Showing posts with label 1821. Show all posts
Showing posts with label 1821. Show all posts

Monday, 25 March 2024

Η Κλεφτουριά πολεμούσε τον Τούρκο αλλά και τη Salmonella

Πώς κατάφερναν να επιβιώσουν και μάλιστα να πολεμούν με σθένος οι ορεσίβιοι αγωνιστές του ‘21, οι Κλέφτες και οι Αρματoλοί;
Τι μεθόδους χρησιμοποιούσαν για να μην δηλητηριάζονται από τα φαγητά που έτρωγαν στα βουνά;
Η ζωή των κλεφτών: αντοχή στην πείνα, τη δίψα και την αγρύπνια
Οι κλέφτες διαβιούσαν στην ύπαιθρο, σε μικρές ομάδες, συνήθως μέχρι 50 άτομα, σε άγονα και δυσπρόσιτα μέρη και ήταν πάντοτε έτοιμοι ν΄ αλλάξουν λημέρια όταν κινδύνευαν. Ήταν πάντα ένοπλοι και ζούσαν κλέβοντας ζώα ή και ολόκληρα κοπάδια, ενώ αρκετές φορές λεηλατούσαν και τα σπίτια αξιωματούχων και προυχόντων.
Τα προεπαναστατικά χρόνια και τα χρόνια της Επανάστασης πλήθυνε κατά πολύ ο αριθμός των κλεφτών και άρχισε η δράση τους να αποκτά έναν εθνικοαπελευθερωτικό χαρακτήρα.
Πολλοί Καπεταναίοι έγιναν μέλη της Φιλική Εταιρείας. Έτσι ολοένα και περισσότεροι βοσκοί κι αγρότες, χωριά και μοναστήρια προσέφεραν τρόφιμα στους κλέφτες που μετατρέπονταν σε εθνικούς αγωνιστές και εξελίχθηκαν σε εθνικούς ήρωες.
Οι κλέφτες εξασκούνταν καθημερινά σε άλματα και τρέξιμο, έκαναν σκοποβολή και παράβγαιναν πετώντας λιθάρια. Είχαν φοβερή αντοχή στην πείνα, τη δίψα και την αγρύπνια. Υπήρχαν περιπτώσεις που έμεναν άγρυπνοι, νηστικοί και χωρίς να πιούν νερό, δύο και τρία μερόνυχτα.

Η διατροφή των κλεφτών

Η Κλεφτουριά ζώντας κοντά και συχνά μέσα, στις μικρές ορεινές κτηνοτροφικές κοινωνίες της Πελοποννήσου και της Κεντρικής Ελλάδας, είχαν στην καθημερινή δίαιτά τους σιτηρά με τη μορφή πρόχειρου και συχνά χωρίς προζύμι ψωμιού, παξιμάδια, ξινόγαλο, φρέσκο τυρί, κρεμμύδια, ελιές, παστό κρέας, αγγούρια, χόρτα, λάδι και βολβούς.
Τα καθημερινά λιτοδίαιτα γεύματά τους διαδέχονταν ανάλογα με την λεία τους και μέρες, όπου το κρέας, αρνί και πιο σπάνια κατσίκι αποτελούσε την κύρια τροφή. Δεν έτρωγαν σαλάτες. Το κυνήγι επίσης ήταν επίσης κομμάτι της διατροφής των κλεφτών. Κυνηγούσαν συνήθως λαγούς, πέρδικες, και κυρίως πέδρικες οι οποίες τότε υπήρχαν σε αφθονία.

Τα κρέατα, αμνοερίφια ή κυνήγι, ψήνονταν σε σούβλες στις οποίες περνούσαν είτε κομμάτια από το κρέας είτε ολόκληρο ο ζώο. Άνοιγαν λάκκους στο έδαφος, άναβαν την φωτιά, περνούσαν τα κρέατα στη σούβλα που συνήθως ήταν ένα μυτερό κλαδί και το στήριζαν πάνω από τον λάκκο με δύο διχάλες από κλαδιά που τοποθετούνταν στο χώμα.

Όταν δεν είχαν χρόνο ή δεν ήθελαν να δημιουργηθεί πολύ καπνός και να εντοπιστεί η θέση τους, έψηναν τα κρέατα γύρω από την φωτιά και όχι πάνω από κάρβουνα, για να ψήνονται από τη θερμοκρασία της φλόγας. Άπλωναν μεγάλα κομμάτια από κρέατα σε τσίτες (ξύλινες σούβλες) που έφτιαχναν εκείνη την ώρα. Έτσι έψηναν βιαστικά και έτρωγαν βιαστικά. Πιθανότατα μάλιστα, δεν περίμεναν να ψηθεί τελείως το κρέας και το κατανάλωναν μισοψημένο. Αυτός ο τρόπος υπαίθριου ψησίματος, παραμένει μέχρι σήμερα στην Κρήτη με τα αντικριστά, πρακτική που προέρχεται από τους επαναστάτες του νησιού, τους χαίνηδες που έδρασαν πριν και κατά την διάρκεια του αγώνα στην Κρήτη.

«Στη σούβλα ψένουνε τα αρνιά, παίζουν κλαρίνα και βιολιά», λέει το δημοτικό τραγούδι των τσελιγκάδων του Παρνασσού. Ο Νικόλαος Σαράντης, συγγραφέας του πρώτου επώνυμου ελληνικού βιβλίου μαγειρικής «Σύγγραμμα Μαγειρικής» (1863), γράφει για το «Ψητόν αρνί αλά Γραίκα» (δηλαδή σουβλιστό) πως «είναι ένα μεγάλον πιάτο, εθνικόν ήγουν ελληνικόν, το οποίον μας ενθυμίζει τους αθάνατους ήρωας, …».

Ο Κολοκοτρώνης έκοβε το ψητό με το γιαταγάνι του.
Στο γερμανικό περιοδικό του 19ου αιώνα «Das Ausland» γράφει ο Ιταλός καπετάνιος του «Σαν Λορέντσο» για την εμπειρία του στην Ελλάδα: «Στη συνέχεια σέρβιραν και το αρνί, δηλαδή το ’βαλαν µαζί µε τη σούβλα του, όπως ήταν, πάνω στο τραπέζι. Ο Κολοκοτρώνης τράβηξε το γιαταγάνι του, έκοψε σε φέτες το ψητό αρνί, µου έδειξε µε το δάχτυλο το κοµµάτι που το προόριζε για µένα, και µε δύο ή τρία τεµάχια ακόµη το πάσαρε σχεδόν στο χέρι µου.
Τη μερίδα µου την αποτελούσαν τρεις ή τέσσερις πλευρές -το αρνί ήταν µικρό και το είχαν σφάξει όπως συνηθίζουν εδώ, όταν ήταν δύο εβδοµάδων – και παραβλέποντας όλες τις ευρωπαϊκές προκαταλήψεις µου και μολονότι ο τρόπος του µαγειρέµατός του, µου είχε κόψει την όρεξη, πρέπει παρ’ όλα αυτά να οµολογήσω πως σε όλη µου τη ζωή δεν πέρασε από το στόµα µου µία τόσο εύγευστη λιχουδιά».

«ΣΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΕΡΒΙΡΑΝ ΚΑΙ ΤΟ ΑΡΝΙ, ΔΗΛΑΔΗ ΤΟ ’ΒΑΛΑΝ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΗ ΣΟΥΒΛΑ ΤΟΥ, ΟΠΩΣ ΗΤΑΝ, ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΤΡΑΠΕΖΙ. Ο ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ ΤΡΑΒΗΞΕ ΤΟ ΓΙΑΤΑΓΑΝΙ ΤΟΥ, ΕΚΟΨΕ ΣΕ ΦΕΤΕΣ ΤΟ ΨΗΤΟ ΑΡΝΙ, ΜΟΥ ΕΔΕΙΞΕ ΜΕ ΤΟ ΔΑΧΤΥΛΟ ΤΟ ΚΟΜΜΑΤΙ ΠΟΥ ΤΟ ΠΡΟΟΡΙΖΕ ΓΙΑ ΜΕΝΑ»

Η διατροφή των πολιορκημένων αγωνιστών
Μετά το ξέσπασμα της επανάστασης οι αγωνιστές μαζί με τον πληθυσμό βρέθηκαν πολλές φορές σε κατάσταση πολιορκίας μέσα σε οχυρά και κάστρα. Κάτω από αυτές τις συνθήκες η λιτή διατροφή έδινε την θέση της στην ελλιπή διατροφή και τελικά στην ολοκληρωτική απουσία της. Η ακατάλληλη διατροφή που ακολουθούσαν οι πολιορκημένοι σε συνθήκες έλλειψης, προκαλούσε συχνά δυσεντερία, ενώ έκδηλα ήταν τα συμπτώματα αβιταμινώσεων, κυρίως από την έλλειψη της βιταμίνης C, που προκαλούσε σκορβούτο.

Η πρόσβαση σε αποθέματα υγιεινού πόσιμου νερού ήταν συνήθως προβληματική. Οι διαθέσιμες ποσότητες δεν επαρκούσαν για να καλύψουν τις ανάγκες, ενώ και ο εχθρός έκοβε την ύδρευση. Τα νερά των πηγαδιών μολύνονταν είτε προσχεδιασμένα από τους μαχητές της ελευθερίας, για να μη χρησιμοποιούνται από τους Τούρκους, είτε από τους ίδιους τους πολιορκημένους που έκρυβαν μέσα στα πηγάδια τα «πολύτιμα» χάλκινα σκεύη τους για να μην τα βρουν οι εχθροί.

Σε περιπτώσεις πολύμηνων πολιορκιών, όπως αυτή του Μεσολογγίου, οι κάτοικοι μετά την εξάντληση των αποθεμάτων τροφίμων, αναγκάστηκαν να καταναλώσουν οτιδήποτε ήταν δυνατό να μασηθεί. Στην αρχή κατανάλωσαν όλα τα κατοικίδια ζώα που υπήρχαν, όπως άλογα, μουλάρια, γαϊδούρια, καμήλες, σκύλους, γάτες, στη συνέχεια ποντικούς και κάθε άλλο «ακάθαρτο ζώο», ενώ χρησιμοποιήθηκαν ακόμα και δέρματα ζώων για τον κορεσμό της πείνας. Στην απόγνωσή τους κάποιοι κατέφυγαν στη νεκροφαγία πτωμάτων και μάλιστα συγγενών τους.

Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Η Ελληνίδα στην Τουρκοκρατία και στο 21 - «Ψυχή μεγάλη και γλυκειά, μετά χαράς σ' το λέω: Θαυμάζω τες γυναίκες μας και στ' όνομά τους μνέω».

Ένα εξαιρετικό κείμενο, για τις γνωστές και άγνωστες ηρωίδες της τουρκοκρατίας και της Επανάστασης-
“Greek Women Imploring at the Virgin of Assistance” 1826. “Ary Scheffer

Ψυχή μεγάλη και γλυκειά, μετά χαράς στο λέω:
Θαυμάζω τες γυναίκες μας και στ’ όνομα τους μνέω.

(Διον. Σολωμού, Ελεύθεροι Πολιορκημένοι).

Από το βιβλίο του Ιωάννου Ν. Παπαϊωάννου, «Ιστορικές γραμμές» Τόμος Γ”
Κάθε φορά που θα μελετούσε κανείς την Ιστορία μας, την Ελληνική Ιστορία, θα κατέληγε να επαναλαμβάνει τους ανωτέρω στίχους του εθνικού μας ποιητού, διαπιστώνοντας ότι οι Ελληνίδες γεμίζουν τις σελίδες της Ιστορίας μας με τις θαυμαστές θυσίες τους.

Η Ελληνίδα στην Τουρκοκρατία.
Αδυσώπητος για αιώνες ήταν ο αγώνας με τους Τούρκους σε πολλά μέτωπα, με σπουδαίο πλήθος τα συγκλονιστικά επεισόδια, όπου η Ελληνίδα, από τις πρώτες συγκρούσεις, έδρασε, λαμβάνοντας θρυλικές διαστάσεις, ενέπνευσε τις επόμενες γενεές για διαδοχικές απελευθερωτικές προσπάθειες και εμψύχωσε καίρια για καρτερία, αντίσταση και ελπίδα. Τα κατωτέρω παραδείγματα είναι αντιπροσωπευτικά:

Το 1475 η Λήμνος δέχθηκε την κατακτητική επίθεση των Τούρκων, υπό την αρχηγία του Σουλεϊμάν πασά. Σώθηκε από μια νέα κόρη, την Μαρούλα Κλαδά. η νεαρή κόρη μόλις είδε τον αγαπημένο πατέρα της να φονεύεται από τους Τούρκους, ζώσθηκε αμέσως τα όπλα του και όρμησε εναντίον των Τούρκων, ενώ την ακολουθούσαν, συγκινημένοι και παρακινημένοι από την τόλμη της, οι νησιώτες συμπατριώτες της. 

Οι Τούρκοι, έκπληκτοι και φοβισμένοι, υποχώρησαν, η Λήμνος δεν έπεσε τότε και συνέχιζε να παραμένει ελεύθερη.
Το Σεπτέμβριο του 1570 οι Τούρκοι κατέκτησαν την Κύπρο. Μετά την άλωση της Λευκωσίας, 2.000 νέοι και νέες αρπάχθηκαν και επιβιβάσθηκαν στα πλοία, για να πωληθούν δούλοι. Ανάμεσά τους και μία νεαρή Ελληνίδα, η Μαρία η Συγκλητική, καθώς δεν ήθελε να υποφέρει την ατιμία, αποφάσισε να εκδικηθεί τον κατακτητή, έβαλε φωτιά στην πυριτιδαποθήκη της γαλέρας, όπου εκρατείτο. 
Η γαλέρα και δυο πλοία που ήταν αγκυροβολημένα δίπλα της, ανατινάχθηκαν στον αέρα, τα πλούσια – πολύτιμα λάφυρα, κατεστραμμένα, διασκορπίστηκαν στη θάλασσα και στον αέρα και η λεία της σκλαβιάς, χίλιες νεανίδες, έγιναν παρανάλωμα της φωτιάς.

Στα χρόνια της σκλαβιάς αιώνων, όταν κανένας δεν εγνώριζε αν θα ζει αύριο και όταν η ζωή του σήμερα ήταν σωστή κόλαση, η Ελληνίδα κράτησε σεμνή και αυστηρή την οικογενειακή ζωή των Ελλήνων. 
Σαν σύζυγος και σαν μητέρα ήταν η δέσποινα του σπιτιού, που χάραζε βαθειά στην ψυχή των παιδιών κάθε νέας γενεάς την πίστη στο Χριστό και στην Εκκλησία, την αγάπη στην πατρίδα Ελλάδα, την περιφρόνηση στη σκλαβιά και στο θάνατο, το σεβασμό και τη γενναιοψυχία με τον ηρωισμό, έτσι που να αποτελούν μόνιμα διακριτικά γνωρίσματα για όλες τις τάξεις των Ελλήνων. 
Αξίζει να αναφερθεί η γνώμη του Καμπούρογλου: 
«Ηγιασμένη έστω η ψυχή των μητέρων εκείνων, αι οποίαι επί 400 έτη, τοσούτον ηρωισμόν αντέταξαν κατά της περικυκλούσης αυτάς ασελγούς των κατακτητών κτηνωδίας! Αι οποίαι αφού εστερήθησαν πάσαν βιωτικήν απόλαυσιν, εις έν και μόνον τον εαυτών βίον αφιέρωσαν, εις το να ανατρέφουν και να δωρίζουν κάθε φορά εις το έθνος, άνδρας αξίους του ανδρικού και του Ελληνικού ονόματος» (Δημ. Καμπούρογλου, Ιστορία των Αθηναίων, τόμ. Α ΄, σελ. 24).

Η Ελληνίδα της Τουρκοκρατίας για ν’ αποφύγει -όσο μπορούσε- την βδελυρή ατίμωση των ακαθάρτων κατακτητών,
προσπαθούσε να μεταδώσει την επιδημία της ευλογιάς, καταστρέφοντας τη νεανική ομορφιά του προσώπου της, ή δημιουργούσε οικογένεια από τα δεκατέσσερα χρόνια της, πιστεύοντας ότι δεν θα γεννήσει σκλάβους, ότι Έλληνες θα αναθρέψει και Έλληνες θα μεγαλώσει. 
Και απέδειξε ότι για δώδεκα (12) γενεές και αλλού για δεκαέξι (16) γενεές, η σκλαβιά δεν περόνιασε την Ελληνική ψυχή. Απέδειξε ότι ο οργανισμός της Ελληνικής φυλής δεν είχε νοθευθεί, δεν είχε φθαρεί, μα εξακολουθούσε να διατηρείται με αξιοθαύμαστη αντοχή και να μεταφυτεύεται από γενεά σε γενεά, ο βαθύτατος πόθος των ραγιάδων να υπάρξουν και να ελευθερωθούν.
Το εξοχότερο παράδειγμα ποικίλης προσφοράς στο υπόδουλο Γένος, είναι η μορφή της Αγίας Φιλοθέης της Αθηναίας. Θυγατέρα του Αθηναίου Αγγέλου Μπενιζέλου και της Σηρίγης, γεννήθηκε το 1522, τον σκληρό εκείνο πρώτο αιώνα της δουλείας στην Αθήνα. Το κοσμικό της όνομα Ρεγούλα. Το 1536 παντρεύθηκε, αλλά μετά από τρία χρόνια έμεινε χήρα. Χωρίς άλλες υποχρεώσεις πλέον για παιδιά ή οικογένεια, επιδόθηκε εξ ολοκλήρου σε βίο ασκητικό και φιλελεήμονα. Μετέτρεψε το γειτονικό ναΐσκο του αγίου Ανδρέου σε γυναικείο μοναστήρι, στο οποίο αφιέρωσε όλη την περιουσία της και έγινε μοναχή. 
Προχώρησε ακόμη στην Ίδρυση βιοτεχνικού εργαστηρίου και οργάνωσε κέντρο ξενίας και προστασίας για τις Αθηναίες που κινδύνευαν να παρασυρθούν από τις ανάγκες τους ή .. από τα κάλλη τους στον Ισλαμισμό και στις τάξεις των Οθωμανών. Διακόσιες (200) νεαρές Ελληνίδες εύρισκαν λιμάνι γαλήνης και ανεφοδιασμού στο μοναστήρι της Φιλοθέης. 
Και το Θεάρεστο έργο ηύξανε. 
Τα μικρά παιδάκια που οδηγούνταν εκεί, κατευθύνονταν «εξ απαλών ονύχων» στην παράδοση του Έθνους. Οι πτωχοί και οι γέροντες και οι ασθενείς έγιναν το περιεχόμενο της καθημερινής ασκήσεως της φιλανθρωπίας. η όλη πολιτεία της Φιλοθέης ενέπνεε σ’ όλες τις ηλικίες το πνεύμα της πίστεως και της θυσίας, χάριν του Ελληνισμού και της Χριστιανικής Πίστεως. Η Αθήνα είχε αναζωογονηθεί. 
Οι Τούρκοι αντιλήφθηκαν τη δράση της Φιλοθέης και αφού τη συνέλαβαν, την φυλάκισαν και της επέφεραν παντός είδους βασανιστικές κακώσεις. Την απελευθέρωσαν σε λίγο καιρό, αλλά τη νύκτα της 2 προς 3 Οκτωβρίου 1588, καθώς συμμετείχε σε αγρυπνία, την συνέλαβαν για δεύτερη φορά. Οι μάστιγες και τα τραύματα που δέχτηκε αυτή τη φορά ήταν πολλαπλάσια τώρα, και η μάρτυς έμεινε ημιθανής. Μετά από τρεις μήνες, στις 19 Φεβρουαρίου 1589, απέθανε και το 1600 ανακηρύχθηκε αγία.
Η Ελληνίδα της Τουρκοκρατίας αγωνίσθηκε και στο στίβο του Μαρτυρίου. Τα χρόνια εκείνα που πολλοί γίνονταν «κρυπτοχριστιανοί» ή εξισλαμίζονταν, πολλές Ελληνίδες διήνυσαν την «οδόν του Μαρτυρίου». 
Ο φθόνος των Τούρκων για την σωματική και ψυχική ομορφιά κι ανωτερότητα των Ελληνίδων, η ακόλαστη διάθεση τους και μάλιστα των Γενιτσάρων, που προέρχονταν από τη φυλή μας με το φοβερό παιδομάζωμα και ως εκ τούτου με ένα βαρύ μίσος, εκδηλωνόταν βάρβαρα σε βάρος των Ελληνίδων Χριστιανών δεσποίνων και νεανίδων και γινόταν αφορμή ή αίτιο Μαρτυρίου αίματος. η Εκκλησία μας έχει καταγράψει στις τάξεις της νεομάρτυρες, παρθενομάρτυρες και καλλιμάρτυρες καθ’ όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας.
Τα γυναικεία μοναστήρια του Ελληνικού χώρου, τα κέντρα αυτά του ελληνικού και Χριστιανικού ανεφοδιασμού, δέχτηκαν άπειρες φορές τις βίαιες επιθέσεις-καταστροφές των κατακτητών και είδαν να διαπράττονται παντός είδους εγκλήματα, φυλακίσεις και ατιμίες , ώσπου να κορεσθεί η κτηνωδία των βαρβάρων. 
Και άνθεξε ως να ήταν αθάνατη η Ρωμιοσύνη. Πολυβασανισμένη και αθάνατη! 
Όταν και οι νεαρές Ελληνίδες μπορούσαν να υποστούν άτρεμα και ήρεμα το Μαρτύριο του αίματος, κοιτάζοντας άφοβα το θάνατο στα μάτια, ένα ήταν σίγουρο: «η Ελλάδα σκλάβα δεν θα έμενε».

Τονίσθηκε υπερβολικά για τους επώνυμους και ανώνυμους ήρωες – άνδρες του «21» ότι υπήρξαν οι δημιουργοί της εθνεγερσίας, της Ανεξαρτησίας και της ελευθέρας Ελλάδος. Όμως από το δυνατότερο καμίνι της δοκιμασίας πέρασαν οι Ελληνίδες. Ηρωίδες σιωπηλές, ευγενικές μορφές, αφανείς, πολλές φορές έχουν καλυφθεί από τη σκόνη του παρελθόντος, που κινούν και συσσωρεύουν οι άνεμοι του χρόνου. Οι ιστορικοί έχουν υποχρέωση να αποκαλύψουν, για να αντικρύσουν όλοι οι Έλληνες, την προσφορά της Ελληνίδας. η γνώση της προσφοράς της έχει την αξία της γνήσιας συνειδήσεως και αποτελεί πράξη δικαιοσύνης οφειλομένης, και τιμής επιβεβλημένης.

Οι Σουλιώτισσες:
Ελκύουν εντυπωσιακά την προσοχή του κάθε μελετητή οι Σουλιώτισσες, καμάρι της αδούλωτης λεβεντιάς, με την αντρίκεια περιφρόνηση του κινδύνου. Προβάλλουν και εμπνέουν στους αιώνες, στα άτομα και στους λαούς, το ηρωικό πνεύμα και την ηθική αντίληψη, πάντα εναρμονισμένα. Είναι οι επώνυμες Σουλιώτισσες πρώτες: η Μόσχω Τζαβέλλα, πρώτη και μεγάλη ηρωίδα, αληθινή καπετάνισσα, με δυνατό χαρακτήρα και ψυχή τολμηρή, και κατά το δημοτικό τραγούδι:

Πολεμάει η Τζαβέλλαινα με το σπαθί στο χέρι
με το παιδί στην αγκαλιά, με το τουφέκι στ’ άλλο
με τα φυσέκια στην ποδιά…

Ακολουθεί η Χάιδω Γιαννάκη Σέχου, που πολέμησε στο Σούλι, στην Κιάφα, στο Κούγκι και στην Πάργα και την αποθανάτισε το δημοτικό τραγούδι:

Ας έρχονται οι Παλιότουρκοι, τίποτα δεν μας κάνουν
να μάθουν Λάμπρου το σπαθί, Μπότσαρη το τουφέκι,
τα άρματα των Σουλιωτών, της ξακουσμένης Χάιδως.


Επιβλητική προβάλλει η μορφή της Δέσπως Μπότση, που είχε εμπνεύσει τη θαρραλέα απόφαση του αγώνα μέχρι θανάτου, σε δυο γενιές κατοπινές, κόρες- νύφες και εγγόνια. Στις 20 Δεκεμβρίου 1803 πολεμώντας ως το τέλος, ανατίναξε τον πύργο της, όπως μας παρέδωσε ο λαϊκός στιχουργός:

– Αχός βαρύς ακούγεται, πολλά ντουφέκια πέφτουν….
– …. η Δέσπω κάνει πόλεμο με νύφες και μ’ αγγόνια…
– ….Η Δέσπω αφέντες Λιάπηδες δεν έκανε, δεν κάνει…
Δαυλί στο χέρι άρπαξε, κόρες και νύφες κράζει:
-Σκλάβες Τούρκων μη ζήσωμε, παιδιά μαζί μ’ ελάτε….
Και τα ντουφέκια ανάψανε κι όλες φωτιά γενήκαν.

και κατά κάποιο τρόπο κλείνει τον κύκλο των επώνυμων Σουλιωτισσών που έγιναν και θέματα δημοτικών τραγουδιών, η Ελένη Μπότσαρη, η νεαρή κόρη, που πολεμάει διώκοντας και διωκόμενη, λέγοντας:

Εγώ είμαι η Λένω Μπότσαρη, η αδελφή του Μάρκου
και ζωντανή δεν πιάνομαι εις των Τούρκων τα χέρια.

Την ανώνυμη Σουλιώτισσα εκπροσωπεί η σπαρακτικά δραματική εποποιία του «Χορού του Ζαλόγγου». Με τον ηρωικό θάνατο-αυτοθυσία, καθόσον αυτοκτονία δεν ήταν ο θάνατος εκείνων στο Ζάλογγο αλλά ήταν υψηλή αυτοθυσία, που με φοβερή κατάπληξη και απροσμέτρητο θαυμασμό είδαν και οι εχθροί οι ίδιοι και με δυνατά ρίγη μνημονεύει κάθε φορά η Ελληνική ψυχή: 
«Προετίμησαν να σφενδονίσουν εις την άβυσσον τα τέκνα των, ίνα μη ίδωσιν αυτά περιπίπτοντα εις χείρας των πολεμίων. Και έπειτα απεφάσισαν να παρακολουθήσουν τα φίλτατα εκείνα όντα, ουχί εν κλαυθμοίς και οδυρμοίς, αλλά εν χοροίς και άσμασι. Θυσία καταπληκτική, ήν ουδέποτε θέλουσι εννοήσει αι παρούσαι γενεαί! και ήψαντο λοιπόν αλλήλων τας χείρας και έσυραν εν κύκλω τον χορόν, άδουσαι και καθ’ όσον επλησίαζεν εκάστη εις το χείλος του βαράθρου, εκρημνίζετο εις αυτό και ο κύκλος επανελαμβάνετο και ο χορός ωσαύτως μέχρις ου κατέπεσον άπασαι, η μία κατόπιν της άλλης», γράφει ο Κων/νος Παπαρρηγόπουλος.

Μνημονεύεται και παρόμοια μεγαλειώδης αυτοθυσία, που λησμονείται ή παραμένει άγνωστη, στο Μοναστήρι του Σέλτσου, όπου 160 γυναίκες, προκρίνοντας το θάνατο από τη σκλαβιά, έτρεξαν στον Ασπροπόταμο και «ανοίξασαι τας αγκάλας ερρίφθησαν εις αυτόν αυθορμήτως, μετά των φιλτάτων». Το Σούλι, αφού έγινε ολοκαύτωμα, έπεσε: ωστόσο έχει απομείνει η Δόξα και η Τιμή, που κληρονόμησε η Ελλάδα μας, ο Ελληνισμός.

***********

Οι Ελληνίδες του Μωριά και της Ρούμελης:
Αντάξιες προς τις Σουλιώτισσες, αναδείχτηκαν και οι γυναίκες του Μωριά και της Ρούμελης. Ενδεικτικά αναφέρονται δυο μητέρες ενδόξων αγωνιστών, του Κολοκοτρώνη και του Μακρυγιάννη.

Κορυφαία είναι η μορφή της Ζαμπέτας Κολοκοτρώνη, κόρης οπλαρχηγού, γυναίκας ήρωα και μάννας ηρώων! Μα και η ίδια ήταν προσωπικά ηρωίδα, αφού πολέμησε και ανδραγάθησε στους πύργους της Καστάνιτσας, όπου και σκοτώθηκε ο άνδρας της ο Κωνσταντίνος Κολοκοτρώνης. 
Γέννησε κι ανάστησε τον γέρο του Μωριά, καθώς υφίστατο την αγωνία και την μανία σκληρών καταδιώξεων. Το 1770 «3 Απριλίου, ημέρα της Λαμπρής, στο βουνό, εις ένα δένδρο αποκάτω», σημειώνει ο ίδιος ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, στη Διήγηση συμβάντων της Ελληνικής φυλής.

Μεγάλη και σκληρή η εποχή της Τουρκοκρατίας, μεγάλες οι πράξεις των Ελληνίδων να γεννούν και να καταδιώκονται, κρατώντας βρέφος και σπαθί, και να θηλάζουν παιδιά, έχοντας και πιστόλια στο στήθος τους!

Συγκλονίζει η καθημερινή γυμναστική της ψυχής της Ελληνίδας στο Μωριά, στη Ρούμελη και στην Ελλάδα ολόκληρη, για τον αγώνα της ζωής και τη ζωή του αγώνα του Γένους μας. ο Μακρυγιάννης στα «Απομνημονεύματα» του, το δίνει πολύ ζωηρά: «Πολυφαμελίτες οι γοναίγοι μου και φτωχοί και όταν ήμουνα ακόμα εις την κοιλιά της μητρός μου, μίαν ημέρα πήγε δια ξύλα εις τον λόγγον. Φορτώνοντας τα ξύλα στον ώμο της, φορτωμένη εις τον δρόμον, εις την ερημιά, την έπιασαν οι πόνοι και γέννησε εμένα. 
Μόνη της η καημένη και αποσταμένη, εκιντύνεψε και αυτείνη τότε και εγώ. Ξελεχώνεψε μόνη της και αυγυρίστη, φορτώθη ολίγα ξύλα και έβαλε και χόρτα απάνου εις τα ξύλα και από πάνω εμένα και πήγε εις το χωρίον… 
…Οι Τούρκοι του Αλήπασά θέλαν να μας σκλαβώσουνε. Τότε, δια νυκτός, όλη η φαμελιά και όλο μας το σόι σηκώθηκαν και έφυγαν, και παγαίνουν εις την Λιβαδιά, να ζήσουνε εκεί. Θα πέρναγαν απ’ ένα γιοφύρι του Λιδωρικιού, ονομαζόμενον Στενό, δεν πέρναγε από άλλο μέρος το ποτάμι. Εκεί φύλαγαν οι Τούρκοι να περάσουν, να τους πιάσουνε και δεκαοχτώ ημέρες γκιζερούσαν εις τα δάση όλοι, κι έτρωγαν αγριοβέλανα και εγώ βύζαινα κι έτρωγα αυτό το γάλα.

Μην υποφέροντας πλέον την πείνα, αποφάσισαν να περάσουνε από το γιοφύρι. Και ως βρέφος εγώ μικρό, να μην κλάψω και χαθούνε όλοι, αποφάσισαν και με πέταξαν εις το δάσος, εις το Κόκκινον ονομαζόμενον, και προχώρησαν δια το γιοφύρι. Τότε μετανογάει η μητέρα μου και λέγει: « η αμαρτία του βρέφους θα μας χάσει. Περνάτε εσείς και σύρτε εις το τάδε μέρος, και σταθήτε… Το παίρνω κι αν έχω τύχη και δεν κλάψει, διαβαίνουμε..». Η μητέρα μου και ο Θεός μας έσωσε», κλειεί την διήγηση του ο αγωνιστής Μακρυγιάννης.
Με τέτοιους και τόσους μύριους κινδύνους γέννησαν κι ανάστησαν τα παιδιά τους οι Ελληνίδες της Τουρκοκρατίας και του «21» και τα μεγάλωσαν εμπνευσμένα με Πίστη και ηρωικό θάρρος, ώστε ν’ ανδρωθούν ικανά και να εξοφλήσουν στο δυνάστη τα εγκλήματα γενεών αιώνων.
********
Οι Ελληνίδες στον αγώνα του «21»:
Όταν άναψε η επαναστατική φωτιά του «21» και ανοίχτηκε αιματηρά «ο κοσμογονικός κρατήρας» του εννιάχρονου πολέμου της Εθνεγερσίας, αναδείχτηκε ακατάβλητη η ψυχή των Ελληνίδων και οι προσωπικές θυσίες ατέλειωτες. 
Και αποδεικνύεται από τη συμμετοχή των Ελληνίδων ότι τον αγώνα του «21» δεν τον έκανε μία τάξη ανθρώπων, αλλά ολόκληρο το έθνος, ολόκληρος ο Ελληνισμός. Συμμετείχαν οι Ελληνίδες από κάθε τάξη και από κάθε στρώμα του Ελληνικού λαού.

Η ηλικιωμένη αρχόντισσα Ελισσάβετ Υψηλάντου από το Κίεβο της Ρωσίας δεν εμπόδισε τους υιούς της να τρέξουν στην Ελλάδα. Έδωσε πρώτα την ευχή της στον Αλέξανδρο Υψηλάντη, ώστε να αρχίσει την επανάσταση στη Μολδοβλαχία, ως αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας και ύστερα από λίγο καιρό έδωσε τη συγκατάθεσή της και στο Δημήτριο Υψηλάντη λέγοντας: «Αν είναι να ελευθερωθεί η Ελλάς από την αποστολήν και αυτού του παιδιού μου, που μου έμεινεν, ας το στερηθώ και αυτό. Ας πάει με την ευχή μου.» Μαζί με την ευχή της πρόσφερε στον Αγώνα και ολόκληρη την περιουσία της.

 
Εκπληκτική η φυσιογνωμία της Μπουμπουλίνας. 
Δύο φορές χήρα στη ζωή της και μητέρα πολλών παιδιών, ήταν καπετάνισσα στα πλοία του δεύτερου άνδρα της Δημήτρη Μπούμπουλη. Στις Σπέτσες όλοι την είχαν παραδεχτεί για άξια κυρά-καπετάνισσα. 
Όταν οι Τούρκοι της αμφισβήτησαν το δικαίωμα να κατέχει και να διαχειρίζεται αυτή τα πλοία-κληρονομιά του άνδρα της- έφθασε ως την Κων/πολη να βρει το δίκιο της και επλησίασε τη Βαλιδέ Σουλτάνα ( μητέρα του Σουλτάνου) στα Ανάκτορα του Σουλτάνου, όπου και της αναγνωρίσθηκε το δικαίωμα να έχει τα πλοία (και την περιουσία) του άνδρα της. 
Τη Βαλιδέ Σουλτάνα επισκέφθηκε, αλλά και στην Εταιρεία τη Φιλική μυήθηκε, πιθανώτατα στην Κων/πολη, στα τελευταία χρόνια πριν από την Επανάσταση. Ήταν από τις λίγες γυναίκες που μυήθηκαν και κράτησε καλά το μυστικό, καθώς προετοιμάσθηκε για τον Αγώνα. Καθόσον τότε ναυπήγησε το πλοίο «Αγαμέμνων», 48 πήχεων, με 18 κανόνια, ως εμπορικό τάχα πλοίο. Το κατόρθωσε, αφού δωροδόκησε τον Τούρκο ναύαρχο Χουσεΐν πασά, να γνωματεύσει ότι ήταν ένα συνηθισμένο πλοίο. 
Στο πρώτο δεκαήμερο του Απριλίου του 1821, η Μπουμπουλίνα ξεσήκωσε τις Σπέτσες σε επανάσταση και έσπευσε να λάβει μέρος στις επιχειρήσεις πολιορκίας του Ναυπλίου. Από τότε – τις πρώτες ημέρες- συμμετείχε ενεργά στον αγώνα του «21», προσφέροντας τα παιδιά της και την περιουσία της όλη.

Τοποθετήθηκε δίπλα στη Μπουμπουλίνα και η Μαντώ Μαυρογένους, που ύψωσε την επαναστατική σημαία στη Μύκονο. Ήταν πλουσιοκόρη η Μαντώ, λεπτή αριστοκράτισσα, ίσως η πιο πολύφερνη νέα Ελληνίδα της εποχής. 
Με δικές της δαπάνες εξόπλισε πλοία και κατεδίωκε τους πειρατές που έκαναν αποβάσεις- επιθέσεις στη Μύκονο. Τα πλοία της συμμετείχαν το «21» σε όλες τις επιχειρήσεις του Ελληνικού στόλου στην Εύβοια και στον Παγασητικό. η ίδια η Μαντώ, ντυμένη ανδρικά ρούχα, μετέχει σε μάχες επικεφαλής στρατιωτικού τμήματος, που είχε εξοπλίσει η Ίδια, με δικές της δαπάνες το οποίο και το συντηρούσε και γι’ αυτό ονομάζεται τιμητικά αντιστράτηγος.

Επειδή ήταν μορφωμένη, μιλούσε και έγραφε Γαλλικά, Γερμανικά και Ιταλικά, κατατόπιζε τους ξένους φιλέλληνες στα διάφορα ζητήματα και αλληλογραφούσε με το εξωτερικό, προσπαθώντας να ξυπνήσει και να ενεργοποιήσει φιλελληνικά διαδήματα στους λαούς της Ευρώπης. και όταν τελείωσε ο επαναστατικός αγώνας και ελευθερώθηκε η Ελλάδα, μα γύρω, «βαβούριζε η δυστυχία» και ήταν πλήθος τα ορφανά, η Μαντώ έθεσε τον εαυτό της στην υπηρεσία των ορφανών.
* *
Στους αγώνες του «21» οι γυναίκες έρχονταν στα πεδία των μαχών φορτωμένες, φέρνοντας και τα ζώα τους φορτωμένα κρέας, ψωμί και άλλες τροφές, για να ανεφοδιάζονται οι άνδρες τους και οι άλλοι στρατιώτες. Είχαν την επισιτιστική φροντίδα των αγωνιστών.

Άλλες πολεμούσαν και στους προμαχώνες. «Λάκαινά τις, Σταυριανή ονομαζομένη, εθελόπονος συστρατιώτης υπό τον Κυριακούλην Μαυρομιχάλην και μετ’ αυτού συναποκλεισθείσα εν Βαλτετσίω, μόνη ετόλμα συνεχώς εξέρχεσθαι από του ενός εις τον άλλον προμαχώνα και διένειμεν πυριτιδοβολάς, όπου η ανάγκη εκάλει, βαδίζουσα ως ανήρ και ομιλούσα ως στρατιώτης» γράφει απομνημονευματογράφος του «21».

Επανέλαβαν τις θυσίες - αυτοθυσίες του Ζαλόγγου στη βραχώδη κοίτη του ποταμού Μαυρονέρι (Αραπίτσα) οι Ελληνίδες της Νάουσας το 1822, για να μην πέσουν ζωντανές στα χέρια των Τούρκων και για να αποφύγουν ατιμώσεις, μαρτύρια και εξισλαμισμό των παιδιών τους. Οι γυναίκες και θυγατέρες – νύφες των προεστών και οπλαρχηγών της Νάουσας δέχθηκαν το 1822 συσσωρευμένα πρωτοφανή μαρτύρια: Μισοθαμένες στο χώμα ως πάσσαλοι, δέχονταν βρισιές από τις Μουσουλμάνες και κτυπήματα από τα μικρά παιδιά των Τούρκων, με αναμμένα δαυλιά! Ο ίδιος ο Αλμπούλ – Αμπούδ τους πρότεινε να εξισλαμισθούν. Και όταν δέχθηκε την άρνησή τους, άλλες έκλεισε σε σάκκους με γάτες και ποντίκια , άλλες σε σάκκους γεμάτους φίδια και άλλες γυναίκες έκλεισε σε οχετούς, των οποίων απέφραξε την έξοδο!

Η Ελληνίδα στο «21» δέχθηκε κάθε είδους οργή, αγριότητα, βάσανο, θάνατο, ατίμωση και σκλαβιά από τους Τούρκους, Αρβανίτες και Αιγυπτίους. Χιλιάδες Ελληνίδες, ίσως και εκατοντάδες χιλιάδες, πωλήθηκαν στα ανθρωποπάζαρα της Κων/πόλεως, της Σμύρνης, της Αλεξάνδρειας, της Τύνιδας, του Μοναστηρίου και της Θεσσαλονίκης. 
Βασανισμένες υπάρξεις οι Ελληνίδες των ανθρωποπαζαριών περιπλανήθηκαν για δεκάδες χρόνια, καθώς περνούσαν από πολλά χέρια αγοραστών, μα παρέμεναν Ελληνίδες. Το παρακάτω παράδειγμα είναι εντυπωσιακό:

Η Μαρία Δασκαλογιάννη, η μεγαλύτερη κόρη του επαναστάτη των Σφακίων, αιχμαλωτίσθηκε και οδηγήθηκε στην Κων/πολη σκλάβα. Έγινε σύζυγος Τούρκου αξιωματούχου και απέκτησε και δυο παιδιά. Όταν πέθανε ο άνδρας της, πήρε την κόρη της και ξέφυγε, έφθασε στην Τήνο, για να προσκυνήσει την Παναγιά της Τήνου και να πεθάνει μοναχή πλέον.


Οι Ελληνίδες μητέρες στις καταστροφές – ολοκαυτώματα της Χίου, της Κάσου, των Ψαρών και αλλαχού, έζησαν το μαρτυρικό πόνο του σπαρακτικού θανάτου των σπλάχνων τους, των παιδιών τους, βλέποντας να γίνονται παιγνίδισμα – λιάνισμα Τούρκικων σπαθιών, ή ρίχτηκαν μαζί τους στον όλεθρο μ’ όποιον τρόπο μπορούσαν.
πίνακας: Sir Charles L. Eastlake: Φυγάδες, μετά την καταστροφή στην Χίο

Πολλές δεκάδες χιλιάδες γνώρισαν τους αλάλητους καημούς και τις πίκρες της προσφυγιάς, χωρίς να γίνονται ουδαμώς εμπόδιο, ούτε έγνοια στους άνδρες τους, αγωνιστές -μαχητές του Ιερού Αγώνα! ο Καραϊσκάκης ήταν αρχιστράτηγος, αλλά η γυναίκα του πέθανε πρόσφυγας στο νησί Κάλαμος της Επτανήσου. 
Ποιος μπορεί να υπολογίσει τί είδους και πόσες δοκιμασίες περνούσε, όμως δεν ειδοποίησε τον άνδρα της, να σπεύσει κοντά της. Στις 19 Αυγούστου 1825 έλαβε την πληροφορία ότι πέθανε η γυναίκα του και οι θυγατέρες του έμεναν πλέον απροστάτευτες. 
Εκείνος δεν έφυγε, μόνον έγραψε στην κυβέρνηση: «απέθανεν η σύζυγος μου και ήθελον να υπάγω να οικονομήσω τα παιδιά μου, αλλά δεν αφήνω την πατρίδα». Αυτή η βαθειά ζωντανή συνείδηση της ιερής ανάγκης του Αγώνα , που κατέπνιγε κάθε άλλη υποχρέωση, κάθε άλλον πόνο, ήταν κοινή πίστη των Ελληνίδων στο «21»!. Η βιοτική ανάγκη δεν θόλωνε τις συνειδήσεις των Ελληνίδων.

Και όταν ήρθαν οι μαύρες ώρες των εμφυλίων πολέμων στον Αγώνα του «21», όταν οι ήρωες έχαναν τους εαυτούς των, οι Ελληνίδες κράτησαν τους αγνούς πόθους τους, την πίστη τους και τη δύναμή τους και δεν βαρύνονταν με πάθη, με φιλοδοξίες ούτε με λεηλασίες, αρπαγές και εγκλήματα. Οι Ελληνίδες δεν έχασαν τους «καλούς εαυτούς των». Είναι χαρακτηριστική η επιστολή της γυναίκας του Νικηταρά στον Πρόεδρο Κουντουριώτη, με την οποία παρακαλεί και παρακινεί να σταματήσουν οι εμφύλιες διαμάχες:

«Εκλαμπρότατε Πρόεδρε κύριε Γεώργιε Κουντουριώτη, είναι δύσκολον να σας παραστήσω την λύπην της ψυχής, οπού εδοκιμάσαμεν όλοι οι ευαίσθητοι πατριώται, όταν οφθαλμοφανώς είδομεν αναμμένον τον εμφύλιον πόλεμον εις τους κόλπους της πατρίδος μας και Χριστιανούς Έλληνας να σκοτώνουν ασπλάγχνως τους αδερφούς των Χριστιανούς. Και αν αφήσω εις αλησμονησίαν την τιμήν του αίματος και τους οικείους αγώνας, μεθ’ ων εξηγοράσθη η ελευθέρα αυτή γη, την οποίαν τολμά να ξαναβάφη σήμερον με αίμα αθώων ομογενών ή ραδιουργία τινών, δεν ημπορώ κατ’ ουδένα τρόπον ούτε εγώ, ούτε άλλος καλός πατριώτης να παραβλέψωμεν τα πικρά δάκρυα τοσούτων πτωχών φαμελιών ταλανιζομένων από τόσας δυστυχίας, πενίαν πείναν, εξωτερικούς και εσωτερικούς φόβους και περιπλέον από την απελπισίαν οπού τους εμπνέει ο εμφύλιος πόλεμος. Δια τούτο παρακαλούμεν την υμετέραν εκλαμπρότητα, ίνα λάβη οίκτον φιλανθρωπίας και να απαντηθή αυτή η κακή αρχή του εμφυλίου πολέμου. Όσον δε δια την κατάχρησιν των αιτίων της δικαίας σας οργής, μείνετε βέβαιοι ότι θέλετε εύρει συμμάχους όλους τους καλούς πατριώτας, δια να παύσουν αύται αι καταχρήσεις με ειρηνικώτερον τρόπον και ούτω, να έχετε και την ευλογίαν όλου του Εθνους».

Εν Ναυπλίω τη 1η Μαρτίου 1824. η ευσεβεστάτη πατριώτισσα ΝΙΚΗΤΑΙΝΑ ΑΓΓΕΛΙΝΑ

Ο ψυχικός κόσμος της Ελληνίδας:
Την εποχή που μαίνονταν οι εμφύλιες διαμάχες και εσφάδαζε αιμόφυρτος και σκελετώδης ο αγωνιζόμενος λαός, οι Ελληνίδες συνέχιζαν να προσφέρουν τη μεγάλη γενναία απόφαση, τους αγώνες και τις θυσίες τους για ελευθερία, έναντι οιασδήποτε θυσίας. Έλαμψε στα χρόνια εκείνα το άστρο του Μεσολογγίου. 
Οι γυναίκες ήταν στο πλάι των ελεύθερων πολιορκημένων πολεμιστών, καθ’ όλη τη διάρκεια του αγώνα και μαζί τους στην έξοδο μ’ αντρίκια ρούχα, με τα παιδιά και τ’ άρματα στα χέρια. Όλες οι Ελληνίδες του Μεσολογγίου, εκτός από δεκατρείς (13) που σώθηκαν με την έξοδο, προσφέρθηκαν ολοκαύτωμα στον αγώνα του «21», ή αιχμαλωτίσθηκαν.
Αλλά και στο Μωριά η Ελληνίδα άνθεξε στην οργή του Ιμπραήμ. Συγκλονίζει κάθε ψυχή το απόσπασμα του Μακρυγιάννη: «Ανάμεσα Πάτρα και Γαστούνη, είναι ένα χωριό, το Μέγα Σπήλαιο. Έκανα κονάκι σ’ ενού παπά το σπίτι. 
Μου λέγει η παπαδιά: «Όταν ήρθαν οι Τούρκοι του Μπραήμη, εμείς ήμαστε μέσα στο βάλτο, στο νερό, τόσες ψυχές, να γλυτώσουμε. Και ήρθαν οι Τούρκοι και μας πιάσανε. Και ήταν το σώμα μας καταματωμένο απ’ τις αβδέλλες, μας φάγαν… Και τα παιδιά πεταμένα μέσα – γιομάτο το νερό, σαν μπακακάκια πλέγαν κι άλλα ζωντανά κι άλλα τελείωναν. Και μ’ έπιασαν οι Τούρκοι και με κοιμήθηκαν τριάντα οχτώ και μ’ αφάνισαν κι εμένα και τις άλλες. Διατί τα τραβήσαμεν αυτά; Δι’ αυτείνη την πατρίδα. Κι έκλαιγε με πικρά δάκρυα… Με πήρε το παράπονο κι έκλαψα κι εγώ». Τέτοια ήταν η ψυχή της Ελληνίδας του «21»! 
Ελεύθερη, αδέσμευτη, πεντακάθαρη η ψυχή της. Ό,τι κι αν υπέστη η σάρκα της, εξαγνίσθηκε η σάρκα και δέχθηκε η ψυχή της περίσσια τη Χάρη του Θεού. Ο Ιμπραήμ έκαιγε, έσφαζε, ζωγρούσε κι ατίμαζε, μα ο Μωριάς δεν έπεσε. Και οι Μανιάτισσες, όπως η Γερακάκη, η Σάββαινα, η Πανώρια Βοζίκη, η Κων/να Ζαχαριά, η Ροζάκαινα, η Ραλλού Μαυρομιχάλη, η Ελένη Λαμπροπούλου και η Ελένη Αναίπη με όπλα τα δρεπάνια του θερισμού, ξύλα και πέτρες τον Ιούνιο του 1826, κράτησαν αναμμένη τη φλόγα της ελευθερίας-όταν είχε πέσει και το Μεσολόγγι και η επανάσταση βρισκόταν στο πιο κρίσιμο σημείο – και ο Ιμπραήμ δεν πέρασε. Η Μάνη έμεινε απάτητη, ο Μωριάς και η Ελλάδα έμεινε ελεύθερη.

Και όταν ο αγώνας τελείωσε, παρά τη δραματική εξάντληση, η Ελληνίδα, η χαροκαμένη γυναίκα του απόμαχου αγωνιστή , η μαυροφορεμένη χήρα του πεσόντος μαχητή, η αλύγιστη μάνα των πεινασμένων ή, καθώς λέγονταν στη Μάνη, των μαύρων ορφανών, ξεπέρασαν τον πόνο τους και ξαναβρήκαν τη ζωτικότητα και την Πίστη στο Θεό και στο Γένος, την εμπιστοσύνη στον εαυτό τους και νοικοκύρεψαν την νεοελληνική οικογένεια και τον τόπο ετούτο τον Ελληνικό. 
Η σκέψη τους, η καρδιά τους, οι παραγωγικές ικανότητες δεν έγιναν υπόθεση φιλοπρωτίας ή πολιτικού ανταγωνισμού, αλλά έδωσαν ηθική και πνευματική θέρμη στο λαό μας. Και αυτή την παράδοση της Ελληνίδας της Τουρκοκρατίας και του εικοσιένα, ακολούθησε και η Ελληνίδα του Σαράντα.
πίνακας:«αποχαιρετισμός»

Στα χρόνια μας γίνεται πολύς λόγος για ισότητα των δύο φύλων, του άνδρα και της γυναίκας, πολύς και ποικίλος λόγος για τα δικαιώματα της γυναίκας, περισσότερος ακόμα λόγος για την εθελοντική και για την υποχρεωτική στράτευση της γυναίκας. 
Ωστόσο, περισσότερο τιμούμε την Ελληνίδα γυναίκα όταν της αναγνωρίζουμε, ομολογούμε και συνειδητοποιούμε την προσφορά της. Και η Ελληνική Ιστορία τονίζει ότι, η προσφορά και η θυσία δικαίωσε την Ελληνίδα γυναίκα. 
Η Ελληνίδα γυναίκα στην Τουρκοκρατία και στο εικοσιένα, ούτε διακηρύξεις, ούτε επίσημες κατοχυρώσεις είχε για την ισότητα των δύο φύλων και για δικαιώματα! Είχε όμως αφάνταστα εκπληκτική ευαισθησία για τις υποχρεώσεις της στην Ορθόδοξη Χριστιανική Πίστη και στην Ελλάδα. Έτσι μεγαλούργησε, δικαιώθηκε ενώπιον Θεού και των γενεών των επομένων ανθρώπων και άνοιξε δρόμο για τις επερχόμενες γενεές και για την δική μας: Το δρόμο της προσφοράς, του χρέους, της θυσίας.
Οπωσδήποτε από κάπου άντλησε δύναμη η Ελληνίδα της Τουρκοκρατίας και του Εικοσιένα. Δεν άντλησε δύναμη από την… απελπισία, όπως γράφει κάποιος σύγχρονος ιστορικός. Ούτε από ανθρώπινες διακηρύξεις δικαιωμάτων, από Καταστατικά και νόμους ανθρώπων. 
Ούτε μόνον από τον πόθο της ελευθερίας πορίσθηκε τόση καρτερία και τόση δύναμη. Άντλησε η Ελληνίδα δύναμη από ψηλότερα, από την Κυρά του Γένους, την Παναγία! Ένας Γάλλος περιηγητής, ο Francois Richard, σε χρονικό του που κυκλοφόρησε το 1657 στο Παρίσι, έγραψε ότι η εγκαρτέρηση, η αισιοδοξία, η ευτυχία των Ελλήνων, οφείλονταν στη λατρεία που τρέφουν στην Παναγία: 
«Σ’ όλα τα σπίτια, βλέπεις εικόνες της Παναγίας. Είναι ο φρουρός, ή καλύτερα η νοικοκυρά του σπιτιού. Σ’ αυτή την εικόνα στρέφουν το βλέμμα, όταν τους συμβή κάτι κακό, ικετεύοντας τη βοήθεια της». 
Δημιούργησε και αυτή την παράδοση η Ελληνίδα της Τουρκοκρατίας και του Εικοσιένα: την παράδοση της κυράς του Γένους, που συνδέει τον εθνικό βίο των Ελλήνων στενά, με την Παναγία Θεοτόκο. Γι’ αυτό και είναι απίστευτος ο αριθμός των ναών της Παναγίας στην Ελλάδα. 
Γι’ αυτό και ονόμασε την Παναγία Θρηνωδούσα, Ξεσκλαβώτρα, Φιλέρημη, Χιλιαρμενίτισα, Ελευθερώτρια, Οδηγήτρια, Παναγιά Χιλιάρμενη, Παναγιά Αρβανίτισσα και Παναγιά Αρμάδα. Από την Παναγία αντλούσε παρηγοριά και δύναμη η Ελληνίδα της πολυστένακτης δουλείας και του πολυαίμακτου αγώνα της Ελευθερίας. Και εκεί κατηύθυνε το Γένος να προσβλέπει, να ελπίζει και να σώζεται. Η Ελληνίδα έκανε την Παναγία φιλέλληνα!

Γι’ αυτή την προσφορά και την παράδοση της Ελληνίδας στην Τουρκοκρατία και στο «21» ο καθένας αξίζει να επαναλαμβάνει συνειδητά τους στίχους του εθνικού μας ποιητή:

«Ψυχή μεγάλη και γλυκειά, μετά χαράς σ’ το λέω:
Θαυμάζω τες γυναίκες μας και στ' όνομά τους μνέω».

*******
  • πηγή: Από το βιβλίο του Ιωάννου Ν. Παπαιωάννου, φιλολόγου-ιστορικού, Εκπαιδευτικού Μ.Ε., «Ιστορικές γραμμές» Τόμος Γ” (Λάρισα 1983. Σελίδες 27 – 43.)
  • Επιμέλεια: Μοναχή Θεοδοσία, Κωνσταντίνας Κυριακούλη, Ιωάννου Τρίτου.
  • Ηλεκτρονική πηγή κειμένου: http://www.orp.gr/?p=3902
  • Εικόνες: από agiasofia.com, kolivas.de, Διακόνημα και google images
  • Επιμέλεια ανάρτησης: ιστολόγιο “Αντέχουμε…”

Saturday, 23 March 2024

23ης Μαρτίου 1821: Η απελευθέρωση της Καλαμάτας

    Επαναστατικός αναβρασμός επικρατούσε στη Μάνη τον Μάρτιο του 1821. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης βρισκόταν στην Καρδαμύλη και οι Φιλικοί είχαν κάμψει τις αντιρρήσεις του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη για το άκαιρο του ξεσηκωμού.
    Στα μέσα του μηνός ένα πλοίο φορτωμένο με πολεμοφόδια, σταλμένο από τους Φιλικούς της Σμύρνης, φθάνει στο λιμάνι του Αλμυρού, έξω από την Καλαμάτα. Ο Νικηταράς και ο Αναγνωσταράς με τους άνδρες τους αναλαμβάνουν να μεταφέρουν το πολύτιμο φορτίο σε ασφαλές μέρος.

    Οι οθωμανικές αρχές της Καλαμάτας πληροφορούνται το γεγονός και ενεργώντας αφελώς ζητούν να μάθουν από τους προκρίτους το περιεχόμενο του φορτίου και γιατί συνοδεύεται από ενόπλους. Αυτοί τους απαντούν ότι οι ένοπλοι είναι χωρικοί που συνοδεύουν φορτία λαδιού για το φόβο των ληστών. Ο βοεβόδας της Καλαμάτας Σουλεϊμάν αγάς Αρναούτογλου πείθεται και ζητά τη βοήθεια των Μανιατών, που στέλνουν στην πόλη 150 άνδρες, υπό τον Ηλία Μαυρομιχάλη (20 Μαρτίου).

    Από τις 17 Μαρτίου, όμως, οι πρόκριτοι της Μάνης, υπό την αρχηγία του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, είχαν υψώσει τη σημαία της επανάστασης στην Τσίμοβα, σημερινή Αρεόπολη της Λακωνίας. Ο παπάς του χωριού όρκισε και ευλόγησε τα όπλα των καπεταναίων και των παλικαριών τους στην Εκκλησία των Ταξιαρχών. Οι ατίθασοι Μανιάτες ξεκίνησαν την Επανάσταση, οκτώ μέρες πριν από τη συμβατική της έναρξη.

    Αμέσως μετά, ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης και ο Γιατράκος ξεκινούν για τον Μιστρά και τη Μονεμβασιά, ενώ ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης με 2.000 άνδρες για την Καλαμάτα. Εν τω μεταξύ, στο άλλο άκρο της Πελοποννήσου σημειώνεται η πρώτη επαναστατική ενέργεια του Αγώνα, με την πολιορκία των Καλαβρύτων (21 Μαρτίου), την οποία υπερασπίζεται για λογαριασμό των Οθωμανών ένας άλλος Αρναούτογλου, ο Ιμπραήμ.

    Οι Μανιάτες φθάνουν έξω από την Καλαμάτα στις 22 Μαρτίου και καταλαμβάνουν τους γύρω λόφους. Τότε μόνο ο αγάς της πόλης κατανοεί τι συμβαίνει. Είναι αργά για να διαφύγει στην Τριπολιτσά, καθώς η Καλαμάτα είναι ολόγυρα αποκλεισμένη και αποφασίζει να αντιτάξει άμυνα με τους Τούρκους της πόλης. Όταν το πρωί της 23ης Μαρτίου 1821 οι επαναστάτες εισέρχονται στην Καλαμάτα, ο Ηλίας Μαυρομιχάλης ζητά από τον Αρναούτογλου να παραδοθεί, τονίζοντάς του το μάταιο της προσπάθειάς του.

    Πράγματι, ο αγάς παραδίδει στους επαναστάτες με πρωτόκολλο την πόλη και τον τουρκικό οπλισμό. Το μεσημέρι, μπροστά από την εκκλησία των Αγίων Αποστόλων και μέσα σε πανηγυρική ατμόσφαιρα, οι ιερείς ευλογούν τις σημαίες και ορκίζουν τους αγωνιστές.

Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Sunday, 4 February 2024

4 Φεβρουαρίου 1843: «Ο Κολοκοτρώνης πέθανε!»

    Ένα πρωινό του 1843, μία θλιβερή είδηση σκίασε τις ψυχές των Ελλήνων: «Ο Κολοκοτρώνης πέθανε!»

    Με μιας, τα πάντα σταμάτησαν να λειτουργούν. Τα Υπουργεία, οι Υπηρεσίες, το Πανεπιστήμιο, τα σχολεία, τα καταστήματα. Τα πάντα. Σε όλη τη χώρα έσπευδαν στις εκκλησίες να προσευχηθούν και λαϊκοί μουσικοί με τις τσαμπούνες τους, "έκλαιγαν" με τον δικό τους τρόπο. Παλιοί αγωνιστές, υπέργηροι πλέον, ζώστηκαν με τα άρματά τους, φόρεσαν τις καλές τους φορεσιές και μαζί με χιλιάδες άλλους Αθηναίους συγκεντρώθηκαν γύρω από την κατοικία του Κολοκοτρώνη.
    Ο Γέρος του Μωριά πέθανε! Δεν μπορούσαν να το πιστέψουν, γιατί λογίζονταν άτρωτος στο εχθρικό βόλι και αλύγιστος απέναντι στον Χάρο. Πρώτος στις μάχες με γυμνό το σπαθί του, να ενθαρρύνει τους συντρόφους του και να τους καθοδηγεί με έξυπνους στρατηγικούς σχεδιασμούς. Κατατρόπωσε τους Τούρκους στο Βαλτέτσι, στην Τριπολιτσά, στα Δερβενάκια και αλλού. Πρώτος στην προσπάθεια να αμβλυνθούν οι αντιθέσεις μεταξύ των Ελλήνων και μη διστάζοντας να υποχωρεί εις βάρος των δικών του συμφερόντων και των συμφερόντων των ανθρώπων του.

    Η πολεμική ιαχή "Κολοκοτρώνης πολεμά!", ανάλογη της ιαχής "Αέρα!" του 1940, έδινε ορμή στη μαχητικότητα των Ελλήνων και προκαλούσε τρόμο στους Τούρκους, που μόνο με το άκουσμα του ονόματός του ένοιωθαν ανασφάλεια.

    Ωστόσο, η Ελλάδα "ευγνωμονούσα" τον οδήγησε σε δίκη, τον καταδίκασε σε θάνατο, τον φυλάκισε δύο φορές, δολοφόνησε άνανδρα τον γιό του Πάνο, για να τον δικαιώσει μετά την ενηλικίωσή του ο Όθωνας, ο οποίος τον τίμησε με τον βαθμό του στρατηγού και τα αξιώματα του Συμβούλου της Επικρατείας και του Αυλάρχη.

    Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, διαισθανόμενος, ίσως, τον θάνατό του, λίγους μήνες πριν επισκέφθηκε για τελευταία φορά τη γενέτειρά του και συνάντησε όσους από τους παλιούς συναγωνιστές του ζούσαν ακόμα. Με χειραψίες και ασπασμούς "συγχωρέθηκε" με όλους. Πήγε, επίσης, στην Ύδρα και αντάλλαξε ασπασμό συγνώμης με τον Κουντουριώτη, που τον είχε φυλακίσει στο Μοναστήρι του Προφήτη Ηλία στο νησί.
https://www.youtube.com/watch?v=Dh_Ys0AMd6A
https://youtu.be/Dh_Ys0AMd6A?si=9Rk4KPQyU33r8tBj
    Επισκέφθηκε, ακόμα, τον περίφημο Σχινά, ο οποίος ως Υπουργός Δικαιοσύνης επί Αντιβασιλείας των Βαυαρών, εκβίαζε για τη θανατική του καταδίκη, όταν οι δικαστές Πολυζωίδης και Τερτσέτης τίμησαν με την στάση τους την έννοια του δικαίου και σεβάστηκαν την προσφορά ενός κορυφαίου αγωνιστή για την κατάκτηση της ελευθερίας.

    Τις τελευταίες ημέρες της ζωής του ο Κολοκοτρώνης ένοιωθε ευτυχισμένος. Στις 31 Ιανουαρίου 1843 έγιναν οι γάμοι του γιού του Κολίνου με τη Ραλλού, θυγατέρα του άλλοτε ηγεμόνα της Βλαχίας Καρατζά. Τότε είπε ότι, "συμπεθέριεψε η κάπα με τη γούνα!" και χόρεψε, με κέφι, δημοτικούς χορούς.

    Το ίδιο έκανε λίγες ημέρες αργότερα σε δεξίωση που δόθηκε στο παλάτι, όπου με αφάνταστο κέφι έφαγε, ήπιε και χόρεψε λεβέντικα το τσάμικο και άλλους ελληνικούς χορούς. Την άλλη ημέρα το πρωί ξεψύχησε, ήρεμα, στο κρεβάτι του.

    Η κηδεία του ήταν ένα παλλαϊκό προσκύνημα. Τοποθετήθηκε στο φέρετρο με τη μεγάλη στολή του στρατηγού και με τσαρούχια στα πόδια, ενώ κάτω από αυτά ήταν τοποθετημένη μία τσαλακωμένη τουρκική σημαία. Γύρω από το φέρετρο βρίσκονταν όλοι οι εν ζωή εναπομείναντες συμπολεμιστές του και μεταξύ αυτών οι Γιατράκος, Δεληγιάννης, Κουντουριώτης, Μακρυγιάννης, Παλαμίδης και άλλοι.

Όταν το φέρετρο έβγαινε από τον Ι. Ναό της Αγίας Ειρήνης στην Πλάκα, ο κόσμος, κλαίγοντας, φώναξε πολλές φορές την ιαχή των μαχών στον Μωριά "Κολοκοτρώνης πολεμά και Τούρκο δεν φοβάται!!!".

πηγή
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Monday, 24 April 2023

Ιστορικά: 24 Απριλίου 1821, ο μαρτυρικός θάνατος του Αθανασίου Διάκου

Από τους πρωτεργάτες του εθνικού ξεσηκωμού στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα και ήρωας της μάχης της Αλαμάνας.
    O Αθανάσιος Διάκος γεννήθηκε το 1788 στην Άνω Μουσουνίτσα της Φωκίδας (σημερινός Αθανάσιος Διάκος) και κατ’ άλλους στη γειτονική Αρτοτίνα, απ’ όπου καταγόταν η μητέρα του. Το πραγματικό του όνομα ήταν Αθανάσιος Γραμματικός.
    Ο πατέρας του, Νικόλαος Γραμματικός, γνωστός στην περιοχή με το παρατσούκλι «ψυχογιός», μη μπορώντας να αντέξει τα βάρη της πολυμελούς οικογένειάς του, τον έστειλε δόκιμο μοναχό στο κοντινό μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου Προδρόμου, σε ηλικία 12 ετών. Πέντε χρόνια αργότερα χειροτονήθηκε διάκονος, αλλά γρήγορα εγκατέλειψε την καλογερική, όταν σκότωσε ένα Τούρκο αγά, επειδή, σύμφωνα με κάποια παράδοση, αυτός του έθιξε τον ανδρισμό του, θαμπωμένος από την ομορφιά του.
    Ο νεαρός Αθανάσιος εντάχθηκε ως πρωτοπαλίκαρο στο σώμα του οπλαρχηγού Γούλα Σκαλτσά, συνεχίζοντας την οικογενειακή παράδοση, καθώς ο παππούς και ο θείος του είχαν διατελέσει κλέφτες. Τότε έλαβε και το προσωνύμιο Διάκος, με το οποίο έγινε γνωστός και έμεινε στην ιστορία.
    Το 1814 πήγε στα Ιωάννινα και εντάχθηκε στη σωματοφυλακή του Αλή Πασά, της οποίας επικεφαλής ήταν ο Οδυσσέας Ανδρούτσος. Όταν ο Ανδρούτσος διορίστηκε αρχηγός στο αρματολίκι της Λιβαδειάς, ο Διάκος τον ακολούθησε. Μετά την αποχώρηση του Ανδρούτσου, ο Διάκος ανακηρύχθηκε καπετάνιος του καζά (θρησκευτικού λειτουργού) της πόλης τον Οκτώβριο του 1820, ενώ την ίδια περίοδο μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία.
    Στις 27 Μαρτίου 1821, ο Αθανάσιος Διάκος πρωτοστατεί στην κήρυξη της Επανάστασης στην Ανατολική Στερεά (Μονή Οσίου Λουκά), μετά από συνεννόηση με τους Αχαιούς, που είχαν επαναστατήσει μία εβδομάδα νωρίτερα. Έχοντας λάβει την άδεια του βοεβόδα της Λιβαδειάς Χασάν Αγά, κατορθώνει να στρατολογήσει 5.000 χωρικούς, με πρόσχημα την απόκρουση του Ανδρούτσου.
    Στις 30 Μαρτίου, η Λιβαδειά πέφτει στα χέρια των επαναστατών και στη συνέχεια ο Διάκος οργανώνει την κατάληψη της Αταλάντης (31 Μαρτίου) και της Θήβας (1 Απριλίου), ενώ λίγο αργότερα κυριεύει το ισχυρό φρούριο της Μπουδουνίτσας (Μενδενίτσας). Ακολούθως, επιχειρεί να καταλάβει το Ζητούνι (Λαμία), το διοικητικό κέντρο της περιοχής και το Πατρατζίκι (Υπάτη), χωρίς, όμως, επιτυχία, καθότι ο τοπικός οπλαρχηγός Μήτσος Κοντογιάννης αρνείται να βοηθήσει, επειδή θεωρεί άκαιρο τον ξεσηκωμό.

    Η Οθωμανική διοίκηση θορυβείται από τον ξεσηκωμό των ραγιάδων και διατάσσει τον Ομέρ Βρυώνη και τον Κιοσέ Μεχμέτ να καταστείλουν την Επανάσταση, τόσο στη Ρούμελη, όσο και στην Πελοπόννησο. Στις 17 Απριλίου οι δυο πασάδες με 8.000 άνδρες στρατοπεδεύουν στο Λιανοκλάδι, λίγα χιλιόμετρα έξω από τη Λαμία.
    Ο κίνδυνος είναι μεγάλος για τους επαναστατημένους Έλληνες. Οι οπλαρχηγοί της περιοχής συσκέπτονται στο χωριό Καμποτάδες (20 Απριλίου) και αποφασίζουν και υπερασπιστούν όλες τις διαβάσεις του Σπερχειού (Αλαμάνας), ώστε να αποκόψουν την πρόσβαση των Τούρκων προς τα Σάλωνα (Άμφισσα) και τη Λιβαδειά.
    Το πρωί της 23ης Απριλίου οι Τούρκοι επιτίθενται ταυτόχρονα σε όλο το εύρος του ελληνικού μετώπου. Ο Διάκος υπερασπίζεται με τους λιγοστούς άνδρες του το ξύλινο γεφύρι της Αλαμάνας. Μάχεται ηρωικά, τραυματίζεται και τελικά συλλαμβάνεται αιχμάλωτος.

    Ο επίλογος της μάχης της Αλαμάνας γράφεται την επόμενη ημέρα (24 Απριλίου). Ο τραυματισμένος Αθανάσιος Διάκος μεταφέρεται σιδηροδέσμιος στη Λαμία. Οι Οθωμανοί του προτείνουν να προσκυνήσει και να συνεργαστεί μαζί τους. Ο Διάκος υπερήφανα αρνείται: «Εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θελ’ να πεθάνω» φέρεται να τους απάντησε.
    Ο ελληνικής καταγωγής Ομέρ Βρυώνης δεν θέλησε να τον σκοτώσει, αφού τον γνώριζε πολύ καλά από την αυλή του Αλή Πασά και εκτιμούσε τις ικανότητές του. Επέμενε, όμως, ο Χαλήλμπεης, σημαίνων Τούρκος της Λαμίας, ο οποίος έπεισε τον Κιοσέ Μεχμέτ, ιεραρχικά ανώτερο του Ομέρ Βρυώνη, ότι ο Διάκος θα έπρεπε να τιμωρηθεί παραδειγματικά, επειδή είχε σκοτώσει πολλούς Τούρκους.
Η ποινή που του επιβλήθηκε ήταν θάνατος διά ανασκολοπισμού και εκτελέστηκε την ίδια μέρα. Προτού ξεψυχήσει ο Διάκος λέγεται ότι αναφώνησε το αυτοσχέδιο τετράστιχο:
Για ιδές καιρό που διάλεξε
ο χάρος να με πάρει
τώρα π' ανθίζουν τα κλαδιά
και βγάζει η γης χορτάρι

Ο μαρτυρικός θάνατος του Διάκου συγκλόνισε και ταυτόχρονα εμψύχωσε τους αγωνιστές. Η ζωή του και η μαρτυρική του θυσία ενέπνευσαν τη λαϊκή μούσα...
Ο Θάνατος του Διάκου
Πολλή μαυρίλα πλάκωσε, μαύρη σαν καλιακούδα,
καν ο Καλύβας έρχεται, καν ο Λεβεντογιάννης.
-Ουδ' ο Καλύβας έρχεται, ουδ' ο Λεβεντογιάννης,
Ομέρ-Βρυώνης πλάκωσε με δεκοχτώ χιλιάδες.

Ο Διάκος σαν τ'αγρίκησε, πολύ του κακοφάνη,
ψιλή φωνή ν' εσήκωσε, τον πρώτο του φωνάζει:
- Το στράτευμά μου σύναξε, μάσε τα παληκάρια,
δωσ' τους μπαρούτη περισσή και βόλια με τις φούχτες
γλήγορα και να πιάσωμε κάτω στην Αλαμάνα,
όπου ταμπούρια δυνατά έχει και μετερίζια.

Επήραν τ' αλαφρά σπαθιά και τα βαριά τουφέκια,
στην Αλαμάναν' έφτασαν κι' έπιασαν τα ταμπούρια.
-Καρδιά, παιδιά μου, φώναξε, παιδιά μη φοβηθήτε,
ανδρεία ωσάν Έλληνες, ωσάν Γραικοί σταθήτε!

Εκείνοι εφοβήθηκαν κι' εσκόρπισαν στους λόγγους.
Έμειν' ο Διάκος στη φωτιά με δεκοχτώ λεβέντες,
τρεις ώρες επολέμαε με δεκοχτώ χιλιάδες.

Σκίστηκε το τουφέκι του κι' εγίνηκε κομμάτια,
και το σπαθί του έσυρε και στη φωτιά ν' εμπήκε,
έκοψε Τούρκους άπειρους κι' εφτά μπουλουκμπασάδες.
Πλην το σπαθί του έσπασε ν'απάν' από τη χούφτα
κι' έπεσ' ο Διάκος ζωντανός εις των εχθρών τα χέρια.
Χίλιοι τον πήραν απ' εμπρός και δυο χιλιάδες πίσω.

Κι' Ομέρ Βριώνης μυστικά στο δρόμο τον ερώτα:
- Γένεσαι Τούρκος, Διάκο μου, την πίστη σου ν' αλλάξης,
να προσκυνάς εις το τζαμί, την εκκλησιά ν' αφήσης;
Κι' εκείνος τ' απεκρίθηκε και με θυμό του λέει:
-Πάτε κι' εσείς και' η πίστη σας, μουρτάτες να χαθήτε,
εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θελ' απεθάνω.
Αν θέλετε χίλια φλωριά και χίλιους μαχμουτιέδες,
μόνο πέντ' έξι ημερών ζωή να μου χαρίστε,
όσο να φτάσ' ο Οδυσσεύς και ο Θανάσης Βάγιας.

Σαν τ' άκουσ' ο Χαλίλμπεης με δάκρυα φωνάζει:
-Χίλια πουγγιά σας δίνω 'γω κι' ακόμα πεντακόσια,
το Διάκο να χαλάσετε, το φοβερό τον κλέφτη,
ότι θα σβήση την Τουρκιά και όλο το Δοβλέτι.

Το Διάκο τον επήρανε και στο σουβλί τον βάλαν,
Ολόρθο τον εστήσανε, κι' αυτός χαμογελούσε.
Την πίστη τους τους έβριζε, τους έλεγε μουρτάτες.
- Εμέν' αν εσουβλίσετε , ένας Γραικός εχάθη
ας είν' καλά ο Οδυσσεύς κι' ο καπιτάν Νικήτας,
αυτοί θα κάψουν την Τουρκιά κι' όλο σας το Δοβλέτι.

Η Πελοποννησιακή παραλλαγή του τραγουδιού
Τρεις περδικούλες κάθουνται στου Διάκου το ταμπούρι,
μίνια τηράει τη Λειβαδιά κι' άλλη το Καρπενήσι,
η Τρίτη νη καλύτερη μοιρολογάει και λέει:

- Πολλή μαυρίλα ν' έρχεται στου Διάκου το ταμπούρι
καν ο Καλύβας έρχεται, καν ο Λεβεντογιάννης.
- Μήτε ο Καλύβας έρχεται μητ' ο Λεβεντογιάννης,
Ομέρ Βριγιώνης, το σκυλί, με δεκοχτώ χιλιάδες.

Και ο σεΐζης του μιλάει του Διάκου και του λέει:
- Διάκο, πάμε να φύγουμε, πάμε στην Αλασσόνα,
π' εκεί είν' ο τόπος δυνατός, ταμπούρια για να πιάσ' με
τ' ασκέρια σου κιοτέψανε και πήρανε τους λόγγους.

Κι' έμειν' ο Διάκος μοναχός, με δεκοχτώ νομάτους,
τρεις ημερούλες πολεμάει και τρία μερονύχτια.
Εμαύρισε κι' αράχνιασε, σα μαύρη καλιακούδα,
απ' τις μπαρούτες τις πολλές κι' απ'τα πολλά τα σμπάρα.

Τσακίστη το ντουφέκι του απ'τα πολλά ντουφέκια,
το 'σπασε το σπαθάκι του απάν' από τη χούφτα,
τότε τον πιάσαν ζωντανόν κειν' τα κοντοτουρκάκια.

Κι' ο Ομέρ-Βριγιώνης, το σκυλί, του Διάκου πάει και λέει:
- Διάκο, Τούρκος δε γένεσαι, πασά για να σε κάνω;
- Τι λες, μωρέ βρωμόσκυλο, τι λες, μωρέ μουρτάτη;
εγώ γραικός γεννήθηκα, γραικός θέλα πεθάνω.

Τότε τον βάλαν στο σουγλί και παν να τόνε ψήσουν,
κι' ο Διάκος ετραγούδαγε της άνοιξης τραγούδι:
- Για ιδές καιρό που διάλεξε ο Χάρος να με πάρη,
τώρα το Μάη, την άνοιξη, π' ανοίγουν τα λουλούδια!

© SanSimera.gr
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Saturday, 25 March 2023

Καπετάνισσα Μπουμπουλίνα: H μοναδική στην παγκόσμια ναυτική ιστορία γυναίκα-ναύαρχος

Η Καπετάνισσα Μπουμπουλίνα ξέφευγε από τα γυναικεία πρότυπα της εποχής της. Μεγαλωμένη στη θάλασσα, από νωρίς εκδήλωσε την αγάπη της για τα πλοία και τα ταξίδια. Η μυθιστορηματική ζωή της, από τη γέννηση της ακόμη, ήταν γεμάτη περιπέτειες που σφυρηλάτησαν το χαρακτήρα της, ένα χαρακτήρα ανεξάρτητο, δυναμικό, αγωνιστικό. Καπετάνισσα, λοιπόν, όχι μόνο στα πλοία, αλλά και στην ίδια της τη ζωή. Γεννήθηκε γεννήθηκε στις φυλακές της Κωνσταντινούπολης στις 11 Μαΐου του 1771, ορφανή από πατέρα, έμεινε δύο φορές χήρα και με μεγάλη περιουσία την οποία διαχειρίστηκε με πολλή ευστροφία και κατάφερε να την αυξήσει. Γεύτηκε συχνά το φθόνο των συμπατριωτών της και γι’ αυτό αντιμετώπισε πολλές δυσκολίες, τις οποίες πάντα ξεπερνούσε.
Σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες προφορικές μαρτυρίες, το 1819 στην Κωνσταντινούπολη μυήθηκε στη Φιλική Εταιρία. Μετά την έκρηξη της Επανάστασης από τους πρώτους συμμετείχε ενεργά, προσφέροντας χρήματα και πολεμοφόδια και διαθέτοντας τα πλοία της στην υπηρεσία του Αγώνα. Η μεγαλύτερη απώλεια ήταν ο θάνατος του πρωτότοκου γιου της (από τον πρώτο της γάμο) Γιάννου Γιάννουζα, στα τέλη Απριλίου του 1821,σε μια συμπλοκή με τους Τούρκους έξω από το Άργος. Η Μπουμπουλίνα έλαβε μέρος με το πλοίο της «Αγαμέμνων» στην πολιορκία του Ναυπλίου και μετά την απελευθέρωσή του εγκαταστάθηκε εκεί σε οίκημα που της παραχώρησε η επαναστατική κυβέρνηση.

«Από της εμφανίσεώς της εις τον Αργολικόν, επί ιδίου πλοίου δια την πολιορκίαν του Ναυπλίου, και έπειτα εις το Αργος» γράφει ο Διονύσιος Κόκκινος, «η φυσιογνωμία της Μπουμπουλίνας καθίσταται η αμαζόνιος διακόσμησις του πολεμικού πίνακος του 1821. Η δόξα της, που έφτασε μέχρι της εκπλήκτου δια την δράσιν της Ευρώπης, οφείλεται εις πραγματικάς πολεμικάς πράξεις.»

Το Σεπτέμβριο του 1821 βρέθηκε στο στρατόπεδο του Κολοκοτρώνη στην Τρίπολη και μπήκε από τους πρώτους στην πόλη. Η εκεί συμπεριφορά της προξένησε σχόλια για αρπαγή κοσμημάτων από τις γυναίκες του χαρεμιού με υπόσχεση την ασφάλεια της ζωής τους.
Ο πρωταγωνιστικός της ρόλος δεν την άφησε αμέτοχη στις εμφύλιες διαμάχες, κατά τις οποίες υποστήριξε τους στρατιωτικούς και το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, με τον οποίο είχε συγγενέψει, μετά το γάμο της κόρης της Ελένης Μπούμπουλη με τον Πάνο Κολοκοτρώνη.

Η φιλοπατρία υπερισχύει όλων των άλλων συναισθημάτων της, δηλαδή της πικρίας της από τις έριδες των πολιτικών και την έκβαση του αγώνα. Και ενώ κάνει πάλι προετοιμασίες, για να λάβει μέρος στο αγώνα εναντίον του Ιμπραήμ, έρχεται το αναπάντεχο τέλος της. Η ηλιοκαμένη κόρη της θάλασσας πέφτει νεκρή από σπετσιώτικο βόλι, στις 22 Μαΐου 1825, στο σπίτι του πρώτου της άνδρα, του Γιάννουζα. 
Αιτία; Μια λογομαχία της με άτομα από την οικογένεια της Κούτση Ευγενίας, αγαπημένης του γιου της Μπουμπουλίνας. Άδοξο και τραγικό λοιπόν το τέλος αυτής της γυναίκας που μέσα της ξεχείλιζε, πιο ισχυρή από όλα τα άλλα, η αγάπη της για την πατρίδα. 

Tuesday, 17 May 2022

Κατεβάστε δωρεάν 52 βιβλία για την Επανάσταση του 1821 (PDF)

Κλικάρετε απλώς στους συνδέσμους:
Τρικούπη Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως (1)

Τρικούπη Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως (2)

Τρικούπη Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως (3)

Τρικούπη Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως (4)

Γιάννης Κορδάτος , Η Κοινωνική σημασία της Ελλ.Επαναστάσεως

Απομνημονεύματα της δευτέρας πολιορκίας του Μεσολογγίου (1825-1826)

Μακρυγιάννη-Απομνημονεύματα

Χέρτσβεργ-Ιστορία της ελληνικής επαναστάσεως (1)

Χέρτσβεργ-Ιστορία της ελληνικής επαναστάσεως (2)

Χέρτσβεργ-Ιστορία της ελληνικής επαναστάσεως (3)

Χέρτσβεργ-Ιστορία της ελληνικής επαναστάσεως (4)

ΦΩΤΑΚΟΥ-Απομνημονεύματα

Τα Απομνημονεύματα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη

Π. Πατρών.Γερμανού- Υπομνήματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως της Ελλάδος Από του 1820 μέχρι του 1823

Ν.Σπηλιάδης-τΓ

Περραιβός, Χριστόφορος, Απομνημονεύματα πολεμικά

Οι Έλληνες της διασποράς – Βουλή των Ελλήνων

Ανδρέας Μιαούλης – Υπόμνημα Βασιλικού Ναυτικού

ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΣ – ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΑΡΧΙΑ

AΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ – ΑΝΕΚΔΟΤΑ

Ιωάννης Φιλήμων – Δοκίμιον Φιλικής Εταιρείας

ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΠΕΡΑΙΒΟΣ – ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΡΗΓΑ ΦΕΡΑΙΟΥ

ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΠΕΡΑΙΒΟΣ – ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗ ΠΑΡΓΑΣ

ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΠΕΡΑΙΒΟΣ – ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΣΟΥΛΙΟΥ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΕΝΕΚΟΣ – ΚΩΛΕΤΗΣ

Τρύφων Ευαγγελίδης – Ιστορία του Αλή πασά

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ – ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ (1453-1669)

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ – ΑΠ. ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ – Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Ιστορία του Ελληνικού Έθνους – Εκδοτική Αθηνών. Τόμος 10 (1453-1669)

Ιστορία του Ελληνικού Έθνους – Εκδοτική Αθηνών. Τόμος 11 – (1669-1821)

Φίνλευ Γεώργιος -Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης-Τόμος Α’

Φίνλευ Γεώργιος -Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης-Τόμος Β’

Τάκης Σταματόπουλος – Ο εσωτερικός αγώνας του 1821

Τάκης Σταματόπουλος – Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός χωρίς θρύλο.

Νικόλαος Σπηλιάδης – Απομνημονεύματα -Α

Νικόλαος Σπηλιάδης – Απομνημονεύματα – Β

Ιωάννου Φιλήμονος – Δοκίμιον ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως – Γ

Κωνσταντίνου Σάθα – Τουρκοκρατούμενη Ελλάς – Ιστορικόν δοκίμιον

Ιστορία των Αθηναίων : Τουρκοκρατία : Περίοδος πρώτη, 1458-1687 / Δημητρίου Γρ. Καμπούρογλου, εκδίδοται υπό Αλεξάνδρου Παπαγεωργίου.

Αρματωλοί και κλέφτες (1453-1821) / Δ. Γρ. Καμπούρογλου.

Τα κατά την αναγέννησιν της Ελλάδος, ήτοι συλλογή των περί την αναγεννωμένην Ελλάδα συνταχθέντων πολιτευμάτων, νόμων και άλλων επισήμων πράξεων από του 1821 μέχρι τέλους του 1832 / εκδιδόντος Aνδρέου Ζ. Μαμούκα.

Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος κατά την Ε’. Εθνικήν Συνέλευσιν / εκδιδόμενον νυν το πρώτον υπό Ανδρέου Ζ. Μάμουκα, δαπάνη Π. Β. Μελαχούρη τυπογράφου.

Η βιογραφία του στρατηγού Γεωργίου Καραϊσκάκη / Υπό του ιδιαιτέρου γραμματέως του Δ. Αινιάνος.

Απομνημονεύματα της δευτέρας πολιορκίας του Μεσολογγίου 1825-1826 /Σπυρομίλιου, εκδίδονται υπό Ιω. Βλαχογιάννη, πατριωτική χορηγία Εμ. Α. Μπενάκη.Αθήναι :[Τυπογραφείον Σ. Κ. Βλαστού],1926.

Αρχείον του στρατηγού Ιωάννου Μακρυγιάννη.

Ενθυμήματα στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821-1833 : προτάσσεται ιστορία του Αρματωλισμού / Νικολάου Κ. Κασομούλη, εισαγωγή και σημειώσεις υπό Γιάννη Βλαχογιάννη.

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΤΟΜΟΣ 01

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΤΟΜΟΣ 02

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΤΟΜΟΣ 03

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΤΟΜΟΣ 04

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΤΟΜΟΣ 05

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΤΟΜΟΣ 06


πηγή
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki