Κυριακή, 8 Φεβρουαρίου 2015

Κύπρος: Δεν δικαιώνονται από το σύστημα
τα παιδιά-θύματα σεξουαλικής κακοποίησης
Πέντε συγκλονιστικές περιπτώσεις

Διαπίστωση τεκμηριωμένης αναφοράς της Λήδας Κουρσουμπά

Τα κενά στο θεσμικό πλαίσιο, αποκαλύπτει η Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού, με πέντε συγκλονιστικές περιπτώσεις

«Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ στην Κύπρο είναι σχεδιασμένη στα μέτρα των ενηλίκων και όχι στη βάση των αναγκών των παιδιών που έρχονται σε επαφή με αυτήν»


Τα κενά στο θεσμικό πλαίσιο που διέπει την πρόληψη, αναφορά, διερεύνηση και εκδίκαση υποθέσεων σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών στην Κύπρο, αποκαλύπτει σε εμπεριστατωμένη θέση της, που δημοσιοποίησε χθες, η Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού Λήδα Κουρσουμπά, μέσα από τη συνοπτική παρουσίαση πέντε περιπτώσεων, τις οποίες διερεύνησε, κατόπιν υποβολής παραπόνου από τους γονείς τους.

Στην εκτεταμένη και επιστημονικά τεκμηριωμένη αναφορά της, η Επίτροπος επισημαίνει ότι το κυπριακό σύστημα δικαιοσύνης, συχνά επαναθυματοποιεί και δεν δικαιώνει το παιδί-θύμα, ενώ το κράτος δεν διασφαλίζει τα δικαιώματα των παιδιών, όπως είναι υποχρεωμένο να κάνει.
Σημειώνει πάντως ότι με την ψήφιση του σχετικού νόμου τον Ιούλιο 2014 και με την αποδοχή της Σύμβασης Λανζαρότε, καθόσον αφορά τη σεξουαλική κακοποίηση και σεξουαλική εκμετάλλευση παιδιών, «αλλάζει άρδην το νομικό πλαίσιο». Δηλώνει δε, αισιόδοξη ότι, «πολλά από τα κενά που καταδεικνύονται στην παρούσα θέση μου, μπορούν να αντιμετωπιστούν με τη σωστή εφαρμογή, στην πράξη, της Σύμβασης Λανζαρότε και του Νόμου 2014».

Παιδιά κακοποιημένα από τον πατέρα
Σε ό,τι αφορά την πρώτη περίπτωση, η Επίτροπος αναφέρει μεταξύ άλλων ότι «ανήλικα κορίτσια αποκαλύπτουν στη μητέρα τους ότι κακοποιούνται σεξουαλικά από τον πατέρα τους για χρόνια.

Η μητέρα συνοδεύει τα παιδιά της σε αστυνομικό σταθμό για να προβούν σε καταγγελία. Στην όλη διαδικασία αναφοράς και διερεύνησης της υπόθεσης, τα κορίτσια παρουσιάζουν άρνηση να συνεργαστούν με τις αρμόδιες Υπηρεσίες, λόγω συναισθημάτων αμφιθυμίας ως προς τον πατέρα τους και το συμβάν, καθώς και λόγω αισθημάτων ευθύνης που έχουν για την απειλούμενη ενδοοικογενειακή συνοχή, αποτέλεσμα της καταγγελίας.
Τα παιδιά εκφράζουν ανησυχίες για ενδεχόμενη αυτοκτονία του πατέρα τους. Τελικά όλα τα παιδιά δίνουν κατάθεση και εξετάζονται από ιατροδικαστή. Η ιατροδικαστική εξέταση καταδεικνύει σωματικά ευρήματα. Λόγω της άρνησης του μεγαλύτερου παιδιού να συνεργαστεί με τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας και καθότι επιχειρεί να βλάψει τον εαυτό του, εκδίδεται Διάταγμα Δικαστηρίου για υποχρεωτική ψυχιατρική εξέταση και νοσηλεία του.
Στη συνέχεια, «…τα παιδιά αναιρούν τις αρχικές τους καταθέσεις, αναφορικά με την υπό διερεύνηση υπόθεση σεξουαλικής κακοποίησης και ζητούν επίμονα να τερματιστεί η κράτηση του πατέρα τους, έτσι ώστε να επανασυνδεθεί η οικογένεια».
Η δεύτερη περίπτωση, αφορά μητέρα παιδιού, ηλικίας 2 χρονών και 10 μηνών, «που αναφέρει στις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας, πιθανή σεξουαλική παρενόχληση του παιδιού της από τον πατέρα του, και εν διαστάσει σύζυγό της, ωστόσο, δε θέλει να προχωρήσει σε γραπτή καταγγελία στην Αστυνομία, χωρίς να έχει πρώτα αποδείξεις. Η μητέρα αρνείται να επιτρέψει τη λήψη...

οπτικοακουστικής κατάθεσης, βάση του ότι η διαδικασία θα επαναθυματοποιήσει το παιδί της. Ως αποτέλεσμα, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας αρνείται να προωθήσει ποινική δίωξη εναντίον του υπόπτου λόγω ανεπάρκειας μαρτυρικού υλικού».
Κλονισμένες μαρτυρίες στο δικαστήριο

Τρία ανήλικα αδέλφια 7, 8 και 10 χρόνων, σεξουαλικά κακοποιημένα από τον πατέρα τους, αφορά και η τρίτη περίπτωση που περιγράφει η Λήδα Κουρσουμπά. «Τα παιδιά αναφέρουν στη μητέρα τους σεξουαλική κακοποίηση από τον πατέρα.

Η πρώτη αναφορά δίνεται από το παιδί των 7 ετών, ενώ, οι αναφορές των άλλων παιδιών ακολουθούν περίπου τρεις μήνες μετά. Η οπτικοακουστική μαρτυρία του πρώτου παιδιού, παρουσιάζεται στο Δικαστήριο και στη συνέχεια το παιδί καλείται να αντεξεταστεί, ενώπιον του Δικαστηρίου.
Το παιδί αρνείται να απαντήσει στις ερωτήσεις της συνηγόρου υπεράσπισης και, καθόσον αφορά το περιστατικό σεξουαλικής κακοποίησής της από τον πατέρα της, για το οποίο είχε προβεί σε αναφορά, λέει ότι δεν θυμάται τι ακριβώς συνέβη.
Η άρνηση του παιδιού να επιβεβαιώσει στο Δικαστήριο αυτά που κατέθεσε στην οπτικογραφημένη κατάθεσή του, αποδυνάμωσε τη μαρτυρία της κατηγορούσας Αρχής. Η διαδικασία εξέτασης και αντεξέτασης του παιδιού-θύματος, από τον δικηγόρο υπεράσπισης κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, είναι μία ακόμα δύσκολη και επίπονη διαδικασία, την οποία το σύστημα επιβάλλει στο παιδί-μάρτυρα, ιδιαίτερα αν λάβουμε υπόψη ότι, στόχος της υπεράσπισης είναι να κλονίσει τη μαρτυρία του παιδιού ώστε αυτή να θεωρηθεί αναξιόπιστη».

Η Λήδα Κουρσουμπά παρατηρεί ότι «μελετώντας την περίπτωση αυτή, καταλήγουμε αβίαστα στο συμπέρασμα ότι, υπάρχουν περιπτώσεις παιδιών-θυμάτων σεξουαλικής κακοποίησης, τα οποία δεν λαμβάνουν την απαραίτητη ψυχολογική στήριξη και προετοιμασία από τις αρμόδιες Υπηρεσίες, σε όλα τα στάδια της διαδικασίας, ώστε να είναι σε θέση να αντεπεξέλθουν στις διαδικασίες εκδίκασης της υπόθεσης και ειδικά στη διαδικασία μαρτυρίας τους στο δικαστήριο.

Το παιδί για να καταθέσει χρειάζεται στήριξη από την αρχή και σε όλα τα στάδια της διαδικασίας, ώστε, να νιώσει ασφάλεια και εμπιστοσύνη προς τα άτομα που χειρίζονται την περίπτωσή του και να αντεπεξέλθει τη διαδικασία εξέτασης και αντεξέτασής του στο δικαστήριο, χωρίς να κλονιστεί η μαρτυρία του. Ούτως ή άλλως, η διαδικασία είναι δύσκολη για το παιδί και το να αφήνεται χωρίς στήριξη και προετοιμασία από τους επαγγελματίες που επιφορτίζονται με το καθήκον αυτό, συνιστά σοβαρή παραβίαση των δικαιωμάτων του.
Σημειώνεται ότι, ακριβώς, λόγω της έλλειψης στήριξης και προστασίας που χρειάζονται και του γεγονότος ότι, παράλληλα, είναι ευάλωτα σε πιέσεις από το περιβάλλον της οικογένειας του θύτη, τα παιδιά αλλάζουν ή αποσύρουν τις καταθέσεις τους».

Ο μεσήλικας που αθωώθηκε
Η τέταρτη περίπτωση αφορά μεσήλικα, που «μέσω της τεχνολογίας επικοινωνιών, ξεκίνησε και διατήρησε επαφή, κάτω από ψευδείς παραστάσεις, με δύο κορίτσια ηλικίας 14 ½ ετών, με τα οποία, στη συνέχεια, προέβη και σε σεξουαλική δραστηριότητα.

Το κατηγορητήριο αφορούσε κατηγορίες συμπεριλαμβανομένης της απαγωγής νεαρής γυναίκας κάτω των 16 ετών και της άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας. Η υπόθεση δικάστηκε σε Επαρχιακό Δικαστήριο, που αθώωσε τον κατηγορούμενο στη βάση του ότι: «Στην υπό κρίση περίπτωση δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ότι τόσο η (…) όσο και η (…) ήταν άγαμες. Πέραν της ηλικίας τους, ουδείς μάρτυρας, αλλά ούτε και οι ίδιες οι παραπονούμενες, ανέφεραν οτιδήποτε περί τούτου.
Δεν μπορεί να γίνει δεκτή η θέση του συνηγόρου για την κατηγορούσα Αρχή ότι εφόσον οι παραπονούμενες ήταν ανήλικες και είχαν οι γονείς τους τη φροντίδα τους δεν απαιτείτο να προσαχθεί μαρτυρία ότι ήταν άγαμες…». Καθόσον αφορά το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης στα δύο κορίτσια, το δικαστήριο αθώωσε τον κατηγορούμενο, στη βάση του ότι τα παιδιά είπαν ότι συμμετείχαν σε ερωτικές πράξεις με τον κατηγορούμενο, γιατί ήταν πολύ ερωτευμένες μαζί του.
Το δικαστήριο δεν διαπίστωσε το στοιχείο της επίθεσης και αποφάσισε την αθώωση του κατηγορούμενου και την απαλλαγή του από όλες τις κατηγορίες εκ πρώτης όψεως. Με το πέρας της δίκης, ένα από τα κορίτσια, το οποίο μέχρι το τέλος της δίκης είχε πλέον ενηλικιωθεί, είχε συνάντηση με λειτουργό του Γραφείου μου και μίλησε για την ευάλωτη θέση στην οποία βρισκόταν όταν ξεκίνησε η επικοινωνία της με τον κατηγορούμενο, καθώς και την απουσία υποστηρικτικών παραγόντων που θα μπορούσαν να την προστατεύσουν από τον κίνδυνο, τη χρονοβόρα και ψυχοφθόρα διαδικασία της ποινικής δίωξης, τον τρόπο με τον οποίο ο κοινωνικός περίγυρος ενίσχυσε τα αισθήματα ενοχής της και λειτούργησε ώστε να την αποδυναμώσει ακόμη περισσότερο, τα αισθήματα αποδιοργάνωσης, απελπισίας αλλά και καθήλωσης που δημιουργεί η αναμονή της δίκης και τέλος, τον αρνητικό αντίκτυπο που είχε, στην ήδη άσχημη ψυχολογία της ,η απόφαση του δικαστηρίου».

«Ενδιάμεση» η σύζυγος του δράστη
Η πέμπτη περίπτωση αφορά κορίτσι, 16 χρονών, που σε κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία, ανάφερε ότι, «σε ηλικία 12 ετών παρακινήθηκε από γυναίκα, 57 ετών, η οποία εργαζόταν στο σχολείο στο οποίο φοιτούσε, να έχει επικοινωνία, μέσω τηλεφώνου και γραπτών μηνυμάτων, με τον σύζυγό της, ηλικίας 64 χρόνων. Η επικοινωνία του παιδιού με τον άντρα, ήταν σεξουαλικού περιεχομένου. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του παιδιού, οι όποιες προσπάθειές του για διακοπή της επικοινωνίας, αντικρούστηκαν με εκβιασμούς και εκφοβισμό από πλευράς της συζύγου.

Η επικοινωνία του παιδιού με τον 64χρονο, οδήγησε, τελικά, σε εμπλοκή του παιδιού σε σεξουαλικές πράξεις μαζί του. Οι γονείς του παιδιού απευθύνθηκαν σε εμένα φέρνοντας ενώπιόν μου διάφορα ζητήματα μεταξύ των οποίων και τα ακόλουθα: Η υπόθεση θα εκδικαζόταν σε Επαρχιακό Δικαστήριο και όχι σε Κακουργιοδικείο.
Εναντίον της 57χρονης γυναίκας δεν προσήχθησαν κατηγορίες και αυτή συνεχίζει να εργάζεται στο σχολείο όπου φοιτά και το μικρότερο παιδί της οικογένειας. Παρά την επιθυμία της οικογένειας να προβεί σε καταγγελία σε αστυνομικό σταθμό μακριά από την περιοχή στην οποία διαμένουν, αυτό δεν ήταν δυνατό, λόγω της πρακτικής που ακολουθείται από πλευράς Αστυνομίας, σύμφωνα με την οποία η καταγγελία έπρεπε να γίνει στον αστυνομικό σταθμό της περιοχής στην οποία διαμένουν. Έλλειψη εμπιστοσύνης των γονιών στους θεσμούς του κράτους».
Κλειδί στην κακοποίηση, η μαρτυρία του παιδιού

«Το κλειδί για να ξεσκεπαστεί η σεξουαλική κακοποίηση ενός παιδιού, να διωχθεί ο θύτης και να δοθεί στο θύμα η κατάλληλη θεραπεία και στήριξη, στηρίζεται, κατά κύριο λόγο, στη μαρτυρία του παιδιού», επισημαίνει στην εκτεταμένη αναφορά της, που δημοσιεύτηκε χθες, η Επίτροπος για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Παιδιού Λήδα Κουρσουμπά και συνεχίζει:

«Στα πλείστα παράπονα που έχω διερευνήσει, η μαρτυρία του παιδιού δεν στηρίζεται από αδιαμφισβήτητα σωματικά ευρήματα, αφού η κακοποίηση μπορεί να αφορά, για παράδειγμα, αγγίγματα ή φιλιά. Σπάνια υπάρχουν μάρτυρες της κακοποίησης, πέραν του ίδιου του παιδιού. Ως εκ τούτου, στην απουσία άλλων τεκμηρίων, η μαρτυρία του παιδιού αποτελεί τη μόνη πηγή πληροφοριών στην οποία στηρίζεται όλη η υπόθεση, και γι’ αυτό η συνέντευξη με το παιδί είναι ύψιστης σημασίας στην επιτυχή έκβαση του χειρισμού υποθέσεων σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών.
Η έλλειψη επαρκούς κατάρτισης, εξειδίκευσης και πείρας από τους επαγγελματίες που χειρίζονται δικανικές συνεντεύξεις, ως προς τη λήψη μαρτυρίας από μικρά παιδιά-θύματα σεξουαλικής κακοποίησης, δημιουργεί κινδύνους στη στοιχειοθέτηση της υπόθεσης αλλά και υποβάλλει το παιδί σε επαναλαμβανόμενες συνεντεύξεις, με σοβαρές τραυματικές επιπτώσεις στο ίδιο. Αναφέρομαι στην υποχρέωση των θυμάτων να υποβάλλουν την καταγγελία τους στον πλησιέστερο, στην οικία τους, αστυνομικό σταθμό, η οποία θεωρώ ότι λειτουργεί αρνητικά, αφού παιδί και γονιός φοβούνται, αφενός, για την προστασία των προσωπικών τους δεδομένων, αφετέρου, για το αν η υπόθεση θα εξεταστεί χωρίς αμεροληψία, νοουμένου ότι πρόκειται για μικρές κοινότητες, όπου όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους.
Για το θέμα αυτό σημειώνω, με ικανοποίηση, ότι ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, μετά από εισήγησή μου, έδωσε οδηγίες όπως “η διαχείριση περιστατικών σεξουαλικής ή άλλης κακοποίησης παιδιού ή άσκησης βίας ενάντια σε παιδί και κατ΄ επέκταση ο χειρισμός τέτοιων υποθέσεων από την αρχή, με την υποβολή της καταγγελίας, στη συνέχεια με τη διερεύνηση της υπόθεσης μέχρι και την ολοκλήρωση και καταχώρισή της στο Δικαστήριο, θα πρέπει να ρυθμιστεί εσωτερικά στην Αστυνομία ώστε, λόγω της σοβαρότητας κάθε υπόθεσης σεξουαλικής κακοποίησης και των επιπτώσεων στο παιδί-θύμα, η όλη διαδικασία να τυγχάνει εξ ολοκλήρου χειρισμού από τα Επαρχιακά ΤΑΕ, αντί του τοπικού σταθμού”».
sigmalive