Showing posts with label 25η Μαρτίου. Show all posts
Showing posts with label 25η Μαρτίου. Show all posts

Tuesday, 24 March 2026

Η Ικεσία του Κολοκοτρώνη

«Σταμάτησα και είδα ένα εκκλησάκι, και κατέβηκα από το άλογό μου, και το έδεσα σε ένα δέντρο, και πήγα και γονάτισα και είπα: Παναγιά μου... και τα μάτια μου γιομίσανε δάκρυα... Παναγιά μου, βοήθα και πάλι τους Έλληνες να ψυχωθούνε... Βοήθα τους να βρούνε το δρόμο για τη Λευτεριά...»
Στρατηγός Θεόδωρος Κολοκοτρώνης
Το Χαμομηλάκι

Saturday, 27 April 2024

Μακρυγιάννης: Ο Ήλιος εβασίλεψε...

Το τραγούδι το έγραψε ο Γιάννης Μακρυγιάννης, όταν έβλεπε τους Τούρκους να σκοτώνουν τους Έλληνες στην Αθήνα.
.Ο Ήλιος εβασίλεψε,
-Έλληνα μου, βασίλεψε-
και το Φεγγάρι εχάθη
κι ο καθαρός Αυγερινός που πάει κοντά την Πούλια,
τα τέσσερα κουβέντιαζαν και κρυφοκουβεντιάζουν.
Γυρίζει ο Ήλιος και τους λέει, γυρίζει και τους κρένει:
«Εψές οπού βασίλεψα πίσου από μια ραχούλα,
άκ' σα γυναικεία κλάματα κι αντρών τα μοιργιολόγια
γι' αυτά τα 'ρωικά κορμιά στον κάμπο ξαπλωμένα,
και μες στο αίμα το πολύ είν' όλα βουτημένα.
Για την πατρίδα πήγανε στον Αδη, τα καημένα».

Tuesday, 26 March 2024

Ένας φωτισμένος δάσκαλος μιλά στους μαθητές του

Τα λόγια που θα διαβάσετε πιο κάτω, τα απηύθυνε ένας φωτισμένος δάσκαλος στους μαθητές του, στο 2ο ΕΠΑΛ Αχαρνών για την επέτειο της 25ης Μαρτίου. 

Δεν είστε σε τίποτε λιγότερο ικανοί από τον μπάσταρδο
γιο της καλογριάς, τον Αρβανίτη Γιώργη Καραϊσκάκη.
Σκέφτηκα να σου μιλήσω για τον Καραϊσκάκη,
Αλλά το μυαλό σου θα πάει στο γήπεδο.

Σκέφτηκα να σου μιλήσω για το 21,
Αλλά ο νους σου θα πάει στην Ορίτζιναλ.

Συλλογίστηκα πολύ, για να καταλήξω αν αξίζει
Να σε ταλαιπωρήσω για κάτι τόσο μακρινό, τόσο ξένο.

Δύο αιώνες πίσω κάποια γεγονότα
Τι να λένε σε σένα, Σε εσένα που βιάζεσαι να φύγεις,
Να πας για τσιγάρο, για καφέ ή για κάτι άλλο.

Θα σου μιλήσω λοιπόν προσωπικά.
Εγώ ο δάσκαλος που δούλεψα ένα χρόνο σε αυτό το σχολείο
Και σε δεκαπέντε μέρες φεύγω για αλλού
Σε εσένα που είσαι εδώ ένα, δύο, τρία
'Η και περισσότερα χρόνια,

Θα σου μιλήσω σταράτα
Για να σου εκφράσω δυο σκέψεις μου.
Οι μαθητές που συνάντησα μέσα στις τάξεις,
Οι μαθητές που δίδαξα φέτος
Στην συντριπτική τους πλειονότητα με σεβάστηκαν,
Αν και δεν ανταποκρίθηκαν στις απαιτήσεις του μαθήματος.

Πολλοί όμως από τους υπόλοιπους μαθητές
Δε με σεβάστηκαν, με προσέβαλαν κατ' επανάληψη.
Με έργα, με λόγια, με ύβρεις,
Δείχνοντας ένα χαρακτήρα και ένα ήθος
Που με σόκαρε, που με έβαλε σε μελαγχολικές σκέψεις.

Αυτό το φαινόμενο αποδεικνύει
Πως κάτι σάπιο υπάρχει σε αυτό το σχολείο,
Πως εκτός του γνωστικού ελλείμματος
Το συγκεκριμένο σχολείο χωλαίνει δραματικά
Και στο ηθικοπλαστικό του έργο,
Στη διαμόρφωση δηλαδή των μαθητικών ψυχών και πνευμάτων.

Και η ευθύνη για αυτήν την αποτυχία
Είναι ευθύνη αποκλειστικά δική μας,
Των δασκάλων σας και των γονιών σας.

Δεν έχουμε κατορθώσει να σας δείξουμε
Πως χωρίς αρχές η ζωή σας αύριο θα είναι μια κόλαση,
Πως χωρίς όνειρα και στόχους θα χρειαστείτε υποκατάστατα.

Θα καταφύγετε πιθανόν σε επιλογές που θα σας ξεφτιλίσουν,
Θα σας κάνουν να σιχαίνεστε τον εαυτό σας,
Θα σας γεμίσουν τη ζωή πλήξη και κούραση,
Θα σας γεράσουν πρόωρα.

Αν όμως θέλετε μια συμβουλή από ένα δάσκαλο,
Σκεφτείτε το παράδειγμα του Μακρυγιάννη,
Που έφτασε αγράμματος μέχρι τα πενήντα σχεδόν,
Για να καταλάβει τότε πως η μόρφωση, η καλλιέργεια
Ήταν το όπλο που έλειπε από την προσωπική του θήκη..
Και κάθισε με πολλή δυσκολία και χωρίς δάσκαλο
Και έμαθε πέντε κολλυβογράμματα,
Για να μας πει την ιστορία του βίου του,
Το παραμύθι της επανάστασης των υπόδουλων Ρωμιών.

Αυτό το παράδειγμα είναι για σένα το πιο κατάλληλο,
Και μπορείς τριάντα χρόνια νωρίτερα από το στρατηγό Μακρυγιάννη
Να ακολουθήσεις το δρόμο που εκείνος έδειξε,
το μονοπάτι της καλλιέργειας,
το δρόμο της παιδείας,
τη λεωφόρο της προσωπικής σου προκοπής.

Δεν είστε σε τίποτε λιγότερο ικανοί από τον μπάσταρδο
γιο της καλογριάς, τον Αρβανίτη Γιώργη Καραϊσκάκη.
Ήταν κι αυτός αθυρόστομος σαν κι εσάς,
Αλλά είχε αυτό που από τα αλβανικά μάθαμε σαν μπέσα,
Ήταν πάνω απ' όλα μπεσαλής.
Αυτό θα 'θελα να έχετε κι εσείς.
Υπευθυνότητα, μπέσα, τσίπα.
Να αναλαμβάνετε τις ευθύνες σας,
Να απεχθάνεστε την υποκρισία, να σιχαίνεστε το συμφέρον,
Να μισείτε το ψέμα και την ευθυνοφοβία.

Η αγάπη για τον τόπο του, η λατρεία για την πατρίδα του
Ήταν αυτό που χαρακτήριζε τη ζωή του Νικήτα Σταματελόπουλου, του Νικηταρά. 

Αγωνίστηκε στη διάρκεια της επανάστασης,
Συνέβαλε στην απελευθέρωση της πατρίδας του
Κι έπειτα φυλακίστηκε,
Για να χαθεί σ' ένα στενοσόκακο του Πειραιά,
Σχεδόν τυφλωμένος, πάμπτωχος και εγκαταλειμμένος από όλους,
Δεν ζήτησε τίποτε από την ελεύθερη Ελλάδα
Κι όταν οι γύρω του τον παρακινούσαν να απαιτήσει
Από την κυβέρνηση μια πλούσια σύνταξη,
Απαντούσε πως η πατρίδα τον αμείβει πολύ καλά,
Λέγοντας ψέματα, για να μην προσβάλει την πατρίδα του.
Είναι δύσκολο, το κατανοώ, το παράδειγμα του Νικηταρά.
Αλλά νομίζω πως κι εσείς είστε ικανοί για τα δύσκολα,
Μπορείτε να ακολουθήσετε το δρόμο της αξιοπρέπειας,
Να προσπαθήσετε τίμια και με αγωνιστικότητα
Για εσάς και για το μέλλον της οικογένειας που αύριο θα κάνετε.

Ξέρω, καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι
Πως σας προτείνω μια διαδρομή ζωής δύσκολη και απαιτητική,
Όταν δίπλα σας κυριαρχεί ο εύκολος δρόμος
των γονιών, των δασκάλων, των πολιτικών,
της εποχής στην οποία μεγαλώνετε.

Όμως κάθε εποχή ελπίζει στους νέους της,
Περιμένει από αυτούς να σηκώσουν ψηλά
Και με επιτυχία τη σημαία του αγώνα
και να οδηγήσουν την πατρίδα τους, τον τόπο τους
σε καλύτερες μέρες, σε πιο φωτεινές σελίδες.

Κι όταν βλέπω την εποχή μας
Να μαραζώνει χωμένη στην αλλοτρίωση,
Να ξεψυχά από την τηλεοπτική ανία,
Να μουχλιάζει από το κυνήγι της ευκολίας,
Μόνο σε εσάς ελπίζω,
Στην ειλικρινή σας διάθεση
να αγωνιστείτε,
να αντισταθείτε,
να πολεμήσετε,
να νικήσετε.
Μη μας απογοητεύσετε.

Το Βήμα, ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  22/04/2010

Monday, 25 March 2024

Η Ελληνίδα στην Τουρκοκρατία και στο 21 - «Ψυχή μεγάλη και γλυκειά, μετά χαράς σ' το λέω: Θαυμάζω τες γυναίκες μας και στ' όνομά τους μνέω».

Ένα εξαιρετικό κείμενο, για τις γνωστές και άγνωστες ηρωίδες της τουρκοκρατίας και της Επανάστασης-
“Greek Women Imploring at the Virgin of Assistance” 1826. “Ary Scheffer

Ψυχή μεγάλη και γλυκειά, μετά χαράς στο λέω:
Θαυμάζω τες γυναίκες μας και στ’ όνομα τους μνέω.

(Διον. Σολωμού, Ελεύθεροι Πολιορκημένοι).

Από το βιβλίο του Ιωάννου Ν. Παπαϊωάννου, «Ιστορικές γραμμές» Τόμος Γ”
Κάθε φορά που θα μελετούσε κανείς την Ιστορία μας, την Ελληνική Ιστορία, θα κατέληγε να επαναλαμβάνει τους ανωτέρω στίχους του εθνικού μας ποιητού, διαπιστώνοντας ότι οι Ελληνίδες γεμίζουν τις σελίδες της Ιστορίας μας με τις θαυμαστές θυσίες τους.

Η Ελληνίδα στην Τουρκοκρατία.
Αδυσώπητος για αιώνες ήταν ο αγώνας με τους Τούρκους σε πολλά μέτωπα, με σπουδαίο πλήθος τα συγκλονιστικά επεισόδια, όπου η Ελληνίδα, από τις πρώτες συγκρούσεις, έδρασε, λαμβάνοντας θρυλικές διαστάσεις, ενέπνευσε τις επόμενες γενεές για διαδοχικές απελευθερωτικές προσπάθειες και εμψύχωσε καίρια για καρτερία, αντίσταση και ελπίδα. Τα κατωτέρω παραδείγματα είναι αντιπροσωπευτικά:

Το 1475 η Λήμνος δέχθηκε την κατακτητική επίθεση των Τούρκων, υπό την αρχηγία του Σουλεϊμάν πασά. Σώθηκε από μια νέα κόρη, την Μαρούλα Κλαδά. η νεαρή κόρη μόλις είδε τον αγαπημένο πατέρα της να φονεύεται από τους Τούρκους, ζώσθηκε αμέσως τα όπλα του και όρμησε εναντίον των Τούρκων, ενώ την ακολουθούσαν, συγκινημένοι και παρακινημένοι από την τόλμη της, οι νησιώτες συμπατριώτες της. 

Οι Τούρκοι, έκπληκτοι και φοβισμένοι, υποχώρησαν, η Λήμνος δεν έπεσε τότε και συνέχιζε να παραμένει ελεύθερη.
Το Σεπτέμβριο του 1570 οι Τούρκοι κατέκτησαν την Κύπρο. Μετά την άλωση της Λευκωσίας, 2.000 νέοι και νέες αρπάχθηκαν και επιβιβάσθηκαν στα πλοία, για να πωληθούν δούλοι. Ανάμεσά τους και μία νεαρή Ελληνίδα, η Μαρία η Συγκλητική, καθώς δεν ήθελε να υποφέρει την ατιμία, αποφάσισε να εκδικηθεί τον κατακτητή, έβαλε φωτιά στην πυριτιδαποθήκη της γαλέρας, όπου εκρατείτο. 
Η γαλέρα και δυο πλοία που ήταν αγκυροβολημένα δίπλα της, ανατινάχθηκαν στον αέρα, τα πλούσια – πολύτιμα λάφυρα, κατεστραμμένα, διασκορπίστηκαν στη θάλασσα και στον αέρα και η λεία της σκλαβιάς, χίλιες νεανίδες, έγιναν παρανάλωμα της φωτιάς.

Στα χρόνια της σκλαβιάς αιώνων, όταν κανένας δεν εγνώριζε αν θα ζει αύριο και όταν η ζωή του σήμερα ήταν σωστή κόλαση, η Ελληνίδα κράτησε σεμνή και αυστηρή την οικογενειακή ζωή των Ελλήνων. 
Σαν σύζυγος και σαν μητέρα ήταν η δέσποινα του σπιτιού, που χάραζε βαθειά στην ψυχή των παιδιών κάθε νέας γενεάς την πίστη στο Χριστό και στην Εκκλησία, την αγάπη στην πατρίδα Ελλάδα, την περιφρόνηση στη σκλαβιά και στο θάνατο, το σεβασμό και τη γενναιοψυχία με τον ηρωισμό, έτσι που να αποτελούν μόνιμα διακριτικά γνωρίσματα για όλες τις τάξεις των Ελλήνων. 
Αξίζει να αναφερθεί η γνώμη του Καμπούρογλου: 
«Ηγιασμένη έστω η ψυχή των μητέρων εκείνων, αι οποίαι επί 400 έτη, τοσούτον ηρωισμόν αντέταξαν κατά της περικυκλούσης αυτάς ασελγούς των κατακτητών κτηνωδίας! Αι οποίαι αφού εστερήθησαν πάσαν βιωτικήν απόλαυσιν, εις έν και μόνον τον εαυτών βίον αφιέρωσαν, εις το να ανατρέφουν και να δωρίζουν κάθε φορά εις το έθνος, άνδρας αξίους του ανδρικού και του Ελληνικού ονόματος» (Δημ. Καμπούρογλου, Ιστορία των Αθηναίων, τόμ. Α ΄, σελ. 24).

Η Ελληνίδα της Τουρκοκρατίας για ν’ αποφύγει -όσο μπορούσε- την βδελυρή ατίμωση των ακαθάρτων κατακτητών,
προσπαθούσε να μεταδώσει την επιδημία της ευλογιάς, καταστρέφοντας τη νεανική ομορφιά του προσώπου της, ή δημιουργούσε οικογένεια από τα δεκατέσσερα χρόνια της, πιστεύοντας ότι δεν θα γεννήσει σκλάβους, ότι Έλληνες θα αναθρέψει και Έλληνες θα μεγαλώσει. 
Και απέδειξε ότι για δώδεκα (12) γενεές και αλλού για δεκαέξι (16) γενεές, η σκλαβιά δεν περόνιασε την Ελληνική ψυχή. Απέδειξε ότι ο οργανισμός της Ελληνικής φυλής δεν είχε νοθευθεί, δεν είχε φθαρεί, μα εξακολουθούσε να διατηρείται με αξιοθαύμαστη αντοχή και να μεταφυτεύεται από γενεά σε γενεά, ο βαθύτατος πόθος των ραγιάδων να υπάρξουν και να ελευθερωθούν.
Το εξοχότερο παράδειγμα ποικίλης προσφοράς στο υπόδουλο Γένος, είναι η μορφή της Αγίας Φιλοθέης της Αθηναίας. Θυγατέρα του Αθηναίου Αγγέλου Μπενιζέλου και της Σηρίγης, γεννήθηκε το 1522, τον σκληρό εκείνο πρώτο αιώνα της δουλείας στην Αθήνα. Το κοσμικό της όνομα Ρεγούλα. Το 1536 παντρεύθηκε, αλλά μετά από τρία χρόνια έμεινε χήρα. Χωρίς άλλες υποχρεώσεις πλέον για παιδιά ή οικογένεια, επιδόθηκε εξ ολοκλήρου σε βίο ασκητικό και φιλελεήμονα. Μετέτρεψε το γειτονικό ναΐσκο του αγίου Ανδρέου σε γυναικείο μοναστήρι, στο οποίο αφιέρωσε όλη την περιουσία της και έγινε μοναχή. 
Προχώρησε ακόμη στην Ίδρυση βιοτεχνικού εργαστηρίου και οργάνωσε κέντρο ξενίας και προστασίας για τις Αθηναίες που κινδύνευαν να παρασυρθούν από τις ανάγκες τους ή .. από τα κάλλη τους στον Ισλαμισμό και στις τάξεις των Οθωμανών. Διακόσιες (200) νεαρές Ελληνίδες εύρισκαν λιμάνι γαλήνης και ανεφοδιασμού στο μοναστήρι της Φιλοθέης. 
Και το Θεάρεστο έργο ηύξανε. 
Τα μικρά παιδάκια που οδηγούνταν εκεί, κατευθύνονταν «εξ απαλών ονύχων» στην παράδοση του Έθνους. Οι πτωχοί και οι γέροντες και οι ασθενείς έγιναν το περιεχόμενο της καθημερινής ασκήσεως της φιλανθρωπίας. η όλη πολιτεία της Φιλοθέης ενέπνεε σ’ όλες τις ηλικίες το πνεύμα της πίστεως και της θυσίας, χάριν του Ελληνισμού και της Χριστιανικής Πίστεως. Η Αθήνα είχε αναζωογονηθεί. 
Οι Τούρκοι αντιλήφθηκαν τη δράση της Φιλοθέης και αφού τη συνέλαβαν, την φυλάκισαν και της επέφεραν παντός είδους βασανιστικές κακώσεις. Την απελευθέρωσαν σε λίγο καιρό, αλλά τη νύκτα της 2 προς 3 Οκτωβρίου 1588, καθώς συμμετείχε σε αγρυπνία, την συνέλαβαν για δεύτερη φορά. Οι μάστιγες και τα τραύματα που δέχτηκε αυτή τη φορά ήταν πολλαπλάσια τώρα, και η μάρτυς έμεινε ημιθανής. Μετά από τρεις μήνες, στις 19 Φεβρουαρίου 1589, απέθανε και το 1600 ανακηρύχθηκε αγία.
Η Ελληνίδα της Τουρκοκρατίας αγωνίσθηκε και στο στίβο του Μαρτυρίου. Τα χρόνια εκείνα που πολλοί γίνονταν «κρυπτοχριστιανοί» ή εξισλαμίζονταν, πολλές Ελληνίδες διήνυσαν την «οδόν του Μαρτυρίου». 
Ο φθόνος των Τούρκων για την σωματική και ψυχική ομορφιά κι ανωτερότητα των Ελληνίδων, η ακόλαστη διάθεση τους και μάλιστα των Γενιτσάρων, που προέρχονταν από τη φυλή μας με το φοβερό παιδομάζωμα και ως εκ τούτου με ένα βαρύ μίσος, εκδηλωνόταν βάρβαρα σε βάρος των Ελληνίδων Χριστιανών δεσποίνων και νεανίδων και γινόταν αφορμή ή αίτιο Μαρτυρίου αίματος. η Εκκλησία μας έχει καταγράψει στις τάξεις της νεομάρτυρες, παρθενομάρτυρες και καλλιμάρτυρες καθ’ όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας.
Τα γυναικεία μοναστήρια του Ελληνικού χώρου, τα κέντρα αυτά του ελληνικού και Χριστιανικού ανεφοδιασμού, δέχτηκαν άπειρες φορές τις βίαιες επιθέσεις-καταστροφές των κατακτητών και είδαν να διαπράττονται παντός είδους εγκλήματα, φυλακίσεις και ατιμίες , ώσπου να κορεσθεί η κτηνωδία των βαρβάρων. 
Και άνθεξε ως να ήταν αθάνατη η Ρωμιοσύνη. Πολυβασανισμένη και αθάνατη! 
Όταν και οι νεαρές Ελληνίδες μπορούσαν να υποστούν άτρεμα και ήρεμα το Μαρτύριο του αίματος, κοιτάζοντας άφοβα το θάνατο στα μάτια, ένα ήταν σίγουρο: «η Ελλάδα σκλάβα δεν θα έμενε».

Τονίσθηκε υπερβολικά για τους επώνυμους και ανώνυμους ήρωες – άνδρες του «21» ότι υπήρξαν οι δημιουργοί της εθνεγερσίας, της Ανεξαρτησίας και της ελευθέρας Ελλάδος. Όμως από το δυνατότερο καμίνι της δοκιμασίας πέρασαν οι Ελληνίδες. Ηρωίδες σιωπηλές, ευγενικές μορφές, αφανείς, πολλές φορές έχουν καλυφθεί από τη σκόνη του παρελθόντος, που κινούν και συσσωρεύουν οι άνεμοι του χρόνου. Οι ιστορικοί έχουν υποχρέωση να αποκαλύψουν, για να αντικρύσουν όλοι οι Έλληνες, την προσφορά της Ελληνίδας. η γνώση της προσφοράς της έχει την αξία της γνήσιας συνειδήσεως και αποτελεί πράξη δικαιοσύνης οφειλομένης, και τιμής επιβεβλημένης.

Οι Σουλιώτισσες:
Ελκύουν εντυπωσιακά την προσοχή του κάθε μελετητή οι Σουλιώτισσες, καμάρι της αδούλωτης λεβεντιάς, με την αντρίκεια περιφρόνηση του κινδύνου. Προβάλλουν και εμπνέουν στους αιώνες, στα άτομα και στους λαούς, το ηρωικό πνεύμα και την ηθική αντίληψη, πάντα εναρμονισμένα. Είναι οι επώνυμες Σουλιώτισσες πρώτες: η Μόσχω Τζαβέλλα, πρώτη και μεγάλη ηρωίδα, αληθινή καπετάνισσα, με δυνατό χαρακτήρα και ψυχή τολμηρή, και κατά το δημοτικό τραγούδι:

Πολεμάει η Τζαβέλλαινα με το σπαθί στο χέρι
με το παιδί στην αγκαλιά, με το τουφέκι στ’ άλλο
με τα φυσέκια στην ποδιά…

Ακολουθεί η Χάιδω Γιαννάκη Σέχου, που πολέμησε στο Σούλι, στην Κιάφα, στο Κούγκι και στην Πάργα και την αποθανάτισε το δημοτικό τραγούδι:

Ας έρχονται οι Παλιότουρκοι, τίποτα δεν μας κάνουν
να μάθουν Λάμπρου το σπαθί, Μπότσαρη το τουφέκι,
τα άρματα των Σουλιωτών, της ξακουσμένης Χάιδως.


Επιβλητική προβάλλει η μορφή της Δέσπως Μπότση, που είχε εμπνεύσει τη θαρραλέα απόφαση του αγώνα μέχρι θανάτου, σε δυο γενιές κατοπινές, κόρες- νύφες και εγγόνια. Στις 20 Δεκεμβρίου 1803 πολεμώντας ως το τέλος, ανατίναξε τον πύργο της, όπως μας παρέδωσε ο λαϊκός στιχουργός:

– Αχός βαρύς ακούγεται, πολλά ντουφέκια πέφτουν….
– …. η Δέσπω κάνει πόλεμο με νύφες και μ’ αγγόνια…
– ….Η Δέσπω αφέντες Λιάπηδες δεν έκανε, δεν κάνει…
Δαυλί στο χέρι άρπαξε, κόρες και νύφες κράζει:
-Σκλάβες Τούρκων μη ζήσωμε, παιδιά μαζί μ’ ελάτε….
Και τα ντουφέκια ανάψανε κι όλες φωτιά γενήκαν.

και κατά κάποιο τρόπο κλείνει τον κύκλο των επώνυμων Σουλιωτισσών που έγιναν και θέματα δημοτικών τραγουδιών, η Ελένη Μπότσαρη, η νεαρή κόρη, που πολεμάει διώκοντας και διωκόμενη, λέγοντας:

Εγώ είμαι η Λένω Μπότσαρη, η αδελφή του Μάρκου
και ζωντανή δεν πιάνομαι εις των Τούρκων τα χέρια.

Την ανώνυμη Σουλιώτισσα εκπροσωπεί η σπαρακτικά δραματική εποποιία του «Χορού του Ζαλόγγου». Με τον ηρωικό θάνατο-αυτοθυσία, καθόσον αυτοκτονία δεν ήταν ο θάνατος εκείνων στο Ζάλογγο αλλά ήταν υψηλή αυτοθυσία, που με φοβερή κατάπληξη και απροσμέτρητο θαυμασμό είδαν και οι εχθροί οι ίδιοι και με δυνατά ρίγη μνημονεύει κάθε φορά η Ελληνική ψυχή: 
«Προετίμησαν να σφενδονίσουν εις την άβυσσον τα τέκνα των, ίνα μη ίδωσιν αυτά περιπίπτοντα εις χείρας των πολεμίων. Και έπειτα απεφάσισαν να παρακολουθήσουν τα φίλτατα εκείνα όντα, ουχί εν κλαυθμοίς και οδυρμοίς, αλλά εν χοροίς και άσμασι. Θυσία καταπληκτική, ήν ουδέποτε θέλουσι εννοήσει αι παρούσαι γενεαί! και ήψαντο λοιπόν αλλήλων τας χείρας και έσυραν εν κύκλω τον χορόν, άδουσαι και καθ’ όσον επλησίαζεν εκάστη εις το χείλος του βαράθρου, εκρημνίζετο εις αυτό και ο κύκλος επανελαμβάνετο και ο χορός ωσαύτως μέχρις ου κατέπεσον άπασαι, η μία κατόπιν της άλλης», γράφει ο Κων/νος Παπαρρηγόπουλος.

Μνημονεύεται και παρόμοια μεγαλειώδης αυτοθυσία, που λησμονείται ή παραμένει άγνωστη, στο Μοναστήρι του Σέλτσου, όπου 160 γυναίκες, προκρίνοντας το θάνατο από τη σκλαβιά, έτρεξαν στον Ασπροπόταμο και «ανοίξασαι τας αγκάλας ερρίφθησαν εις αυτόν αυθορμήτως, μετά των φιλτάτων». Το Σούλι, αφού έγινε ολοκαύτωμα, έπεσε: ωστόσο έχει απομείνει η Δόξα και η Τιμή, που κληρονόμησε η Ελλάδα μας, ο Ελληνισμός.

***********

Οι Ελληνίδες του Μωριά και της Ρούμελης:
Αντάξιες προς τις Σουλιώτισσες, αναδείχτηκαν και οι γυναίκες του Μωριά και της Ρούμελης. Ενδεικτικά αναφέρονται δυο μητέρες ενδόξων αγωνιστών, του Κολοκοτρώνη και του Μακρυγιάννη.

Κορυφαία είναι η μορφή της Ζαμπέτας Κολοκοτρώνη, κόρης οπλαρχηγού, γυναίκας ήρωα και μάννας ηρώων! Μα και η ίδια ήταν προσωπικά ηρωίδα, αφού πολέμησε και ανδραγάθησε στους πύργους της Καστάνιτσας, όπου και σκοτώθηκε ο άνδρας της ο Κωνσταντίνος Κολοκοτρώνης. 
Γέννησε κι ανάστησε τον γέρο του Μωριά, καθώς υφίστατο την αγωνία και την μανία σκληρών καταδιώξεων. Το 1770 «3 Απριλίου, ημέρα της Λαμπρής, στο βουνό, εις ένα δένδρο αποκάτω», σημειώνει ο ίδιος ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, στη Διήγηση συμβάντων της Ελληνικής φυλής.

Μεγάλη και σκληρή η εποχή της Τουρκοκρατίας, μεγάλες οι πράξεις των Ελληνίδων να γεννούν και να καταδιώκονται, κρατώντας βρέφος και σπαθί, και να θηλάζουν παιδιά, έχοντας και πιστόλια στο στήθος τους!

Συγκλονίζει η καθημερινή γυμναστική της ψυχής της Ελληνίδας στο Μωριά, στη Ρούμελη και στην Ελλάδα ολόκληρη, για τον αγώνα της ζωής και τη ζωή του αγώνα του Γένους μας. ο Μακρυγιάννης στα «Απομνημονεύματα» του, το δίνει πολύ ζωηρά: «Πολυφαμελίτες οι γοναίγοι μου και φτωχοί και όταν ήμουνα ακόμα εις την κοιλιά της μητρός μου, μίαν ημέρα πήγε δια ξύλα εις τον λόγγον. Φορτώνοντας τα ξύλα στον ώμο της, φορτωμένη εις τον δρόμον, εις την ερημιά, την έπιασαν οι πόνοι και γέννησε εμένα. 
Μόνη της η καημένη και αποσταμένη, εκιντύνεψε και αυτείνη τότε και εγώ. Ξελεχώνεψε μόνη της και αυγυρίστη, φορτώθη ολίγα ξύλα και έβαλε και χόρτα απάνου εις τα ξύλα και από πάνω εμένα και πήγε εις το χωρίον… 
…Οι Τούρκοι του Αλήπασά θέλαν να μας σκλαβώσουνε. Τότε, δια νυκτός, όλη η φαμελιά και όλο μας το σόι σηκώθηκαν και έφυγαν, και παγαίνουν εις την Λιβαδιά, να ζήσουνε εκεί. Θα πέρναγαν απ’ ένα γιοφύρι του Λιδωρικιού, ονομαζόμενον Στενό, δεν πέρναγε από άλλο μέρος το ποτάμι. Εκεί φύλαγαν οι Τούρκοι να περάσουν, να τους πιάσουνε και δεκαοχτώ ημέρες γκιζερούσαν εις τα δάση όλοι, κι έτρωγαν αγριοβέλανα και εγώ βύζαινα κι έτρωγα αυτό το γάλα.

Μην υποφέροντας πλέον την πείνα, αποφάσισαν να περάσουνε από το γιοφύρι. Και ως βρέφος εγώ μικρό, να μην κλάψω και χαθούνε όλοι, αποφάσισαν και με πέταξαν εις το δάσος, εις το Κόκκινον ονομαζόμενον, και προχώρησαν δια το γιοφύρι. Τότε μετανογάει η μητέρα μου και λέγει: « η αμαρτία του βρέφους θα μας χάσει. Περνάτε εσείς και σύρτε εις το τάδε μέρος, και σταθήτε… Το παίρνω κι αν έχω τύχη και δεν κλάψει, διαβαίνουμε..». Η μητέρα μου και ο Θεός μας έσωσε», κλειεί την διήγηση του ο αγωνιστής Μακρυγιάννης.
Με τέτοιους και τόσους μύριους κινδύνους γέννησαν κι ανάστησαν τα παιδιά τους οι Ελληνίδες της Τουρκοκρατίας και του «21» και τα μεγάλωσαν εμπνευσμένα με Πίστη και ηρωικό θάρρος, ώστε ν’ ανδρωθούν ικανά και να εξοφλήσουν στο δυνάστη τα εγκλήματα γενεών αιώνων.
********
Οι Ελληνίδες στον αγώνα του «21»:
Όταν άναψε η επαναστατική φωτιά του «21» και ανοίχτηκε αιματηρά «ο κοσμογονικός κρατήρας» του εννιάχρονου πολέμου της Εθνεγερσίας, αναδείχτηκε ακατάβλητη η ψυχή των Ελληνίδων και οι προσωπικές θυσίες ατέλειωτες. 
Και αποδεικνύεται από τη συμμετοχή των Ελληνίδων ότι τον αγώνα του «21» δεν τον έκανε μία τάξη ανθρώπων, αλλά ολόκληρο το έθνος, ολόκληρος ο Ελληνισμός. Συμμετείχαν οι Ελληνίδες από κάθε τάξη και από κάθε στρώμα του Ελληνικού λαού.

Η ηλικιωμένη αρχόντισσα Ελισσάβετ Υψηλάντου από το Κίεβο της Ρωσίας δεν εμπόδισε τους υιούς της να τρέξουν στην Ελλάδα. Έδωσε πρώτα την ευχή της στον Αλέξανδρο Υψηλάντη, ώστε να αρχίσει την επανάσταση στη Μολδοβλαχία, ως αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας και ύστερα από λίγο καιρό έδωσε τη συγκατάθεσή της και στο Δημήτριο Υψηλάντη λέγοντας: «Αν είναι να ελευθερωθεί η Ελλάς από την αποστολήν και αυτού του παιδιού μου, που μου έμεινεν, ας το στερηθώ και αυτό. Ας πάει με την ευχή μου.» Μαζί με την ευχή της πρόσφερε στον Αγώνα και ολόκληρη την περιουσία της.

 
Εκπληκτική η φυσιογνωμία της Μπουμπουλίνας. 
Δύο φορές χήρα στη ζωή της και μητέρα πολλών παιδιών, ήταν καπετάνισσα στα πλοία του δεύτερου άνδρα της Δημήτρη Μπούμπουλη. Στις Σπέτσες όλοι την είχαν παραδεχτεί για άξια κυρά-καπετάνισσα. 
Όταν οι Τούρκοι της αμφισβήτησαν το δικαίωμα να κατέχει και να διαχειρίζεται αυτή τα πλοία-κληρονομιά του άνδρα της- έφθασε ως την Κων/πολη να βρει το δίκιο της και επλησίασε τη Βαλιδέ Σουλτάνα ( μητέρα του Σουλτάνου) στα Ανάκτορα του Σουλτάνου, όπου και της αναγνωρίσθηκε το δικαίωμα να έχει τα πλοία (και την περιουσία) του άνδρα της. 
Τη Βαλιδέ Σουλτάνα επισκέφθηκε, αλλά και στην Εταιρεία τη Φιλική μυήθηκε, πιθανώτατα στην Κων/πολη, στα τελευταία χρόνια πριν από την Επανάσταση. Ήταν από τις λίγες γυναίκες που μυήθηκαν και κράτησε καλά το μυστικό, καθώς προετοιμάσθηκε για τον Αγώνα. Καθόσον τότε ναυπήγησε το πλοίο «Αγαμέμνων», 48 πήχεων, με 18 κανόνια, ως εμπορικό τάχα πλοίο. Το κατόρθωσε, αφού δωροδόκησε τον Τούρκο ναύαρχο Χουσεΐν πασά, να γνωματεύσει ότι ήταν ένα συνηθισμένο πλοίο. 
Στο πρώτο δεκαήμερο του Απριλίου του 1821, η Μπουμπουλίνα ξεσήκωσε τις Σπέτσες σε επανάσταση και έσπευσε να λάβει μέρος στις επιχειρήσεις πολιορκίας του Ναυπλίου. Από τότε – τις πρώτες ημέρες- συμμετείχε ενεργά στον αγώνα του «21», προσφέροντας τα παιδιά της και την περιουσία της όλη.

Τοποθετήθηκε δίπλα στη Μπουμπουλίνα και η Μαντώ Μαυρογένους, που ύψωσε την επαναστατική σημαία στη Μύκονο. Ήταν πλουσιοκόρη η Μαντώ, λεπτή αριστοκράτισσα, ίσως η πιο πολύφερνη νέα Ελληνίδα της εποχής. 
Με δικές της δαπάνες εξόπλισε πλοία και κατεδίωκε τους πειρατές που έκαναν αποβάσεις- επιθέσεις στη Μύκονο. Τα πλοία της συμμετείχαν το «21» σε όλες τις επιχειρήσεις του Ελληνικού στόλου στην Εύβοια και στον Παγασητικό. η ίδια η Μαντώ, ντυμένη ανδρικά ρούχα, μετέχει σε μάχες επικεφαλής στρατιωτικού τμήματος, που είχε εξοπλίσει η Ίδια, με δικές της δαπάνες το οποίο και το συντηρούσε και γι’ αυτό ονομάζεται τιμητικά αντιστράτηγος.

Επειδή ήταν μορφωμένη, μιλούσε και έγραφε Γαλλικά, Γερμανικά και Ιταλικά, κατατόπιζε τους ξένους φιλέλληνες στα διάφορα ζητήματα και αλληλογραφούσε με το εξωτερικό, προσπαθώντας να ξυπνήσει και να ενεργοποιήσει φιλελληνικά διαδήματα στους λαούς της Ευρώπης. και όταν τελείωσε ο επαναστατικός αγώνας και ελευθερώθηκε η Ελλάδα, μα γύρω, «βαβούριζε η δυστυχία» και ήταν πλήθος τα ορφανά, η Μαντώ έθεσε τον εαυτό της στην υπηρεσία των ορφανών.
* *
Στους αγώνες του «21» οι γυναίκες έρχονταν στα πεδία των μαχών φορτωμένες, φέρνοντας και τα ζώα τους φορτωμένα κρέας, ψωμί και άλλες τροφές, για να ανεφοδιάζονται οι άνδρες τους και οι άλλοι στρατιώτες. Είχαν την επισιτιστική φροντίδα των αγωνιστών.

Άλλες πολεμούσαν και στους προμαχώνες. «Λάκαινά τις, Σταυριανή ονομαζομένη, εθελόπονος συστρατιώτης υπό τον Κυριακούλην Μαυρομιχάλην και μετ’ αυτού συναποκλεισθείσα εν Βαλτετσίω, μόνη ετόλμα συνεχώς εξέρχεσθαι από του ενός εις τον άλλον προμαχώνα και διένειμεν πυριτιδοβολάς, όπου η ανάγκη εκάλει, βαδίζουσα ως ανήρ και ομιλούσα ως στρατιώτης» γράφει απομνημονευματογράφος του «21».

Επανέλαβαν τις θυσίες - αυτοθυσίες του Ζαλόγγου στη βραχώδη κοίτη του ποταμού Μαυρονέρι (Αραπίτσα) οι Ελληνίδες της Νάουσας το 1822, για να μην πέσουν ζωντανές στα χέρια των Τούρκων και για να αποφύγουν ατιμώσεις, μαρτύρια και εξισλαμισμό των παιδιών τους. Οι γυναίκες και θυγατέρες – νύφες των προεστών και οπλαρχηγών της Νάουσας δέχθηκαν το 1822 συσσωρευμένα πρωτοφανή μαρτύρια: Μισοθαμένες στο χώμα ως πάσσαλοι, δέχονταν βρισιές από τις Μουσουλμάνες και κτυπήματα από τα μικρά παιδιά των Τούρκων, με αναμμένα δαυλιά! Ο ίδιος ο Αλμπούλ – Αμπούδ τους πρότεινε να εξισλαμισθούν. Και όταν δέχθηκε την άρνησή τους, άλλες έκλεισε σε σάκκους με γάτες και ποντίκια , άλλες σε σάκκους γεμάτους φίδια και άλλες γυναίκες έκλεισε σε οχετούς, των οποίων απέφραξε την έξοδο!

Η Ελληνίδα στο «21» δέχθηκε κάθε είδους οργή, αγριότητα, βάσανο, θάνατο, ατίμωση και σκλαβιά από τους Τούρκους, Αρβανίτες και Αιγυπτίους. Χιλιάδες Ελληνίδες, ίσως και εκατοντάδες χιλιάδες, πωλήθηκαν στα ανθρωποπάζαρα της Κων/πόλεως, της Σμύρνης, της Αλεξάνδρειας, της Τύνιδας, του Μοναστηρίου και της Θεσσαλονίκης. 
Βασανισμένες υπάρξεις οι Ελληνίδες των ανθρωποπαζαριών περιπλανήθηκαν για δεκάδες χρόνια, καθώς περνούσαν από πολλά χέρια αγοραστών, μα παρέμεναν Ελληνίδες. Το παρακάτω παράδειγμα είναι εντυπωσιακό:

Η Μαρία Δασκαλογιάννη, η μεγαλύτερη κόρη του επαναστάτη των Σφακίων, αιχμαλωτίσθηκε και οδηγήθηκε στην Κων/πολη σκλάβα. Έγινε σύζυγος Τούρκου αξιωματούχου και απέκτησε και δυο παιδιά. Όταν πέθανε ο άνδρας της, πήρε την κόρη της και ξέφυγε, έφθασε στην Τήνο, για να προσκυνήσει την Παναγιά της Τήνου και να πεθάνει μοναχή πλέον.


Οι Ελληνίδες μητέρες στις καταστροφές – ολοκαυτώματα της Χίου, της Κάσου, των Ψαρών και αλλαχού, έζησαν το μαρτυρικό πόνο του σπαρακτικού θανάτου των σπλάχνων τους, των παιδιών τους, βλέποντας να γίνονται παιγνίδισμα – λιάνισμα Τούρκικων σπαθιών, ή ρίχτηκαν μαζί τους στον όλεθρο μ’ όποιον τρόπο μπορούσαν.
πίνακας: Sir Charles L. Eastlake: Φυγάδες, μετά την καταστροφή στην Χίο

Πολλές δεκάδες χιλιάδες γνώρισαν τους αλάλητους καημούς και τις πίκρες της προσφυγιάς, χωρίς να γίνονται ουδαμώς εμπόδιο, ούτε έγνοια στους άνδρες τους, αγωνιστές -μαχητές του Ιερού Αγώνα! ο Καραϊσκάκης ήταν αρχιστράτηγος, αλλά η γυναίκα του πέθανε πρόσφυγας στο νησί Κάλαμος της Επτανήσου. 
Ποιος μπορεί να υπολογίσει τί είδους και πόσες δοκιμασίες περνούσε, όμως δεν ειδοποίησε τον άνδρα της, να σπεύσει κοντά της. Στις 19 Αυγούστου 1825 έλαβε την πληροφορία ότι πέθανε η γυναίκα του και οι θυγατέρες του έμεναν πλέον απροστάτευτες. 
Εκείνος δεν έφυγε, μόνον έγραψε στην κυβέρνηση: «απέθανεν η σύζυγος μου και ήθελον να υπάγω να οικονομήσω τα παιδιά μου, αλλά δεν αφήνω την πατρίδα». Αυτή η βαθειά ζωντανή συνείδηση της ιερής ανάγκης του Αγώνα , που κατέπνιγε κάθε άλλη υποχρέωση, κάθε άλλον πόνο, ήταν κοινή πίστη των Ελληνίδων στο «21»!. Η βιοτική ανάγκη δεν θόλωνε τις συνειδήσεις των Ελληνίδων.

Και όταν ήρθαν οι μαύρες ώρες των εμφυλίων πολέμων στον Αγώνα του «21», όταν οι ήρωες έχαναν τους εαυτούς των, οι Ελληνίδες κράτησαν τους αγνούς πόθους τους, την πίστη τους και τη δύναμή τους και δεν βαρύνονταν με πάθη, με φιλοδοξίες ούτε με λεηλασίες, αρπαγές και εγκλήματα. Οι Ελληνίδες δεν έχασαν τους «καλούς εαυτούς των». Είναι χαρακτηριστική η επιστολή της γυναίκας του Νικηταρά στον Πρόεδρο Κουντουριώτη, με την οποία παρακαλεί και παρακινεί να σταματήσουν οι εμφύλιες διαμάχες:

«Εκλαμπρότατε Πρόεδρε κύριε Γεώργιε Κουντουριώτη, είναι δύσκολον να σας παραστήσω την λύπην της ψυχής, οπού εδοκιμάσαμεν όλοι οι ευαίσθητοι πατριώται, όταν οφθαλμοφανώς είδομεν αναμμένον τον εμφύλιον πόλεμον εις τους κόλπους της πατρίδος μας και Χριστιανούς Έλληνας να σκοτώνουν ασπλάγχνως τους αδερφούς των Χριστιανούς. Και αν αφήσω εις αλησμονησίαν την τιμήν του αίματος και τους οικείους αγώνας, μεθ’ ων εξηγοράσθη η ελευθέρα αυτή γη, την οποίαν τολμά να ξαναβάφη σήμερον με αίμα αθώων ομογενών ή ραδιουργία τινών, δεν ημπορώ κατ’ ουδένα τρόπον ούτε εγώ, ούτε άλλος καλός πατριώτης να παραβλέψωμεν τα πικρά δάκρυα τοσούτων πτωχών φαμελιών ταλανιζομένων από τόσας δυστυχίας, πενίαν πείναν, εξωτερικούς και εσωτερικούς φόβους και περιπλέον από την απελπισίαν οπού τους εμπνέει ο εμφύλιος πόλεμος. Δια τούτο παρακαλούμεν την υμετέραν εκλαμπρότητα, ίνα λάβη οίκτον φιλανθρωπίας και να απαντηθή αυτή η κακή αρχή του εμφυλίου πολέμου. Όσον δε δια την κατάχρησιν των αιτίων της δικαίας σας οργής, μείνετε βέβαιοι ότι θέλετε εύρει συμμάχους όλους τους καλούς πατριώτας, δια να παύσουν αύται αι καταχρήσεις με ειρηνικώτερον τρόπον και ούτω, να έχετε και την ευλογίαν όλου του Εθνους».

Εν Ναυπλίω τη 1η Μαρτίου 1824. η ευσεβεστάτη πατριώτισσα ΝΙΚΗΤΑΙΝΑ ΑΓΓΕΛΙΝΑ

Ο ψυχικός κόσμος της Ελληνίδας:
Την εποχή που μαίνονταν οι εμφύλιες διαμάχες και εσφάδαζε αιμόφυρτος και σκελετώδης ο αγωνιζόμενος λαός, οι Ελληνίδες συνέχιζαν να προσφέρουν τη μεγάλη γενναία απόφαση, τους αγώνες και τις θυσίες τους για ελευθερία, έναντι οιασδήποτε θυσίας. Έλαμψε στα χρόνια εκείνα το άστρο του Μεσολογγίου. 
Οι γυναίκες ήταν στο πλάι των ελεύθερων πολιορκημένων πολεμιστών, καθ’ όλη τη διάρκεια του αγώνα και μαζί τους στην έξοδο μ’ αντρίκια ρούχα, με τα παιδιά και τ’ άρματα στα χέρια. Όλες οι Ελληνίδες του Μεσολογγίου, εκτός από δεκατρείς (13) που σώθηκαν με την έξοδο, προσφέρθηκαν ολοκαύτωμα στον αγώνα του «21», ή αιχμαλωτίσθηκαν.
Αλλά και στο Μωριά η Ελληνίδα άνθεξε στην οργή του Ιμπραήμ. Συγκλονίζει κάθε ψυχή το απόσπασμα του Μακρυγιάννη: «Ανάμεσα Πάτρα και Γαστούνη, είναι ένα χωριό, το Μέγα Σπήλαιο. Έκανα κονάκι σ’ ενού παπά το σπίτι. 
Μου λέγει η παπαδιά: «Όταν ήρθαν οι Τούρκοι του Μπραήμη, εμείς ήμαστε μέσα στο βάλτο, στο νερό, τόσες ψυχές, να γλυτώσουμε. Και ήρθαν οι Τούρκοι και μας πιάσανε. Και ήταν το σώμα μας καταματωμένο απ’ τις αβδέλλες, μας φάγαν… Και τα παιδιά πεταμένα μέσα – γιομάτο το νερό, σαν μπακακάκια πλέγαν κι άλλα ζωντανά κι άλλα τελείωναν. Και μ’ έπιασαν οι Τούρκοι και με κοιμήθηκαν τριάντα οχτώ και μ’ αφάνισαν κι εμένα και τις άλλες. Διατί τα τραβήσαμεν αυτά; Δι’ αυτείνη την πατρίδα. Κι έκλαιγε με πικρά δάκρυα… Με πήρε το παράπονο κι έκλαψα κι εγώ». Τέτοια ήταν η ψυχή της Ελληνίδας του «21»! 
Ελεύθερη, αδέσμευτη, πεντακάθαρη η ψυχή της. Ό,τι κι αν υπέστη η σάρκα της, εξαγνίσθηκε η σάρκα και δέχθηκε η ψυχή της περίσσια τη Χάρη του Θεού. Ο Ιμπραήμ έκαιγε, έσφαζε, ζωγρούσε κι ατίμαζε, μα ο Μωριάς δεν έπεσε. Και οι Μανιάτισσες, όπως η Γερακάκη, η Σάββαινα, η Πανώρια Βοζίκη, η Κων/να Ζαχαριά, η Ροζάκαινα, η Ραλλού Μαυρομιχάλη, η Ελένη Λαμπροπούλου και η Ελένη Αναίπη με όπλα τα δρεπάνια του θερισμού, ξύλα και πέτρες τον Ιούνιο του 1826, κράτησαν αναμμένη τη φλόγα της ελευθερίας-όταν είχε πέσει και το Μεσολόγγι και η επανάσταση βρισκόταν στο πιο κρίσιμο σημείο – και ο Ιμπραήμ δεν πέρασε. Η Μάνη έμεινε απάτητη, ο Μωριάς και η Ελλάδα έμεινε ελεύθερη.

Και όταν ο αγώνας τελείωσε, παρά τη δραματική εξάντληση, η Ελληνίδα, η χαροκαμένη γυναίκα του απόμαχου αγωνιστή , η μαυροφορεμένη χήρα του πεσόντος μαχητή, η αλύγιστη μάνα των πεινασμένων ή, καθώς λέγονταν στη Μάνη, των μαύρων ορφανών, ξεπέρασαν τον πόνο τους και ξαναβρήκαν τη ζωτικότητα και την Πίστη στο Θεό και στο Γένος, την εμπιστοσύνη στον εαυτό τους και νοικοκύρεψαν την νεοελληνική οικογένεια και τον τόπο ετούτο τον Ελληνικό. 
Η σκέψη τους, η καρδιά τους, οι παραγωγικές ικανότητες δεν έγιναν υπόθεση φιλοπρωτίας ή πολιτικού ανταγωνισμού, αλλά έδωσαν ηθική και πνευματική θέρμη στο λαό μας. Και αυτή την παράδοση της Ελληνίδας της Τουρκοκρατίας και του εικοσιένα, ακολούθησε και η Ελληνίδα του Σαράντα.
πίνακας:«αποχαιρετισμός»

Στα χρόνια μας γίνεται πολύς λόγος για ισότητα των δύο φύλων, του άνδρα και της γυναίκας, πολύς και ποικίλος λόγος για τα δικαιώματα της γυναίκας, περισσότερος ακόμα λόγος για την εθελοντική και για την υποχρεωτική στράτευση της γυναίκας. 
Ωστόσο, περισσότερο τιμούμε την Ελληνίδα γυναίκα όταν της αναγνωρίζουμε, ομολογούμε και συνειδητοποιούμε την προσφορά της. Και η Ελληνική Ιστορία τονίζει ότι, η προσφορά και η θυσία δικαίωσε την Ελληνίδα γυναίκα. 
Η Ελληνίδα γυναίκα στην Τουρκοκρατία και στο εικοσιένα, ούτε διακηρύξεις, ούτε επίσημες κατοχυρώσεις είχε για την ισότητα των δύο φύλων και για δικαιώματα! Είχε όμως αφάνταστα εκπληκτική ευαισθησία για τις υποχρεώσεις της στην Ορθόδοξη Χριστιανική Πίστη και στην Ελλάδα. Έτσι μεγαλούργησε, δικαιώθηκε ενώπιον Θεού και των γενεών των επομένων ανθρώπων και άνοιξε δρόμο για τις επερχόμενες γενεές και για την δική μας: Το δρόμο της προσφοράς, του χρέους, της θυσίας.
Οπωσδήποτε από κάπου άντλησε δύναμη η Ελληνίδα της Τουρκοκρατίας και του Εικοσιένα. Δεν άντλησε δύναμη από την… απελπισία, όπως γράφει κάποιος σύγχρονος ιστορικός. Ούτε από ανθρώπινες διακηρύξεις δικαιωμάτων, από Καταστατικά και νόμους ανθρώπων. 
Ούτε μόνον από τον πόθο της ελευθερίας πορίσθηκε τόση καρτερία και τόση δύναμη. Άντλησε η Ελληνίδα δύναμη από ψηλότερα, από την Κυρά του Γένους, την Παναγία! Ένας Γάλλος περιηγητής, ο Francois Richard, σε χρονικό του που κυκλοφόρησε το 1657 στο Παρίσι, έγραψε ότι η εγκαρτέρηση, η αισιοδοξία, η ευτυχία των Ελλήνων, οφείλονταν στη λατρεία που τρέφουν στην Παναγία: 
«Σ’ όλα τα σπίτια, βλέπεις εικόνες της Παναγίας. Είναι ο φρουρός, ή καλύτερα η νοικοκυρά του σπιτιού. Σ’ αυτή την εικόνα στρέφουν το βλέμμα, όταν τους συμβή κάτι κακό, ικετεύοντας τη βοήθεια της». 
Δημιούργησε και αυτή την παράδοση η Ελληνίδα της Τουρκοκρατίας και του Εικοσιένα: την παράδοση της κυράς του Γένους, που συνδέει τον εθνικό βίο των Ελλήνων στενά, με την Παναγία Θεοτόκο. Γι’ αυτό και είναι απίστευτος ο αριθμός των ναών της Παναγίας στην Ελλάδα. 
Γι’ αυτό και ονόμασε την Παναγία Θρηνωδούσα, Ξεσκλαβώτρα, Φιλέρημη, Χιλιαρμενίτισα, Ελευθερώτρια, Οδηγήτρια, Παναγιά Χιλιάρμενη, Παναγιά Αρβανίτισσα και Παναγιά Αρμάδα. Από την Παναγία αντλούσε παρηγοριά και δύναμη η Ελληνίδα της πολυστένακτης δουλείας και του πολυαίμακτου αγώνα της Ελευθερίας. Και εκεί κατηύθυνε το Γένος να προσβλέπει, να ελπίζει και να σώζεται. Η Ελληνίδα έκανε την Παναγία φιλέλληνα!

Γι’ αυτή την προσφορά και την παράδοση της Ελληνίδας στην Τουρκοκρατία και στο «21» ο καθένας αξίζει να επαναλαμβάνει συνειδητά τους στίχους του εθνικού μας ποιητή:

«Ψυχή μεγάλη και γλυκειά, μετά χαράς σ’ το λέω:
Θαυμάζω τες γυναίκες μας και στ' όνομά τους μνέω».

*******
  • πηγή: Από το βιβλίο του Ιωάννου Ν. Παπαιωάννου, φιλολόγου-ιστορικού, Εκπαιδευτικού Μ.Ε., «Ιστορικές γραμμές» Τόμος Γ” (Λάρισα 1983. Σελίδες 27 – 43.)
  • Επιμέλεια: Μοναχή Θεοδοσία, Κωνσταντίνας Κυριακούλη, Ιωάννου Τρίτου.
  • Ηλεκτρονική πηγή κειμένου: http://www.orp.gr/?p=3902
  • Εικόνες: από agiasofia.com, kolivas.de, Διακόνημα και google images
  • Επιμέλεια ανάρτησης: ιστολόγιο “Αντέχουμε…”

Monday, 25 September 2023

Ιστορικά: «Η Πατρίς αγνωμονούσα»: Η τραγική περιπέτεια του Νικηταρά του «Τουρκοφάγου»

Νικηταράς ο Τουρκοφάγος, (Νικήτας Σταματελόπουλος) 1781 - 1849. Γεννήθηκε στο χωριό Τουρκολέκα της Μεγαλόπολης. Ήταν ανηψιός του Κολοκοτρώνη. 
.
.Πριν την Επανάσταση ήταν κλέφτης. Με την κήρυξη της Επανάστασης πολέμησε όπου η πατρίδα τον χρειάστηκε. 

Στα Δολιανά (Μάης 1821), με 200 άντρες αποκρούει επίθεση 6.000 Τούρκων. 
Πολέμησε εναντίον του Δράμαλη στα Δερβενάκια, στη θέση Άγ. Σώστης, στη μάχη Αγιονορίου, σε Βαλτέτσι, Ναύπλιο, Στυλίδα, Μεσολόγγι, Αράχωβα και Φάληρο. 
.
Το 1839 φυλακίστηκε με την κατηγορία πως συνωμοτούσε κατά του Όθωνα. Αποφυλακίστηκε μετά από δύο χρόνια και πέθανε στις 25 Σεπτεμβρίου στον Πειραιά φτωχός και λησμονημένος το 1849.
Τον έθαψαν κοντά στον Κολοκοτρώνη, όπως ήταν και η επιθυμία του.
.

Saturday, 25 March 2023

Έτσι ξεκίνησαν όλα... — Οι Μεγάλοι Δάσκαλοι, που φώτισαν το σκλαβωμένο Γένος

Δεν προέκυψε η Επανάσταση από το τίποτα, 
δεν ήρθε από το πουθενά.
Δάσκαλοι φωτισμένοι δίδαξαν, με κόπους και με θυσίες,
δίδαξαν τις επιστήμες και φώτισαν το πνεύμα,
έδιωξαν το ραγιαδισμό και τη μοιρολατρία,
ξύπνησαν -με τη μόρφωση, με την Παιδεία- τον Έλληνα στην ψυχή των υπόδουλων, και πέτυχαν τη σύνδεση με την αρχαιότητα, που τελικά οδήγησε στην Εθνική μας αποκατάσταση.

-------------
…τὸ εὔδαιμον τὸ ἐλεύθερον, τὸ δ' ἐλεύθερον τὸ εὔψυχον…
Περικλέους Ἐπιτάφιος Λόγος, ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ, ΙΣΤΟΡΙΑΙ [2.43.4]

-------------
Tο "χαμομηλάκι" ετοίμασε το παρακάτω video, ως μια ελάχιστη ένδειξη τιμής προς τους Μεγάλους Δασκάλους του Γένους μας.

Friday, 24 March 2023

Το «λεξικό» της Ελληνικής Επανάστασης

Η 25η Μαρτίου είναι συνδεδεμένη με συγκεκριμένες λέξεις που όλοι λίγο έως πολύ χρησιμοποιούμε και σήμερα χωρίς όμως να ξέρουμε την προέλευση και τη κυριολεκτική τους σημασία. Στο κείμενο που ακολουθεί αναλύουμε τις σημαντικότερες λέξεις που έχουν συνδεθεί με την Ελληνική Επανάσταση.
*Τσολιάς: Ο όρος “τσολιάς” προέρχεται από την τουρκική λέξη çul που υποδηλώνει το “κουρέλι”, “το παλιόρουχο”. Σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές, οι Τούρκοι αποκαλούσαν μειωτικά ως τσολιάδες, τους κλέφτες και τους αρματωλούς καθώς λόγω ένδειας η φουστανέλα τους αποτελούνταν από μικρά μπαλώματα υφάσματος. Σήμερα η φρουρά του Προεδρικού Μεγάρου, οι εύζωνες όντας επίλεκτοι στρατιώτες του ελληνικού στρατού, είναι ευρύτερα γνωστοί ως τσολιάδες.

*Φέσι: Αν και υπάρχει η άποψη ότι η προέλευση της λέξης “φέσι” ανήκει στην Τουρκία, εντούτοις ιστορικά το φέσι εντοπιζόταν μόνο στις χώρες του Μαγκρέμπ. 
Το όνομά του το πήρε από τη πόλη Φεζ του Μαρόκου η οποία είχε το μονοπώλιο στην παραγωγή του. Το φέσι εισήχθη στα Βαλκάνια, αρχικά κατά τη Βυζαντινή εποχή, και στη συνέχεια κατά τη διάρκεια της οθωμανικής περιόδου, όπου διάφοροι Σλάβοι, ως επί το πλείστον Βόσνιοι, άρχισαν να το φορούν ως κάλυμμα της κεφαλής. 
Το φέσι φορέθηκε από πολλές διαφορετικές θρησκευτικές και εθνοφυλετικές ομάδες κατά την Οθωμανική Αυτοκρατορία και κυρίως τον 19ο αιώνα. Αρχικά ήταν σύμβολο του οθωμανικού μοντερνισμού αφού είχε αντικαταστήσει τα τουρμπάνια. Όμως, κατά τις αρχές του 20ού αιώνα το φέσι θεωρείται ότι αντιπροσώπευε μια «Ανατολίτικη» πολιτιστική ταυτότητα. Στην Τουρκία η χρήση του φεσιού απαγορεύτηκε δια νόμου το 1925, ως μέρος των εκσυγχρονιστικώνμεταρρυθμίσεων του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ. 
Σε μια ομιλία του όπου επιτίθεται ενάντια στον οθωμανικό τρόπο ντυσίματος, ο Ατατούρκ χαρακτήρισε το φέσι ως παρακμιακό, και το κατήγγειλε ως «κάλυμμα της κεφαλής των Ελλήνων», συνδέοντάς το με το πρόσφατο ελληνοτουρκικό πόλεμο. Μέχρι και σήμερα, οι Τούρκοι πιστεύουν ότι το φέσι είναι ελληνικής προέλευσης, και ότι το υιοθέτησαν από τους βυζαντινούς.

*Κλέφτες και αρματωλοί: Η τουρκική κατάκτηση δημιούργησε τις συνθήκες για την ανάπτυξη ενός ρεύματος, που οδηγούσε τους κατοίκους από τις πεδινές περιοχές προς τους ορεινούς όγκους. Μπροστά στην απειλή της σφαγής ή της αιχμαλωσίας οι πληθυσμοί πεδινών οικισμών ή και μεμονωμένα άτομα έπαιρναν τον δρόμο που οδηγούσε μακριά από την ταπείνωση και τον εξευτελισμό. 
Ο θεσμός των κλεφτών, των ανδρών που αποτέλεσαν τη «μαγιά της λευτεριάς» κατά τον εύστοχο χαρακτηρισμό του Μακρυγιάννη, δεν έχει φωτισθεί πλήρως. Κάθε ομάδα κλεφτών αριθμούσε γύρω στα 50 παλικάρια, χωρίς να αποκλείεται και μεγαλύτερος αριθμός. 
Η τακτική της ενέδρας και του αιφνιδιασμού ήταν η μόνη που γνώριζαν οι κλέφτες στις συγκρούσεις τους με τους Τούρκους. Ο κλεφτοπόλεμος ευνοήθηκε από την ορεινή διαμόρφωση του εδάφους. Βασικό στοιχείο του κλεφτοπολέμου ήταν το γιουρούσι που η επιτυχία του ήταν πάντα εξαρτημένη από την αποφασιστικότητα, τον ενθουσιασμό και την ταχύτητα των ενεργειών. 
Παράλληλος προς τον θεσμό των κλεφτών, αλλά δημιούργημα άλλων παραγόντων, υπήρξε ο θεσμός των αρματολών, που οι αρχές του χάνονται επίσης στα πρώτα χρόνια της εμφανίσεως των Οθωμανών. Στην πρώιμη χρήση της, όπως προκύπτει από τα τούρκικα κείμενα, η λέξη υποδηλώνει τον ένοπλο, τον φρουρό του κάστρου, όπως επίσης και τον πειρατή, όχι μόνο των θαλασσών, αλλά και των ποταμών. Βαθμιαία, η ομάδα των αρματωλών ενώνεται με τους κλέφτες και εντάσσονται από κοινού στο ισχυρό ρεύμα που οδηγεί προς τον αγώνα για την ελευθερία.

*Καριοφίλι: Η ονομασία του ξακουστού τουφεκιού του 1821, έχει τις ρίζες της στην Ιταλία. Στην Ελλάδα πρωτοεμφανίστηκε γύρω στα 1700 και υπήρξαν πολλές εικασίες για το όνομά του. Ο Σάθας υποστήριξε ότι πήρε το όνομά του από τον κατασκευαστή του στη Βενετία Carlo Figlio (Καρόλου Υιός)
 Ο Βαλαωρίτης δίνει την ποιητική εξήγηση «Ωνομάσθησαν ούτω, διότι έφερον κεχαραγμένον εν κυκλοειδή ζώνη το ομώνυμον εύοσμον φυτόν όπερ καλούμεν καρυοφίλλι». Όλα τα τουφέκια της επανάστασης τα λέγανε καριοφίλια, αντίθετα με κείνα που κρατούσανε οι ταχτικοί που τους είχαν δώσει το όνομα «σολντάτοι». Όμως αν και το σύνολο των τουφεκιών αποκαλούνταν ως καριοφίλι, οι αγωνιστές τα ξεχωρίζανε σε είδη ανάλογα με το λαμνί (κάννη), τις φωτιές, το μάκρος του και τα παφίλια που το κρατούσανε δεμένο στο κοντάκι, πέντε ως οκτώ παφίλια. Μερικά από τα είδη καριοφιλιών ήταν: Φιλύντρα, Λαζαρίνα, Μιλιώνι, Νταλιάνι, Τρικιώνι, Αρμούτι, Γκιζαήρ, Σισανές, Ντάντσικα, Σαρμάς, Σαρμά-Σισανές, Χαρέ Σαρμά, Παπά Καριοφίλι, Ψαλιδιάς, Σαντέ, Μαντζάρι κ.ά. Μάλιστα, πολλοί από τους αγωνιστές τα βάφτζαν και με ξεχωριστό όνομα. Ο Αθανάσιος Διάκος το έλεγε «παπαδιά», ο Καραϊσκάκης «Βασιλική», ο Δημ. Μακρής «Λιάρο».

*Γιαταγάνι: Το γιαταγάνι ήταν το βασικό μαχαίρι της επανάστασης. Πρόκειται για ένα μαχαίρι με μισό μέτρο λάμα, φτιαγμένο από γερό ατσάλι. Τα πιο καλά ήταν της Δαμασκού γνωστά με το όνομα δαμασκί. Ηταν τόσο γερά που σκίζανε λαμαρίνα και αντέχανε να κόψουν χοντρή αλυσίδα. Το γιαταγάνι είχε τη λαβή αργυροσκαλισμένη και το θηκάρι του ασημοκαπνισμένο και πλουμιστό με γοργόνες και άγρια πουλιά. Μερικές φορές το θηκάρι ήταν από τομάρι αγριομερινού ή φιδιού.

*Φουστανέλα: Το επίσημο ένδυμα των αγωνιστών της επανάστασης που φορέθηκε αρχικά από τους αρματωλούς, τους κλέφτες και του αγωνιστές του 1821 και στη συνέχεια, γύρω στα μέσα του 19ου αιώνα, καθιερώθηκε από τον Όθωνα ως αυλικό ένδυμα. Στη συνέχεια εξαπλώθηκε ως ένδυμα της επίσημης (γιορτινής) ενδυμασίας όλων των αγροτικών και ποιμενικών πληθυσμών της χώρας. 
Η φουστανέλα είναι καμωμένη από λευκό βαμβακερό ύφασμα κομμένο σε πολυάριθμα, ορθογώνια ανισοσκελή τρίγωνα ενωμένα λοξό με ίσιο, η υποτείνουσα δηλαδή του πρώτου ενώνεται με την κάθετη πλευρά του δεύτερου τριγώνου. 
Έτσι δημιουργείται πλούσια σούρα που ξεκινά από το ζωνάκι της μέσης. Στο ζωνάκι περνιέται κορδόνι για να δημιουργηθεί το φρύλι, ένα είδος στενού και επιμήκους συμπαγούς κυλίνδρου που συγκρατεί τη φουστανέλα σταθερά στη μέση. Οριζόντια διατεταγμένα στο ζωνάκι, τρία λευκά, πλαστικά κουμπιά που εφαρμόζουν σε ισάριθμες κουμπότρυπες, επιτελούν τον ίδιο σκοπό.

*Τσαρούχι: Είναι ένα ελαφρύ, δερμάτινο υπόδημα το οποίο φορούσαν οι χωρικοί στην ηπειρωτική Ελλάδα αλλά και σε άλλες ορεινές περιοχές στα Βαλκάνια και την Τουρκία μέχρι τον 19ο – αρχές του 20ου αιώνα. Σήμερα φοριούνται στην Ελλάδα ως υποδήματα μαζί με τη φουστανέλλα και με τη στολή των Ευζώνων. Η λέξη προέρχεται από το τουρκικό «τσαρίκ» (carik). Κατασκευαζόταν από ακατέργαστο ή κατεργασμένο δέρμα από τέσσερα συνήθως τεμάχια την «πατωσιά» (ή σόλα) τα δύο πλάγια και στην άκρη του τη «μύτη» σε διάφορες παραλλαγές, άλλοτε γυμνή και γυρισμένη προς τα πάνω είτε καλυμένη με πλούσια, μάλλινη φούντα, η οποία ήταν συνήθως μαύρη για τους άνδρες και τις γυναίκες είτε πολύχρωμη για τα παιδιά. 
Το δέρμα από το οποίο κατασκευάζονταν ήταν το λεγόμενο «τελατίνι» χρώματος ερυθρού. Τα τσαρούχια καθημερινής χρήσης ήταν απλά χωρίς στολίδια, ενώ τα πλουσιώτερα είχαν κορδόνια και πούλιες. Τα τσαρούχια που χρησιμοποιούνται στις μέρες μας στην Προεδρική Φρουρά φέρουν επίσης στο κάτω μέρος τους περίπου 50 καρφιά το καθένα. Τα καρφιά αυτά είναι υπεύθυνα για τον χαρακτηριστικό ήχο που παράγουν τα τσαρούχια κατά τη διάρκεια ευζωνικών παρελάσεων. 
Ως συνεπακόλουθο, τα καρφιά αυτά αυξάνουν αρκετά το βάρος του τσαρουχιού, το οποίο μπορεί να φτάσει και τα τρία κιλά το καθένα. Εκτός από τον παραπάνω τύπο υποδήματος οι χωρικοί και ποιμένες πολλών περιοχών της ηπειρωτικής και νησιωτικής Ελλάδας κατασκευάζουν παρόμοια υποδήματα από ακατέργαστο δέρμα χοίρου καλούμενα «γουρουνοτσάρουχα» που θεωρούνται ως ελαφρά πέδιλα τα οποία και εξασφαλίζουν άνετο βάδισμα σε ανώμαλα εδάφη. 
Αυτά αποτελούνται από ενιαίο τεμάχιο που αναδιπλώνεται και συγκρατείται στο πόδι από ιμάντες από το ίδιο δέρμα. Στη στρατιωτική ορολογία, το τσαρούχι που φέρουν οι εύζωνες (τσολιάδες) ονομάζεται «ταρρούχιον». Παρόλ’ αυτά, όταν οι εύζωνες αναφέρονται σε αυτό, χρησιμοποιούν τον όρο «τσαρούχι».

*Ραγιάς: Αραβικής προέλευσης λέξη (ράγι=κοπάδι) που χρησιμοποιούσαν οι Τούρκοι για τους μη μουσουλμάνους κατοίκους της Τουρκίας. 
Η σημασία της λέξης ήταν περιφρονητική και είχε την έννοια του σκλάβου. Η πλειοψηφία των ραγιάδων ήταν Έλληνες, Αρμένιοι, Εβραίοι και Φράγκοι. Είχαν ελάχιστα δικαιώματα, τους απαγορευόταν να έχουν τις συνήθειες των Τούρκων σ` ό,τι αφορά το ντύσιμο, την κατοικία κ.λ.π. και ήταν υποχρεωμένοι να προσκυνούν τους Τούρκους και να καταβάλλουν κεφαλικό φόρο, το λεγόμενο «χαράτσι». Μέχρι το 1632 οι ραγιάδες υπόκεινταν και στο φοβερό «φόρο αίματος», το παιδομάζωμα.

Πηγές: άρθρο «Φορεσιά κι’ άρματα στην Επανάσταση» του Τάκη Λάππα στο τεύχος 546 του περιοδικού Νέα Εστία, 1950.
και www.24grammata.com
infokids

«ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΜΟΝΟΣ»: Τουρκοκρατία

Όλα τα επεισόδια της σειράς «ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΜΟΝΟΣ» εδώ
----------------------------
«Γεια σας, παιδιά του Μωάμεθ. Όλοι αυτοί οι άπιστοι θα γίνουν σκλάβοι μας. Θα τους πουλήσουμε και τόσα θα είναι τα πλούτη που θα αποκτήσουμε που δεν θα ξέρουμε τι να τα κάνουμε. Με τα γένια των παπάδων τους θα φτιάξουμε τριχιές για τα άλογα μας. Τις γυναίκες και τις κόρες τους θα τις απολαύσουμε. Ας πολεμήσουμε για τη δόξα του Μωάμεθ»
Ομιλία του Μωάμεθ (Τουρκική παράδοση)

Έτσι καθώς εστέκονταν ορθός μπροστά στην Πύλη
κι άπαρτος μέσ' στη λύπη του
μακριά του κόσμου που η ψυχή του γύρευε
να λογαριάσει στο φάρδος Παραδείσου
και σκληρός πιο κι απ' την πέτρα...
πάντοτε με μια λέξη μες στα δόντια του άσπαστη κειτάμενος
αυτός ο τελευταίος Έλληνας!
Οδυσσέας Ελύτης, Κωνσταντίνος ο Παλαιολόγος

«Ο βασιλεύς μας εσκοτώθη, καμμία συνθήκη δεν έκαμε, η φρουρά του είχε παντοτινό πόλεμο με τους Τούρκους και δύο φρούρια ήτον πάντοτε ανυπότακτα… Η φρουρά του βασιλέως μας είναι οι λεγόμενοι Κλέφται, τα φρούρια η Μάνη και το Σούλι και τα βουνά».

«Ο εδικός μας πόλεμος ήτο ο πλέον δίκαιος, ήτον έθνος με άλλο έθνος, ήτο με ένα λαόν, όπου ποτέ δεν ηθέλησε να αναγνωριστεί ως τοιούτος, ούτε να ορκισθεί, παρά μόνο ό,τι έκαμνε η βία. Ούτε ο Σουλτάνος ηθέλησε ποτέ να θεωρήσει τον ελληνικόν λαόν ως λαόν, αλλ' ως σκλάβους.»
Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, Απομνημονεύματα

Μέσα από αυθεντικές πηγές εκείνης της εποχής ζωντανεύει η ιστορία του Ελληνισμού στα δύσκολα χρόνια της οθωμανικής δουλείας, όταν όλα «τα 'σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά».
Σταυρικός ο δρόμος του ελληνισμού και της Ορθοδοξίας;
Ποια η πνευματική και κοινωνική αντίσταση των Ελλήνων κατά της δουλείας;
Πόσο ετοίμασε και στήριξε το λαό για τον ξεσηκωμό;
Πόσο συμμετείχε με χιλιάδες νεομάρτυρες, με φωτισμένους διδασκάλους του γένους;
Με πατριάρχες που θυσιάστηκαν, με κληρικούς και καλόγερους που πήραν τα όπλα;
«Τούτην την πατρίδα την έχομεν όλοι μαζί και σοφοί και αμαθείς και πλούσιοι και φτωχοί και πολιτικοί και στρατιωτικοί και οι πλέον μικρότεροι άνθρωποι. Όσοι αγωνιστήκαμεν αναλόγως ο καθείς, έχομεν να ζήσομεν εδώ.
Το λοιπόν δουλέψαμε όλοι μαζί και να μη λέγει ούτε ο δυνατός εγώ, ούτε ο αδύνατος. Ξέρετε πότε να λέγει ο καθείς εγώ; Όταν αγωνιστεί μόνος του και φτιάσει ή χαλάσει, να λέγει εγώ. Όταν όμως αγωνίζονται πολλοί και φκιάνουν, τότε να λένε εμείς. Είμαστε εις το εμείς και όχι εις το εγώ!»

Στρ. Μακρυγιάννης
 
https://www.youtube.com/watch?v=IZaqXsmeXqw

Σκηνοθεσία –Σενάριο: Μαρία Χατζημιχάλη-Παπαλιού
Μοντάζ: Γιάννης Τσιτσόπουλος
Διεύθυνση Φωτογραφίας: Βαγγέλης Κουλίνος
Πρωτότυπη Μουσική: Μάριος Αριστόπουλος
Αφήγηση: Κώστας Καστανάς
Κείμενο –Έρευνα: Γεώργιος Τσούπρας
Συμμετείχαν:
π. Γεώργιος Μεταλληνός, Ομότιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών
Βασίλης Τσούπρας, Θεολόγος -Κοινωνιολόγος

Ο πρώτος εορτασμός της 25ης Μαρτίου

    Η 25η Μαρτίου, ως ημέρα της εθνικής παλιγγενεσίας, γιορτάστηκε για πρώτη φορά στην Αθήνα του 1838 και από τότε καθιερώθηκε με θρησκευτική ευλάβεια σε όλο το πανελλήνιο. 
Η καθιέρωση της εορτής οφείλεται στην επιμονή και το πείσμα του Δημάρχου της Αθήνας Δημ. Καλλιφρονά (1805–1879).
    Ο Δήμαρχος ήρθε σε ρήξη με τη βαυαρική διοίκηση και συγκεκριμένα με το Υπουργείο των Εσωτερικών το οποίο δεν επιθυμούσε έξοδα για γιορτές, όταν οι αγωνιστές δεν είχαν να φάνε.
Κατά μία άλλη εκδοχή το Παλάτι δεν επιθυμούσε να συνδέσει την εθνική εορτή με την Ορθοδοξία, για να μη δώσει την ευκαιρία στην Εκκλησία να καπηλευτεί την Επανάσταση των Ελλήνων. 
    Τελικά, ο Δήμαρχος θα οργανώσει μόνος του  τον εορτασμό και εκ του αποτελέσματος κατάφερε να δώσει πανηγυρική ατμόσφαιρα, που ευχαρίστησε τους 17.000 Αθηναίους, οι οποίοι κατοικούσαν τότε στην πρωτεύουσα.
    Συγκεκριμένα, σημαιοστόλισε την πόλη και καθάρισε τις (λιγοστές) πλατείες. Ο εορτασμός άρχισε την παραμονή το βράδυ με 21 κανονιοβολισμούς. Και την άλλη μέρα, Παρασκευή πρωί, ανήμερα του Ευαγγελισμού, η Αθήνα ξύπνησε με 21 νέους κανονιοβολισμούς. Αριθμός συμβολικός, που συνδυάζεται με το ’21 της Επαναστασης. Άρχισαν, έπειτα, να χτυπούν πανηγυρικά οι καμπάνες των εκκλησιών.

    Το πρωί, της 25ης Μαρτίου 1838, εψάλη δοξολογία στον, τότε, Μητροπολιτικό Ναό της Αγίας Ειρήνης (στην οδό Αιόλου), στην οποία, και μόνο εκεί, παραβρέθηκε και ο Όθωνας ντυμένος με την παραδοσιακή φουστανέλα. Το απόγευμα οργανώθηκε από το Δήμο χορός στην πλατεία των παλαιών Ανακτόρων στον οποίο συμμετείχαν όλοι οι νέοι της πόλης ανεξάρτητα από την κοινωνική τους τάξη και τους παρακολούθησαν πολλοί από τους Αγωνιστές του 1821. 
Τη νύχτα, ο Δήμαρχος, πάντα, φωταγώγησε με λαδοφάναρα τους κεντρικούς δρόμους και την Ακρόπολη.
Τέλος, οι Αθηναίοι έμειναν αποσβολωμένοι από το υπερθέαμα, όταν αντίκρισαν στο Λυκαβηττό φαναράκια που τα κρατούσαν νεολαίοι της εποχής και σχημάτιζαν ένα τεράστιο φωτεινό σταυρό με τις λέξεις «Εν τούτω Νίκα».
    Έτσι, το 1838 γιορτάστηκε για πρώτη φορά η 25 Μαρτίου, ως μέρα μνήμης των Ελλήνων Αγωνιστών του 1821. Και τούτη η γιορτή έγινε με γκρίνια, με διαφωνίες και με πλουσιοπάροχη μεγαλοπρέπεια (ενώ χρήματα δεν υπήρχαν), κατά την πατροπαράδοτη συνήθεια μας. Οι κακές γλώσσες λένε ότι για τη γιορτή ετούτη δαπανήθηκε μέρος των χρημάτων, που προοριζόταν για την ανέγερση του Πανεπιστημίου.

πηγή: 24grammata.gr

Friday, 25 March 2022

Η καθιέρωση και ο πρώτος εορτασμός της 25ης Μαρτίου ως Εθνικής Εορτής

Ο «Σπαρτιάτικος» χορός της Λέκκαινας

Ποτέ άλλοτε στα παγκόσμια δεδομένα οι συζητήσεις για την καθιέρωση του εορτασμού μιας Επανάστασης δεν υπήρξαν τόσο γόνιμες και παραγωγικές, όσο εκείνες που έγιναν για τον εορτασμό του εθνικού ξεσηκωμού των Ελλήνων (1821). Πρόκειται για την πιο πλούσια –ίσως– σελίδα της νεότερης ελληνικής ιστορίας, η οποία παραμένει σχεδόν ακατάγραφη, με αδημοσίευτα σπουδαία τεκμήρια. Στο επίκεντρο όσων γράφτηκαν μέχρι σήμερα βρέθηκε –όπως ήταν λογικό– η ημερομηνία του ξεσηκωμού, αλλά παραβλέφθηκαν εξίσου σημαντικές παράμετροι, όπως η κοινωνικο-πολιτική και οικονομική διάσταση που απέδιδαν στο γεγονός οι ρομαντικοί παραγωγοί της εθνικής ιδεολογίας εκείνης της εποχής.

“Υπερ πατρίδος το παν”, Θεόδωρος Βρυζάκης 1858.

Η ελληνική ταυτότητα

Αξιομνημόνευτη είναι η περίπτωση που γεννήθηκε πάνω στο ιδεολογικό υπόβαθρο το οποίο θεμελίωσαν ο ρομαντικός ποιητής Παναγιώτης Σούτσος και ο πολιτικός που διατύπωσε για πρώτη φορά το περιεχόμενο του όρου «Μεγάλη Ιδέα», ο Ιωάννης Κωλέττης. Η σχεδόν οκταετής διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης οδήγησε στη δημιουργία ενός ανεξάρτητου κράτους, του οποίου η συγκρότηση της εθνικής ταυτότητας βασιζόταν και στο στοιχείο της θρησκείας. Οι Έλληνες χριστιανοί επιδιώκουν την αποκοπή τους από τους δεσμούς του οθωμανικού παρελθόντος και στηρίζονται στα στοιχεία της γλώσσας και της Ιστορίας που παραπέμπουν στην αρχαία Ελλάδα. Πρόκειται για την κορωνίδα της εθνικής ταυτότητας που λειτουργεί και ως πηγή για την κατάκτηση «πολιτιστικής γνησιότητας».

Παναγιώτης Σούτσος (1806-1868).

Προτείνουν λοιπόν την 25η Μαρτίου, ημέρα του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, για την Εθνική Εορτή των Ελλήνων και συνοδεύουν την πρότασή τους με την αναβίωση πολιτιστικών και αθλητικών γεγονότων στα πρότυπα της αρχαιότητας. Θέλουν να καταστήσουν την Εθνική Εορτή μέγα υπερτοπικό γεγονός, με εντυπωσιακές και οικονομικές διαστάσεις. Επιλέγουν ένα δίκτυο πόλεων για την ανάπτυξη υποδομών (Αθήνα, Ύδρα, Τριπολιτσά, Μεσολόγγι) και στοχεύουν στη διεθνή προβολή της χώρας από τη Μαύρη Θάλασσα έως τις ακτές της Γαλλίας, της Αιγύπτου και της Μέσης Ανατολής. Αυτά συμβαίνουν στα 1835, τρία χρόνια πριν από τον επίσημο καθορισμό της Εθνικής μας Εορτής.

Η καθιέρωση

Οι εξελίξεις δεν επέτρεψαν την υιοθέτηση ολόκληρου του φιλόδοξου εκείνου σχεδίου. Ύστερα από παλινωδίες και μόλις στις 25 Μαρτίου 1838, δεκαεπτά χρόνια μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης, θα πραγματοποιηθεί ο πρώτος εορτασμός που καθιερώνεται με Βασιλικό Διάταγμα του Όθωνα. Ένα Διάταγμα που δεν δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, όπως συνηθιζόταν τότε, αλλά στον Τύπο της εποχής. Ο διττός, εθνικός και θρησκευτικός χαρακτήρας του εορτασμού αποτυπώνεται στο επίσημο κείμενο που υπέγραψε ο βασιλιάς: «Θεωρήσαντες ότι η ημέρα της 25 Μαρτίου, λαμπρά καθ’ εαυτήν εις πάντα Έλληνα διά την εν αυτή τελουμένην εορτήν του Ευαγγελισμού της Υπεραγίας Θεοτόκου, είναι προσέτι λαμπρά και χαρμόσυνος δια την κατ’ αυτήν την ημέραν έναρξιν του υπέρ της ανεξαρτησίας αγώνος του Ελληνικού Εθνους, καθιερούμεν την ημέραν ταύτην εις το διηνεκές ως ημέραν ΕΘΝΙΚΗΣ ΕΟΡΤΗΣ».
Ακολούθησε η έκδοση ακριβέστατου προγράμματος και την παραμονή, 24 Μαρτίου 1838, όταν έδυε ο ήλιος προαναγγελλόταν ο εορτασμός με είκοσι έναν κανονιοβολισμούς.

Προσωρινά Ανάκτορα 1838. Βασιλική Τυπογραφία. Ιδιωτική Συλλογή.

Πανηγύρια και δοξολογία

Την επομένη το πρωί, 25 Μαρτίου 1838, οι είκοσι ένας νέοι κανονιοβολισμοί δίνουν το σύνθημα. Η στρατιωτική μουσική εμφανίζεται στους σκόλιους δρόμους της ανατολίτικης κωμόπολης παίζοντας τον εωθινό. Όλοι ξεκινούν για τη δοξολογία στην Αγία Ειρήνη της οδού Αιόλου, η οποία τότε εκτελούσε χρέη Καθεδρικού Ναού. Κάτοικοι της πόλης και χιλιάδες χωρικών, με κατάλευκες φουστανέλες, ασημένιες φέρμελες και σελάχια με καλογυαλισμένες πιστόλες. Κρατούν μικρές σημαίες και κλωνάρια δάφνης και τραγουδούν πατριωτικά τραγούδια.

Ο Ναός της Αγίας Ειρήνης στην οδό Αιόλου, πρώτος Καθεδρικός Ναός των Αθηνών.

Ο Όθων με τη φουστανέλα του και η Αμαλία με την παραδοσιακή στολή της φθάνουν, ενώ το πλήθος ζητωκραυγάζει και τους ραίνει με άνθη. Κοντά τους οι επιζώντες αγωνιστές. Και ενόσω στην Αγία Ειρήνη ακουγόταν η δοξολογία, είκοσι πέντε νέοι κανονιοβολισμοί δίνουν τον πανηγυρικό χαρακτήρα της ημέρας.

O Βασιλιάς Όθων με εθνική ενδυμασία.
Νικηφόρος Λύτρας 1892.

Όταν τελειώνει η δοξολογία, ο κόσμος ξεχύνεται στους δρόμους. Κάθε έννοια προγράμματος καταργείται. Χωρικοί της Αττικής προπορεύονται της βασιλικής άμαξας παίζοντας λαϊκά μουσικά όργανα και χορεύοντας. Κατευθύνονται όλοι στο πρόχειρο Παλάτι που δεν ήταν άλλο από το κτίριο που σώζεται μέχρι τις ημέρες μας στην πλατεία Κλαυθμώνος και στεγάζει το Μουσείον Πόλεως των Αθηνών – Ίδρυμα Βούρου-Ευταξία. Για τον λόγο αυτό ονομάστηκε πλατεία 25ης Μαρτίου, ονομασία που σκεπάστηκε αργότερα από το «Κλαυθμώνος» για τους γνωστούς λόγους.
Τα παλικάρια στήνουν χορό στην πλατεία, όπου ο Δήμος Αθηναίων είχε στήσει ένα πρόχειρο τρόπαιο. Ακούγονται πολεμικά άσματα και θούρια, ενώ από τον Πειραιά χαιρετούν τα βασιλικά πλοία ρίχνοντας τους δικούς τους κανονιοβολισμούς.

Η πρώτη σελίδα της εισήγησης του Ιωάννη Κωλέττη
προς τον Όθωνα για την καθιέρωση εθνικών εορτών.

Η Λέκκαινα

Μέσα στη χαρά και τον ενθουσιασμό ένα «σπαρτιάτικο» επεισόδιο συγκίνησε τον κόσμο. Ενώ τα παλικάρια χόρευαν χειροπιαστά, μια γυναίκα ηλικιωμένη με κάτασπρα μαλλιά έσπασε τον κύκλο και φώναξε στους χορευτές:
― Σταματήστε, παιδιά μου. Εγώ πρέπει να αρχίσω το χορό. Εδώ που χορεύετε έδωσα για την ελευθερία το αίμα δύο αδελφών και του μοναδικού γιου μου.
Κλαίγοντας, έσυρε πρώτη το χορό η γυναίκα εκείνη, παραβαίνοντας τις συνήθειες της εποχής. Έδειχνε όμως τη χαρά των Ελλήνων που πανηγύριζαν την ελευθερία τους και την αυταπάρνηση με την οποία θυσιάστηκαν στο βωμό της πατρίδας.
Ήταν η Δέσποινα Λέκκα, η «Λέκκαινα» όπως την αποκαλούσαν. Είχε χάσει στον αγώνα τα αδέλφια της Μήτρο και Αναστάση και τον γιο της Γιώργο. Τη σκηνή διέσωσε μία από τις ξένες του Παλατιού που συνόδευαν την Αμαλία.

Η Βασίλισσα Αμαλία με εθνική ενδυμασία.
Νικηφόρος Λύτρας 1893.

Φωταψίες

Μια βροχή που ξέσπασε το μεσημέρι δεν επέτρεψε να ολοκληρωθούν, τουλάχιστον σύμφωνα με το πρόγραμμα, οι εορτασμοί της πρώτης επετείου. Το βραδάκι όμως καθάρισε ο ουρανός και πραγματοποιήθηκε η «φωταψία» που προβλεπόταν από το πρόγραμμα του εορτασμού. Για πρώτη φορά φωταγωγήθηκαν η Ακρόπολη και ο Λυκαβηττός. Κοντά στο εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου, πάνω στον λόφο, ανάφθηκαν μεγάλες φωτιές που σχημάτιζαν σταυρό δημιουργώντας μια πρωτόφαντη και εντυπωσιακή εικόνα.
Ο ενθουσιασμός συνεπήρε το βασιλικό ζεύγος που βγήκε να περπατήσει στους δρόμους της πόλης. Εκεί με έκπληξη είδαν ότι οι κάτοικοι είχαν φροντίσει να φωτίσουν όλα τα σοκάκια και τα σπίτια με λαδοφάναρα.
Έτσι έκλεισε ο πρώτος εορτασμός της 25ης Μαρτίου. Και εφέτος που εορτάζουμε την Εθνική μας Επέτειο ας ακολουθήσουμε το παράδειγμα της Λέκκαινας, η οποία χόρεψε, αντί να κλάψει, στις 25 Μαρτίου 1838…

Ιωάννης Κωλέττης (1774-1847).

ΠΗΓΕΣ – ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

Είναι γνωστό πως το μεγαλύτερο μέρος των δημοσιεύσεων στην εφημερίδα μας αλλά και στον ιστότοπο www.mikros-romios.gr στηρίζεται σε αδημοσίευτες πηγές και είναι προϊόν πρωτογενούς έρευνας.

Επειδή δεν είναι δυνατόν να παρατίθενται παραπομπές, λόγω του δημοσιογραφικού χαρακτήρα των δημοσιεύσεων, οι ερευνητές που επιθυμούν να εντρυφήσουν περισσότερο στα δημοσιευόμενα θέματα μπορούν να επικοινωνούν με το Τμήμα Αρχειακών Μελετών του «Μουσείου της Πόλεως των Αθηνών - Ιδρύματος Βούρου-Ευταξία» (Tηλ: 210-3426833 και 210-3231397) ή ηλεκτρονικά (info@mikros-romios.gr), ώστε να ενημερώνονται για παραπομπές ή να συλλέγουν συμπληρωματικές πληροφορίες.

του Ελευθερίου Γ. Σκιαδά.

Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki