Showing posts with label Αγωνιστές. Show all posts
Showing posts with label Αγωνιστές. Show all posts

Saturday, 27 March 2021

Το άδοξο τέλος των Ελλήνων Ηρώων της επανάστασης του 1821

Όλοι εμείς οι νεοέλληνες τιμήσαμε την εξέγερση των προγόνων μας εναντίον των Οθωμανών κατακτητών το 1821. Ακούστηκαν, όπως πάντα διθυραμβικά λόγια, για τους ήρωες – αγωνιστές του 1821. Για όλους αυτούς του ανθρώπους που έδωσαν τα πάντα για να υπάρχει η σημερινή ελεύθερη πατρίδα. Ποιο ήταν όμως… το ευχαριστώ εκ μέρους της τότε ελληνικής πολιτείας προς αυτούς; Σπάνια σκύβουμε σε αυτή τη όχι και τόσο ευχάριστη πλευρά!

Σε ποιους άραγε απευθύνεται αυτός ο πρόλογος; Η απάντηση είναι απλή. Είναι εκείνοι οι άνθρωποι που μέσα σε μία νύκτα έγιναν ηγέτες της Επανάστασης του ’21, θυσιάζοντας την ζωή τους και τις περιουσίες τους για την ελευθερία της πατρίδας και δυστυχώς δεν έτυχαν ανάλογης μεταχείρισης από το ελληνικό κράτος.

Μπορεί αυτοί να έδωσαν ό,τι είχαν για την επανάσταση, αλλά πολύ γρήγορα αγνοήθηκαν από την ελεύθερη Ελλάδα.

Διαβάστε αυτήν την ενδιαφέρουσα έρευνα και διαπιστώστε μόνοι σας πόσο αχάριστος μπορεί να είναι ένας λαός στους ανθρώπους που έδωσαν κυριολεκτικά το αίμα τους και την ζωή τους για την πατρίδα τους.

Είπαμε. Η Ιστορία διδάσκει.

Αναλυτικός κατάλογος αγωνιστών που αγνοήθηκαν από την ελεύθερη Ελλάδα!

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης 

Καταδικάστηκε μια φορά σε φυλάκιση το 1825 από τον Μαυροκορδάτο και την παρέα του και μια σε θάνατο (1833) από την αντιβασιλεία του Όθωνα που τελικά μετατράπηκε σε ισόβια, για στάση εναντίον του βασιλέως και κλείστηκε στη γνωστή ποντικότρυπα-φυλακή του Ναυπλίου. Αποφυλακίστηκε με εντολή του Όθωνα λίγους μήνες αργότερα και τελικά πέθανε στις 4 Φλεβάρη 1843.

Γεώργιος Καραϊσκάκης

Στις 2 Απρίλη 1824 οδηγήθηκε σε δίκη από τον «πατριώτη» Μαυροκορδάτοκαταδικάσθηκε σε θάνατο που μετατράπηκε από τη λαϊκή δυσαρέσκεια σε πλήρη στρατιωτική καθαίρεση και λίγους μήνες αργότερα επανήλθε στα αξιώματά του.

Δολοφονήθηκε ανήμερα της γιορτής του 23 Απρίλη 1827 στη Μάχη του Φαλήρου, μάλλον από τσιράκια του Μαυροκορδάτου, καθώς επέστρεφε στο ελληνικό στρατόπεδο μετά το τέλος της μάχης.

Οδυσσέας Ανδρούτσος

Δολοφονήθηκε από πρωτοπαλίκαρα του Μαυροκορδάτου στις φυλακές της Ακρόπολης στις 5 Ιουνίου 1825.

Ο γενναίος πολεμιστής λόγω της έντονης προσωπικότητάς του ήρθε σε σύγκρουση με σημαντικούς πολιτικούς της εποχής, γεγονός που οδήγησε σε συνεχείς προσπάθειες για την εξόντωσή του. Κατηγορήθηκε για συνεργασία με τον εχθρό, φυλακίστηκε και τελικώς δολοφονήθηκε με βάναυσο τρόπο. Οι δολοφόνοι του πέταξαν το σώμα του από την Ακρόπολη και εμφάνισαν την υπόθεση ως απόπειρα δραπέτευσης.

Αθανάσιος Διάκος

Συνελήφθη αιχμάλωτος από τον Ομέρ Βρυώνη στη Μάχη της Αλαμάνας στις 24 Απρίλη 1821 και μετά την άρνησή του να προσκυνήσει τους Πασάδες κάηκε ζωντανός αφού πρώτα οι Τουρκαλβανοί τον σούβλισαν επί 4 ώρες.

Αδελφοί Υψηλάντη

Αλέξανδρος – Μετά την ήττα του στο Δραγατσάνι (7 Ιουνίου 1821) ο Υψηλάντης παραδόθηκε στους Αυστριακούς, φυλακίστηκε και απελευθερώθηκε στις 24 Νοεμβρίου 1827. Η κλονισμένη υγεία του δεν του επέτρεψε έκτοτε να βοηθήσει το επαναστατημένο έθνος.

Δύο μήνες μετά την αποφυλάκισή του στις 31 Ιανουαρίου 1828 πέθανε στη Βιέννη μέσα σε συνθήκες ακραίας φτώχειας και μιζέριας.

Η τελευταία του επιθυμία ήταν η καρδιά του να απομακρυνθεί από το σώμα του και να σταλεί στην Ελλάδα.

Δημήτριος – παρά τις πάμπολλες διώξεις εναντίον του κατάφερε να επιβιώσει.

Διορίστηκε τελικά στην Ελεύθερη Ελλάδα αρχιστράτηγος των ελληνικών ένοπλων δυνάμεων και πέθανε στο Ναύπλιο τον Αύγουστο του 1832 χωρίς περιουσία

Μαντώ Μαυρογένους

Απεβίωσε στην Πάρο από την πείνα και την εξαθλίωση και έχοντας δαπανήσει όλη της την περιουσία στον αγώνα – περίπου 500.000 γρόσια!

Αυτή η ευγενική και ρομαντική ηρωίδα του αγώνα, που έδωσε τα πάντα για την επανάσταση και βίωσε ένα θυελλώδη έρωτα με τον Δημήτριο Υψηλάντη στα πεδία των μαχών, ο οποίος όμως έληξε άδοξα βυθίζοντας την ίδια στην κατάθλιψη.

Η μεγάλη ηρωίδα αναγκάστηκε να περάσει τα τελευταία χρόνια της ζωής της πάμπτωχη, ξεχασμένη και παραγκωνισμένη από την ίδια της την οικογένεια.

Μπουμπουλίνα Λασκαρίνα

Δολοφονήθηκε μέσα στο ίδιο της το σπίτι στις Σπέτσες στις 22 Μαΐου 1825 από Σπετσιώτες «πατριώτες» καθώς προσέβαλε την τιμή τους κι ενώ η Ελλάδα σπαράσσονταν από τον εμφύλιο!!! Η Μπουμπουλίνα, η μεγάλη καπετάνισσα, έδωσε την περιουσία της για τον αγώνα, και θρήνησε ένα γιο στην επανάσταση.

Θύμα και αυτή του εμφυλίου πολέμου αποσύρθηκε στις Σπέτσες, όπου έπεσε θύμα δολοφονίας από την οικογένεια της γυναίκας που ερωτεύτηκε ο γιος της.

Η ελληνική πολιτεία έκλεισε την υπόθεση και δεν αναζήτησε καν τους δράστες.

Νικήτας Σταματελόπουλος ή Νικηταράς

Για τις υπηρεσίες του στον αγώνα το 1839 το κράτος του Όθωνα τον συνέλαβε με την κατηγορία της συνωμοσίας και τον βασάνισε φριχτά έως ότου έχασε το φως του! Έτσι τυφλόςπεινασμένοςάστεγος και ξεχασμένος από όλους θα πεθάνει από το κρύο και την πείνα το χειμώνα του 1849 χωρίς να δεχθεί ΠΟΤΕ να λάβει κανένα βοήθημα από το κράτος…

Ιωάννης Μακρυγιάννης

Μετά το τέλος της επανάστασης άρχισε να γράφει τα Απομνημονεύματά του, τα οποία αποτελούν δείγμα της δημώδους γλώσσας στην νεοελληνική γραμματεία. Ήρθε σε αντίθεση με τους οπαδούς του Καποδίστρια, και αργότερα με τον Όθωνα.

Έλαβε μέρος στην Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου. Το 1852 καταδικάστηκε σε θάνατο με την κατηγορία ότι σχεδίαζε τη δολοφονία του Όθωνα, αλλά το 1854 αφέθηκε ελεύθερος. Το 1864 ονομάστηκε αντιστράτηγος και πέθανε λίγο μετά στο μόνο πράγμα που του απέμεινε, το σπίτι του κάτω από την Ακρόπολη.

Κόμης Ιωάννης Καποδίστριας

Γόνος αριστοκρατικής οικογένειας από την ΚέρκυραΥπουργός εξωτερικών της Ρωσίας όταν ξέσπασε η επανάσταση.

Το 1827 η εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας του αναθέτει το αξίωμα του κυβερνήτη. Αφού πούλησε την τεράστια περιουσία του διέθεσε όλα τα χρήματα για την ανόρθωση της Ελλάδας (περίπου 5.000.000 ρούβλια).

ΑΡΝΗΘΗΚΕ να λάβει μισθό από το δημόσιο ταμείο και προτίμησε μια λιτή ζωή και χωρίς προκλήσεις, δείχνοντας ιδιαίτερη φροντίδα στις χήρες, τα ορφανά και τους αγωνιστές της Επανάστασης.

Στις 27 Σεπτέμβρη 1831 δολοφονήθηκε στο Ναύπλιο από τον αδελφό και το γιο του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη καθώς «τόλμησε» να τα βάλει με τα μεγάλα τζάκια.

Αντώνης Οικονόμου

ο άνθρωπος που ξεσήκωσε το λαό της Ύδρας το Μάρτη του ‘21. Δολοφονήθηκε από Υδραίους φονιάδες στις 16 Δεκέμβρη του 1821 με εντολή των Υδραίων προκρίτων γιατί τους «χάλαγε τη σούπα»…

Παναγιώτης Καρατζάς

Ο τσαγκάρης από την Πάτρα που… πρόλαβε τον Παλαιών Πατρών Γερμανό, κήρυξε την Επανάσταση στην Πάτρα και ξεσήκωσε τον λαό της παίρνοντας φαλάγγι τους Τούρκους. Δολοφονήθηκε στις 4 Σεπτέμβρη 1821 από το ρουφιάνο «συμπολίτη» του Θάνο Κουμανιώτη στη Μονή Ομπλού έξω από την Πάτρα ύστερα από άνωθεν εντολή.

tilestwra.com
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Monday, 25 March 2019

Ο θάνατος του Αγωνιστού - —«Τί ήμουνα έγώ, παιδί μου; Ένας μούτσος, ένα παληόπραμμα...»

Ήτο ή εποχή, πού έζούσαν ακόμη, αραιοί, σπάνιοι, φεύγοντες ό ένας μετά τόν άλλον, οί βε­τεράνοι τού Αγώνος. Τά προγράμματα της Εθνικής Εορτής τούς έπεφύλασσαν τήν τιμητικήν θέσιν εις τάς δοξολογίας καί τάς τελετάς. 
Εις τά ταπεινά των σπιτάκια έφθανεν μεγαλοπρεπής, κατά τάς παραμονάς τού νέου έτους, ό μεγάλος φάκελος του Βασιλικού Αύλαρχείου, διά νά τούς προσκαλέση εις τούς ανακτορικούς χορούς τής δευτέρας Βασιλείας. 
Ή λευκή των φουστανέλα καί τά άσπιλα χιό­νια τής κόμης των - χιόνια ηρωικής βουνοκορφής- εξακο­λουθούσαν νά είνε τό ύποβλητικώτερον διακοσμητικόν στοιχείον όλων των μεγάλων εορτών. Ήσαν οί Άγωνισταί! Μία λέξις ό τίτλος των, που έλεγε πολλά. Καί ήτον ό μόνος τίτλος ευγε­νείας, τόν όποιον είχαμεν εις τήν Ελλάδα. Ένας τίτλος, ό όποιος κατηργήθη αυτοδικαίως μαζή μέ τό «τελευταίον λείψανον του Ιερού Αγώνος», που κατέβη εις τόν τάφον. Ποίον ήτο τό τελευταίον αυτό λείψανον, κανείς δέν γνω­ρίζει ακριβώς. 
Διότι, μέχρι τών τελευταίων ακόμη ετών, εις κάποιαν γωνίαν τής Ελληνικής γής, έσβυνεν, άπό καιρού είς καιρόν, άγνωστος, λησμονημένος, ό αιωνόβιος, πού είχεν ίδή τόν Καραϊσκάκην, τόν Κολοκοτρώνην, τόν Μπότσαρην, τόν Κανάρην, όπως ό βετεράνος τής μεγάλης στρατιάς τού Ναπολέοντος, πού είχεν ίδή τόν Αυτοκράτορα: L' homme qui a vu Γ Emperour!

Ένας άπό τούς βετεράνους αυτούς, πού έρχεται, κάθε τέτοιαν ήμέραν άπό τά βάθη της μνήμης μου νά μου κάμη την έπίσκεψίν του — την συμπαθητικήν έπίσκεψίν, πού είνε ή επί­σκεψις των φαντασμάτων—δέν μού έλειψε καί αυτό τό πρωΐ. Μέ τό μαύρο του σκουφάκι, επάνω εις τά πλούσια, άσπρα του μαλλιά, πού έπλαισίωναν ένα πρόσωπον ασκητού, μέ τό μακρύ του μαύρο κομπολόγι στό χέρι καί μέ τη σβυσμένη πίπα κρεμασμένην άπό τά χείλη του, άνέβηκεν ό μπάρμπα-Κόλας, όπως πάντα, τά σκαλοπάτια της παλαιάς μας αυλής, όπου είχε τό κελλί του, καί μού έφερε, μαζή μέ τό καλημέρισμά του, τό δώρόν του των επισήμων ήμερων, ένα μυριστικό της μικρής του άλτάνας, ένα κλωναράκι άρμπαρόρριζα.

— Βοήθεια μας ή Ευαγγελίστρια! Νά χαίρεσθε!...

Καί, σφίγγοντας μου τό χέρι, μέ τά ξυλια­σμένα εκείνα καί ψυχρά δάκτυλα, πού είχαν κρατήσει κάποτε τόν δαυλό τού πυρπολητού, έφυγε σκυφτός καί ταπεινός, όπως ήλθε, κατέ­βηκε τά πέτρινα σκαλοπάτια τής αυλής μας καί έχώθη πάλι στό κελλί του, όπου τόν έπερίμεναν οί Άγιοι του, εις τό χαμηλόν είκονοστάσιον, καί ή πετονιές του. Μέσα εις τό κελλί αυτό μού είχεν ομιλήσει ή Ιστορία, κατά τά παιδικά μου χρόνια, όχι μέ τήν έμφασιν πού ομιλεί μέσα στά βιβλία, άλλά μέ τόν σιγαλόν καί διακριτικόν λόγον, πού αναβλύζει άπό τά βάθη μιας πα­λαιάς πηγής καί χύνεται άπό τά τρεμουλιαστά χείλη, πού αναδεύονται ακόμη θλιβερά άπό τήν άνάμνησιν, πρίν κλεισθούν διά παντός. Καί μέσα είς τό κελλί αυτό, όπου ό πυρπολητής τού Αγώνος είχε λησμονήσει τήν Άρμάδαν καί τόν δαυλόν του, κ' έπερνούσε τάς τελευταίας άσκητικάς του ημέρας, στρίβοντας, μέ τήν τέχνην τού παλαιού γεμιτζή, τής άλογότριχες, πού τού έφερναν οΐ ψαράδες γιά τής πετονιές τους, θυ­μιατίζοντας τής εικόνες του καί φυλλο­μετρώντας μίαν κιτρινισμένην, παμπάλαιαν Ίεράν Σύνοψιν, ή Ιστορία μού είχεν ομιλήσει, ώς παραμύθι. Μέ τόν ώραιότερον δηλαδή τρό­πον πού ομιλεί ή Ιστορία.

Άπό τό παραμύθι όμως αυτό, ό μπάρμπα Κόλας έφρόντιζε ν' άπουσιάζη πάντα ό ίδιος.

—Τί ήμουνα έγώ, παιδί μου; Ένας μούτσος, ένα παληόπραμμα...


Καί όμως ήτον ό ίδιος, τήν στιγμήν αυτήν, τό ζωντανόν παραμύθι, τό όποιον διηγείτο, όταν τού άφιναν ολίγον καιρόν ή κόττες του, τό πό­τισμα τής άλτάνας του, ή πετονιές του καί ή Σύνοψίς του, καί όταν τό βασίλεμα τού Ηλίου ήτο πολύ μελαγχολικόν καί κάποια βραδυνή πνοή άπό τά δένδρα τών κήπων έφούσκωνεν ευνοϊκά τά πανιά τής ταξειδεύτρας ψυχής πρός τό ταξείδι τών περασμένων. Καί ό μπάρμπας Κόλας έταξείδευεν, όταν είχε πρίμον τόν και­ρόν τό φανταστικόν του ταξείδι πρός τά ωραία πέλαγα, πρός τά ωραία λιμάνια πρός τής ωραίες δόξες. Κ' έταξειδεύαμεν μαζή. Καπετά­νιος αυτός, ένας μούτσος, ένα τιποτένιο πράμμα έγώ.

Έξαφνα ένα πρωί έκλεισε τά μάτια.
Ητον μία 25 Μαρτίου. Κανένας δέν έμαθε τόν θάνα­τον του, καμμία έφημερίς δέν έτύπωσε τό όνομα του, κανένας επίσημος δέν ήλθε νά τού κατάθεση στέφανο ν, καμμία μουσική δέν ήκολούθησε τήν κηδείαν του. Τόν έφέραμεν τρεις άνθρωποι είς τόν τάφον του. Όλοι οί άλλοι είχαν τρέξει ν' ακούσουν τόν λόγον τού ρήτορος τής ημέρας. Καί, καθώς έπερνούσε τό ταπεινόν φέρετρον ανάμεσα άπό τά πλήθη τών πανηγυριστών, κανένας δέν έγύρισε νά ιδή τί έκλεινε μέσα του τό φέρετρον εκείνο. Μερικοί, σταματημένοι εις τά πεζοδρόμια, έσταυροκοπήθησαν μηχανικώς, καί έσπευσαν καί αυτοί νά προφθάσουν τήν Τελετήν. Άλλά ό Θεός δέν ηθέλησε νά κατεβή χωρίς τιμάς είς τόν τάφον του ό μπάρμπα Κόλας. Τήν στιγμήν πού τόν κατεβάζαμεν εις τό χώμα, τό πυροβολείον έχαιρέτιζε τήν δύσιν τής μεγάλης ημέρας. Ή ήχώ τών κανονιών έφθανεν άπό μακρυά, άργή καί επιβλητική. Ένα πικρό χαμόγελο σάν νά έταράχθη τότε επάνω είς τό πρόσωπον τού νε­κρού. 

Τά κανόνια δέν έπεφταν γι' αυτόν!
-Τί ήμουνα έγώ; Ένας μούτσος! Ένα παληόπραμα!...

agiameteora.net
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki