ὅλοι χάνουνται ἀπ᾿ ἐδῶ.
Ὅλοι ἐκεῖνοι τὰ φοβοῦνται,
καὶ μὲ πάτημα τυφλὸ
εἰς τὴν Κόρινθο ἀποκλειοῦνται
κι ὅλοι χάνουνται ἀπ᾿ ἐδῶ.
80
Στέλνει ὁ ἄγγελος τοῦ ὀλέθρου
πεῖναν καὶ θανατικὸ
ποῦ σὲ σχῆμα ἑνὸς σκελέθρου
περπατοῦν ἀντάμα οἱ δυό·
Στέλνει ὁ ἄγγελος τοῦ ὀλέθρου
πεῖναν καὶ θανατικὸ
ποῦ σὲ σχῆμα ἑνὸς σκελέθρου
περπατοῦν ἀντάμα οἱ δυό·
81
καὶ πεσμένα εἰς τὰ χορτάρια
ἀπεθαίνανε παντοῦ
τὰ θλιμμένα ἀπομεινάρια
τῆς φυγῆς καὶ τοῦ χαμοῦ.
καὶ πεσμένα εἰς τὰ χορτάρια
ἀπεθαίνανε παντοῦ
τὰ θλιμμένα ἀπομεινάρια
τῆς φυγῆς καὶ τοῦ χαμοῦ.
82
Καὶ ἐσὺ ἀθάνατη, ἐσὺ θεία,
ποῦ ὅ,τι θέλεις ἠμπορεῖς,
εἰς τὸν κάμπο, Ἐλευθερία,
ματωμένη περπατεῖς.
Καὶ ἐσὺ ἀθάνατη, ἐσὺ θεία,
ποῦ ὅ,τι θέλεις ἠμπορεῖς,
εἰς τὸν κάμπο, Ἐλευθερία,
ματωμένη περπατεῖς.
83
Στὴ σκιὰ χεροπιασμένες,
στὴ σκιὰ βλέπω κι ἐγὼ
κρινοδάκτυλες παρθένες,
ὅπου κάνουνε χορό·
Στὴ σκιὰ χεροπιασμένες,
στὴ σκιὰ βλέπω κι ἐγὼ
κρινοδάκτυλες παρθένες,
ὅπου κάνουνε χορό·
84
στὸ χορὸ γλυκογυρίζουν
ὡραία μάτια ἐρωτικά,
καὶ εἰς τὴν αὔρα κυματίζουν
μαῦρα, ὁλόχρυσα μαλλιά.
στὸ χορὸ γλυκογυρίζουν
ὡραία μάτια ἐρωτικά,
καὶ εἰς τὴν αὔρα κυματίζουν
μαῦρα, ὁλόχρυσα μαλλιά.
85
Ἡ ψυχή μου ἀναγαλλιάζει
πὼς ὁ κόρφος καθεμιᾶς
γλυκοβύζαστο ἑτοιμάζει
γάλα ἀνδρείας καὶ ἐλευθεριᾶς.
Ἡ ψυχή μου ἀναγαλλιάζει
πὼς ὁ κόρφος καθεμιᾶς
γλυκοβύζαστο ἑτοιμάζει
γάλα ἀνδρείας καὶ ἐλευθεριᾶς.
86
Μὲς στὰ χόρτα, τὰ λουλούδια,
τὸ ποτήρι δὲν βαστῶ·
φιλελεύθερα τραγούδια
σὰν τὸν Πίνδαρο ἐκφωνῶ.
Μὲς στὰ χόρτα, τὰ λουλούδια,
τὸ ποτήρι δὲν βαστῶ·
φιλελεύθερα τραγούδια
σὰν τὸν Πίνδαρο ἐκφωνῶ.
87
Ἀπ᾿ τὰ κόκαλα βγαλμένη
τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη,
χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά!
Ἀπ᾿ τὰ κόκαλα βγαλμένη
τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη,
χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά!
88
Πῆγες εἰς τὸ Μεσολόγγι
τὴν ἡμέρα τοῦ Χριστοῦ,
μέρα ποὺ ἄνθισαν οἱ λόγγοι
γιὰ τὸ τέκνο τοῦ Θεοῦ.
Πῆγες εἰς τὸ Μεσολόγγι
τὴν ἡμέρα τοῦ Χριστοῦ,
μέρα ποὺ ἄνθισαν οἱ λόγγοι
γιὰ τὸ τέκνο τοῦ Θεοῦ.
89
Σοὖλθε ἐμπρὸς λαμποκοπώντας
ἡ Θρησκεία μ᾿ ἕνα σταυρὸ
καὶ τὸ δάκτυλο κινώντας
ὅπου ἀνεῖ τὸν οὐρανό,
Σοὖλθε ἐμπρὸς λαμποκοπώντας
ἡ Θρησκεία μ᾿ ἕνα σταυρὸ
καὶ τὸ δάκτυλο κινώντας
ὅπου ἀνεῖ τὸν οὐρανό,
90
«σ᾿ αὐτό», ἐφώναξε, «τὸ χῶμα
στάσου ὁλόρθη, Ἐλευθεριά»·
καὶ φιλώντας σου τὸ στόμα
μπαίνει μὲς στὴν ἐκκλησιά.
«σ᾿ αὐτό», ἐφώναξε, «τὸ χῶμα
στάσου ὁλόρθη, Ἐλευθεριά»·
καὶ φιλώντας σου τὸ στόμα
μπαίνει μὲς στὴν ἐκκλησιά.
91
Εἰς τὴν τράπεζα σιμώνει,
καὶ τὸ σύγνεφο τὸ ἀχνὸ
γύρω γύρω της πυκνώνει
ποὺ σκορπάει τὸ θυμιατό.
Εἰς τὴν τράπεζα σιμώνει,
καὶ τὸ σύγνεφο τὸ ἀχνὸ
γύρω γύρω της πυκνώνει
ποὺ σκορπάει τὸ θυμιατό.
92
Ἀγρικάει τὴν ψαλμῳδία
ὁποὺ ἐδίδαξεν αὐτή·
βλέπει τὴ φωταγωγία
στοὺς ἁγίους ἐμπρὸς χυτή.
Ἀγρικάει τὴν ψαλμῳδία
ὁποὺ ἐδίδαξεν αὐτή·
βλέπει τὴ φωταγωγία
στοὺς ἁγίους ἐμπρὸς χυτή.
93
Ποιοὶ εἶν᾿ αὐτοὶ ποὺ πλησιάζουν
μὲ πολλὴ ποδοβολή,
κι ἅρματ᾿, ἅρματα ταράζουν;
Ἐπετάχτηκες Ἐσύ.
Ποιοὶ εἶν᾿ αὐτοὶ ποὺ πλησιάζουν
μὲ πολλὴ ποδοβολή,
κι ἅρματ᾿, ἅρματα ταράζουν;
Ἐπετάχτηκες Ἐσύ.
94
Ἄ! τὸ φῶς, ποὺ σὲ στολίζει
σὰν ἡλίου φεγγοβολὴ
καὶ μακρόθεν σπινθηρίζει,
δὲν εἶναι, ὄχι, ἀπὸ τὴ γῆ·
Ἄ! τὸ φῶς, ποὺ σὲ στολίζει
σὰν ἡλίου φεγγοβολὴ
καὶ μακρόθεν σπινθηρίζει,
δὲν εἶναι, ὄχι, ἀπὸ τὴ γῆ·
95
λάμψιν ἔχει ὅλη φλογώδη
χεῖλος, μέτωπο, ὀφθαλμός·
φῶς τὸ χέρι, φῶς τὸ πόδι,
κι ὅλα γύρω σου εἶναι φῶς.
λάμψιν ἔχει ὅλη φλογώδη
χεῖλος, μέτωπο, ὀφθαλμός·
φῶς τὸ χέρι, φῶς τὸ πόδι,
κι ὅλα γύρω σου εἶναι φῶς.
96
Τὸ σπαθί σου ἀντισηκώνεις,
τρία πατήματα πατᾷς,
σὰν τὸν πύργο μεγαλώνεις,
καὶ εἰς τὸ τέταρτο κτυπᾷς·
Τὸ σπαθί σου ἀντισηκώνεις,
τρία πατήματα πατᾷς,
σὰν τὸν πύργο μεγαλώνεις,
καὶ εἰς τὸ τέταρτο κτυπᾷς·
97
μὲ φωνὴ ποὺ καταπείθει
προχωρώντας ὁμιλεῖς·
«Σήμερ᾿, ἄπιστοι, ἐγεννήθη,
ναί, τοῦ κόσμου ὁ Λυτρωτής».
μὲ φωνὴ ποὺ καταπείθει
προχωρώντας ὁμιλεῖς·
«Σήμερ᾿, ἄπιστοι, ἐγεννήθη,
ναί, τοῦ κόσμου ὁ Λυτρωτής».
98
Αὐτὸς λέγει... «Ἀφοκρασθῆτε
Ἐγὼ εἶμ᾿ Ἄλφα, Ὠμέγα ἐγώ·
πέστε, ποῦ θ᾿ ἀποκρυφθῆτε
ἐσεῖς ὅλοι, ἂν ὀργισθῶ;
Αὐτὸς λέγει... «Ἀφοκρασθῆτε
Ἐγὼ εἶμ᾿ Ἄλφα, Ὠμέγα ἐγώ·
πέστε, ποῦ θ᾿ ἀποκρυφθῆτε
ἐσεῖς ὅλοι, ἂν ὀργισθῶ;
99
»Φλόγα ἀκοίμητήν σας βρέχω,
ποὺ μ᾿ αὐτὴν ἂν συγκριθῇ
κείνη ἡ κάτω ὅπου σας ἔχω
σὰν δροσιὰ θέλει βρεθῇ.
»Φλόγα ἀκοίμητήν σας βρέχω,
ποὺ μ᾿ αὐτὴν ἂν συγκριθῇ
κείνη ἡ κάτω ὅπου σας ἔχω
σὰν δροσιὰ θέλει βρεθῇ.
100
»Κατατρώγει, ὡσὰν τὴ σχίζα,
τόπους ἄμετρα ὑψηλούς,
χῶρες, ὄρη ἀπὸ τὴ ρίζα,
ζῷα καὶ δένδρα καὶ θνητούς,
»Κατατρώγει, ὡσὰν τὴ σχίζα,
τόπους ἄμετρα ὑψηλούς,
χῶρες, ὄρη ἀπὸ τὴ ρίζα,
ζῷα καὶ δένδρα καὶ θνητούς,
101
»καὶ τὸ πᾶν τὸ κατακαίει,
καὶ δὲν σῴζεται πνοή,
πάρεξ τοῦ ἀνέμου ποὺ πνέει
μὲς στὴ στάχτη τὴ λεπτή».
»καὶ τὸ πᾶν τὸ κατακαίει,
καὶ δὲν σῴζεται πνοή,
πάρεξ τοῦ ἀνέμου ποὺ πνέει
μὲς στὴ στάχτη τὴ λεπτή».
102
Κάποιος ἤθελε ἐρωτήσει:
τοῦ θυμοῦ του εἶσαι ἀδελφή;
Ποῖος εἶν᾿ ἄξιος νὰ νικήσῃ
ἢ μ᾿ ἐσὲ νὰ μετρηθῆ;
Κάποιος ἤθελε ἐρωτήσει:
τοῦ θυμοῦ του εἶσαι ἀδελφή;
Ποῖος εἶν᾿ ἄξιος νὰ νικήσῃ
ἢ μ᾿ ἐσὲ νὰ μετρηθῆ;
103
Ἡ γῆ αἰσθάνεται τὴν τόση
τοῦ χεριοῦ σου ἀνδραγαθιά,
ποὺ ὅλην θέλει θανατώσῃ
τὴ μισόχριστη σπορά.
Ἡ γῆ αἰσθάνεται τὴν τόση
τοῦ χεριοῦ σου ἀνδραγαθιά,
ποὺ ὅλην θέλει θανατώσῃ
τὴ μισόχριστη σπορά.
104
Τὴν αἰσθάνονται, καὶ ἀφρίζουν
τὰ νερά, καὶ τ᾿ ἀγρικῶ
δυνατὰ νὰ μουρμουρίζουν
σὰν νὰ ρυάζετο θηριό.
Τὴν αἰσθάνονται, καὶ ἀφρίζουν
τὰ νερά, καὶ τ᾿ ἀγρικῶ
δυνατὰ νὰ μουρμουρίζουν
σὰν νὰ ρυάζετο θηριό.
105
Κακορίζικοι, ποὺ πάτε
τοῦ Ἀχελῴου μὲς στὴ ροή,
καὶ πιδέξια πολεμᾶτε
ἀπὸ τὴν καταδρομὴ
Κακορίζικοι, ποὺ πάτε
τοῦ Ἀχελῴου μὲς στὴ ροή,
καὶ πιδέξια πολεμᾶτε
ἀπὸ τὴν καταδρομὴ
106
ν᾿ ἀποφύγετε! τὸ κῦμα
ἔγινε ὅλο φουσκωτό·
ἐκεῖ εὐρήκατε τὸ μνῆμα
πρὶν νὰ εὐρῆτε ἀφανισμό.
ν᾿ ἀποφύγετε! τὸ κῦμα
ἔγινε ὅλο φουσκωτό·
ἐκεῖ εὐρήκατε τὸ μνῆμα
πρὶν νὰ εὐρῆτε ἀφανισμό.
107
Βλασφημάει, σκούζει, μουγκρίζει
κάθε λάρυγγας ἐχθροῦ,
καὶ τὸ ρεῦμα γαργαρίζει
τὲς βλασφήμιες τοῦ θυμοῦ.
Βλασφημάει, σκούζει, μουγκρίζει
κάθε λάρυγγας ἐχθροῦ,
καὶ τὸ ρεῦμα γαργαρίζει
τὲς βλασφήμιες τοῦ θυμοῦ.
108
Σφαλερὰ τετραποδίζουν
πλῆθος ἄλογα, καὶ ὀρθὰ
τρομασμένα χλιμιτρίζουν
καὶ πατοῦν εἰς τὰ κορμιά.
Σφαλερὰ τετραποδίζουν
πλῆθος ἄλογα, καὶ ὀρθὰ
τρομασμένα χλιμιτρίζουν
καὶ πατοῦν εἰς τὰ κορμιά.
109
Ποῖος στὸν σύντροφον ἁπλώνει
χέρι, ὡσὰν νὰ βοηθηθῇ·
ποῖος τὴ σάρκα του δαγκώνει,
ὅσο ὅπου νὰ νεκρωθῇ·
Ποῖος στὸν σύντροφον ἁπλώνει
χέρι, ὡσὰν νὰ βοηθηθῇ·
ποῖος τὴ σάρκα του δαγκώνει,
ὅσο ὅπου νὰ νεκρωθῇ·
110
κεφαλὲς ἀπελπισμένες
μὲ τὰ μάτια πεταχτά,
κατὰ τ᾿ ἄστρα σηκωμένες
γιὰ τὴν ὕστερη φορά.
κεφαλὲς ἀπελπισμένες
μὲ τὰ μάτια πεταχτά,
κατὰ τ᾿ ἄστρα σηκωμένες
γιὰ τὴν ὕστερη φορά.
111
Σβηέται -αὐξαίνοντας ἡ πρώτη
τοῦ Ἀχελῴου νεροσυρμή-
τὸ χλιμίτρισμα, καὶ οἱ κρότοι
καὶ τοῦ ἀνθρώπου οἱ γογγυσμοί.
Σβηέται -αὐξαίνοντας ἡ πρώτη
τοῦ Ἀχελῴου νεροσυρμή-
τὸ χλιμίτρισμα, καὶ οἱ κρότοι
καὶ τοῦ ἀνθρώπου οἱ γογγυσμοί.
112
Ἔτσι ν᾿ ἄκουα νὰ βουίξῃ
τὸν βαθὺν Ὠκεανό,
καὶ στὸ κῦμα του νὰ πνίξῃ
κάθε σπέρμα Ἀγαρηνό·
Ἔτσι ν᾿ ἄκουα νὰ βουίξῃ
τὸν βαθὺν Ὠκεανό,
καὶ στὸ κῦμα του νὰ πνίξῃ
κάθε σπέρμα Ἀγαρηνό·
113
Καὶ ἐκεῖ ποὖναι ἡ Ἁγία Σοφία,
μὲς στοὺς λόφους τοὺς ἑπτά,
ὅλα τ᾿ ἄψυχα κορμία,
βραχοσύντριφτα, γυμνά,
Καὶ ἐκεῖ ποὖναι ἡ Ἁγία Σοφία,
μὲς στοὺς λόφους τοὺς ἑπτά,
ὅλα τ᾿ ἄψυχα κορμία,
βραχοσύντριφτα, γυμνά,
114
σωριασμένα νὰ τὰ σπρώξῃ
ἡ κατάρα τοῦ Θεοῦ,
κι ἀπ᾿ ἐκεῖ νὰ τὰ μαζώξῃ
ὁ ἀδελφός του Φεγγαριοῦ.
σωριασμένα νὰ τὰ σπρώξῃ
ἡ κατάρα τοῦ Θεοῦ,
κι ἀπ᾿ ἐκεῖ νὰ τὰ μαζώξῃ
ὁ ἀδελφός του Φεγγαριοῦ.
115
Κάθε πέτρα μνῆμα ἂς γένη,
καὶ ἡ Θρησκεία κι ἡ Ἐλευθεριὰ
μ᾿ ἀργοπάτημα ἂς πηγαίνῃ
μεταξύ τους, καὶ ἂς μετρᾷ.
Κάθε πέτρα μνῆμα ἂς γένη,
καὶ ἡ Θρησκεία κι ἡ Ἐλευθεριὰ
μ᾿ ἀργοπάτημα ἂς πηγαίνῃ
μεταξύ τους, καὶ ἂς μετρᾷ.
116
Ἕνα λείψανο ἀνεβαίνει
τεντωτό, πιστομητό,
κι ἄλλο ξάφνου κατεβαίνει
καὶ δὲν φαίνεται καὶ πλιό.
Ἕνα λείψανο ἀνεβαίνει
τεντωτό, πιστομητό,
κι ἄλλο ξάφνου κατεβαίνει
καὶ δὲν φαίνεται καὶ πλιό.
117
Καὶ χειρότερα ἀγριεύει
καὶ φουσκώνει ὁ ποταμός·
πάντα πάντα περισσεύει
πολυφλοίσβισμα καὶ ἀφρός.
Καὶ χειρότερα ἀγριεύει
καὶ φουσκώνει ὁ ποταμός·
πάντα πάντα περισσεύει
πολυφλοίσβισμα καὶ ἀφρός.
118
Ἄ! γιατί δὲν ἔχω τώρα
τὴ φωνὴ τοῦ Μωυσῆ;
Μεγαλόφωνα, τὴν ὥρα
ὅπου ἐσβηοῦντο οἱ μισητοί,
Ἄ! γιατί δὲν ἔχω τώρα
τὴ φωνὴ τοῦ Μωυσῆ;
Μεγαλόφωνα, τὴν ὥρα
ὅπου ἐσβηοῦντο οἱ μισητοί,
119
τὸν Θεὸν εὐχαριστοῦσε
στοῦ πελάου τὴ λύσσα ἐμπρός,
καὶ τὰ λόγια ἠχολογοῦσε
ἀναρίθμητος λαός·
τὸν Θεὸν εὐχαριστοῦσε
στοῦ πελάου τὴ λύσσα ἐμπρός,
καὶ τὰ λόγια ἠχολογοῦσε
ἀναρίθμητος λαός·
120
ἀκλουθάει τὴν ἁρμονία
ἡ ἀδελφή του Ἀαρών,
ἡ προφήτισσα Μαρία,
μ᾿ ἕνα τύμπανο τερπνόν,
ἀκλουθάει τὴν ἁρμονία
ἡ ἀδελφή του Ἀαρών,
ἡ προφήτισσα Μαρία,
μ᾿ ἕνα τύμπανο τερπνόν,
121
καὶ πηδοῦν ὅλες οἱ κόρες
μὲ τς ἀγκάλες ἀνοικτές,
τραγουδώντας, ἀνθοφόρες,
μὲ τὰ τύμπανα κι ἐκειές.
καὶ πηδοῦν ὅλες οἱ κόρες
μὲ τς ἀγκάλες ἀνοικτές,
τραγουδώντας, ἀνθοφόρες,
μὲ τὰ τύμπανα κι ἐκειές.
122
Σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν κόψη
τοῦ σπαθιοῦ τὴν τρομερή,
σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν ὄψη,
ποῦ μὲ βία μετράει τὴ γῆ.
Σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν κόψη
τοῦ σπαθιοῦ τὴν τρομερή,
σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν ὄψη,
ποῦ μὲ βία μετράει τὴ γῆ.
123
Εἰς αὐτήν, εἶν᾿ ξακουσμένο,
δὲν νικιέσαι ἐσὺ ποτέ·
ὅμως, ὄχι, δὲν εἶν᾿ ξένο
καὶ τὸ πέλαγο γιὰ σέ.
Εἰς αὐτήν, εἶν᾿ ξακουσμένο,
δὲν νικιέσαι ἐσὺ ποτέ·
ὅμως, ὄχι, δὲν εἶν᾿ ξένο
καὶ τὸ πέλαγο γιὰ σέ.
124
Τὸ στοιχεῖον αὐτὸ ξαπλώνει
κύματ᾿ ἄπειρα εἰς τὴ γῆ,
μὲ τὰ ὁποῖα τὴν περιζώνει
κι εἶναι εἰκόνα σου λαμπρή.
Τὸ στοιχεῖον αὐτὸ ξαπλώνει
κύματ᾿ ἄπειρα εἰς τὴ γῆ,
μὲ τὰ ὁποῖα τὴν περιζώνει
κι εἶναι εἰκόνα σου λαμπρή.
125
Μὲ βρυχίσματα σαλεύει,
ποὺ τρομάζει ἡ ἀκοὴ
κάθε ξύλο κινδυνεύει
καὶ λιμιώνα ἀναζητεῖ.
Μὲ βρυχίσματα σαλεύει,
ποὺ τρομάζει ἡ ἀκοὴ
κάθε ξύλο κινδυνεύει
καὶ λιμιώνα ἀναζητεῖ.
126
Φαίνετ᾿ ἔπειτα ἡ γαλήνη
καὶ τὸ λάμψιμο τοῦ ἡλιοῦ,
καὶ τὰ χρώματα ἀναδίνει
τοῦ γλαυκότατου οὐρανοῦ.
Φαίνετ᾿ ἔπειτα ἡ γαλήνη
καὶ τὸ λάμψιμο τοῦ ἡλιοῦ,
καὶ τὰ χρώματα ἀναδίνει
τοῦ γλαυκότατου οὐρανοῦ.
127
Δὲν νικιέσαι, εἶν᾿ ξακουσμένο,
στὴν ξηρὰν ἐσὺ ποτὲ
ὅμως, ὄχι, δὲν εἶν᾿ ξένο
καὶ τὸ πέλαγο γιὰ σέ.
Δὲν νικιέσαι, εἶν᾿ ξακουσμένο,
στὴν ξηρὰν ἐσὺ ποτὲ
ὅμως, ὄχι, δὲν εἶν᾿ ξένο
καὶ τὸ πέλαγο γιὰ σέ.
128
Περνοῦν ἄπειρα τὰ ξάρτια,
καὶ σὰν λόγγος στριμωχτὰ
τὰ τρεχούμενα κατάρτια,
τὰ ὁλοφούσκωτα πανιά.
Περνοῦν ἄπειρα τὰ ξάρτια,
καὶ σὰν λόγγος στριμωχτὰ
τὰ τρεχούμενα κατάρτια,
τὰ ὁλοφούσκωτα πανιά.
129
Σὺ τὲς δύναμές σου σπρώχνεις,
καὶ ἀγκαλὰ δὲν εἶν᾿ πολλές,
πολεμώντας ἄλλα διώχνεις,
ἄλλα παίρνεις, ἄλλα καῖς
Σὺ τὲς δύναμές σου σπρώχνεις,
καὶ ἀγκαλὰ δὲν εἶν᾿ πολλές,
πολεμώντας ἄλλα διώχνεις,
ἄλλα παίρνεις, ἄλλα καῖς
130
μὲ ἐπιθύμια νὰ τηράζῃς
δυὸ μεγάλα σὲ θωρῶ,
καὶ θανάσιμον τινάζεις
ἐναντίον τους κεραυνό.
μὲ ἐπιθύμια νὰ τηράζῃς
δυὸ μεγάλα σὲ θωρῶ,
καὶ θανάσιμον τινάζεις
ἐναντίον τους κεραυνό.
131
Πιάνει, αὐξαίνει, κοκκινίζει
καὶ σηκώνει μία βροντή,
καὶ τὸ πέλαο χρωματίζει
μὲ αἱματόχροη βαφή.
Πιάνει, αὐξαίνει, κοκκινίζει
καὶ σηκώνει μία βροντή,
καὶ τὸ πέλαο χρωματίζει
μὲ αἱματόχροη βαφή.
132
Πνίγοντ᾿ ὅλοι οἱ πολεμάρχοι
καὶ δὲν μνέσκει ἕνα κορμί·
χάρου, σκιὰ τοῦ Πατριάρχη,
ποῦ σ᾿ ἐπέταξεν ἐκεῖ.
Πνίγοντ᾿ ὅλοι οἱ πολεμάρχοι
καὶ δὲν μνέσκει ἕνα κορμί·
χάρου, σκιὰ τοῦ Πατριάρχη,
ποῦ σ᾿ ἐπέταξεν ἐκεῖ.
133
Ἐκρυφόσμιγαν οἱ φίλοι
μὲ τ᾿ς ἐχθρούς τους τὴ Λαμπρή,
καὶ τοὺς ἔτρεμαν τὰ χείλη
δίνοντάς τα εἰς τὸ φιλί.
Ἐκρυφόσμιγαν οἱ φίλοι
μὲ τ᾿ς ἐχθρούς τους τὴ Λαμπρή,
καὶ τοὺς ἔτρεμαν τὰ χείλη
δίνοντάς τα εἰς τὸ φιλί.
134
Κειὲς τὲς δάφνες ποὺ ἐσκορπίστε
τώρα πλέον δὲν τὲς πατεῖ,
καὶ τὸ χέρι ὅπου ἐφιλῆστε
πλέον, ἅ! πλέον δὲν εὐλογεῖ.
Κειὲς τὲς δάφνες ποὺ ἐσκορπίστε
τώρα πλέον δὲν τὲς πατεῖ,
καὶ τὸ χέρι ὅπου ἐφιλῆστε
πλέον, ἅ! πλέον δὲν εὐλογεῖ.
135
Ὅλοι κλαῦστε· ἀποθαμένος
ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἐκκλησιᾶς·
κλαῦστε, κλαῦστε κρεμασμένος
ὡσὰν νἄτανε φονιάς.
Ὅλοι κλαῦστε· ἀποθαμένος
ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἐκκλησιᾶς·
κλαῦστε, κλαῦστε κρεμασμένος
ὡσὰν νἄτανε φονιάς.
136
Ἔχει ὁλάνοιχτο τὸ στόμα
π᾿ ὦρες πρῶτα εἶχε γευθεῖ
τ᾿ Ἅγιον Αἷμα, τ᾿ Ἅγιον Σῶμα·
λὲς πὼς θενὰ ξαναβγῇ
Ἔχει ὁλάνοιχτο τὸ στόμα
π᾿ ὦρες πρῶτα εἶχε γευθεῖ
τ᾿ Ἅγιον Αἷμα, τ᾿ Ἅγιον Σῶμα·
λὲς πὼς θενὰ ξαναβγῇ
137
ἡ κατάρα ποὺ εἶχε ἀφήσει
λίγο πρὶν νὰ ἀδικηθῇ
εἰς ὁποῖον δὲν πολεμήσῃ
καὶ ἠμπορεῖ νὰ πολεμῇ.
ἡ κατάρα ποὺ εἶχε ἀφήσει
λίγο πρὶν νὰ ἀδικηθῇ
εἰς ὁποῖον δὲν πολεμήσῃ
καὶ ἠμπορεῖ νὰ πολεμῇ.
138
Τὴν ἀκούω, βροντάει, δὲν παύει
εἰς τὸ πέλαγο, εἰς τὴ γῆ,
καὶ μουγκρίζοντας ἀνάβει
τὴν αἰώνιαν ἀστραπή.
Τὴν ἀκούω, βροντάει, δὲν παύει
εἰς τὸ πέλαγο, εἰς τὴ γῆ,
καὶ μουγκρίζοντας ἀνάβει
τὴν αἰώνιαν ἀστραπή.
139
Ἡ καρδιὰ συχνοσπαράζει...
Πλὴν τί βλέπω; Σοβαρὰ
νὰ σωπάσω μὲ προστάζει
μὲ τὸ δάκτυλο ἡ θεά.
Ἡ καρδιὰ συχνοσπαράζει...
Πλὴν τί βλέπω; Σοβαρὰ
νὰ σωπάσω μὲ προστάζει
μὲ τὸ δάκτυλο ἡ θεά.
140
Κοιτάει γύρω εἰς τὴν Εὐρώπη
τρεῖς φορὲς μ᾿ ἀνησυχιά·
προσηλώνεται κατόπι
στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀρχινᾷ:
Κοιτάει γύρω εἰς τὴν Εὐρώπη
τρεῖς φορὲς μ᾿ ἀνησυχιά·
προσηλώνεται κατόπι
στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀρχινᾷ:
141
«Παλληκάρια μου! οἱ πολέμοι
γιὰ σᾶς ὅλοι εἶναι χαρά,
καὶ τὸ γόνα σας δὲν τρέμει
στοὺς κινδύνους ἐμπροστά.
«Παλληκάρια μου! οἱ πολέμοι
γιὰ σᾶς ὅλοι εἶναι χαρά,
καὶ τὸ γόνα σας δὲν τρέμει
στοὺς κινδύνους ἐμπροστά.
142
»Ἀπ᾿ ἐσᾶς ἀπομακραίνει
κάθε δύναμη ἐχθρική·
ἀλλὰ ἀνίκητη μιὰ μένει
ποὺ τὲς δάφνες σας μαδεῖ.
»Ἀπ᾿ ἐσᾶς ἀπομακραίνει
κάθε δύναμη ἐχθρική·
ἀλλὰ ἀνίκητη μιὰ μένει
ποὺ τὲς δάφνες σας μαδεῖ.
143
»Μία, ποὺ ὅταν ὡσὰν λύκοι
ξαναρχόστενε ζεστοί,
κουρασμένοι ἀπὸ τὴ νίκη,
ἄχ! τὸν νοῦν σας τυραννεῖ.
»Μία, ποὺ ὅταν ὡσὰν λύκοι
ξαναρχόστενε ζεστοί,
κουρασμένοι ἀπὸ τὴ νίκη,
ἄχ! τὸν νοῦν σας τυραννεῖ.
144
»Ἡ Διχόνια, ποὺ βαστάει
ἕνα σκῆπτρο ἡ δολερὴ
καθενὸς χαμογελάει,
πάρ᾿ το, λέγοντας, κι ἐσύ.
»Ἡ Διχόνια, ποὺ βαστάει
ἕνα σκῆπτρο ἡ δολερὴ
καθενὸς χαμογελάει,
πάρ᾿ το, λέγοντας, κι ἐσύ.
145
»Κειὸ τὸ σκῆπτρο ποὺ σᾶς δείχνει,
ἔχει ἀλήθεια ὡραῖα θωριά·
μὴν τὸ πιᾶστε, γιατὶ ρίχνει
εἰσὲ δάκρυα θλιβερά.
»Κειὸ τὸ σκῆπτρο ποὺ σᾶς δείχνει,
ἔχει ἀλήθεια ὡραῖα θωριά·
μὴν τὸ πιᾶστε, γιατὶ ρίχνει
εἰσὲ δάκρυα θλιβερά.
146
»Ἀπὸ στόμα ὅπου φθονάει,
παλικάρια, ἂς μὴν ῾πωθῇ,
πῶς τὸ χέρι σας κτυπάει
τοῦ ἀδελφοῦ τὴν κεφαλή.
»Ἀπὸ στόμα ὅπου φθονάει,
παλικάρια, ἂς μὴν ῾πωθῇ,
πῶς τὸ χέρι σας κτυπάει
τοῦ ἀδελφοῦ τὴν κεφαλή.
147
»Μὴν εἰποῦν στὸ στοχασμό τους
τὰ ξένα ἔθνη ἀληθινά:
«Ἐὰν μισοῦνται ἀνάμεσό τους,
δὲν τοὺς πρέπει ἐλευθεριά».
»Μὴν εἰποῦν στὸ στοχασμό τους
τὰ ξένα ἔθνη ἀληθινά:
«Ἐὰν μισοῦνται ἀνάμεσό τους,
δὲν τοὺς πρέπει ἐλευθεριά».
148
»Τέτοια ἀφήστενε φροντίδα·
ὅλο τὸ αἷμα ὁποὺ χυθῇ
γιὰ θρησκεία καὶ γιὰ πατρίδα,
ὅμοιαν ἔχει τὴν τιμή.
»Τέτοια ἀφήστενε φροντίδα·
ὅλο τὸ αἷμα ὁποὺ χυθῇ
γιὰ θρησκεία καὶ γιὰ πατρίδα,
ὅμοιαν ἔχει τὴν τιμή.
149
»Στὸ αἷμα αὐτό, ποὺ δὲν πονεῖτε,
γιὰ πατρίδα, γιὰ θρησκειά,
σᾶς ὁρκίζω, ἀγκαλιασθῆτε
σὰν ἀδέλφια γκαρδιακά.
»Στὸ αἷμα αὐτό, ποὺ δὲν πονεῖτε,
γιὰ πατρίδα, γιὰ θρησκειά,
σᾶς ὁρκίζω, ἀγκαλιασθῆτε
σὰν ἀδέλφια γκαρδιακά.
150
»Πόσον λείπει, στοχασθῆτε,
πόσο ἀκόμη νὰ παρθῇ
πάντα ἡ νίκη, ἂν ἑνωθῆτε,
πάντα ἐσᾶς θ᾿ ἀκολουθῇ.
»Πόσον λείπει, στοχασθῆτε,
πόσο ἀκόμη νὰ παρθῇ
πάντα ἡ νίκη, ἂν ἑνωθῆτε,
πάντα ἐσᾶς θ᾿ ἀκολουθῇ.
151
»Ὢ ἀκουσμένοι εἰς τὴν ἀνδρεία!...
Καταστῆστε ἕνα σταυρὸ
καὶ φωνάξετε μὲ μία:
Βασιλεῖς, κοιτάξτ᾿ ἐδῶ.
»Ὢ ἀκουσμένοι εἰς τὴν ἀνδρεία!...
Καταστῆστε ἕνα σταυρὸ
καὶ φωνάξετε μὲ μία:
Βασιλεῖς, κοιτάξτ᾿ ἐδῶ.
152
»Τὸ σημεῖον ποὺ προσκυνᾶτε
εἶναι τοῦτο, καὶ γι᾿ αὐτὸ
ματωμένους μας κοιτᾶτε
στὸν ἀγῶνα τὸ σκληρό.
»Τὸ σημεῖον ποὺ προσκυνᾶτε
εἶναι τοῦτο, καὶ γι᾿ αὐτὸ
ματωμένους μας κοιτᾶτε
στὸν ἀγῶνα τὸ σκληρό.
153
»Ἀκατάπαυστα τὸ βρίζουν
τὰ σκυλιὰ καὶ τὸ πατοῦν
καὶ τὰ τέκνα του ἀφανίζουν
καὶ τὴν πίστη ἀναγελοῦν.
»Ἀκατάπαυστα τὸ βρίζουν
τὰ σκυλιὰ καὶ τὸ πατοῦν
καὶ τὰ τέκνα του ἀφανίζουν
καὶ τὴν πίστη ἀναγελοῦν.
154
»Ἐξ αἰτίας του ἐσπάρθη, ἐχάθη
αἷμα ἀθῷο χριστιανικό,
ποὺ φωνάζει ἀπὸ τὰ βάθη
τῆς νυκτός: «Νὰ ῾κδικηθῶ».
»Ἐξ αἰτίας του ἐσπάρθη, ἐχάθη
αἷμα ἀθῷο χριστιανικό,
ποὺ φωνάζει ἀπὸ τὰ βάθη
τῆς νυκτός: «Νὰ ῾κδικηθῶ».
155
»Δὲν ἀκοῦτε ἐσεῖς εἰκόνες
τοῦ Θεοῦ, τέτοια φωνή;
Τώρα ἐπέρασαν αἰῶνες
καὶ δὲν ἔπαυσε στιγμή.
»Δὲν ἀκοῦτε ἐσεῖς εἰκόνες
τοῦ Θεοῦ, τέτοια φωνή;
Τώρα ἐπέρασαν αἰῶνες
καὶ δὲν ἔπαυσε στιγμή.
156
»Δὲν ἀκοῦτε; εἰς κάθε μέρος
σὰν τοῦ Ἄβελ καταβοᾶ·
δὲν εἶν᾿ φύσημα τοῦ ἀέρος
ποῦ σφυρίζει εἰς τὰ μαλλιά.
»Δὲν ἀκοῦτε; εἰς κάθε μέρος
σὰν τοῦ Ἄβελ καταβοᾶ·
δὲν εἶν᾿ φύσημα τοῦ ἀέρος
ποῦ σφυρίζει εἰς τὰ μαλλιά.
157
»Τί θὰ κάμετε; θ᾿ ἀφῆστε
νὰ ἀποκτήσωμεν ἐμεῖς
Λευθεριὰν, ἢ θὰ τὴν λῦστε
ἐξ αἰτίας Πολιτικῆς;
»Τί θὰ κάμετε; θ᾿ ἀφῆστε
νὰ ἀποκτήσωμεν ἐμεῖς
Λευθεριὰν, ἢ θὰ τὴν λῦστε
ἐξ αἰτίας Πολιτικῆς;
158
»Τοῦτο ἀνίσως μελετᾶτε,
ἰδού, ἐμπρός σας τὸν Σταυρό·
Βασιλεῖς! ἐλᾶτε, ἐλᾶτε,
καὶ κτυπήσετε κι ἐδῶ».
»Τοῦτο ἀνίσως μελετᾶτε,
ἰδού, ἐμπρός σας τὸν Σταυρό·
Βασιλεῖς! ἐλᾶτε, ἐλᾶτε,
καὶ κτυπήσετε κι ἐδῶ».
Subscribe to:
Posts (Atom)











