Showing posts with label Διηγήματα. Show all posts
Showing posts with label Διηγήματα. Show all posts

Thursday, 10 December 2020

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΣ: Κάποια Χριστούγεννα

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΣ    

Κάποια Χριστούγεννα

         Η παρακάτω επιστολή του Γρηγόριου Ξενόπουλου γράφτηκε τα Χριστούγεννα του 1925 και απευθυνόταν στους μικρούς αναγνώστες της Διάπλασης των παίδων, περιοδικού που διεύθυνε με επιτυχία για 50 χρόνια (1896-1944, 1946-1948). O Ζακυνθινός λογοτέχνης και θεατρικός συγγραφέας αναπολεί, με νοσταλγία αλλά και χιούμορ, τα παιδικά του χρόνια και την οικογενειακή ατμόσφαιρα των Χριστουγέννων, σε συνδυασμό με τα έθιμα και τις παραδοσιακές συνήθειες του τόπου του.

Αθήνα, 26 Δεκεμβρίου 1925

Ζακυνθινή κουλούρα
Αγαπητοί μου,
         Έναν καιρό στη ζωή μου, τα Χριστούγεννα τα γιόρταζα... την Πρωτοχρονιά. Πώς; Ακολουθούσα κανένα δικό μου καλαντάρι*, ή είχα προσηλυτισθεί σε καμιά αίρεση;... Τίποτ' απ' αυτά. Μόνο που τον καιρό εκείνο, νιόφερτος στην Αθήνα, φοιτητούδι, σχεδόν παιδί, δεν μπορούσα να καταλάβω Χριστούγεννα χωρίς...  κουλούρα.
         Στη Ζάκυθο, βλέπετε, όπου είχα μεγαλώσει, την παραμονή των Χριστουγέννων το βράδυ, κόβουν με πομπή* κάποια κουλούρα. Αντιστοιχεί με τη βασιλόπιτα που κόβουν εδώ την Πρωτοχρονιά -κομμάτι ονομαστικό για τον καθένα, φλουρί για τον τυχερό, και καθεξής, -αλλά δε μοιάζει και καθόλου. Άλλη πάστα, άλλη ζύμη, άλλη όψη, άλλη γεύση, άλλη μυρωδιά. Φανταστείτε ένα ωραίο ψωμί σιμιγδαλένιο, πιασμένο με λάδι, βαμμένο κίτρινο με ζαφουράνα,* σπαρμένο μέσα με σταφίδες άσπρες και μαύρες, με κουκουνάρια, πορτοκαλόφλουδες κι ένα σωρό μπαχαρικά, και με μια κρούστα όλο σουσάμι και πυκνά φυτεμένα καρύδια, κάποτε μάλιστα και πασπαλισμένη με ψιλή ζάχαρη χρωματιστή. Αυτή είναι η ζακυθινή κουλούρα. Πώς να καταλάβαινα Χριστούγεννα χωρίς το «κομμάτι μου» απ' αυτήν; Και πού να 'βρισκα τέτοιο πράμα εδώ, στο βραδινό τραπέζι της παραμονής;
         - Χριστούγεννα αύριο, μου 'λεγαν. Και του χρόνου!
         - Πού είναι τα; Απαντούσα. Δεν τα βλέπω!...
         Και δεν τα 'βλεπα πραγματικώς. Ή, να πω καλύτερα, τα 'βλεπα, αλλά με τη φαντασία μου, μακρινά, αμυδρά, νοσταλγικά, λυπημένα - τα 'βλεπα εκεί κάτω, στην πατρίδα, στο πατρικό μου σπίτι, στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι με την κουλούρα στη μέση, με τους δικούς μου ολόγυρα και -αλίμονο!- με τη θέση μου σε μιαν άκρη αδειανή... Ήταν γιορτή αυτή για μένα; Αν δεν έκλαψαν τα μάτια μου, έκλαψε όμως η ψυχή μου, - ψυχή παιδιού που για πρώτη φορά ξενιτεύεται...
         Συνέβαινε όμως να βγάζουν εκεί και το δικό μου το κομμάτι, -ε, φυσικά, τι κι αν έλειπα; Δεν είχα κιόλα πεθάνει!- και, μαζί μ' ένα χριστόψωμο κι ένα τενεκεδένιο κουτί μαντολάτο, να μου το στέλνουν εδώ με κανένα επιβάτη ή με το ταχυδρομείο. Αλλά αργούσε. Δεν είχε εφευρεθεί, βλέπετε, ούτε εφευρέθηκε ακόμα και κανένας τηλέγραφος για δέματα. (Αχ, κι αυτός ο Έδισσον! Τι κάνει;...) Και το δέμα έφτανε μόλις την παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Έτσι, με το κομμάτι εκείνο της κουλούρας, που το λάβαινα και το 'τρωγα με τόση χαρά, με τόση συγκίνηση, με τόση αγάπη, έκανα κι εγώ τα Χριστούγεννά μου πρωτοχρονιάτικα.
         Αυτό βάσταξε κάμποσα χρόνια. Είναι αλήθεια ότι και στην Αθήνα, αργότερα, γνωρίστηκα με ζακυθινά σπίτια που έκοβαν την παραμονή ζακυθινή κουλούρα και με προσκαλούσαν και μένα στην τελετή. Αλλά δεν ήταν το ίδιο! Εγώ ήθελα το κομμάτι μου από την κουλούρα του σπιτιού μας. Και πάλι περίμενα σαν και τι το δέμα που θα ξεκινούσε από κει πέρα μετά την παραμονή, για να το λάβω... κατόπιν εορτής.
         Αλλά ήρθαν και Χριστούγεννα ή μάλλον Πρωτοχρονιά, που δεν έλαβα τίποτα. Στην πατρίδα είχε πεθάνει ο καημένος μου ο πατέρας. Ούτε εκείνο το χρόνο έκοψαν στο σπίτι μας κουλούρα, ούτε τον άλλον... Το πένθος, η απουσία μου ακόμα, το μεγάλωμα και το σκόρπισμα των παιδιών της, έκαμε τη μητέρα μου ν' αφήσει, να ξεσυνηθίσει αυτό το χριστουγεννιάτικο έθιμο του τόπου, αταίριαστο πια σ' ένα σπίτι χωρίς νοικοκύρη και χωρίς μικρά παιδιά. Τότε μάλιστα, για πολλά χρόνια, συνέβαινε το αντίθετο: εγώ έστελνα της μητέρας μου το κομμάτι της από τη βασιλόπιτα που έκοβα εδώ, στο σπίτι μου, για τα παιδιά μου. Και η μητέρα μου πάλι, θυμούμενη τα παιδικά της χρόνια στην Πόλη, όπου επίσης έκοβαν βασιλόπιτα, γιόρταζε στη Ζάκυθο μια πολίτικη Πρωτοχρονιά... τα Θεοφάνεια.
         Κάποιο χρόνο όμως, μεγάλος εγώ πια, πήγα στη Ζάκυθο να κάμω Χριστούγεννα με τη γριά μητέρα μου.
         - Α, της λέω, δεν έχει, θα κόψουμε και κουλούρα!
         - Ναι, παιδί μου, μου λέει, αφού είσαι και συ εδώ, ας κόψουμε.
         Πραγματικώς, παράγγειλα έξω μια ωραία κουλούρα, και την κόψαμε το βράδυ της παραμονής, όπως άλλοτε. Αλλά θα το πιστέψετε; Δε μ' ενθουσίασε καθόλου! «Πού το τσουρέκι μας; Έλεγα. Αυτό δεν είναι παρά ψωμί!» Ναι, αυτό το ψωμί με το λάδι και με τη σταφίδα, που άλλη φορά με τρέλαινε, που το προτιμούσα από καθετί και που δεν έκανα Χριστούγεννα αν δεν το 'χα, δε μου άρεσε πια. Το είχα ξεσυνηθίσει. Προτιμούσα το τσουρέκι. Κι ούτε όψη τού έβρισκα πια, ούτε γεύση, ούτε μυρωδιά εξαιρετική. Ένα κοινό πράμα, χοντρό, βαρύ, που απορούσα μάλιστα πώς μ' ενθουσίαζε τόσο άλλη φορά...
         Μη δεν ήταν το ίδιο;
         Όχι, το ίδιο ήταν απαράλλαχτο. Εγώ μόνο είχα αλλάξει, εγώ δεν ήμουν πια ο ίδιος... Τόσα χρόνια στην Αθήνα, είχα ξεσυνηθίσει τα πράματα της πατρίδας μου και είχα συνηθίσει τ' αθηναίικα. Όλα στον κόσμο μια συνήθεια είναι. Κι ακόμα, κάθε πράμα ταιριάζει στον τόπο του. Μόνο η νοσταλγία των πρώτων χρόνων της ξενιτιάς μ' έκανε να βρίσκω τόσο ωραία και στην Αθήνα τη ζακυθινή κουλούρα και να την προτιμώ απ' το καλύτερο τσουρέκι. Αλλά όταν, με τον καιρό, λιγόστεψε κι έσβησε η νοσταλγία, χάθηκαν μαζί κι όλες οι παλιές, οι νοσταλγικές μου προτιμήσεις. Είχα εγκλιματιστεί* πια Αθηναίος. Κι ένας Αθηναίος δεν μπορεί βέβαια να προτιμάει τη ζακυθινή κουλούρα από το τσουρέκι του. Για να την προτιμάει κανείς, πρέπει να 'ναι Ζακυθινός, και να μένει στη Ζάκυθο.
         Έτσι εξήγησα τότε το παράξενο. Και θυμήθηκα και το μέλανα ζωμό των Σπαρτιατών. Οι Σπαρτιάτες τον αποζητούσαν και τον εκθείαζαν παντού σαν το καλύτερο φαΐ του κόσμου. Έτσι, ο μέλας ζωμός έβγαλε μια φήμη μεγάλη. Όσοι δεν τον είχαν δοκιμάσει, τον νόμιζαν εφάμιλλο* με την αμβροσία, την αιθέρια αυτή τροφή των Ολύμπιων Θεών. Δε θυμούμαι τώρα ποιος επίσημος, βασιλιάς ή στρατηγός -ο Διονύσιος των Συρακουσών άραγε;- όταν πέτυχε μια φορά κάτι Σπαρτιάτες μαγείρους, τους έβαλε να του φτιάσουν μέλανα ζωμό. Του τον έφτιασαν όσο καλύτερα ήξεραν, κι εκενος τον δοκίμασε μ' ένα μεγάλο μορφασμό.
         - Απορώ, τους είπε, πώς σας αρέσει αυτή η αηδία!
         - Θα σου άρεσε και σένα, του αποκρίθηκαν οι Σπαρτιάτες, αν έκανες ταχτικά το λουτρό σου στον Ευρώτα!
         Λέτε τώρα, όταν ξενιτευόταν κανένας νεαρός Σπαρτιάτης, να του έστελνε η μητέρα του, καμιά γιορτή σαν τα Χριστούγεννα λιγάκι μέλανα ζωμό;... Δεν το πιστεύω. Οι Λάκαινες* δε συνήθιζαν να παραχαϊδεύουν έτσι τα λεοντόπουλά τους. Πιο πιθανό μου φαίνεται να το 'κανε μια μητέρα Αθηναία ή Ζακυθινή. Γι' αυτό κι ένας δικός μας ποιητής, ο Ανδρέας Μαρτζώκης, σε κάποιο σατιρικό ποίημά του, «Ζακυθινός Μνηστήρας», παρασταίνει ένα Ζακυθινό αρχοντόπουλο στην Ιθάκη -στην ομηρική Ιθάκη, επί Οδυσσέως- που για να συγκινήσει την Πηνελόπη, της προσφέρει... τ' ωραίο χριστόψωμο που του είχε στείλει τα Χριστούγεννα η μητέρα του!

  Σας ασπάζομαι
 Φαίδων  

Γ. Ξενόπουλος, Αθηναϊκές επιστολές,
Αδελφοί Βλάσση


  • καλαντάρι: ημερολόγιο  
  • πομπή: τελετή  
  • ζαφουράνα: ζαφορά, κρόκος, είδος φυτού που καλλιεργείται για τις χρωστικές και φαρμακευτικές του ιδιότητες  
  • είχα εγκλιματιστεί: είχα συνηθίσει στο νέο τρόπο ζωής  
  • εφάμιλλο: ισοδύναμο, ισάξιο  
  • Λάκαινες: Σπαρτιάτισσες
ebooks.edu.gr
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Monday, 20 April 2020

Ακούστε 8 Πασχαλινά Διηγήματα από τον Δημήτρη Φιλελέ [Audio-books] 📢

Οχτώ πασχαλινά διηγήματα Ελλήνων συγγραφέων σε αφήγηση Δημήτρη Φιλελέ:
«Άρατε Πύλας» του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη

«Η Πασχαλιά της λευτεριάς» του Χρήστου Χρηστοβασίλη

«Το Χριστός Ανέστη του Γιάννη» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

«Παιδικοί καημοί και πασχαλινή χαρά» του Αθανάσιου Παπαχαρίση

«Tο πρώτο μου Πάσχα» του Γρηγόριου Ξενόπουλου

«Χριστός Ανέστη» του Παύλου Νιρβάνα

«Η Θυσία» του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη
«Πάσχα στα πέλαγα» του Ανδρέα Καρακαβίτσα

Ο λογοτέχνης Δημήτρης Φιλελές μας προσφέρει εκπληκτικά πεζογραφήματα και ποιήματα σε ηχητική μορφή (audio-book) μέσα απ’ το κανάλι του στο youtube
Ο Δημήτρης Φιλελές γεννήθηκε στην Αθήνα το 1961. Σπούδασε παιδαγωγικά (και όχι μόνο) και για περισσότερες από τρεις δεκαετίες είναι εκπαιδευτικός στη δημόσια πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Ασχολείται παράλληλα με την τέχνη και ιδιαίτερα με τη συγγραφή, την ποίηση και τη φωτογραφία. Έχει στο ενεργητικό του πολλές ατομικές εκθέσεις φωτογραφίας και συμμετοχή σε ομαδικές εκθέσεις. 
Στο προσωπικό του ιστολόγιο (dimitrisfileles) δημοσιεύει κείμενα, ποιήματα, καθώς και ηχογραφημένα αναγνώσματα ελληνικής λογοτεχνίας. 
Έχει επίσης δημιουργήσει τον ιστότοπο Ανοιχτό Ελληνικό Σχολείο (opengreekschool), με πλούσιο παιδαγωγικό υλικό για μαθητές και εκπαιδευτικούς. Μπορείτε να δείτε τα βιβλία του στη Βιβλιονέτ

ebooks4greeks
Φιλοξενία: Το
Χαμομηλάκι

Saturday, 18 April 2020

Τα Πασχαλινά του Παπαδιαμάντη — Τραγούδια τοῦ Θεοῦ

Το διήγημα αυτό του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, αληθινό τραγούδι αγγελικής αγνότητας και μοιρολόγι μαζί για τον χαμό μιας τρυφερής ύπαρξης, γράφτηκε το 1908 και πρωτοδημοσιεύτηκε τον Μάρτιο του 1912 στο περιοδικό Καλλιτέχνης του λόγιου και δημοσιογράφου Γεράσιμου Βώκου (1868-1927).
Πηγή: sansimera
© SanSimera.gr


Μὲ εἶχε καλέσει ὁ γενναῖος φίλος μου, ὁ κὺρ Στέφανος Μ., εἰς τὴν οἰκίαν του τὴν ἡμέραν τοῦ Πάσχα, διὰ νὰ συμφάγωμεν τὴν ὥραν τοῦ προγεύματος περὶ τὰς δέκα, ἀπὸ συγκατάβασιν καὶ εὐσπλαγχνίαν, διὰ νὰ κάμω κ᾿ ἐγὼ μετὰ τόσα χρόνια *** Πάσχα οἰκιακόν, ἔρημος καὶ ξένος στὰ ξένα. Εὔχαρι καὶ θαλπερὸν ἦτο τὸ ἐσωτερικὸν τῆς ἑστίας του, ἀφοῦ διῆλθον τὴν εὐρεῖαν αὐλήν, μὲ τὴν διάπλατον πύλην, καὶ τοὺς σταύλους τῶν ἀλόγων, καὶ τὴν πρασινάδαν, καὶ τὰς γάστρας τῶν ἀνθέων. Ἡ οἰκογένειά του, ἡ γραῖα Μαρία ἡ συμβία του, ἀφελὴς καὶ ἀρχαϊκή, ὁ υἱός του, ἀμόρφωτος καὶ ἄπλαστος καλὸς ἁμαξηλάτης, κι ὁ ἀδελφός του, στιβαρός, γεροντοπαλλήκαρον, τραχὺς καὶ φιλαλήθης. Τέλος ἡ κόρη του ἡ Ρηνούλα, τελεία ἀντιπρόσωπος τῆς νέας γενεᾶς, κεντήτρια, ζωγραφίνα καὶ θεατρίνα. Πλὴν ὅμως κι αὐτὴ ἀφελὴς καὶ ἁπλῆ εἰς τὴν *** καὶ τοὺς τρόπους: Εἶχε μίαν παιδίσκην ἑπτὰ ἐτῶν, τὴν Μαρίαν, πάντοτε μειδιῶσαν καὶ ἀνοικτόκαρδον, καὶ ἓν χαριτωμένον ξενικὸν πλάσμα, τὴν Τοτώ, ξανθήν, γαλανόμορφον, καὶ ἀγγελοθωροῦσαν. Ἡ μικρὰ κόρη, δὲν ἠξεύρω ἀκριβῶς πῶς, εἶχε πέσει εἰς τὰς χεῖράς της, καὶ ἀπετέλει μέρος τῆς οἰκογενείας. Φαίνεται ὅτι κάποια ξένη Γαλλίς, παιδαγωγὸς ἢ διδασκάλισσα εἰς πλουσίαν οἰκίαν, εἶχεν ἐμπέσει εἰς τὰ δίκτυα κανενὸς †ἐπιχειρητοῦ† καὶ εἶχε συλλάβει τὸ μαγικὸν τοῦτο χρυσόψαρον τῆς δεξαμενῆς, διὰ νὰ πλεύσῃ εἰς τὸ πέλαγος τοῦ ἀγνώστου, ἐὰν δὲν ἔμελλε ποτὲ νὰ †πτεροφυήσῃ† εἰς τὸν αἰθέρα τοῦ ἀχανοῦς. Εἶτα τὴν φερέοικον μητέρα, ὁποὺ δὲν εἶχε κτίσει τὴν φωλεάν της ποτέ, τὴν ἐπῆραν ἄλλαι πνοαὶ καὶ τὴν μετεκόμισαν, τίς οἶδε ποῦ, εἰς ἄλλα κλίματα ― εὗρε θέσιν καλυτέραν ἀλλοῦ, κ᾿ ἐταξίδευσε, κ᾿ ἐνεπιστεύθη τὸ ἔμψυχον κειμήλιον αὐτὸ εἰς τὰς χεῖρας τῆς Ρηνούλας, ἥτις ἀφοῦ τὴν εἶχεν ἐγκαταλίπει κι αὐτὴν ὁ πλανήτης, ὅστις τὴν ἐστεφανώθη, ἀνέθρεψε τὸ τέκνον της, κ᾿ ἔμεινε ζωντοχηροῦσα, κ᾿ ἐδέχθη ὡς ἕρμαιον τὸ ξένον βρέφος αὐτό, ἴσως ἐπειδὴ ᾐσθάνετο μικρὸν θησαυρὸν φιλοστοργίας εἰς τὰ στήθη της.


Πόση εἶναι ἡ δύναμις τῆς ἐπιρροῆς, καὶ ἂν ἡ Ρηνούλα εἶχε γοητείαν καὶ ὄμμα ἐπιβάλλον διὰ ν᾿ ἀνατρέφῃ παιδία, τὸ ᾐσθάνθην τὴν ἡμέραν ἐκείνην τοῦ Πάσχα, ὅταν ἡ μικρὰ Τοτώ, ἡλικίας τότε τριάντα μηνῶν περίπου, ἤρχισεν αἴφνης νὰ κλαυθμυρίζῃ ἐκεῖ ποὺ τὴν εἶχαν βάλει νὰ φάγῃ, διὰ μίαν μικρὰν παράλειψιν. Ἡ Ρηνούλα ἐστράφη πρὸς τὴν μικρὰν καὶ τῆς εἶπεν ἁπλῶς μὲ τὸν τρόπον καὶ μὲ τὸ βλέμμα ποὺ αὐτὴ ἤξευρε:

― Faut pas pleurer! [φῶ πὰ πλερέ]. Δὲν πρέπει νὰ κλαῖς.
Κ᾽ ἡ μικρὰ ἐλούφαξεν ὡς ἐκ θαύματος.
* *
Ὅταν ἀπεφάγαμεν, κ᾿ ἐσυγκρούσαμεν τὰ κόκκιν᾿ αὐγά, κ᾿ εἴχαμεν κενώσει τὰ τρία τέταρτα τῆς χιλιάρικης ―ἦτο ὡραῖον ρετσινᾶτο, ὅλον ἄρωμα καὶ πτῆσις καὶ ἀφρός― ἀφοῦ ἔψαλεν ὁ γέρων Φίλιππος τὸ Χριστὸς ἀνέστη (ὁ κὺρ Στέφανος δὲν ἤξευρεν ἄλλο νὰ ψάλῃ εἰμὴ τό, ψήσου γίδα ψήσου καὶ ροδοκοκκινίσου), ἠθέλησα κ᾿ ἐγὼ νὰ εἴπω τὸ Ἀναστάσεως ἡμέρα, τὸ ἀλλέγρο, τὸν πρῶτον δηλ. εἱρμὸν τοῦ Κανόνος τῆς ἡμέρας, ὄχι τὸ τελευταῖον τὸ δοξαστικόν, τὸ ἀργόν. Μόλις ἤνοιξα τὸ στόμα μου κ᾿ ἐπρόφερα:

Ἀναστάσεως ἡμέρα,
λαμπρυνθῶμεν λαοί·
Πάσχα Κυρίου Πάσχα…


ἡ μικρὰ Τοτώ, βλέπουσα ἀτενῶς πρός με, ἀφῆκεν ἀκράτητον ἐπιφώνημα χαρᾶς, κ᾿ ἔλαμψε τὸ προσωπάκι της, τὰ ματάκια της, τὸ στόμα της, τὰ μάγουλά της, ὅλα ἐμόρφασαν κ᾿ ἐμειδίασαν ἄρρητον μειδίαμα ἀγαλλιάσεως. Τὸ πρᾶγμα μοῦ ἐπροξένησεν αἴσθησιν. Φαίνεται τῷ ὄντι ὅτι ἔχουν ἄφατον ἄρωμα καὶ κάλλος μαρτυρούμενον «ἐκ στόματος νηπίων καὶ θηλαζόντων», αὐτὰ τὰ ἐμπνευσμένα ᾄσματα τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας μας.

Συγχρόνως ἡ Μαρία, μὲ παιδικὴν χαρὰν κι αὐτή, ἀνέκραξεν:

― Αὐτὰ δὲν εἶναι τροπάρια ποὺ ψέλνετε, κύριε.
―Ἀλλὰ τί εἶναι κορίτσι μου; ἠρώτησα.
― Αὐτὰ εἶναι σὰν γλυκὰ-γλυκὰ τραγουδάκια.

* *
Τοῦτο μοῦ ἐνθύμισε μίαν ἄλλην μικρὰν κορασίδα, τὴν Κούλαν (Ἀγγελικὴν) τοῦ φίλου μου Νικόλα τοῦ Μπούκη. Ἁπλοῦς μανάβης, ἢ ὀπωροπώλης, ἦτον ὁ ἄνθρωπος, ἀλλ᾿ εἶχε λάβει θεόθεν διὰ τὴν φιλοξενίαν του τὴν εὐλογίαν τοῦ Ἀβραάμ. Ἡ μικρὰ οἰκία ἦτο ξενὼν διὰ τοὺς φίλους καὶ τοὺς διαβατικούς, διὰ τοὺς ἐκλεκτοὺς καὶ τοὺς τυχόντας. Εἶχεν ἀπολύσει ἡ λειτουργία μετὰ τὴν παννυχίδα εἰς τὸ παρεκκλήσι τοῦ Ἁγίου Ἐλισσαίου καὶ τὴν ὥραν τοῦ ἀντιδώρου, ἡ γυνὴ τοῦ Μπούκη τοῦ φίλου μου, ἀκολουθουμένη ἀπὸ τὴν μικρὰν κόρην της, τὴν Ἀγγελικούλαν, μ᾿ ἐπλησίασεν εἰς τὸ στασίδι, διὰ νὰ μοῦ ὑπομνήσῃ, ὡς συνήθως, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπάγω εἰς τὸ γεῦμα. Τότε ἡ μικρὰ παιδίσκη (ἦτο ὣς ἐννέα ἐτῶν, ροδίνη καὶ καστανή, καὶ τὴν εἶχαν υἱοθετήσει ἀπὸ τὸ Βρεφοκομεῖον, ὡς ἄτεκνον ὁποὺ ἦτο τὸ ἀνδρόγυνον· ἀλλ᾿ αὐτὴ τὸ ἠγνόει), μ᾿ ἐχαιρέτισε καὶ μοῦ λέγει:

―Ἐσύ, μπαρμπ᾿ Ἀλέξανδρε, ψέλνεις τὰ τραγούδια τοῦ Θεοῦ.
* *
Τραγούδια τοῦ Θεοῦ! Ἔκτοτε ἡ μικρὰ μὲ ἤκουε νὰ ψάλλω συνεχῶς «Τραγούδια τοῦ Θεοῦ», εἰς τὸν πενιχρὸν νυκτερινὸν ναΐσκον, ὅπου ἐσύχναζε τακτικὰ μὲ τὴν μητέρα της. Ἐκοιμᾶτο μὲς στὸ στασίδι, εἰς τὸν γυναικωνίτην, τὴν ὥρα τῶν ἀποστίχων, ἐξύπνα μετὰ δύο ὥρας εἰς τὸν Πολυέλεον, κ᾿ ἔκτοτε δὲν ἤθελε νὰ κοιμηθῇ πλέον. Ἦτο μία μετὰ τὰ μεσάνυχτα. Ἐκείνην τὴν ἡμέραν ἦτο 8η Σεπτεμβρίου, εἶχα ψάλει τὸ «Χαῖρε σεμνὴ μῆτερ καὶ δούλη Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ». Μετὰ ἓξ ἡμέρας μὲ ἤκουσεν ἡ μικρὰ νὰ ψάλλω τὸ «Ἀγαλλιάσθω τὰ δρυμοῦ ξύλα σύμπαντα». Καὶ τὴν ἡμέραν τοῦ Θεολόγου ἔψαλα τὸ «Φίλε μυστικέ, Χριστοῦ ἐπιστήθιε». Καὶ τοῦ Ἁγίου Δημητρίου ἔμελψα τὸ «Δεῦρο Μάρτυς Χριστοῦ πρὸς ἡμᾶς». Καὶ τῶν Εἰσοδίων ἔψαλα τὸ «Διανέμοις τῶν χαρισμάτων». Καὶ τοῦ Ἁγίου Νικολάου ἔψαλα «Τὴν Ζωοδόχον πηγὴν τὴν ἀέναον», καὶ «Τῆς Ἐκκλησίας τὰ ἄνθη περιιπτάμενος». Καὶ τὰ Χριστούγεννα ἔψαλα τὸ «Θεὸς ὢν εἰρήνης». Καὶ τοῦ Ἁγίου Βασιλείου τὸ «Δεῦτε τοῦ Δεσπότου τὰ ἔνδοξα Χριστοῦ ὀνομαστήρια», καὶ τὸ «Σοῦ τὴν φωνὴν ἔδει παρεῖναι, Βασίλειε». Καὶ τῶν Φώτων ἔψαλα τὸ «Ἰησοῦς ὁ ζωῆς ἀρχηγός». Καὶ τῆς Ὑπαπαντῆς ἔψαλα τὸ «Χέρσον ἀβυσσοτόκον». Καὶ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τὸ «Ὡς ἐμψύχῳ Θεοῦ κιβωτῷ». Καὶ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τὸ «Ἀνέτειλε τὸ ἔαρ», καὶ τῆς Ἀναλήψεως τὸ «Θείῳ καλυφθείς». Καὶ τῆς Πεντηκοστῆς τὸ «Παράδοξα σήμερον». Καὶ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων ἔψαλα τὸ «Σὲ τὴν ὑπερένδοξον νύμφην», καὶ τὸ «Ὁ Χριστοκήρυξ Σταυροῦ καύχημα φέρων, σὺ τὴν πολυέραστον θείαν ἀγάπησιν». Καὶ τῆς Μεταμορφώσεως ἔψαλα τὸ «Πρὸ τοῦ Σταυροῦ σου, Κύριε, ὄρος οὐρανὸν ἐμιμεῖτο». Καὶ εἰς τὴν μνήμην τῆς Παναγίας ἔψαλα τὰ θεσπέσια ἐκεῖνα κελαδήματα, τὸ «Πεποικιλμένη» καὶ τὸ «Νενίκηνται», καὶ τὸ «Συνέστειλε χορὸς τῶν Ἀποστόλων, τὸ Θεοδόχον σῶμα σου· εἰς οὐρανίους θαλάμους πρὸς τὸν υἱὸν ἐκφοιτῶσα». Κ᾿ εἰς τὴν Ἀποτομὴν τοῦ Προδρόμου ἔψαλα τὸ «Φρίττουσι πάθη τῶν βροτῶν», καὶ τόσα ἄλλα. Κ᾿ ἡ μικρὰ κόρη τὰ ᾐσθάνετο, καὶ τὰ ἐπόθει καὶ τὰ ἐχαρακτήριζε, μὲ ἀγγελικὸν αἴσθημα, ὡς «τραγούδια τοῦ Θεοῦ».
* *
Ἔκτοτε ἀπουσίασα ἀπὸ τὰς Ἀθήνας. Εἶχα ἐνθυμηθῆ τοὺς πτωχοὺς οἰκείους, εἰς τὴν μικρὰν πατρίδα μου, μακρὰν τῆς ὁποίας εἶχα ζήσει, ἐκ μικρῶν διαλειμμάτων, ὑπὲρ τὸ ἥμισυ τῆς ζωῆς μου. Ὅταν τέλος μὲ εἶχον βαρυνθῆ κ᾿ ἐκεῖ, ἐτόλμησα, μετὰ τρία ἔτη νὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν πρωτεύουσαν, μὲ τὴν ἀμυδρὰν ἐλπίδα ὅτι δὲν θὰ ἐγενόμην καὶ πάλιν βαρετὸς εἰς τοὺς φίλους μου.

Ἀφοῦ ἐκρύβην ἐπὶ ἑβδομάδα εἰς ταπεινόν τινα ξενῶνα, ἐπῆγα λάθρᾳ μίαν πρωίαν νὰ ἀνταμώσω τὸν φίλον μου Νικόλαν τὸν Μπούκην. Φεῦ! τί ἔμαθα; Ἡ μικρὰ Κούλα, ἥτις ἦγε τώρα τὸ ἑνδέκατον ἔτος τῆς ἡλικίας της, ἦτον ἄρρωστη βαριά! Εἶχε δέκα ἡμέρας στὸ κρεβάτι, κι ὁ ἰατρὸς εἶπεν ὅτι ἦτο κακὸς πυρετός, ἴσως τυφοειδοῦς φύσεως.

Ἐπῆγα κατ᾿ εὐθεῖαν ἀπὸ τὸ ὀπωροπωλεῖον, ὅπως μὲ προέτρεψεν ὁ Νικόλας, διὰ νὰ βοηθήσω μὲ λόγια καὶ ἐνθαρρύνω τὴν μητέρα. Ἡ πτωχή, ἥτις τὴν ἠγάπα ὡς νὰ ἦτο γέννημα τῶν σπλάγχνων της, ἴσως καὶ περισσότερον, ἐχάρη ἅμα μὲ εἶδεν, εἶτα μοῦ ἔδειξε τὴν κλίνην. Ἡ μικρὰ Κούλα ἦτο ἰσχνή, κάτωχρος, πυρέσσουσα, κ᾿ ἔκειτο σχεδὸν ἀναίσθητος ἐπὶ τῆς κλίνης. Εἶπα εἰς τὴν μητέρα τὰ συνήθη λόγια τῆς παρηγορίας καὶ τῆς ἐνθαρρύνσεως, ἔμεινα δύο ὥρας ἐκεῖ, εἶτα ἐπανῆλθα πάλιν τὸ δειλινόν, καὶ τὴν νύκτα, καὶ τὴν ἄλλην πρωίαν. Ἡ Κούλα ἔβαινε χειρότερα. Εἶτα, τὴν τρίτην ἡμέραν, ἐφάνη νὰ εἶχε βελτιωθῆ κάπως, καὶ ᾐσθάνετο. Ἡ μητέρα της μοῦ εἶπε νὰ πλησιάσω καὶ νὰ τῆς ὁμιλήσω.

― Περαστικά, Κούλα. Δὲν ἔχεις τίποτα, κορίτσι μου.
― Ἄ! μπάρμπ᾿ Ἀλέξανδρε, ἐψέλλισεν ἀσθενῶς. Πότε θὰ μοῦ πῇς πάλι τὰ θεῖα… τραγούδια;
― Ὅποτε θέλεις, Κούλα μου. Ἅμα γίνῃ ἀγρυπνία εἰς τὸν Ἅγιον Ἐλισσαῖον νὰ ἔλθῃς, νὰ σοῦ τὰ πῶ.
― Νὰ μοῦ τὰ πῇς. Μὰ θὰ τ᾿ ἀκούσω;
―Ἅμα προσέχῃς, θὰ τ᾿ ἀκούσῃς…
― Ὤχ!


Ἐστέναξεν, ἔκλεισε τὰ ὄμματα, καὶ δὲν μοῦ ὡμίλησε πλέον. Ἐφαίνετο ὅτι εἶχε πολὺ κουρασθῆ (ἔφερεν ἀσθενῶς τὴν ἰσχνὴν χεῖρα πρὸς τὸ οὖς ἐνῷ ἐψέλλιζε. Φαίνεται ὅτι εἶχε πάθει βαρυηκοΐαν ἕνεκα τῆς νόσου). Τῆς ἔφεραν χρῖσμα, ἔλαιον ἀπὸ τὴν κανδήλαν. Αὐτὴ ἀνέλαβε πρὸς στιγμὴν τὰς αἰσθήσεις της, κ᾿ ἐψιθύρισε:

― Μοσχοβολᾷ ἡ ψυχή μου. Λάδι, γαλήνη, ἠρεμία. Θὰ πλέψω καλά.

* *
Μετὰ τρεῖς ἡμέρας τὴν προεπέμπομεν εἰς τὸν τάφον. Οἱ ἐπαγγελματικοὶ ἱερεῖς κ᾿ οἱ ψάλται ἔψαλλον τὰ κατὰ συνθήκην, ἀπὸ τὴν «Ἄμωμον ὁδὸν» ἕως τὸν «Τελευταῖον ἀσπασμόν». Μόνος ὁ παπα-Νικόλας ἀπ᾿ τὸν Ἁι-Γιάννη τοῦ Ἀγροῦ, ὁ Ναξιώτης, ἐφαίνετο ὅτι ἔκανε χωριστὴν ἀκολουθίαν, ἐμορμύριζε μέσα του, καὶ τὰ ὄμματά του ἐφαίνοντο δακρυσμένα.

― Τί μουρμουρίζεις, παπά; τοῦ εἶπα, ἀπὸ τὸ ὄπισθεν τοῦ στασιδίου, ὅπου εἶχεν ἀκουμβήσει.
― Λέγω τὴν ἀκολουθίαν τῶν Νηπίων μέσα μου, εἶπεν ὁ παπα-Νικόλας. Εἰς αὐτὸ τὸ ἄκακον ἁρμόζει ἡ κηδεία τῶν νηπίων.


Τῳόντι κ᾿ ἐγώ, μὲ ὅλον τὸν πόνον καὶ τὰ δάκρυά μου, εἶχα ἀναλογισθῆ ἐκείνην τὴν στιγμὴν τὴν ἀκολουθίαν τῶν Νηπίων. Καὶ ἀκουσίως ἔλεγα μέσα μου τὰ τραγούδια τοῦ Θεοῦ: «Τῶν τοῦ κόσμου ἡδέων ἀναρπασθὲν ἄγευστον» καὶ «ὡς καθαρόν, Δέσποτα, στρουθίον πρὸς καλιὰς ἐπουρανίους ἔσωσας» καὶ «τοῦ Ἀβραάμ, ἐν κόλποις, ἐν τόποις ἀνέσεως, ἔνθα τὸ ὕδωρ ἐστὶ τὸ ζῶν, τάξαι σε Χριστὸς ὁ δι᾿ ἡμᾶς νηπιάσας» καὶ «οἷς ἀριθμοῖς τὸ πλάσμα σου, νήπιον φοιτῆσαν τανῦν πρὸς σέ».

Καὶ ἀντὶ τοῦ «Δεῦτε τελευταῖον», «Ὢ τίς μὴ θρηνήσει, τέκνον μου, ὅτι βρέφος ἄωρον ἐκ μητρικῶν ἀγκαλῶν νῦν, ὥσπερ στρουθίον τάχος ἐπέτασας». Καὶ ἀκροτελεύτιον, ὕστερον ἀπὸ τόσα καὶ τόσα τραγούδια τοῦ Θεοῦ, τὰ ὁποῖα πρὸ τριῶν ἡμερῶν εἶχε προφητεύσει ὅτι δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ τ᾿ ἀκούσῃ, τό: «Ἄλγος τῷ Ἀδὰμ ἐχρημάτισεν, ἡ τοῦ ξύλου ἀπόγευσις πάλαι ἐν Ἐδέμ, ὅτε ὄφις ἰὸν ἐξηρεύξατο». Ἀλλὰ τὰ ἤκουε τάχα ἡ ἁγνὴ ψυχή, ἂν ὁ ἄγγελός της τῆς ἐπέτρεπε νὰ περιίπταται ἐκεῖ γύρω;
(1912)
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Friday, 3 April 2020

Τα Πασχαλινά Διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

Τα «Πασχαλινά διηγήματα» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη
 
Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης ασχολήθηκε κυρίως με τη συγγραφή διηγημάτων. Τα διηγήματά του κατέχουν περίοπτη θέση στη νεοελληνική λογοτεχνία και ξεχωρίζουν ακόμα και σήμερα. Πολλά από αυτά, πρωτοδημοσιεύθηκαν σε εφημερίδες και περιοδικά κατά τη διάρκεια των Χριστουγέννων και του Πάσχα, και καθιερώθηκαν ως εορταστικά.
Το περιεχόμενό τους αντλείται από τα προσωπικά βιώματα του Παπαδιαμάντη. Ο ίδιος γράφει στην εισαγωγή του διηγήματος «Λαμπριάτικος Ψάλτης» (1893): «…εἰς τὰ διηγημάτια, ὅσα ἐδημοσίευσα κατὰ καιροὺς ὁ ὑποφαινόμενος τὰ Χριστούγεννα ἢ τὸ Πάσχα, ἐνεπνεύσθην, ἀληθῶς, ἀπὸ τὰς ἀναμνήσεις μου καὶ τὰ αἰσθήματά μου, τὰ ὁποῖα θέλγουσι καὶ συγκινοῦσι, ἐμὲ αὐτόν, ἴσως καὶ ὀλίγους ἐκλεκτοὺς φιλαναγνώστας…».

Η βαθιά θρησκευτικότητα που χαρακτηρίζει τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη μεταφέρεται στα πασχαλινά διηγήματά του, τόσο μέσα από μορφές ιερωμένων όσο και μέσα από πράξεις αγάπης με μηνύματα πανανθρώπινα, δοσμένα με ευαισθησία και πάθος.
Σημειώνει επίσης στο ίδιο διήγημα: «…ἐνόσω ζῶ καὶ ἀναπνέω καὶ σωφρονῶ, δὲν θὰ παύσω πάντοτε… νὰ ὑμνῶ μετὰ λατρείας τὸν Χριστόν μου, νὰ περιγράφω μετ᾿ ἔρωτος τὴν φύσιν, καὶ νὰ ζωγραφῶ μετὰ στοργῆς τὰ γνήσια Ἑλληνικὰ ἤθη…».

Μέσα από αυτές τις γραμμές ορίζονται οι βασικοί θεματικοί άξονες που διαπραγματεύεται ο Παπαδιαμάντης στα κείμενά του: τη θρησκεία, την ελληνική φύση και το ελληνικό ήθος.
Δεν είναι όμως, όλα τα πασχαλινά διηγήματα του Παπαδιαμάντη ανοιξιάτικα, φωτεινά και χαρούμενα. Σε μερικά από αυτά η ατμόσφαιρα είναι σκοτεινή και οι ήρωες δυστυχείς από τα χτυπήματα της μοίρας. Τραγικά πρόσωπα που ζουν τη δική τους Μεγάλη Εβδομάδα που δυστυχώς η Ανάσταση του Ιησού Χριστού δεν μπορεί να δώσει ελπίδα.
Δραματικό τέλος έχουν τρία διηγήματα και αυτά είναι: «Η τελευταία βαπτιστική», «Τ’ αερικό στο δέντρο» και το «Τραγούδια του Θεού».
Επίσης παρατηρείται πως κάποια από αυτά ενώ δεν βρίσκονται στο πνεύμα των ημερών, συγκαταλέγονται στα πασχαλινά διηγήματα καθώς ο δραματικός χρόνος τους είναι η περίοδος του Πάσχα. 


Έγραψε η Ελένη Μπουγάκη
eBooks4Greeks.gr

Πασχαλινή προσφορά για τους αναγνώστες μας τέσσερα Πασχαλινά Διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη:
  • Εξοχική Λαμπρή
  • Η τελευταία βαπτιστική
  • Στην Αγι᾽Αναστασά
  • Λαμπριάτικος Ψάλτης

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki