Showing posts with label Δημοτικά Τραγούδια. Show all posts
Showing posts with label Δημοτικά Τραγούδια. Show all posts

Saturday, 27 April 2024

Μακρυγιάννης: Ο Ήλιος εβασίλεψε...

Το τραγούδι το έγραψε ο Γιάννης Μακρυγιάννης, όταν έβλεπε τους Τούρκους να σκοτώνουν τους Έλληνες στην Αθήνα.
.Ο Ήλιος εβασίλεψε,
-Έλληνα μου, βασίλεψε-
και το Φεγγάρι εχάθη
κι ο καθαρός Αυγερινός που πάει κοντά την Πούλια,
τα τέσσερα κουβέντιαζαν και κρυφοκουβεντιάζουν.
Γυρίζει ο Ήλιος και τους λέει, γυρίζει και τους κρένει:
«Εψές οπού βασίλεψα πίσου από μια ραχούλα,
άκ' σα γυναικεία κλάματα κι αντρών τα μοιργιολόγια
γι' αυτά τα 'ρωικά κορμιά στον κάμπο ξαπλωμένα,
και μες στο αίμα το πολύ είν' όλα βουτημένα.
Για την πατρίδα πήγανε στον Αδη, τα καημένα».

Monday, 24 April 2023

Ιστορικά: 24 Απριλίου 1821, ο μαρτυρικός θάνατος του Αθανασίου Διάκου

Από τους πρωτεργάτες του εθνικού ξεσηκωμού στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα και ήρωας της μάχης της Αλαμάνας.
    O Αθανάσιος Διάκος γεννήθηκε το 1788 στην Άνω Μουσουνίτσα της Φωκίδας (σημερινός Αθανάσιος Διάκος) και κατ’ άλλους στη γειτονική Αρτοτίνα, απ’ όπου καταγόταν η μητέρα του. Το πραγματικό του όνομα ήταν Αθανάσιος Γραμματικός.
    Ο πατέρας του, Νικόλαος Γραμματικός, γνωστός στην περιοχή με το παρατσούκλι «ψυχογιός», μη μπορώντας να αντέξει τα βάρη της πολυμελούς οικογένειάς του, τον έστειλε δόκιμο μοναχό στο κοντινό μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου Προδρόμου, σε ηλικία 12 ετών. Πέντε χρόνια αργότερα χειροτονήθηκε διάκονος, αλλά γρήγορα εγκατέλειψε την καλογερική, όταν σκότωσε ένα Τούρκο αγά, επειδή, σύμφωνα με κάποια παράδοση, αυτός του έθιξε τον ανδρισμό του, θαμπωμένος από την ομορφιά του.
    Ο νεαρός Αθανάσιος εντάχθηκε ως πρωτοπαλίκαρο στο σώμα του οπλαρχηγού Γούλα Σκαλτσά, συνεχίζοντας την οικογενειακή παράδοση, καθώς ο παππούς και ο θείος του είχαν διατελέσει κλέφτες. Τότε έλαβε και το προσωνύμιο Διάκος, με το οποίο έγινε γνωστός και έμεινε στην ιστορία.
    Το 1814 πήγε στα Ιωάννινα και εντάχθηκε στη σωματοφυλακή του Αλή Πασά, της οποίας επικεφαλής ήταν ο Οδυσσέας Ανδρούτσος. Όταν ο Ανδρούτσος διορίστηκε αρχηγός στο αρματολίκι της Λιβαδειάς, ο Διάκος τον ακολούθησε. Μετά την αποχώρηση του Ανδρούτσου, ο Διάκος ανακηρύχθηκε καπετάνιος του καζά (θρησκευτικού λειτουργού) της πόλης τον Οκτώβριο του 1820, ενώ την ίδια περίοδο μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία.
    Στις 27 Μαρτίου 1821, ο Αθανάσιος Διάκος πρωτοστατεί στην κήρυξη της Επανάστασης στην Ανατολική Στερεά (Μονή Οσίου Λουκά), μετά από συνεννόηση με τους Αχαιούς, που είχαν επαναστατήσει μία εβδομάδα νωρίτερα. Έχοντας λάβει την άδεια του βοεβόδα της Λιβαδειάς Χασάν Αγά, κατορθώνει να στρατολογήσει 5.000 χωρικούς, με πρόσχημα την απόκρουση του Ανδρούτσου.
    Στις 30 Μαρτίου, η Λιβαδειά πέφτει στα χέρια των επαναστατών και στη συνέχεια ο Διάκος οργανώνει την κατάληψη της Αταλάντης (31 Μαρτίου) και της Θήβας (1 Απριλίου), ενώ λίγο αργότερα κυριεύει το ισχυρό φρούριο της Μπουδουνίτσας (Μενδενίτσας). Ακολούθως, επιχειρεί να καταλάβει το Ζητούνι (Λαμία), το διοικητικό κέντρο της περιοχής και το Πατρατζίκι (Υπάτη), χωρίς, όμως, επιτυχία, καθότι ο τοπικός οπλαρχηγός Μήτσος Κοντογιάννης αρνείται να βοηθήσει, επειδή θεωρεί άκαιρο τον ξεσηκωμό.

    Η Οθωμανική διοίκηση θορυβείται από τον ξεσηκωμό των ραγιάδων και διατάσσει τον Ομέρ Βρυώνη και τον Κιοσέ Μεχμέτ να καταστείλουν την Επανάσταση, τόσο στη Ρούμελη, όσο και στην Πελοπόννησο. Στις 17 Απριλίου οι δυο πασάδες με 8.000 άνδρες στρατοπεδεύουν στο Λιανοκλάδι, λίγα χιλιόμετρα έξω από τη Λαμία.
    Ο κίνδυνος είναι μεγάλος για τους επαναστατημένους Έλληνες. Οι οπλαρχηγοί της περιοχής συσκέπτονται στο χωριό Καμποτάδες (20 Απριλίου) και αποφασίζουν και υπερασπιστούν όλες τις διαβάσεις του Σπερχειού (Αλαμάνας), ώστε να αποκόψουν την πρόσβαση των Τούρκων προς τα Σάλωνα (Άμφισσα) και τη Λιβαδειά.
    Το πρωί της 23ης Απριλίου οι Τούρκοι επιτίθενται ταυτόχρονα σε όλο το εύρος του ελληνικού μετώπου. Ο Διάκος υπερασπίζεται με τους λιγοστούς άνδρες του το ξύλινο γεφύρι της Αλαμάνας. Μάχεται ηρωικά, τραυματίζεται και τελικά συλλαμβάνεται αιχμάλωτος.

    Ο επίλογος της μάχης της Αλαμάνας γράφεται την επόμενη ημέρα (24 Απριλίου). Ο τραυματισμένος Αθανάσιος Διάκος μεταφέρεται σιδηροδέσμιος στη Λαμία. Οι Οθωμανοί του προτείνουν να προσκυνήσει και να συνεργαστεί μαζί τους. Ο Διάκος υπερήφανα αρνείται: «Εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θελ’ να πεθάνω» φέρεται να τους απάντησε.
    Ο ελληνικής καταγωγής Ομέρ Βρυώνης δεν θέλησε να τον σκοτώσει, αφού τον γνώριζε πολύ καλά από την αυλή του Αλή Πασά και εκτιμούσε τις ικανότητές του. Επέμενε, όμως, ο Χαλήλμπεης, σημαίνων Τούρκος της Λαμίας, ο οποίος έπεισε τον Κιοσέ Μεχμέτ, ιεραρχικά ανώτερο του Ομέρ Βρυώνη, ότι ο Διάκος θα έπρεπε να τιμωρηθεί παραδειγματικά, επειδή είχε σκοτώσει πολλούς Τούρκους.
Η ποινή που του επιβλήθηκε ήταν θάνατος διά ανασκολοπισμού και εκτελέστηκε την ίδια μέρα. Προτού ξεψυχήσει ο Διάκος λέγεται ότι αναφώνησε το αυτοσχέδιο τετράστιχο:
Για ιδές καιρό που διάλεξε
ο χάρος να με πάρει
τώρα π' ανθίζουν τα κλαδιά
και βγάζει η γης χορτάρι

Ο μαρτυρικός θάνατος του Διάκου συγκλόνισε και ταυτόχρονα εμψύχωσε τους αγωνιστές. Η ζωή του και η μαρτυρική του θυσία ενέπνευσαν τη λαϊκή μούσα...
Ο Θάνατος του Διάκου
Πολλή μαυρίλα πλάκωσε, μαύρη σαν καλιακούδα,
καν ο Καλύβας έρχεται, καν ο Λεβεντογιάννης.
-Ουδ' ο Καλύβας έρχεται, ουδ' ο Λεβεντογιάννης,
Ομέρ-Βρυώνης πλάκωσε με δεκοχτώ χιλιάδες.

Ο Διάκος σαν τ'αγρίκησε, πολύ του κακοφάνη,
ψιλή φωνή ν' εσήκωσε, τον πρώτο του φωνάζει:
- Το στράτευμά μου σύναξε, μάσε τα παληκάρια,
δωσ' τους μπαρούτη περισσή και βόλια με τις φούχτες
γλήγορα και να πιάσωμε κάτω στην Αλαμάνα,
όπου ταμπούρια δυνατά έχει και μετερίζια.

Επήραν τ' αλαφρά σπαθιά και τα βαριά τουφέκια,
στην Αλαμάναν' έφτασαν κι' έπιασαν τα ταμπούρια.
-Καρδιά, παιδιά μου, φώναξε, παιδιά μη φοβηθήτε,
ανδρεία ωσάν Έλληνες, ωσάν Γραικοί σταθήτε!

Εκείνοι εφοβήθηκαν κι' εσκόρπισαν στους λόγγους.
Έμειν' ο Διάκος στη φωτιά με δεκοχτώ λεβέντες,
τρεις ώρες επολέμαε με δεκοχτώ χιλιάδες.

Σκίστηκε το τουφέκι του κι' εγίνηκε κομμάτια,
και το σπαθί του έσυρε και στη φωτιά ν' εμπήκε,
έκοψε Τούρκους άπειρους κι' εφτά μπουλουκμπασάδες.
Πλην το σπαθί του έσπασε ν'απάν' από τη χούφτα
κι' έπεσ' ο Διάκος ζωντανός εις των εχθρών τα χέρια.
Χίλιοι τον πήραν απ' εμπρός και δυο χιλιάδες πίσω.

Κι' Ομέρ Βριώνης μυστικά στο δρόμο τον ερώτα:
- Γένεσαι Τούρκος, Διάκο μου, την πίστη σου ν' αλλάξης,
να προσκυνάς εις το τζαμί, την εκκλησιά ν' αφήσης;
Κι' εκείνος τ' απεκρίθηκε και με θυμό του λέει:
-Πάτε κι' εσείς και' η πίστη σας, μουρτάτες να χαθήτε,
εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θελ' απεθάνω.
Αν θέλετε χίλια φλωριά και χίλιους μαχμουτιέδες,
μόνο πέντ' έξι ημερών ζωή να μου χαρίστε,
όσο να φτάσ' ο Οδυσσεύς και ο Θανάσης Βάγιας.

Σαν τ' άκουσ' ο Χαλίλμπεης με δάκρυα φωνάζει:
-Χίλια πουγγιά σας δίνω 'γω κι' ακόμα πεντακόσια,
το Διάκο να χαλάσετε, το φοβερό τον κλέφτη,
ότι θα σβήση την Τουρκιά και όλο το Δοβλέτι.

Το Διάκο τον επήρανε και στο σουβλί τον βάλαν,
Ολόρθο τον εστήσανε, κι' αυτός χαμογελούσε.
Την πίστη τους τους έβριζε, τους έλεγε μουρτάτες.
- Εμέν' αν εσουβλίσετε , ένας Γραικός εχάθη
ας είν' καλά ο Οδυσσεύς κι' ο καπιτάν Νικήτας,
αυτοί θα κάψουν την Τουρκιά κι' όλο σας το Δοβλέτι.

Η Πελοποννησιακή παραλλαγή του τραγουδιού
Τρεις περδικούλες κάθουνται στου Διάκου το ταμπούρι,
μίνια τηράει τη Λειβαδιά κι' άλλη το Καρπενήσι,
η Τρίτη νη καλύτερη μοιρολογάει και λέει:

- Πολλή μαυρίλα ν' έρχεται στου Διάκου το ταμπούρι
καν ο Καλύβας έρχεται, καν ο Λεβεντογιάννης.
- Μήτε ο Καλύβας έρχεται μητ' ο Λεβεντογιάννης,
Ομέρ Βριγιώνης, το σκυλί, με δεκοχτώ χιλιάδες.

Και ο σεΐζης του μιλάει του Διάκου και του λέει:
- Διάκο, πάμε να φύγουμε, πάμε στην Αλασσόνα,
π' εκεί είν' ο τόπος δυνατός, ταμπούρια για να πιάσ' με
τ' ασκέρια σου κιοτέψανε και πήρανε τους λόγγους.

Κι' έμειν' ο Διάκος μοναχός, με δεκοχτώ νομάτους,
τρεις ημερούλες πολεμάει και τρία μερονύχτια.
Εμαύρισε κι' αράχνιασε, σα μαύρη καλιακούδα,
απ' τις μπαρούτες τις πολλές κι' απ'τα πολλά τα σμπάρα.

Τσακίστη το ντουφέκι του απ'τα πολλά ντουφέκια,
το 'σπασε το σπαθάκι του απάν' από τη χούφτα,
τότε τον πιάσαν ζωντανόν κειν' τα κοντοτουρκάκια.

Κι' ο Ομέρ-Βριγιώνης, το σκυλί, του Διάκου πάει και λέει:
- Διάκο, Τούρκος δε γένεσαι, πασά για να σε κάνω;
- Τι λες, μωρέ βρωμόσκυλο, τι λες, μωρέ μουρτάτη;
εγώ γραικός γεννήθηκα, γραικός θέλα πεθάνω.

Τότε τον βάλαν στο σουγλί και παν να τόνε ψήσουν,
κι' ο Διάκος ετραγούδαγε της άνοιξης τραγούδι:
- Για ιδές καιρό που διάλεξε ο Χάρος να με πάρη,
τώρα το Μάη, την άνοιξη, π' ανοίγουν τα λουλούδια!

© SanSimera.gr
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Saturday, 30 December 2017

Ο Αμάραντος

Αχ, για ιδέ καλέ για ιδέ
για ιδέστε τον αμάραντο!
(Για ιδέστε τον αμάραντο
σε τι βουνό φυτρώνει καλέ!)

Αχ φυτρώ καλέ φυτρώ
φυτρώνει μες στα δύσβατα.
(Φυτρώνει μες στα δύσβατα,
στις πέτρες στα λιθάρια καλέ.)

Αχ, ποτέ καλέ ποτέ.
Ποτέ του δε ποτίζεται!
Ποτέ του δε ποτίζεται
και δε κορφολογιέται καλέ.)

Αχ, τον τρών’καλέ τον τρών’,
τον τρών’τα λάφια και ψοφούν.
(Τον τρών’τα λάφια και ψοφούν,
τ’αγρίμια κι ημερεύουν καλέ.)


Αρβανιτάκη Ελευθερία

Ο Αμάραντος (o Ελίχρυσος) - Helichrysum stoechas 


Το χρυσαφί λουλούδι της ελληνικής υπαίθρου που είναι πάντα ανθισμένο! 
Συμβολίζει την αιώνια αγάπη και συνδέεται με τον μύθο του Πάρη και της ωραίας Ελένης.

Ο μύθος λέει ότι όταν ο Πάρης έκλεψε την ωραία Ελένη από την Σπάρτη και ενώ ταξίδευαν προς την Τροία, σταμάτησαν στα Κύθηρα για να κάνουν σπονδές προς τιμήν της θεάς Αφροδίτης που τους προστάτευε. Εκεί πέρασαν λίγες μέρες και ολοκλήρωσαν τον έρωτά τους. 

Η ωραία Ελένη όμως ζήλεψε την θέα Αφροδίτη, που κατά την μυθολογία ζούσε στο νησί, και απαίτησε από τον Πάρη να της πει ότι εκείνη ήταν η πιο όμορφη γυναίκα. 
Ο Πάρης θέλοντας να καθησυχάσει την ωραία Ελένη της είπε δείχνοντας το κίτρινο άνθος: 
«Βλέπεις αυτό το λουλούδι; Τα μαλλιά σου έχουν το χρυσαφί του χρώμα, το σώμα σου μοιάζει με τον μίσχο του και το δέρμα σου είναι απαλό σαν τα πέταλά του. Η ομορφιά σου θα διατηρηθεί έτσι για πάντα». 
Και το λουλούδι ονομάστηκε σεμπρεβίβα.

Sunday, 13 August 2017

Η Παναγία και τα τραγούδια της - Τραγούδια σαν προσευχή

Τραγούδια απ´όλη την Ελλάδα που μιλούν για τη ζωή της Παναγιάς,
τη Γέννηση του Χριστού, το θρήνο της στη Σταύρωση του γιου της, την Κοίμησή της.
Που μιλούν για τη συμπαράστασή της σε διάφορες δύσκολες ώρες του έθνους μας, για τον κύκλο της ζωής στη γέννηση, στο γάμο, στο θάνατο.
Προσευχές, επικλήσεις, δίστιχα βγαλμένα μέσα από τον καθημερινό βίο.
Ω! Παναγιά Γαλατζανή βλέπε τα ταματάκια
γιατί έχει θάλασσα χαρές μα πιο πολλά φαρμάκια.

Δώστους Παναγιά κουράγιο
ώσπου νά’ρθουν στο μουράγιο

Χαλίκια γκριζογάλανα στο πέλαγος κοιμίζουν
και στ’ ακρογιάλια του νησιού βαρκούλες αρμενίζουν

Γειά σου ναύτη παλικάρι και χαρά’στη θα σε πάρει
Στα βράχια τις ακρογιαλιές τα χρόνια μου περνούσα
θαλασσοπούλια πέταγαν και με παρηγορούσαν

Το Αιγαίου κι αν γριεύει το ναυτάκι το μαγεύει
το ναυτάκι το μαγεύει το Αιγαίο κι αν γριεύει
Παραδοσιακό Δωδεκανήσων

«Την Παναγιά παρακαλώ και λέω τση να ραίνει
με τη ντροσά του ουρανού όλη την οικουμένη.
Την Παναγιά παρακαλώ βάλσαμο να σταλάζει
στου πονεμένου την καρδιά που βαριαναστενάζει.
Την Παναγιά παρακαλώ και τση ζητώ τη χάρη
στου καθενούς τη σκοτεινιά να φέγγει σα φεγγάρι»
απειραθίτικα δίστιχα από τη Νάξο
«Έλα Παναγιά μου, σώσε,
νουν και λογισμόν με δώσε,
νουν και λογισμόν και γνώση
και γλυτσά φωνήν καμπόσην
να θυμούμαι τα τραγούδια τα
παλιά και τα καινούργια»
δημοτικό τραγούδι Ρόδου
Νανουρίσματα:
«Ο ύπνος στα ματάκια του κι η γειά στην κεφαλή του
κι η Παναγία κι ο Χριστός να ‘ναι πάντα μαζί του»
Σάμος
«Κοιμήσου μες στην κούνια σου και στα παχιά πανιά σου
η Παναγιά η Δέσποινα να είναι συντροφιά σου»
Νάξος
Του γάμου:
«Νύφη μου τριαντάφυλλο, κούκλα μου στολισμένη
σου εύχομαι στην Παναγιά, να ‘σαι στερεωμένη.
Όσα καλοπατήματα μ´ εβγάλαν στην αυλή σου
τόσες φορές η Παναγιά να βλέπει το κορμί σου»
Κως
Της αγάπης:
«Χριστέ μου, δώσ’ μου υπομονή και Παναγιά ελπίδα
να ζήσω να την ξαναδώ την εύμορφή μου ελπίδα»
Πάρος
Ιδού και μερικά που επικαλούνται την Παναγία για να της ζητήσουν βοήθεια ή να τη δοξολογήσουν:
«Ω Παναγιά μου, Τηνιακιά, με τα πολλά καντήλια
γιάτρεψε το παιδάκι μου, να σου τα κάμω χίλια»
για τη Μεγαλόχαρη της Τήνου
«Το ταπεινό εκκλησάκι Σου, μητέρα του Θεού μας
μας παίρνει την ψυχή μας, μας κλέβει και το νου μας.
Ανήμερα στη χάρη Σου πλήθη το πλημμυρίζουν
στα εννιάμερα της Παναγιάς σαν Σε πανηγυρίζουν»
για την Αγία Θαλασσινή της Άνδρου
«Κυρά-Φανερωμένη μου, του Λευκαδίτη σκέπη
χαρά στον που σε προσκυνά, χαρά στον που σε βλέπει
σεμνή Παρθένο να κρατάς στ’ απέριττο θρονί σου
το γιόκα σου τον ακριβό και το μονογενή σου»
για τη Φανερωμένη Λευκάδας
«Είναι μικρό, φτωχό το κλησιδάκι σου
μα η χάρις σου είναι άπειρη κι ατέλειωτη.
Ατέλειωτα, ως το ρεύμα της πηγής σου,
που χύνεται και χύνεται
κι από κοντά αθόρυβα
παράδοξα το ρεύμα σου πληθύνεται.
Είθε και στην καρδιά μου, που έχει στραγγιχτεί,
να δώσει ζωή και δύναμιν η χάρις σου»
για την Παναγιά του Ντομάν στη Σκιάθο

Saturday, 29 November 2014

Γεώργιος Ζαλοκώστας: Τὸ φίλημα
(Μιὰ βοσκοποῦλα ἀγάπησα...)
Ερμηνεία: Ηλίας Λογοθέτης


Μιὰ βοσκοποῦλα ἀγάπησα,
μιὰ ζηλεμένη κόρη
καὶ τὴν ἀγάπησα πολὺ
ἤμουν ἀλάλητο πουλί,
δέκα χρονῶν ἀγόρι.

Μιὰ μέρα ποὺ καθόμαστε
στὰ χόρτα τ᾿ ἀνθισμένα,
-Μάρω, ἕνα λόγο θὰ σοῦ πῶ,
Μάρω, τῆς εἶπα, σὲ ἀγαπῶ,
τρελαίνομαι γιὰ σένα.

Ἀπὸ τὴ μέση μὲ ἅρπαξε,
μὲ φίλησε στὸ στόμα
καὶ μοῦ ᾿πε: Γιὰ ἀναστεναγμούς,
γιὰ τῆς ἀγάπης τοὺς καημοὺς
εἶσαι μικρὸς ἀκόμα.

Μεγάλωσα καὶ τὴν ζητῶ...
ἄλλον ζητᾷ ἡ καρδιά της
καὶ μὲ ξεχνάει τ᾿ ὀρφανό...
Ἐγὼ ὅμως δὲν τὸ λησμονῶ
ποτὲ τὸ φίλημά της.



Saturday, 13 October 2012

ΑΠΟ ΞΕΝΟ ΤΟΠΟ

Από ξένο τόπο κι απ’ αλαργινό (Ουσκουντάρ) 
Ουσκουντάρ ή Σκούταρι: η αρχαία Χρυσόπολις
το τραγούδι που ενώνει τόσους λαούς
Από την Κωνσταντινούπολη στη Νέα Υόρκη και από την Αλεξάνδρεια στο Τόκυο. Η μικρή «Οδύσσεια» ενός τραγουδιού.
Ουσκουντάρ ή Σκούταρι είναι η αρχαία Χρυσόπολις, μεγάλο προάστιο της Κωνσταντινούπολης στο οποίο ζούσαν αρκετές χιλιάδες Έλληνες και για το οποίο, γράφτηκε το περίφημο τραγούδι που απαντιέται μέχρι και την Αίγυπτο και θεωρείται από τα πιο γνωστά της σεφαραδίτικης παράδοσης της ανατολικής μεσογείου.
Στην Αίγυπτο συναντιέται ως «Fel S hara» ή «Ya Banat Iskandaria». Ισκεντερία είναι η Αλέξάνδρεια. Υπάρχει μια συνάφεια, μιας και στα Τουρκικά Ισκεντέρ είναι ο Αλέξανδρος. Στη δική μας γλώσσα η μελωδία τραγουδιέται σε διάφορα σημεία της Ελλάδας ως «Από ξένο τόπο κι απ’ αλαργινό» και θεωρείται από τα πιο γνωστά τραγούδια των ανατολικών παραλίων.
Το 1960 το συμπεριέλαβε στο ρεπερτόριό του μέχρι και ο Μάρκος Βαμβακάρης ηχογραφώντας το με την Καίτη Γκρέυ. Στη δεκαετία του 1950 η κατά τον Όρσον Ουέλες «πιο συναρπαστική γυναίκα στον κόσμο», η Έρθα Κιτ, ηθοποιός και τραγουδίστρια του ύφους των παλιών Καμπαρέ, το έκανε γνωστό και πέρα απ’ τον Ατλαντικό, ενώ, η μελωδία του έφτασε μέχρι την καρδιά της αμερικάνικης τζαζ με εκτελέσεις όπως αυτή του περίφημου φλαουτίστα Χέρμπι Μαν, αλλά, και την Άπω Ανατολή με τον ηλεκτρικό ήχο του περίφημου Ιάπωνα κιθαρίστα Τακέτσι Τεραούτσι.
Από τις ιδιαίτερες μελωδίες που γύρισαν τον κόσμο με όχημα την μεγάλη δύναμη της μουσικής παγκοσμιότητας, δίνοντας, ταυτόχρονα το έντονο γεωγραφικό τους στίγμα.


Aπό ξένο τόπο κι απ' αλαργινό
ήρθ' ένα κορίτσι, φως μου, δώδεκα χρονώ

Ούτε στην πόρτα βγαίνει ούτε στο στενό
ούτε στο παραθύρι φως μου, δυο λόγια να της πω

Έχει μαύρα μάτια και σγουρά μαλλιά
και στο μάγουλό του, φως μου, έχει μιαν ελιά

Δε μου τη δανείζεις δεν μου την πουλάς
την ελίτσα που 'χεις, φως μου, και με τυραννάς

Δε σου τη δανείζω, δεν σου την πουλώ
μόν' να τη χαρίσω θέλω σε κείνον π' αγαπώ

Sunday, 11 March 2012

Έφυγε η Δόμνα Σαμίου, «σιγανά και ταπεινά»... μας άφησε το Τζιβαέρι, το μοσχολούλουδό της...

Στο Καλό Δόμνα, Αρχόντισσα...
Καλή Ανάσταση...
Σε ευχαριστούμε...
«Έφυγε» η Δόμνα Σαμίου
Τζιβαέρι


Στο Γαλατά ψιλή βροχή και στα Tαταύλα μπόρα
βασίλισσα των κοριτσιών είναι η μαυροφόρα.

Έχε γεια Παναγιά, τα μιλήσαμε

όνειρο ήτανε, τα λησμονήσαμε.

Στο Γαλατά θα πιώ κρασί στο Πέρα θα μεθύσω
και μες απ' το Γεντί Kουλέ κοπέλα θ' αγαπήσω.

Γεντί Kουλέ και Θαραπιά, Tαταύλα και Nιχώρι
αυτά τα τέσσερα χωριά 'μορφαίνουνε την Πόλη.

Friday, 27 January 2012

Κοντούλα λεμονιά:
Σε αποχαιρετάμε με το αγαπημένο σου τραγούδι Θόδωρε

Κηδεύτηκε σήμερα στις 4 το απόγευμα από το Α' Νεκροταφείο Αθηνών 

ο σπουδαίος Ελληνας σκηνοθέτης, Θόδωρος Αγγελόπουλος, 

ο οποίος έχασε τη ζωή του σε τροχαίο δυστύχημα 

λίγο πριν τα μεσάνυχτα της Τρίτης.


Οι παριστάμενοι τραγούδησαν στον σκηνοθέτη το αγαπημένο του δημοτικό τραγούδι «Κοντούλα λεμονιά», ενώ του απήγγηλαν ποιήματα.Η σορός εκτέθηκε σε ειδικά διαμορφωμένη αίθουσα, δεξιά της εισόδου του νεκροταφείου.

Η οικογένεια του Θ. Αγγελόπουλου ζήτησε να κατατεθούν χρήματα, αντί στεφάνων, στο Κέντρο Αστέγων του Δήμου Αθηναίων και στο Χαμόγελο του Παιδιού.


 Σε αποχαιρετάμε με το αγαπημένο σου τραγούδι Θόδωρε
Tραγούδι σε ρυθμό τρίσημο (πωγωνίσιο)
Το ποιητικό κείμενο:


Μαρή κοντούλα λεμονιά, με τα πολλά λεμόνια,

πότε μικρή μεγάλωσες, κι έγινες για στεφάνι;
Χαμήλωσε τους κλώνους σου να κόψω ένα λεμόνι,
για να το ζήψω να το πιω, να μου διαβούν οι πόνοι.

Και πώς αυτό τραγουδιέται:


Μαρή κοντού-, μαρή κοντούλα λεμονιά.


Με τα πολλά λεμό-, λεμόνια, Βησανιώτισσα,

σε φίλησα κι αρρώστησα,
κι ούτε γιατρό δε φώναξα.

Πότε μικρή, πότε μικρή μεγάλωσες.


Κι έγινες για στεφά-, στεφάνι, Βησανιώτισσα,

σε φίλησα κι αρρώστησα,
κι ούτε γιατρό δε φώναξα.

Χαμήλωσε, χαμήλωσε τους κλώνους σου.


Να κόψω ένα λεμό-, λεμόνι, Βησανιώτισσα,

σε φίλησα κι αρρώστησα,
κι ούτε γιατρό δε φώναξα.

Για να το ζή-, για να το ζήψω να το πιω.


Να μου διαβούν οι πό-, οι πόνοι, Βησανιώτισσα,

σε φίλησα κι αρρώστησα,
κι ούτε γιατρό δε ρώτησα.

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki