Showing posts with label Μάνα και κόρη. Show all posts
Showing posts with label Μάνα και κόρη. Show all posts

Thursday, 31 October 2024

Τα 40 κύματα απ’ τα οποία περνάει η σχέση μαμάς-κόρης

Θα τη λατρέψεις σαν Θεά, θα τη μισήσεις σαν τον χειρότερο δυνάστη. 
Θα θαυμάσεις τα γεμιστά, τις αντοχές, τις ικανότητες και τη δύναμή της, θα εκπλαγείς απ’ τις ατελείωτες ομοιότητές σας και, φυσικά, θα σου ΄ρθει να χαστουκίσεις το μάγουλό σου, γιατί αργά ή γρήγορα θα καταλάβεις πως, ναι, είχε σχεδόν σε όλα δίκιο. 
Γράφουμε για να θυμηθούμε όλους τους λόγους που αγαπάμε κι έχουμε ανάγκη τη μαμά μας. 
Για να «κλαφτούμε» λίγο μεταξύ μας για τις ενοχές μας και να πανηγυρίσουμε τη σχέση που τελικά χτίσαμε μαζί της. 

Ιδού τα στάδια που περνάει η σημαντικότερη σχέση της ζωής μας: 
η σχέση μας με τη Ενοχλητική, Τρυφερή, Αρχετυπική Μάνα μας. 

Η φάση της παιδικότητας ή "Όταν η μαμά είναι όλος σου ο κόσμος"
Είναι η περίοδος που συστήνεστε. Η περίοδος που η μία γνωρίζει την άλλη και η αγάπη σας κάνει τα πρώτα βήματα. 
Είναι τότε που τα τακούνια της σου φαίνονται ομορφότερα απ’ τα γοβάκια της Σταχτοπούτας και τα φουστάνια της πιο εντυπωσιακά απ’ της Ζωζώς. 
Είναι η περίοδος αυτή που η μαμά σου είναι στα μάτια σου κάτι μεταξύ Παναγίας, Μέριλ Μονρόε, Μαρί Κιουρί και Μητέρας Φύσης. 
Είναι η χρυσή εκείνη εποχή που την έχεις ανάγκη όσο τίποτε και κανέναν και που στο πρόσωπό της βλέπεις αυτό που θες κάποτε να γίνεις. 
Η μαμά σου είναι τότε για ‘σένα ο πιο αστείος, ο πιο έξυπνος, ο πιο φωτεινός κι αγαπησιάρης άνθρωπος στην ιστορία των ανθρώπων. 

Η φάση της εφηβείας ή "Όταν η μαμά είναι ο Νούμερο 1 εχθρός" 
Κι όπως λέει και το γνωστό κλισέ «Όλα τα ωραία, κάποτε τελειώνουν», κι έτσι ο δρόμος του άκριτου θαυμασμού και της αγάπης που αναβλύζει ως αστείρευτη πηγή απ’ τα βάθη της παιδικής μας καρδιάς, βρίσκει τοίχο. 
Κι ο τοίχος λέγεται εφηβεία, κι η εφηβεία είναι ένα ανεξέλεγκτο πάρτι ορμονών. Κι αυτές οι ορμόνες μαντέψτε που θα ξεσπάσουν τα νεύρα τους… 
Το ταξίδι αναζήτησης της προσωπικής σου ταυτότητας περνάει δυστυχώς μέσα απ’ τον δρόμο της απόρριψης και ο πρώτος άνθρωπος που θα διαλέξεις να απορρίψεις είναι αυτός που σου μοιάζει και του μοιάζεις όσο κανείς: η δόλια μάνα που παλεύει να τα βγάλει πέρα με τα εντελώς ακατανόητα ξεσπάσματά σου, την ακούραστη αμφισβήτηση και το απαξιωτικό σου ύφος χιλίων καρδιναλίων. 
Είναι εκείνη η περίοδος που έχεις για τα καλά διαλέξει τον νούμερο ένα εχθρό, δυνάστη κι εξουσιαστή σου: είναι η μάνα σου που δεν σε κατάλαβε ποτέ, που δεν υπήρξε ποτέ νέα, που είναι άνευ λόγου εναντίον σου και θέλει το κακό σου. 
Ας το πούμε ξεκάθαρα: είναι μια περίοδος για την οποία θα ‘χεις αρκετές τύψεις παρακάτω. Και που θα σε προετοιμάσει για πολλά, αν έχεις κόρη. 

Η φάση της νεότητας ή "Όταν η μαμά γίνεται φίλη" 
Κάπου εδώ έρχεται ακόμη ένα γνωστό κλισέ να συνοψίσει το επόμενο στάδιο της σχέσης μας με τη μαμά μας: «ουδέν κακό αμιγές καλού». Αφού έχεις βρίσει, αντιπαθήσει κι χιλιοεκνευρίσει τη μαμά σου στα ταραγμένα εφηβικά σου χρόνια, έρχεται εκείνη η φάση της ζωής που ωριμάζεις με ρυθμούς καταιγιστικούς. 
* Στα 19 σκέφτεσαι για τα 17: 
«Δεν μπορεί να έλεγα εγώ τέτοια πράγματα», 
* στα 22 αναρωτιέσαι για τα 19: 
«Πώς είναι δυνατόν να ήμουν εγώ έτσι;» 
και κάπως έτσι κυλάει η νεότητά σου, μέχρι που το συνειδητοποιείς: η μάνα σου είναι συμπαθητική. 
Μπορείς να της μιλήσεις για ό,τι θέλεις, χαίρεσαι πια να τη συστήνεις στους φίλους σου και τη θεωρείς, ξαφνικά, φίλη. Ανακαλύπτεις ότι ήταν άνθρωπος κανονικός πριν γίνει μαμά, ότι είχε δίκιο σε ένα εκνευριστικά μεγάλο ποσοστό αυτών που σου ‘λεγε (και σ’ έκανε να θυμώνεις) κι ότι είναι μια αστείρευτη μηχανή παραγωγής λύσεων για κάθε σου πρόβλημα. 
Τότε θα κατανοήσεις αυτό που λένε «Άσε το Google. Η μαμά σου ξέρει» (γιατί, πράγματι, μ’ έναν μυστήριο τρόπο, τα ξέρει όλα) και τότε θα αρχίσεις να αντιλαμβάνεσαι σιγά-σιγά τον αληθινό άνθρωπο πίσω απ’ τον Υπερήρωα Μαμά. 

Η φάση της πραγματικής ενηλικίωσης ή "Όταν γίνεσαι η μαμά σου" 
Ίσως και να μην χρειάζεται να πούμε και πολλά εδώ, εμείς όμως θα τα πούμε γιατί είμαστε άνθρωποι κι αισθήματα έχουμε. 
Ο λόγος για την-μοιραία-στη-ζωή-κάθε-γυναίκας-φάση «Παναγία μου, έγινα η μάνα μου!». 
Συνειδητοποίηση βαριά μεν, όχι απαραιτήτως δυσάρεστη δε, αφού –τα ‘παμε και πριν- τη μάνα σου πάει καιρός που τη συμπάθησες. Τώρα, όμως, είναι το στάδιο της συναδελφικότητας. 
Είστε κι οι δυο μαζί παλεύοντας στον ίδιο στίβο –αυτόν της μητρότητας και της ενηλικίωσης. Είναι τότε που χρειάζεσαι κάθε σταγόνα σοφίας κι εμπειρίας που διαθέτει. 
Είναι, εν ολίγοις, η Περίοδος Της Απόλυτης Κατανόησης. 
Η φάση αυτή που σου δίνει χιλιάδες αφορμές για να μουρμουρίσεις «Α, ρε μάνα…» και άλλες τόσες για να ζητήσεις «συγγνώμη» κι «ευχαριστώ». 
Είναι η ωριμότερή σου φάση, που –πώς τα φέρνει η ζωή- μοιάζει όσο καμία άλλη με την πρώτη, αυτήν της γνωριμίας σας. 
Με μια (σίγουρη) διαφορά: τώρα, ξέρεις ότι εκτός από μαμά είναι και γυναίκα και ερωμένη και φίλη και εργαζόμενη. 
Και μια ακόμα: τώρα ξέρεις, ότι είναι θνητή. 
..........
περισσότερα εδώ: omorfhzwh
Πηγή: mama365

Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Sunday, 29 March 2020

Κορωνοϊός: Η Μαμά σε Καραντίνα, η Κόρη στην Κουζίνα 😂

Μεσημεράκι και....
τιμ... τιρι... ριμ... ριιιμ... τιριιι... ριιιμ... στο τηλέφωνο η κορούλα μου.

— Έλα, κοριτσάκι μου, τι έγινε; (είχαμε μιλήσει τρεις φορές από το πρωί)
— Μάνα, πώς να ψήσω τα ψάρια;
— Τι ψάρια είναι;
— Τσιπούρες, τρεις τσιπούρες.
— Πάρε τη συνταγή από τον Άκη, την Αργυρώ...
— Τις είδα, είδα καμιά δεκαριά. Που να βρω τα δεντρολίβανα, τα πληγούρια και σιγά μην κάνω μαρινάδες και όλα αυτά τα περίεργα. 

Τη δικιά σου συνταγή θέλω, την απλή.
— Καλά, μην κάνεις έτσι. Στο μέτριο ταψί, βάλε λίγο νεράκι (για να μην πιτσιλάει το λάδι και σου κάνει χάλια το φούρνο), βάλε μέσα τις τσιπούρες και άλειψέ τες με λαδάκι από πάνω. Μη βάλεις αλάτι, λεμόνι και ρίγανη... στο τέλος αυτά.
— Ωραία! Και μετά;
— Στο φούρνο, στη μεσαία θέση, και άναψε το γκριλ στους 200 βαθμούς.
— Τι είναι το γκριλ;
— Άνοιξε το φούρνο, σκύψε και κοίτα πάνω... βλέπεις μιαν αντίσταση;
— Ναι...
— Αυτό είναι το γκριλ
— Και πώς ανάβει αυτό;
— Από τον διακόπτη του φούρνου...
— Έχει ένα σωρό σχεδιάκια επάνω... ποιο είναι το γκριλ, γμ τον κορωνοϊό μου;
— χαχαχαχαχαχαχαχα.... στείλε μου φωτό τους διακόπτες 
στο viber και θα σου πω.
      μπιιιπ μπιιιιπ, σε 3 δεύτερα ήρθε η φωτό
— Λοιπόν, δεξιά το τελευταίο... άναψέ το και τσέκαρε αν κοκκινίζει η αντίσταση, ...
— Δεν ανάβει, ααα, μισό λεπτό, κλειδωμένο είναι το σύστημα... εντάξει, άναψε....... Μάνααα...
— Τα ψάρια είναι παγωμένα, σαν ξύλα στέκονται...
— Δεν τα ξεπάγωσες;
— Το ξέχασα... γμ τον κορωνοϊό μου.... και τώρα τι κάνω;
— χαχαχαχαχαχαχα.... βάλτα σε νεράκι πολύ χλιαρό για λίγο, χαχαχαχαχαχαχα, όχι σε καυτό γιατί θα βράσουν... χαχαχαχαχαχα.... και μετά όπως σου είπα... χαχαχαχαχαχαχα....
— Τι γελάς βρε Μάνα; Είναι κατάσταση αυτή; Πρέπει να τελειώνουμε με τον κορωνοϊό το συντομότερο....
-------------
ευχαριστούμε την κ.  Βάλια "Τροφοδοτίδου"*
που μας έστειλε το κείμενο

Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Monday, 24 June 2019

«ΑΝ» δεν συναντούσαμε τον ανεύθυνο-μεθυσμένο οδηγό

Σαν σήμερα (23 Ιουνίου 1984) 35 χρόνια «ΑΝ» ......

«ΑΝ» μπορούσα να γύριζα το χρόνο πίσω ......

«ΑΝ» κάτι μας εμπόδιζε και δεν συναντούσαμε τον ανεύθυνο-μεθυσμένο οδηγό .......

«ΑΝ» την ακριβή μου Δ... δεν την άγγιζε ο πόνος ....
«ΑΝ» δε χρειαζόταν να δώσει μάχες, ένα πλασματάκι 3 ετών......

«ΑΝ» μπορούσε η αγάπη της μάνας να γίνει ασπίδα προστασίας για τα παιδιά της ......

«ΑΝ» βγήκε νικήτρια με τη δύναμη του Θεού και την αγάπη μας .....

«ΑΝ» μας έκανε καλύτερους ανθρώπους και δε χάσαμε τον εαυτό μας ....

«ΑΝ» όλα μπορούσα να τα πάρω πάνω μου ....

«ΑΝ» ο πόνος επιστρεφόταν σε χαρά ........

«ΑΝ» η ευχή «καλότυχος» έπιανε για όλους .........

Αχ, αυτό το «ΑΝ» να μπορούσε να φύγει από τη ζωή μας .......

Σαν σήμερα (23 Ιουνίου 1984) 35 χρόνια «ΑΝ» ......

Λούλα Βλάχου
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Friday, 11 May 2018

Μαμά, έγινα κι εγώ μαμά και τώρα κατάλαβα…

Ξέρεις μαμά, καταλαβαίνω πια όλες τις μαμάδες! 
Τις κοιτάω που κοιμούνται. Η μία στο πλάι, έτσι από μικρή. Η άλλη ανάσκελα, με το μικροσκοπικό ποδαράκι της να κρέμεται έξω από την κούνια. Το ακουμπάω απαλά πάνω στο σεντόνι. Πώς μπορείς να αγαπάς κάποιον τόσο πολύ από ό,τι τελικά οι λέξεις μπορούν να περιγράψουν;
Αυτή είναι η αγάπη της μαμάς. 
Για τη μαμά μου λοιπόν…
Είμαι 35 και σε κοιτάω σαν να είμαι 5. Εσύ ξέρεις πάντα τι να μου πεις, ξέρεις τι έχω, ξέρεις τι με απασχολεί χωρίς να σου πω λέξη και ξέρεις πώς θα με κάνεις να νιώσω καλύτερα. Και είναι κι αυτή η μαγική αγκαλιά σου, είναι αυτή η μυρωδιά, η τόσο οικεία από την πρώτη μέρα που γεννήθηκα, που απορροφάει κάθε έγνοια, κάθε δισταγμό, κάθε πίκρα.
Ξέρεις μαμά, έκλαψα την πρώτη μέρα που η κόρη μου είπε «μαμά». Δεν έχω ακούσει ωραιότερη λέξη στη ζωή μου. Μόνο όταν κρατήσεις το μωρό σου στα χέρια μπορείς να καταλάβεις όλα αυτά τα υπερβολικά συναισθήματα που ακούς από άλλες μητέρες. Νιώθεις πως θα σου βγει η καρδιά από το σώμα τόσο δυνατά που χτυπάει κάθε φορά που το αγκαλιάζεις. Προσπαθείς να το περιγράψεις. Δεν μπορείς.
Ξέρεις μαμά, πάντα σε αγαπούσα αλλά πλέον σ΄αγαπάω πιο πολύ. Μπορεί πιο ώριμα αλλά το ίδιο παθιασμένα.

Η Angelo di Spirito Rosa με μία καμπάνια που μας πλημμυρίζει συναισθήματα κι ένα βίντεο υψηλής αισθητικής διηγείται την ιδιαίτερη σχέση αγάπης και τρυφερότητας, τον ισχυρό δεσμό που βάζει τη σφραγίδα του σε όλη την οικογένεια: στη μητέρα, στην κόρη και στις γενιές που ακολουθούν.

Οι μαμάδες είναι ευτυχισμένες αρκεί να βλέπουν τα παιδιά τους χαρούμενα και τα κορίτσια θέλουν όταν μεγαλώσουν να αγαπούν τα παιδιά τους όπως ακριβώς αγαπήθηκαν οι ίδιες.

Το βίντεο που ακολουθεί θα σας θυμίσει εικόνες που όλοι έχουμε ζήσει και στιγμές που έχουμε μοιραστεί…
Ξέρεις μαμά, καταλαβαίνω πια όλες τις μαμάδες! 
Καταλαβαίνω όλες τις αγωνίες, τα άγχη, την ζακέτα που μου φώναζες να πάρω και δεν έπαιρνα ποτέ, το γιατί άργησες να σηκώσεις το τηλέφωνο, τα πρόσεχε, τα μη, το γιατί δεν τρως, το γιατί τρως και πάχυνες. Όλα, όλα τα καταλαβαίνω.

Ποτέ δε σε ρώτησα αν με αγαπάς. 
Γιατί άραγε; Τώρα ξέρω. Ξέρω ότι το να είσαι μαμά δεν είναι μόνο χάδια και αγκαλιές. Είναι πανικός, είναι φόβος, είναι άγχος. Είναι κούραση, τόση κούραση, που δεν φεύγει σχεδόν ποτέ. Είναι έλλειψη ελεύθερου χρόνου, είναι τύψεις, είναι τρόμος μην πάθει κάτι παιδί σου κι αν πάθει θέλεις να το κάνεις καλά, ως δια μαγείας, χωρίς να ταλαιπωρηθεί καθόλου.

Μαμά είναι αγάπη. 
Είναι η γυναίκα που όταν σε πληγώνουν εκείνη σε γιατρεύει, όταν ερωτεύεσαι εκείνη φοβάται, όταν πληγώνεσαι εκείνη σπάει, όταν πετυχαίνεις εκείνη σε σταυρώνει για το κακό μάτι και σε προσγειώνει για να μην πέσεις απότομα, και τραυματιστεί η ψυχή σου, όταν γεννάς εκείνη πονάει μαζί σου, όταν κάνεις παιδί, αρχίζεις και της μοιάζεις.

Μαμά, μεγάλωσα κι ας μη το βλέπεις. Κι όταν στο λέω μην με ακούς, εσύ να με βλέπεις πάντα σαν το μωρό σου…

Σε λίγες μέρες είναι η γιορτή της μητέρας, η γιορτή σου μαμά, μία ημέρα παγκοσμίως αφιερωμένη σε εκείνες τις γυναίκες που εξαιτίας τους υπάρχουμε, ζούμε, αναπνέουμε και που ζουν για εκείνο το χαμόγελό μας που τις πλημμυρίζει χαρά και δύναμη.

Ας μην ξεχνάμε τις γυναίκες που επέλεξαν να γίνουν μητέρες, τις γυναίκες που μεγαλώνουν μόνες τους τα παιδιά τους, τις μητέρες που δεν γέννησαν αλλά κυρίως τις μητέρες που αγάπησαν. 
Όσο αυτονόητο κι αν ακούγεται, η μαμά δίνει ό,τι έχει και δεν έχει για τα παιδιά της, για να τους δώσει τα εφόδια και τις αρχές που θα τα ακολουθούν μια ζωή.

Ας θυμηθούμε το χάδι, την αγκαλιά της μαμάς μας κι ας σκεφτούμε κι εκείνες που μεγαλώνουν μόνες τους τα παιδιά τους. 
Η «Κιβωτός του Κόσμου» υπάρχει για αυτές τις γυναίκες, τις γυναίκες που μετράνε τις δυνάμεις που κρύβονται μέσα τους και με αποθέματα ψυχής παλεύουν για τα παιδιά τους μόνο και μόνο για να τα δουν χαρούμενα κι ευτυχισμένα.

Και δεν είναι μόνη της σε αυτό. 
Η Angelo di Spirito Rosa στηρίζει έμπρακτα και με μία συγκινησιακά φορτισμένη καμπάνια το πρόγραμμα «Στέγη για τη μητέρα και το παιδί» της «Κιβωτού του Κόσμου» προσφέροντας μέρος των συνολικών της εσόδων του Μαΐου για τη μαμά που μεγαλώνει μόνη το παιδί της.

Και τώρα πια που μεγάλωσα κι έγινα μαμά, ξέρω τι εννοούσε και δική μου μαμά όταν έλεγε «πως αυτή η αγάπη που νιώθεις για το παιδί, είναι άλλη αγάπη, μοναδική, διαφορετική».

Λίγο πριν φύγω από το δωμάτιό τους, κοντοστέκομαι και κοιτάω τις κόρες μου ξανά και το νιώθω... Κάποια μέρα, αργότερα, όταν θα γίνουν κι εκείνες μανούλες θα έρθουν και θα μου πουν «μαμά, έγινα κι εγώ μαμά και καταλαβαίνω όσα νιώθεις». Θα είναι το μυστικό μας...

Saturday, 24 March 2018

Στην αγαπημένη μου κόρη

«Πριν γεννηθείς, αναρωτιόμουνα πολλές φορές, πώς θα μεγάλωνα μια κόρη. 
Ήθελα ένα αιθέριο κοριτσάκι ή ένα παχουλό χαρούμενο παιδί;
Ήθελα να είναι δραστήρια ή τρυφερή; ´Η και τα δύο; 
Όπως ήρθαν τα πράγματα, κανένα από τα όνειρά μου δεν βγήκε αληθινό. Μου δόθηκε ένα εντελώς μοναδικό, εντελώς νέο, εντελώς μυστηριώδες, απρόβλεπτο, εξαίσιο κορίτσι. Εσύ.
Φυλάω ένα λεύκωμα με τις φωτογραφίες σου -σαν να μπορούσα να διαφυλάξω όλους τους ξεχωριστούς εαυτούς σου-το βρέφος, το νήπιο, τη μαθήτρια, την έφηβη. Όμως στην πραγματικότητα οι φωτογραφίες δεν έχουν σημασία. Γιατί είσαι όλα αυτά μαζί-και κάθε φορά που σε βλέπω σκέφτομαι: «τώρα είναι η καλύτερή της εποχή».

Αγαπημένη μου κόρη: Σε σκέφτομαι αδιάκοπα. Όταν ανακαλύπτω ότι το χρώμα από το μπλουζάκι σου έχει βάψει τα περισσότερα ρούχα της μπουγάδας. Όταν βρίσκω μακριές τρίχες στο σωλήνα του νιπτήρα. Όταν τρίβω την μπανιέρα για να καθαρίσω τα υπολείμματα από το αφρόλουτρό σου. Όταν βρίσκω μια μισοφαγωμένη σοκολάτα στο κρεβάτι σου. Όταν, ακριβώς πριν καθίσουμε για το βραδινό φαγητό, ανακαλύπτω ότι έχεις φάει όλο το παγωτό. Όταν βρίσκω ένα κεσέ από γιαούρτι γεμάτο αγριολούλουδα στο κρεβάτι μου. Σ’ αγαπώ.

Σ’ ευχαριστώ για όλες σου τις κάρτες -σχεδιασμένες από σένα ή από τον Ρενουάρ. Για όλα σου τα δώρα- κακοτυλιγμένα ή συσκευασμένα με ωραίες κορδέλες. Για όλα σου τα πεταχτά φιλιά-που μύριζαν σοκολάτα ή Σανέλ. Σ’ ευχαριστώ που με θυμάσαι. Μερικές φορές εύχομαι να είχα τη δύναμη να κάνω τα πράγματα να σου έρθουν όπως τα θέλεις. Μερικές φορές εύχομαι να είχα αρκετά χρήματα για να σου προσφέρω αυτά που ονειρεύεσαι. Όμως σου έδωσα ό,τι μπορούσα-τις πέντε ολοζώντανες αισθήσεις σου, τον κόσμο γύρω σου. Πάρε ό,τι θέλεις, πρόσθεσε το δικό σου θαύμα στο σύνολο όλων των ανθρώπινων θαυμάτων και μεταβίβασε στους άλλους το δώρο της αγάπης. Είναι αρκετό.

Αγαπημένη μου κόρη: Σου εύχομαι τα μάτια σου να δουν-το αβέβαιο περπάτημα του γλάρου, τα φύλλα που αλλάζουν χρώμα, τους ελιγμούς του τρεχούμενου νερού, τις σταγόνες της βροχής να πέφτουν σ’ ένα γυαλιστερό δρόμο. Σου εύχομαι τα μάτια σου να δουν ουράνια τόξα, ένα κοπάδι ψαρόνια στον ουρανό της πόλης. Σου εύχομαι τ’ αυτιά σου ν’ ακούσουν, το κελάρυσμα ενός κρυμμένου ρυακιού, έναν πρωινό κοκκινολαίμη, ένα φτερούγισμα μέσα στους θάμνους του φράχτη, την αλυσίδα μιας άγκυρας που κατεβαίνει, τις φωνές που σβήνουν καθώς ανοίγει η αυλαία. Σου εύχομαι ν’ αγγίξεις το μετάξι και την πέτρα που έχει ζεσταθεί από τον ήλιο. Να χαϊδέψεις τις γάτες. Και οικεία αγαπημένα χέρια. Σου εύχομαι να γευτείς το φρέσκο ψωμί, το καθαρό νερό, το τοπικό κρασί, μια φρεσκοκομμένη ντομάτα.
 
Αγαπημένη μου κόρη-σου εύχομαι να ζήσεις.
Οι κόρες έχουν την τάση να κάνουν κατηγορηματικές δηλώσεις: Θα πάω σ’ ένα ινδικό ερημητήριο. Ναυτολογήθηκα σ’ ένα καράβι για τη Σιγκαπούρη. Κάλεσα τον καθηγητή μου για φαγητό. Σήμερα, θα κάνω τατουάζ. Φεύγω από το σπίτι. Θα γίνω καλόγρια. Είμαι ερωτευμένη μ’ έναν Άραβα σεΐχη. Θα ξαναγυρίσω στο σπίτι. Θα βάψω τα μαλλιά μου ροζ. Θα φτιάξω οικογένεια όταν θα έχω εξερευνήσει το Αιγαίο με ιστιοφόρο… 
Από τότε που γεννήθηκες, η ζωή ήταν σαν ένα εξαίσιο βιβλίο-ένα βιβλίο που ανυπομονώ να γυρίσω τη σελίδα του και να δω ποιο καινούργιο πράγμα έκανες πάλι…
Δεν ξέρω τι μ’ αρέσει περισσότερο: τα ήρεμα κεφάλαια, οι μεγάλες δραματικές σκηνές ή οι περιπέτειες που μου κόβουν την ανάσα. Δεν είναι ποτέ ανιαρό. Απλώς δεν μπορώ να συνέλθω από την έκπληξή μου, που έχω βάλει κι εγώ ένα χεράκι στη συγγραφή του.

Είμαι περήφανη για όλα σου τα κατορθώματα.
Αγωνίστηκες σκληρά για να τα πραγματοποιήσεις. Είμαι περήφανη για την ομορφιά σου και για την εξυπνάδα σου-που κληρονόμησες από κάποιον μακρινό πρόγονο. Η «επιτυχία» σου θα ήταν ευπρόσδεκτη -αλλά γιά μένα είσαι μοναδική, ό,τι κι αν κάνεις… Είμαι περήφανη για σένα, όχι για τα πράγματα που σου ήρθαν εύκολα ή γι’ αυτά που αποτελούσαν από την αρχή μέρος του εαυτού σου, αλλά γιατί κολύμπησες στα βαθιά, κόντρα στις αντιξοότητες και κόντρα στον εαυτό σου, και αναδύθηκες στην επιφάνεια με το βραβείο σου…
 
Όχι. Δεν είσαι τέλεια -και λυπάμαι που όταν ήσουν μικρή σ’ έκανα μερικές φορές να νομίσεις ότι απαιτούσα την τελειότητα. Είσαι κάτι περισσότερο από τέλεια. Είσαι ένα μοναδικό κομμάτι του ανθρώπινου γένους. Κάνεις λάθη, ψάχνεις, με ξαφνιάζεις πάντα με τις ανακαλύψεις σου και τα όνειρά σου. Νιώθω απέραντη ευγνωμοσύνη που ένα μικρό μέρος του εαυτού μου έχει περάσει στη δική σου ύπαρξη και που με μεταφέρεις σ’ ένα μέλλον που δε θα το γνωρίσω ποτέ. Είσαι όλοι εμείς..κι όμως είσαι ο εαυτός σου για πάντα… Σ’ έναν κόσμο που είναι απαραίτητη η επιτυχία, ίσως μόνο εμείς οι γυναίκες γνωρίζουμε βαθιά μέσα μας ότι η επιτυχία μπορεί να είναι κάτι το αθόρυβο και το κρυφό.

Πολυαγαπημένη μου κόρη: Η κάθεμιά μας, έχει τη δική της ζωή. Έχουμε κι οι δύό ανάγκη να βρίσκουμε το δικό μας χώρο, να εξερευνούμε τον κόσμο γύρω μας, να αναπτύσσουμε τις ικανότητες μας. Όμως είτε μας αρέσει είτε όχι, είμαστε δεμένες μαζί. Είναι οι πιο ανάλαφρες αλυσίδες-τόσο ανάλαφρες που μερικές φορές ξεχνάμε ότι υπάρχουν.
Όμως είναι πιο γερές κι από την ίδια τη ζωή. Ένα ανεπαίσθητο τράβηγμα θα με κάνει να παρατήσω τα πάντα. Είσαι πάνω απ’ όλα, ο χτύπος της καρδιάς στη ζωή μου… Τα καταφέραμε καλά-είδαμε θαύματα, ονειρευτήκαμε όνειρα.

Ίσως να μην κάναμε το γύρο του κόσμου, να μην..ανεβήκαμε στο Έβερεστ, να μη γράψαμε ένα μπεστ σέλερ. Έχουμε διαφορετικά γούστα, διαφορετικές ικανότητες, διαφορετικές φιλοδοξίες. Όμως μας αρέσει να παρατηρούμε η μία την άλλη να ζει και να μαθαίνει-και να χειροκροτούμε όταν χρειάζεται.

Ίσως να μην ανταποκρινόμαστε στη συμβατική ιδέα που έχει ο κόσμος για μια μητέρα και μια κόρη. Ίσως να μην υπάρχει τέτοια ιδέα. Όμως αρέσουμε η μία στην άλλη. Ενθαρρύνουμε η μία την άλλη. Είμαστε φίλες.
Μην το ξεχνάς ποτέ-δεν είσαι μοναδική μόνο για μένα. Είσαι μοναδική. Κι αυτό είναι δεδομένο…. Θα μπορούσα να πω ότι είσαι η πιο έξυπνη, η πιο όμορφη, η πιο διορατική, η πιο ήρεμη, η πιο σοφή, η πιο στοργική κόρη σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Όμως αυτό δεν θα ήταν σωστό. Δεν έχω γνωρίσει όλες τις κόρες του κόσμου. Μπορώ να κρίνω μόνο από τις περιορισμένες γνωριμίες μου… Όμως πάνω σ’ αυτή τη βάση, λέω πως είσαι η πιο έξυπνη, η πιο όμορφη, η πιο………..

Σ’ ευχαριστώ που μου έδωσες την ευκαιρία να ξαναπλάσω κουλουράκια από λάσπη, να πλατσουρίσω στη θάλασσα, να παίξω με καραβάκια, να καβαλικέψω μαγικά άλογα, να ξαναδώ τα εκθέματα του νηπιαγωγείου-και να χαϊδέψω όλες τις κατσίκες του παιδικού ζωολογικού κήπου. Σ’ ευχαριστώ που μου έδωσες μια δικαιολογία γιά να φτιάξω σπιτικές μαρμελάδες και τούρτες γενεθλίων. Σ’ ευχαριστώ που ξανάφερες το κέφι στη ζωή όλων μας.
Σ’ ευχαριστώ που πίστευες πως οι τούρτες που σου έφτιαχνα για τα γενέθλιά σου ήταν μαγικές, οι ζωγραφιές που σου ζωγράφιζα αριστουργήματα και τα παραμύθια που σου έλεγα τα καλύτερα του κόσμου.. Μερικές φορές όταν αισθάνομαι ιδιαίτερα άχρηστη, μου δίνεις σοφές συμβουλές-τις ίδιες που σου έδινα κι εγώ κάποτε. Αυτό μου δίνει απέραντο κουράγιο. Σ’ ευχαριστώ που με φροντίζεις αγάπη μου..
Το καλύτερο δώρο που μου έχεις κάνει ποτέ, είναι η φιλία σου.

Δεν υπάρχει τίποτα, απολύτως τίποτα, που να μπορεί ν’ αλλάξει τόσο ριζικά τη διάθεση μιας μελαγχολικής βραδιάς, με επαναλήψεις στην τηλεόραση και απομεινάρια από το χτεσινό φαγητό, όσο ένα τηλεφώνημα της κόρης σου.. Όταν εσύ φεύγεις για να ζήσεις τις περιπέτειές σου, το σπίτι μου φαίνεται μελαγχολικό και πληκτικό. Το μυαλό μου μισοσχεδιάζει να ξαναπάω ένα ταξίδι στη θάλασσα ή να περάσω τη Σαχάρα με τζιπ ή κάτι άλλο παρόμοιο. Όμως ύστερα το μάτι μου πιάνει τον εαυτό μου στον καθρέφτη και συνειδητοποιώ με λύπη ότι ο δικός μου καιρός για περιπέτειες έχει τελειώσει. Πρέπει να τις ζήσεις εσύ για μένα. Κάνε όλα τα διασκεδαστικά και συναρπαστικά πράγματα που έκανα κάποτε κι εγώ.. Βράσε το νερό.. Τίναξε τα σεντόνια.. Φρόντιζε τα πόδια σου.. Και γράφε το ημερολόγιό σου..
Το μυαλό και η καρδιά μου είναι μαζί σου...

..............
Πρέπει να κάνεις τους δικούς σου αγώνες αγάπη μου.. Όμως εγώ θα είμαι εδώ, στη γωνία, με τον κουβά και το σφουγγάρι.

Όταν ήσουν πολύ μικρή, μπορούσα να γιατρεύω τους περισσότερους πόνους σου μ’ ένα φιλί. ´Η να σε παρηγορώ με μια κουταλιά σιρόπι. Τα πράγματα που δεν μπορούσα να διορθώσω μ’ ένα φιλί, ήξερα να τα επισκευάζω-με κόλλα και με ταινία, με βελόνα και κλωστή, με λάστιχα, συρραπτικά και σπάγκο. Όμως σήμερα υπάρχουν πράγματα που δεν μπορώ να τα ξανακολλήσω ή να τα θεραπεύσω με φιλιά. Οι υποθέσεις των ενηλίκων υπερβαίνουν πια τις δυνατότητές μου. Θα ήθελα να έχω μαγικές ικανότητες για να μπορώ να επανορθώνω και αυτά τα πράγματα.
 
Όμως το μόνο που μπορώ να κάνω, είναι να είμαι κοντά σου.. Πάντα.


Αυτό που ελπίζω για σένα είναι να συνεχίσεις σε όλη σου τη ζωή να ξαφνιάζεσαι και να ενθουσιάζεσαι για τον κόσμο γύρω σου. Φυσικά ονειρεύομαι τι καλά που θα ήταν αν μπορούσα να σου δείξω όλους τους τόπους όπου δεν μπόρεσα να σε πάω-τη Βενετία και τη Ρώμη, το Παρίσι και την Πράγα. Όμως εσένα μπορεί να μη σ’ ενδιαφέρουν αυτά τα μέρη.
Σου εύχομαι να βρεις τους δικούς σου τόπους, τις δικές σου αγάπες…

Όχι αγάπη μου, δεν ονειρεύομαι πλούτο και επιτυχία για σένα. Μόνο μια δουλειά που να σου αρέσει, ικανότητες που να μπορείς να τις τελειοποιείς, ενθουσιασμούς που να φωτίζουν την καρδιά σου, φίλους και άφθονη αγάπη… Πολυαγαπημένη μου-με όλα αυτά τα τεχνολογικά θαύματα γύρω μας, εγώ θα σου ευχηθώ κάτι απίστευτα παλιομοδίτικο. Τη χαρά να διαβάζεις βιβλία. Βιβλία ανέγγιχτα από το Χόλιγουντ, τους διασκευαστές ή τους σχεδιαστές κόμικς. Απλώς βιβλία. Ένας νους που μιλάει σ’ έναν άλλο, μέσα από το χώρο και το χρόνο..

Καλή μου: ελπίζω ότι όταν θα είσαι πολύ πολύ γριά, θα μπορείς να κοιτάζεις το παρελθόν και να λες: «Θεέ μου..τι εξαίσια ζωή!» Έχεις την αγάπη μου..την αγάπη που μας ενώνει. Πάρ’ την μαζί σου στον κόσμο που εγώ δεν θα γνωρίσω ποτέ..

Σου εύχομαι να είσαι ευτυχισμένη και ασφαλής, να έχεις άνεση και σοφία.. Όμως όχι ακόμα.. Ζήσε πρώτα τις περιπέτειές σου. Σου εύχομαι να έχεις το πάθος που δημιουργεί, και προσεύχομαι να σε προσπεράσει το πάθος που καταστρέφει.. Πως μπορώ να σου ευχηθώ οτιδήποτε; Εκτός από το να βρεις τι θέλεις να κάνεις, και να το κάνεις. Καλά.. Σου εύχομαι να ζήσεις την ομορφιά της σιωπής, την αγαλλίαση της λιακάδας, το μυστήριο του σκοταδιού, τη ζωηρότητα της φλόγας, την ορμή του νερού, τη γλυκύτητα του αέρα, την ήρεμη δύναμη της γης…. Σου εύχομαι τη μαγεία της ζωής..

Τι εύχομαι περισσότερο για σένα; 
Να πιστεύεις στη θεμελιακή αξία του ανθρώπινου γένους, και σ’ αυτό αγαπημένη μου, συμπεριλαμβάνεσαι κι εσύ..
Σου εύχομαι να ζήσεις την αγάπη.. Τη ρομαντική αγάπη, ναι. Αλλά και την αγάπη αυτών που είναι ξαπλωμένοι μαζί σ’ ένα κρεβάτι και κουβεντιάζουν στα σκοτεινά για τους περασμένους καιρούς. Σου εύχομαι να δεις ένα παιδί να σηκώνει τα χεράκια του προς το μέρος σου, να σου δίνει φιλιά που κολλούν από το μέλι.. Σου εύχομαι να ζήσεις ένα στοργικό άγγιγμα, να δεις δυο μάτια να φωτίζονται, ν’ ακούσεις τον ήχο ενός κλειδιού στην πόρτα…

Σου εύχομαι ν’ αποκτήσεις μια κόρη ακριβώς σαν κι εσένα…»
 

Friday, 27 October 2017

Α, ρε μαμά… Μεγάλωσα...


Κοντά σου, μακριά σου, με σένα, χωρίς εσένα. Ήσουν πάντα εκεί. Με ένα δικό σου τρόπο. Πώς το κατάφερνες αυτό; 
Την ίδια στιγμή που μου φώναζες και με έβαζες τιμωρία και εγώ νόμιζα πως σε μισώ και ποτέ δεν θα αλλάξει αυτό, την ίδια στιγμή με ρωτούσες αν πεινάω και αν διάβασα ώστε να σπουδάσω και να κάνω τα όνειρά μου πραγματικότητα. 

Κάθε φορά που έβγαινα από την πόρτα μού έλεγες να προσέχω, αν έχω ντυθεί καλά να μην κρυώσω και να έχω το νου μου εκεί που θα πάω μη μου βάλουν τίποτα στο ποτό.
Kάθε φορά που έμπαινα σπίτι, με ρωτούσες πώς πέρασα, αν έχω φάει, αν είμαι καλά. 
Θυμάμαι να κλειδώνομαι στο δωμάτιό μου και να κλαίω με λυγμούς για εφηβικό έρωτα. Ο κόσμος γύρω μου γκρεμιζόταν, νόμιζα πως το κορμί μου σκιζόταν και θα πεθάνω. Εσύ διακριτικά με κοιτούσες από την πόρτα, σχεδόν χαμογελούσες. Ήξερες. Ήσουν εκεί, αλλά ποτέ δεν παραβίασες τον χώρο μου, τα συναισθήματά μου. Θυμάμαι να τσακωνόμαστε για το τι ώρα θα επιστρέψω, αλλά τότε ο χρόνος ήταν σχετικός και εγώ θύμωνα και σου φώναζα.

Α, ρε μαμά… Έγινα μεγάλη γυναίκα, φοράω τις δικές μου γόβες πια και περπατάω δίπλα στις δικές σου, γιατί είσαι πάντα εδώ. Φόρεσα και τις δικές σου, τις νυφικές, και πήγαμε μαζί σε ένα γάμο. Έλεγες σε όλους ότι από παιδί τις φορούσα κρυφά και έπειτα σου έλεγα να μου τις κρατήσεις. Και τις κράτησες. Όλα να μου τα δώσεις. Όλα τα δικά σου, ό,τι ζητήσω κι ό,τι δεν ξέρω να ζητήσω εσύ το έδωσες. 
Μεγάλωσα, και πάλι δε σε καταλάβαινα, ότι είσαι κι εσύ άνθρωπος και γυναίκα μαζί και πως θέλουμε τα ίδια πράγματα… Και σου έβαλα πάλι τις φωνές και εσύ μου έδωσες το χρόνο να σε πλησιάσω πάλι. Πώς το κάνεις αυτό; 
Να με παίρνεις και να με ρωτάς αν έφαγα κι αν ντύθηκα καλά, όταν εγώ, ενήλικη πια, κλαίω πάλι για έναν έρωτα; Πάντα είσαι τόσο γραφική κι όμως πάντα έχω ανάγκη να με ρωτήσεις αν έφαγα.
Α, ρε μαμά… Τώρα που σκέφτομαι να γίνω μαμά, φοβάμαι τόσο πολύ, που στα μάτια μου φαντάζεις ήρωας. Ένας σούπερ ήρωας με μαγική κάπα που, πριν καν σε φωνάξω, εσύ ήσουν εκεί. 
Πώς θα το κάνω αυτό; 
Υπάρχει ένα μαγικό φίλτρο που πίνει κανείς πριν κάνει όλα όσα έκανες εσύ για μένα; 
Είναι μια μάχη που πας άοπλος και χωρίς πανοπλία και όμως βγαίνεις νικητής; 
Στα μάτια μου και στην καρδιά μου είσαι αυτή η Μία που λένε όλοι και δε μπορώ να σκεφτώ καμία άλλη να με αντέχει, να με αγαπά, να με αγκαλιάζει όπως εσύ και να με νοιάζεται όσο εσύ, μετά από τόσους τσακωμούς, από τόσες κόντρες από τόσες φουρτούνες… Γιατί δεν ήμουν ήσυχο παιδί, μα εσύ ήσουν ανένδοτη στο να με στηρίζεις.

Α, ρε μαμά… Μεγάλωσα κι ακόμα σε έχω ανάγκη. Πάντα θα σε έχω κι ας έλεγα μικρή πως δε σε έχω και μπορώ και μόνη μου. Και εσύ λες σε όλους πόσο σε κάνω περήφανη κι εγώ κάποια βράδια κλαίω, γιατί δεν σου είπα όσες συγγνώμες ήθελα ως τώρα ούτε όσα ευχαριστώ σου αξίζουνε.

A, ΡΕ ΜΑΜΑ… ΤΙ ΡΟΛΟΣ ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΑΚΟΣ ΣΤΗΝ ΑΥΛΑΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ. ΚΑΙ ΦΟΒΑΜΑΙ ΜΗΝ ΕΡΘΕΙ Η ΜΕΡΑ ΠΟΥ ΔΕ ΘΑ ΣΕ ΦΩΝΑΖΩ ΠΙΑ ΚΑΙ ΠΟΥ ΔΕ ΘΑ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΕΡΧΕΣΑΙ.

Και τότε δε θα ξαναπώ την πιο γλυκιά λέξη του κόσμου, δισύλλαβη από το Μα, την πρώτη συλλαβή που λέμε όταν ακόμα είμαστε μωρά, κι έπειτα κολλάμε άλλο ένα Μα γιατί δεν ξέρουμε κάτι άλλο να πούμε και εσύ χαμογελάς γιατί σε φωνάζουμε να ‘ρθεις. Μα αυτό το Μα είναι τελικά η αρχή μιας πρότασης με παράπονο ή η αρχή μιας λέξης με νόημα;
Μα εγώ, Μαμά, σε αγαπώ και θα το λέω και για σένα κρυφά θα κλαίω, γιατί ξέρω πια πως δεν είσαι σούπερ ήρωας παραμυθιού που πλέκει το μυαλό μου, αλλά άνθρωπος. Γυναίκα! Μαμά, γυναίκα, φίλη, άνθρωπος.
Α, ρε μαμά… Ρώτα με, μη σταματάς, ρώτα με αν έχω φάει κι αν ντύθηκα καλά να μην κρυώσω. Η σιωπή λέει χρυσές κουβέντες…
Η σιωπή λέει χρυσές κουβέντες

Aπό την Doukissa dinfo.gr
από την αγαπημένη μας ideopigi

Sunday, 22 January 2017

Ποτέ μην κοιμάσαι τσακωμένη με το παιδί σου

Αυτή τη φορά δεν υπήρξαν εναγκαλισμοί ή ασπασμοί.
Ο αποχαιρετισμός ήταν θυμωμένος και βιαστικός
Δε θα καταλάβαινα καν ότι ήταν αποχαιρετισμός, αν δεν έβλεπα ξεκάθαρα ότι απομακρυνόσουν μέσα στη νύχτα, με το σακ βουαγιάζ στον ώμο, χωρίς να γυρίσεις να κοιτάξεις, χωρίς να πεις «γεια» ή να σου πω «καλό ταξίδι, πάρε με μόλις φτάσεις», λες και είχαμε μαζέψει στην τσέπη μας υπογραφές και εγγυήσεις πως «ναι, θα τα ξαναπούμε σύντομα» και όλα αυτά είναι ναζάκια που κάνουμε, ξέρεις τώρα, σαχλίτσες και μικροεγωϊσμοί, τσακωθήκαμε μεν αλλά έχουμε όλο τον χρόνο μπροστά μας να τα ξαναβρούμε.
Ας μείνουμε λίγο θυμωμένες μεταξύ μας, δε βαριέσαι, μάνα και κόρη που είπαν μια κουβέντα παραπάνω, θα ηρεμήσουν τα πνεύματα χωρίς να χρειαστεί να κάνουμε κάτι.
Εγώ όμως το σκέφτομαι συνέχεια και με στεναχωρεί και με κάνει να αναρωτιέμαι, είναι άραγε και για εσένα το ίδιο σπουδαίο μέσα στην ημέρα σου(;) το γεγονός ότι πέρασε ένα ολόκληρο εικοσιτετράωρο χωρίς να μιλήσουμε η μία στην άλλη – τι κάνεις αγάπη μου; καλά είμαι, μαμά, καφέ πίνω και σε μια ώρα θα πάω στη σχολή – θυμάσαι να μας έχει ξανασυμβεί κάτι τέτοιο (;) να έχουμε χάσει δηλαδή με τόσο χαζό τρόπο, είτε εσύ, είτε εγώ, ένα ολόκληρο εικοσιτετράωρο από τη μεταξύ μας ζωή;

«Ποτέ μην κοιμάσαι τσακωμένη» σου έλεγα όταν ήσουν μικρή, και αν κάπου εδώ θα έπρεπε να σου ζητήσω συγγνώμη, καρδιά μου, για να λήξει όλο αυτό, δεν το κάνω όχι για κανένα άλλο λόγο αλλά από μια νοσηρότατη περιέργεια να δω αν κατάφερα ως μάνα να σε μάθω να ζητάς.

Friday, 22 April 2016

«Μαμά, κερνάω καφέ»...
«Βιάσου μαμά, νιώθω να πνίγομαι... »

«Δεν ήξερα πια τι ήθελα. Το σχολείο που κάποτε φάνταζε διέξοδος από την αποπνικτική ατμόσφαιρα του σπιτιού, τώρα μου έδειχνε, πώς είναι αυτή η κόλαση που λένε πως θα πάνε κάποτε οι κακοί.

Ήθελα να ακούσω το τελευταίο κουδούνι για να τρέξω να κρυφτώ πίσω από τα «κάγκελα» του σπιτιού ή να μείνω και να υπομείνω για να μην επιστρέψω σε αυτό; Τίποτα από τα δύο δεν ήθελα... 
Μόνο αυτό το τέρας που γεννιόταν μέσα μου να βρει φωνή και να ουρλιάξει, γιατί το στόμα μου ήταν δειλό. Το είχα μόνο για να τρώω όπως μου έλεγαν εκείνα τα παιδιά, που έβγαζαν πάνω μου τα απωθημένα τους, που δεν τους ένοιαζε να πάνε στον παράδεισο, κανείς δεν τους το είχε πει.
Κι ούτε μια στιγμή δεν είπα πως τα λυπάμαι, δε σκέφτηκα πως ίσως έχουν τραυματισμένη ψυχή, δε μ' ένοιαζε! Μόνο τα λόγια τους τα χυδαία, τα βρωμερά τους σάλια πάνω στα καθαρά μου ρούχα ήθελα ν' αποφύγω, να ξυπνήσω ένα πρωί και κανένας τους να μην υπάρχει στη ζωή μου, να έχω φίλες, να μ' αγαπούν! 
Τι κι αν ήμουν λίγο πιο παχουλή, αν με γνωρίσεις αγαπιέμαι, θα δεις... Εκείνος ο νεαρός ο γεματούλης από το κυλικείο με αγάπησε, «υπομονή» μου έλεγε, «μια χρονιά είναι ακόμη και θα φύγουμε μαζί για την επαρχία». Υπομονή... 
Μια λέξη παγίδα που με έκανε να μοιάζω βαρετή κάθε φορά που ήθελα να του πω για τα παιδιά στις τουαλέτες, στο προαύλιο και τα κατάπινα γιατί έβλεπα στα μάτια του την αντοχή να λιγοστεύει...

Φίλες... Δεν υπάρχουν φίλες αν είσαι διαφορετική... 
Μονάχα κάποια κορίτσια από τη Δευτέρα τάξη με έκαναν κέφι για κανένα καφέ τα απογεύματα και υποκρινόμουν πως δεν είχα ιδέα για τα χαχανητά πίσω από την πλάτη μου... Καμιά φορά σαν έφευγαν τα δάκρυα άθελα μου, με χτυπούσαν στην πλάτη φιλικά, όμως τα καρφιά στα χέρια τους μου άνοιγαν αόρατες πληγές... «Τα λέμε», τους είπα εκείνο το απόγευμα κι απομακρύνθηκα γρήγορα να μη φτάσει το γέλιο τους στ' αυτιά μου.

Περπάτησα πολύ ώσπου νύχτωσε κι αν δε μου έσπαγε τη μύτη η γνώριμη μυρωδιά της σπανακόπιτας που 'χα ζητήσει το πρωί απ' τη μαμά, δε θα καταλάβαινα πως έφτασα στο σπίτι. Εκείνος ήταν πάλι μεθυσμένος στον καναπέ του σαλονιού και η μαμά πριν προλάβω να βγάλω τη τσάντα από τους ώμους, μου 'χε βάλει ζεστό φαγητό με το αγαπημένο μου επιδόρπιο για μετά. Της έδωσα ένα μεγάλο ευχαριστήριο φιλί και έτρεξα στο δωμάτιο μου. 
Έκλεισα τις πόρτες, έβγαλα από πάνω μου τη βαριά μάσκα με το χαμόγελο και παραδόθηκα στα δάκρυα μου όπως έκανα κάθε βράδυ, μήπως και ξαλαφρώσω. Άλλωστε ήμουν μεγάλη πια κι έπρεπε να παλεύω μόνη κι αβοήθητη, έτσι δεν είναι; Να αποδείξω την αξία μου, να προσπερνώ κάθε εμπόδιο και πάνω απ' όλα να κάνω υπομονή... 
Το ίδιο άκουγα κι από εκείνη, που ήτανε η καλύτερη μαμά στον κόσμο, χατίρι δε μου χάλασε ποτέ, κι «όχι» δε βγήκε από τα χείλη της. Ούτε σε εκείνον που έπρεπε, που ανέχτηκε τη μυρωδιά απ' το τσίπουρο, την αδιαφορία του, τα λόγια τα σκληρά... Πώς να μου πει εμένα κάτι άλλο, όταν το μόνο που ήξερε ήταν η υπομονή;

Τις νύχτες άκουγε το κλάμα μου κι ερχόταν στο δωμάτιο μου. Μου χάιδευε τα μαλλιά και μου 'πιανε το χέρι, μα όλο «τίποτα» της έλεγα... Δεν έχω τίποτα, κάποια στιγμή θα έπειθα ακόμη και τον ίδιο μου τον εαυτό. Δε μπόρεσα να της μιλήσω, κάθε φορά που προσπαθούσα, ένα αόρατο χέρι μου έκλεινε το στόμα, ένα χέρι που με προστάτευε από όσα θα άκουγα. 
Την κριτική, τα γέλια της, ίσως την αδιαφορία... Τι να της έλεγα, πως στο σχολείο είμαι μόνη, πως υποφέρω, πως θέλω να φύγω μακριά; Μέχρι και πρόβες στον καθρέφτη έκανα, λες και επρόκειτο να πω σε κάποιο αγόρι για τα αισθήματα μου. Δεν ήξερα πώς να της μιλήσω, τι θα μου πει, δεν το 'χα ξανακάνει! Μόνη της έννοια ήταν να 'ναι γεμάτο το τραπέζι με φαγητό, να μη μου λείπει τίποτε, ούτε ωραία ρούχα, ούτε λεφτά... 
Το ξέρω, δεν είχα το δικαίωμα να την κατηγορήσω, να της πω ότι μου λείπει ακόμη κι αν είναι δίπλα μου όλη μέρα, πως δε με νοιάζουν όλα τα λεφτά του κόσμου! Πως θα 'μουν ευτυχισμένη σε ένα ετοιμόρροπο καλύβι, αν ήταν να μου πάρει απ' την ψυχή αυτή τη μοναξιά... Θα με κατηγορούσε για αχαριστία!
Θέλω να σου τα πω μαμά. Θέλω να κάτσεις δίπλα μου και να με ακούς, να σου μιλάω ώρες ατελείωτες χωρίς σταματημό για όσα θέλω. Για εκείνα τα παιδιά, για τα κορίτσια που γελούν μαζί μου, για τον Αλέξη. Να με δεις να ονειρεύομαι το Πανεπιστήμιο, τη ζωή μου με τον Αλέξη, τη ζωή μου με 'σένα να είσαι φίλη μου. Βιάσου μαμά, νιώθω να πνίγομαι...
Και μέσα στην απελπισία μου, σκέφτηκα πως η κόλαση δεν είναι σίγουρα για μένα. Ο αποκρουστικός ήχος της κόρνας του συρμού που ερχόταν καταπάνω μου, με διαπέρασε.... Θεέ μου τι πήγα να κάνω...

Σοκαρισμένη έβγαλα το κινητό από την τσέπη. «Μαμά, κερνάω καφέ», της είπα με τρεμάμενη φωνή και αποφασισμένη να της τα πω όλα. Μόνο η αγάπη της θα βοηθούσε...»

Friday, 15 April 2016

Κατά κάποιο τρόπο, μεγαλώνοντας, δεν ήμουν εγώ.
Ήμουν εκείνη που η μαμά μου ήθελε να είμαι

και για παράξενους λόγους ήθελε να είμαι κάτι αρνητικό.


Δυσκολεύτηκα υπερβολικά να βρω το γιατί με απαιτούσε έτσι. Τί επιδίωκε; Πότε έλεγα με τη λογική πως εγώ κρίνω λάθος, πότε η διαίσθησή μου μου έδινε απαντήσεις περίεργες. Κάτι ισχυρό, σαν ένστικτο με οδηγούσε σε συμπεράσματα που δεν τα χωρούσε ο παιδικός νους μου, και γενικά δύσκολα τα αποδέχεται κάθε ισορροπημένος νους.

Τα χώρεσε μετά, όπως μεγαλώναμε ο νους μου κι εγώ, όπως αγρίευε και παγιωνόταν η στάση της μάνας μου απέναντί μου. 
Δεν ξέρω πώς να περιγράψω τις προθέσεις της, είναι περίπλοκο.
Νομίζω ότι επιζητούσε να αποδείξει, μέσα από μένα – που του έμοιαζα τόσο πολύ, πώς ο πατέρας μου ήταν σκληρός, ανάποδος άντρας, άχαρος, τέρας, ανάξιός της, κατώτερός της. Ήμουν η ζωντανή απόδειξη του τί είναι ο μπαμπάς, δηλαδή ο δυνάστης της, η μαύρη της η μοίρα. Τα πρόφερε συχνά τούτα τα τελευταία λόγια με βεβαιότητα, όμως της χρειαζόταν και η ζωντανή απόδειξη, εγώ δηλαδή, το σπλάχνο από τα σπλάχνα του, το αντίγραφό του.
Δεν ξέρω αν πράγματι μοιάζω τόσο πολύ όσο πίστευε στον πατέρα μου, δεν είναι δυνατό όμως να μην έχω κάποια δικά μου, προσωπικά μου χαρακτηριστικά. Θα ήταν αφύσικο να είμαι αποκλειστικά το αντίγραφο άλλου, ακόμη και του μπαμπά μου, γίνεται αυτό; Ούτε οι δίδυμες κόρες μου δεν μοιάζουν εντελώς μεταξύ τους. Πέρα από την όμοια όψη τους, πρόκειται για δυο εξαιρετικά αλλιώτικους χαρακτήρες, πράγμα που με τα χρόνια επηρεάζει και την όψη τους
Και αν πάλι η μαμά μου είχε δίκιο; Αν δηλαδή του έμοιαζα στα πάντα, τότε, δεν μπορεί, θα του έμοιαζα και στα χαρίσματα, τα χαρίσματα του μπαμπά μου που έβλεπα, γνώριζα βαθιά και λάτρευα εγώ. Εκείνη όμως γνώριζε μόνο τα λάθη του, τις άσχημες πλευρές του, τις πήρε, τις μάζεψε, τις ζύμωσε και στο μυαλό της έπλασε εμένα. Εμένα που θα ήμουν στο εξής η τιμωρία του, το ατράνταχτο τεκμήριο των εγκλημάτων του στο δικαστήριο της ψυχής της, όπως και του περίγυρού μας που μονίμως την οίκτιρε και τη δικαίωνε.
Την υπάκουσα. Το είπα. Το παραδέχομαι. Η λαχτάρα μου να μην την απογοητεύω ήταν μεγαλύτερη από την αυτοπροστασία μου. Τουλάχιστον όσο ήμουν πολύ μικρή. Γιατί τη μαμά μου την ήθελα, ήταν φλογερή η ανάγκη μου για μάνα, η ανάγκη να μ’ αφήσει να είμαι η κόρη της, η καλή· γι’ αυτό της θύμωνα, γινόμουν έξαλλη.

Τα παιδιά έχουν μέσα τους την άνευ όρων αγάπη για τους γονείς τους, την άνευ όρων αγάπη που δεν έχουν πάντα για τα παιδιά οι γονείς. Άλλο αν τους θυμώνουν, άλλο αν επαναστατούν, άλλο αν τους βρίζουν, άλλο αν τους «μισούν», και πάλι τα παιδιά είναι ερωτευμένα με τους γονείς τους, τα παιδιά αγαπούν τρελά τη μάνα τους.

Ποτέ δηλαδή δεν θα καταφέρουν να αδιαφορήσουν και να σωθούν.

Απόσπασμα από το βιβλίο της Μάρως Βαμβουνάκη 
«Σιωπάς για να ακούγεσαι»

Saturday, 25 April 2015

Εφηβεία: Η «εκθρόνιση» της μητέρας από την κόρη

Άρθρο της Ψυχολόγου-Ψυχοθεραπεύτριας, Κατερίνας Γ. Τζιωρίδου.

«Είσαι η καλύτερη μαμά του κόσμου». Για πολλά χρόνια κολυμπάνε οι μητέρες σε πελάγη ευτυχίας με τέτοιες δηλώσεις λατρείας των παιδιών τους.

Μητέρα - κόρη: Σχέσεις στοργής και... οργής

Μέχρι τη στιγμή που έρχεται η καταρράκωση που ακούει στο όνομα “εφηβεία. Διότι εφηβεία σημαίνει απαγκίστρωση, σύγκρουση, αυτονόμηση, οριοθέτηση.
Κάτι που για τις περισσότερες μητέρες πονάει, κυρίως όταν μέχρι εκείνη τη χρονική περίοδο είναι συναισθηματικά πολύ δεμένες με το παιδί τους. Όμως η διαδικασία αυτή όσο επίπονη κι αν είναι, είναι αναπόφευκτη.

Η αλήθεια είναι ότι τον “εκθρονισμό” από τον έφηβο τον εισπράτει κυρίως η μητέρα. Στα πρώτα χρόνια της ζωής του παιδιού η μητέρα αποτελεί ολόκληρο το σύμπαν για αυτό. Η στενή αλληλεπίδραση του με τη μητέρα, όπως και η άδολη και χωρίς προϋποθέσεις αγάπη που υπάρχει και από τις δύο πλευρές καταλήγουν σε έναν πολύ ισχυρό δεσμό.


Όμως με την είσοδο της εφηβείας το παιδί αναρωτιέται: Ποιος είμαι, τι είναι αυτό που με χαρακτηρίζει ως άτομο;
Η μητέρα μετατρέπεται από σημείο προσκόλλησης σε πόλο αντιπαράθεσης. Στη θέση της εγγύτητας έρχεται η αποστασιοποίηση. Το γεγονός ότι ο έφηβος καυγαδίζει περισσότερο με τη μητέρα του, οφείλεται στο ότι αυτή περνάει συνήθως περισσότερο χρόνο μαζί του. Γι' αυτό και η διαδικασία της απαγκίστρωσης είναι πιο σκληρή μαζί της. Ο έφηβος νιώθει ξαφνικά σημαντικότερους τους συνομήλικους του από ότι την μητέρα του. 
 Η έφηβη κόρη δε ζητάει πια από αυτήν τις συμβουλές σε κάποιο πρόβλημα, αλλά από την καλύτερη της φίλη. Σε πρόσφατη έρευνα δήλωσαν το 71% των ερωτηθέντων εφήβων, ότι το πιο σημαντικό για αυτούς είναι να έχουν καλούς φίλους που τους αποδέχονται και τους εκτιμούν.
Παρόλα αυτά η στάση αυτή δεν υποτιμά για τον έφηβο την αξία της οικογένειας. Στην ίδια έρευνα περισσότεροι από το 90% χαρακτηρίζουν τη σχέση προς τους γονείς ως καλή. Απλά ο δεσμός προς το γονιό δεν είναι ο ίδιος όπως στην παιδική ηλικία. Ο ίδιος δε νιώθει, ότι κάτι έχει χαθεί με τους γονείς του, ίσα ίσα που αντ΄ αυτού δοκιμάζεται πλέον σε στενούς δεσμούς με συνομήλικους. Κατά κύριο λόγο οι γονείς είναι αυτοί που νιώθουν, ότι κάτι χάνουν.  
Με τίποτα σαν τη μαμά μου
Τα μικρά κορίτσια μιμούνται κατά κόρον τις μητέρες τους. Δοκιμάζουν τα κραγιόν τους, περπατάνε μέσα στο σπίτι φορώντας τα τακούνια της μαμάς, συναντιούνται με τις φίλες τους από το νηπιαγωγείο “για καφέ”, ακριβώς όπως έχουν δει να το κάνει η μαμά. Είναι φυσικό! Ο ρόλος της γυναίκας αποτελεί πρότυπο προς μίμηση για την κόρη. Γι΄ αυτό και το μικρό κορίτσι οριοθετείται γύρω από αυτήν. Η μητέρα είναι εκείνη η γυναίκα με την οποία συγκρίνεται περισσότερο από όλες.

 
Στην εφηβεία όμως όλα αλλάζουν. Βγαίνει στο προσκήνιο η αναζήτηση ενός προσωπικού δρόμου. Τότε το κορίτσι λέει συχνά: με τίποτα δε θέλω να μοιάζω της μάνας μου!
Και δεν εννοεί με αυτό μόνο τις εξωτερικές ομοιότητες αλλά ολόκληρη τη στάση ζωής της μητέρας της. Αυτό είναι ιδιαίτερα σκληρό για μια μητέρα, καθώς αμφισβητείται ολόκληρη η φιλοσοφία της γύρω από τη ζωή.
Και καθώς η κόρη μεταμορφώνεται καθημερινά σε νέα γυναίκα, η μητέρα διαπιστώνει όλο και περισσότερες ρυτίδες στο πρόσωπο της. Η κόρη που ενηλικιώνεται κάνει ακόμη πιο συνειδητή την ηλικία της μητέρας και επίσης κάνει δυο φορές πιο δύσκολη την αντιμετώπιση των εφηβικών συναισθηματικών διακυμάνσεων. Ιδιαίτερα εκρηκτική γίνεται η συναισθηματική κατάσταση, όταν συμβαίνει η εφηβεία να συμπίπτει με την κλιμακτήριο της μητέρας. Κάτι καθόλου σπάνιο πλέον καθώς όλο και περισσότερες γυναίκες γίνονται μητέρες στα 35 με 40.

Όσο ειδυλλιακό κι αν ακούγεται, όταν η μητέρα λέει περήφανα ότι είναι “η καλύτερη φίλη” της κόρης της, δυστυχώς αυτό είναι ...

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki