Κυριακή, 10 Απριλίου 2016

Η απελπισία των εγκλείστων

Ένας λαός που χρόνια αντιμαχόμενες φατρίες, θρησκευτικές, πολιτικές αντιπαλεύονταν μεταξύ τους, αλλά είχαν μάθει αν ζουν με αυτό.
Μέχρι που οι ξένοι, αποφάσισαν ότι ήρθε η σειρά του λαού αυτού, να απολέσει την εθνική περιουσία του.
Και ο τρόπος ήταν ένας. Ο πόλεμος, η πανάρχαια συνταγή.
Και ο λαός αυτός βίωσε τον πόλεμο στην χειρότερη μορφή του. Τους έβαλαν να σκοτωθούν μεταξύ τους. Τους εξόπλισαν και πυροδότησαν τις παλιές διαφορές τους.
Και τα ισοπέδωσαν όλα. Ερείπια, ερείπια παντού. Κατέστρεψαν τα πάντα. Ο λαός έχασε τα σπίτια του, το βιός του, την περιουσία του, συγγενείς, αδέρφια παιδιά.
Και μάζεψαν ότι μπόρεσαν και ξεκίνησαν να φύγουν, να φύγουν από την καταστροφή, να σώσουν ότι τους είχε απομείνει, τη ζωή τους, τη ζωή των παιδιών τους.
Και θέλησαν να πάνε στη «Νέα Γη της Επαγγελίας», στον πολιτισμένο βορρά. Εκεί που έχουν κανόνες, έχουν νόμους, έχουν συνθήκες, που σέβονται την ανθρώπινη ζωή, που περιθάλπουν τους ξενιτεμένους, που υποδέχονται τους πρόσφυγες.
Πέρασαν στη γείτονα χώρα. Εκεί τους εκμεταλλεύτηκαν, του κορόιδεψαν, τους εξαπάτησαν. Τους έβαλαν σε βάρκες και τους έριξαν στη μεγάλη θάλασσα, αφού τους πήραν το ακριβό αντίτιμο της παροχής τους. Και τους έδωσαν βάρκες καρυδότσουφλα και τους έδωσαν τρύπια σωσίβια και του έσπρωξαν στην τρικυμία. Και ήταν χειμώνας, ήταν κρύο, ήταν θαλασσοταραχή.
Σφιχταγκαλιασμένοι στις λέμβους του θανάτου, άλλοι χάθηκαν αύτανδροι, άλλοι έχασαν τα παιδιά τους, τα αδέρφια τους. Και ξεβράστηκαν, σε μια φιλόξενη γη, τους γιατροπόρεψαν, όπως μπορούσαν, τους τάισαν, τους ζέσταναν, οι άνθρωποι αυτής της φιλόξενης γης.
Αλλά κι αυτοί, οι φιλόξενοι άνθρωποι, δεν είχαν άλλα να τους δώσουν, δεν είχαν δουλειά να τους δώσουν. Είχαν πάρει και την δουλειά απ’ αυτούς. Αυτοί οι φιλόξενοι, είχαν έναν άλλο πόλεμο στο τόπο τους.
Και μάζεψαν την κομμάτια τους οι πρόσφυγες, μάζεψαν ότι τους είχε απομείνει και ξεκίνησαν για την «Νέα Γη της Επαγγελίας», τον «πολιτισμένο βορρά».
Και πήραν τον δρόμο, κινήσανε για το μακρύ ταξίδι. Και έφτασαν στα σύνορα.
Κι εκεί στα σύνορα …
Τα σύνορα ήταν κλειστά. Τείχη πελώρια είχαν υψωθεί. Κανένας δεν περνούσε.
Ο «Πολιτισμένος βορράς» είχε κλείσει τα σύνορά του. Είχε υψώσει τείχη. Η «Γη της Επαγγελίας» ήταν κλειστή. Ο πολιτισμένος βορράς, δεν ήθελε τους πρόσφυγες, για να μη μαγαρίσουν του εκλεκτούς. Οι πολιτισμένοι βόρειοι, δεν ήθελαν ξένους στη γη τους.
Και ο βόρειοι πήραν αποφάσεις. Βγάλανε κανόνες για τους πρόσφυγες. 
Για το καλό τους. 
Η απόφαση ήταν: «Πίσω». 
Θα γυρίσετε πίσω, από εκεί που ήρθατε. 
Θα πάτε εκεί που σας εκμεταλλεύτηκαν. 
Εκεί που σας έριξαν στη θάλασσα, εκεί που σας έδωσαν τρύπια σωσίβια και βάρκες μισής χρήσης.
Αλλά μη νοιάζεστε πρόσφυγες, εμείς θα τα κάνουμε όλα. 
Εμείς θα σας πάμε πίσω. 
Εσείς δεν έχετε να γνοιαστείτε για τίποτε. 
Εμείς θα σας ξεπροβοδίσουμε στην εξαποδώ γη.
Ποιος άνθρωπος, ποιος, θνητός αντέχει αυτή την απόφαση;
Ποιος άνθρωπος;;
Ο Πολιτισμένος Βορράς έφτιαξε απελπισμένους και τους έκλεισε σε μια φιλόξενη γη, αλλά που δεν της άφησαν τίποτε για να ταΐσει τους κατατρεγμένους.
Μια επιλογή έχουν οι απελπισμένοι, να πάνε από εκεί που ήρθαν. Ή να πεθάνουν, έγκλειστοι και απελπισμένοι στη μεγαλύτερη φυλακή του κόσμου και για τους γηγενείς και για τους ξενιτεμένους.
Και οι απελπισμένοι, δεν έχουν να χάσουν τίποτε άλλο, παρά μόνο τη ζωή τους.
Και οι έγκλειστοι απελπισμένοι είναι ικανοί για όλα.

Το χαμομηλάκι