Showing posts with label Κόντογλου. Show all posts
Showing posts with label Κόντογλου. Show all posts

Monday, 29 April 2024

Γραμματείς και Φαρισαίοι: Oι φονιάδες του Χριστού


Oι φονείς τον Χριστού
.
Ο άνθρωπος δεν έφταξε που σκότωσε τόσους ανθρώπους, σκότωσε και τον Χριστό. Δεν τον σκότωσε κανένα θηρίο, δεν τον σκότωσε τουλάχιστον κανένας κακούργος, παρά τον σκοτώσανε οι άνθρωποι που βαστούσανε τον νόμο του Μωυσή και που περίμενε ο λαός να του δείξουνε τον δρόμο του Θεού, οι γραμματείς κ' οι φαρισαίοι. Αυτοί ήτανε κρυφοδαγκανιάρηδες σκύλοι, τυλιγμένοι με προβιά αρνίσια για να ξεγελάνε τον κόσμο. Πονηροί, υποκριτές, μαθητάδες του σατανά, που απάτησε τον Αδάμ για να τον καταπιεί, γλυκομιλώντας του και λέγοντάς του πως θα γίνει Θεός αν πορευθεί κατά τα λόγια του.
Ο υποκριτής είναι ένα τέρας πιο σιχαμερό από κάθε άλλο, που κάθεται κρυμμένο στα σκοτεινά τάρταρα της ψευτιάς κι απέξω στήνει τις παγίδες του για να παραπλανέσει κανέναν αθώον άνθρωπο. Είναι εγωιστής, σκληρός, αλύπητος, φιλάργυρος, φοβιτσιάρης, αλλά αυτά τα σκεπάζει με ψεύτικη ταπείνωση, με συμπονετικά λόγια, με γλυκομιλήματα. Ο υποκριτής δεν έχει Θεό και νόμο και καμώνεται ίσα-ίσα πως φοβάται τον Θεό και τον νόμο του.
Είναι μιά ψυχή σαπισμένη και βρωμερή κι αμετανόητη. Ο κάθε αμαρτωλός μπορεί να μετανοιώσει, ο υποκριτής είναι αμετανόητος, σαν νάκανε συμβόλαιο με τον διάβολο. Όλοι οι αμαρτωλοί μπορούνε να σωθούνε και μάλιστα ν' αγιάσουνε, πλήν ο υποκριτής δεν έχει σωτηρία, θα πεθάνει υποκριτής.
Ο Χριστός δεν απέλπισε κανέναν, όλους τους φώναζε κοντά του και τους έδινε ελπίδα, εξόν έναν μονάχα, τον υποκριτή. Το «ουαί!» ήγουν το «αλλοίμονο!» δεν το είπε ούτε για τον τελώνη, ούτε για την πόρνη, ούτε καν για τον φονιά. Ίσια ίσια είπε πως αυτοί δείχνουνε τον δρόμο του Θεού στους φαρισαίους.
Το «ουαί» το είπε μονάχα για τον υποκριτή, για τον αγιάτρευτον. Αφού ο Χριστός, που ήρθε να γιατρέψει όλες τις αρρώστειες της ψυχής μας, απέλπισε τον υποκριτή, ποιος θα μπορέσει να τον σώσει; Κ' αυτό γίνεται γιατί όποιος έχει τούτη την αρρώστεια δεν θαρρεί τον εαυτό του για άρρωστον, αλλά ίσια-ίσια θαρρεί πως είναι πολύ καλά, και περιπαίζει κρυφά τους άλλους, κ' έχει την ιδέα πως η πονηρία του είναι η πιο μεγάλη γνώση και σοφία και το να μετανοιώσει είναι για δαύτον σαν να γίνει κουτός από έξυπνος, αθώος από πονηρός, φανερός από κρυφός, μ' έναν λόγο άρρωστος από γερός.

Όποιος ακούσει τα λόγια που είπε ο Χριστός για τους φαρισαίους, τρέμει.
«Αλλοίμονό σας, γραμματείς και φαρισαίοι υποκριτές, γιατί σφαλάτε τη βασιλεία των ουρανών μπροστά στους ανθρώπους, κι ούτε σεις μπαίνετε μέσα και τους άλλους δεν αφήνετε να μπούνε.
Αλλοίμονό σας, γραμματείς και φαρισαίοι υποκριτές, γιατί κατατρώτε τα σπίτια των χηρών και κάνετε ατέλειωτες προσευχές· για τούτο θάχετε πιο μεγάλο κρίμα.
Αλλοίμονό σας, γραμματείς και φαρισαίοι υποκριτές, γιατί κάνετε άνω κάτω στεριά και θάλασσα για να κάνετε ένα μαθητή και σαν γίνει μαθητής σας, τον κάνετε γυιό του διαβόλου χειρότερον από εσάς...
Αλλοίμονό σας, γραμματείς και φαρισαίοι υποκριτές, γιατί αποδεκατίζετε τον δυόσμο και τ' άνηθο και το κύμινο κι αφήσατε τα πιο βαριά της θρησκείας, τη συμπόνια και την πίστη... Στραβοί, που θέλετε να οδηγήσετε τους άλλους, εσείς που λαμπικάρετε τα κουνούπι και καταπίνετε την γκαμήλα.
Αλλοίμονό σας, γραμματείς και φαρισαίοι υποκριτές, γιατί καθαρίζετε απέξω μονάχα το ποτήρι και το πινάκι κι από μέσα είναι γεμάτα κλεψιά και ατιμία». Και σαν να μη φτάνανε τόσα «αλλοίμονο» λέγει παρακάτω:
«Φίδια, γεννήματα της οχιάς, πώς θα ξεφύγετε από την κρίση που θα σας ρίξει στην αιώνια φωτιά; Για τούτο, να, εγώ σας στέλνω προφήτες και σοφούς και γραμματείς κι από δαύτους θα σκοτώσετε κάμποσους και θα τους σταυρώσετε και θα τους δείρετε στα συμβούλιά σας και θα τους κυνηγήσετε από πολιτεία σε πολιτεία, για νάρθει απάνω στα κεφάλια σας κάθε αίμα δίκαιο που χύνεται απάνω στη γη, από το αίμα του Άβελ του αθώου έως το αίμα του Ζαχαρία του γυιού του Βαραχία που τον σκοτώσατε ανάμεσα στην εκκλησιά και στην άγια τράπεζα».

Αυτοί λοιπόν οι ψευτοθεοφοβούμενοι, αυτοί που φαινόντανε ήσυχοι και γνωστικοί και σεβάσμιοι, αυτοί σκοτώσανε τον Χριστό κι όχι ο Βαραββάς ή κανένας άλλος ληστής, ή κανένας Ρωμαίος στρατιώτης, που πέρασε τη ζωή του μέσα στα αίματα.
Ο Πιλάτος, ο ηγεμόνας της Ιουδαίας, πόσα έκανε για να τον γλυτώσει από τα νύχια τους! Αδιαφόρετα. Αυτοί είχανε βάλει τον απλό τον κόσμο, που δεν ένοιωθε ο δυστυχής τι έκανε, να φωνάζει : «Σταύρωσέ τον, σταύρωσέ τον!»
Μα οι φαρισαίοι, δηλαδή οι υποκριτές, ξέρανε τι κάνανε, γιατί ο υποκριτής ξέρει πάντα καλά τι κάνει. Για τους απλούς, για τους ξεγελασμένους, είπε ο Χριστός : «Πατέρα, συγχώρησέ τους γιατί δεν γνωρίζουνε τι κάνουνε».
Και πρόσεξε να δεις την οικονομία του Θεού, πώς, την ώρα που κρεμότανε απάνω στον σταυρό, έρριξε το έλεός του στον ληστή που είτανε σταυρωμένος μαζί του, δηλαδή σε μιαν απλή ψυχή που είχε πέσει σε κρίματα βαρειά και που σκότωσε κιόλας, δίχως να ξέρει τι κάνει, δίχως δηλαδή να είναι υποκριτής πολύξερος.
Για τούτο, μ' ένα λόγο που είπε, συγχωρέθηκε κι άγιασε κι ο πρώτος που μπήκε στον παράδεισο ήτανε ένας φονιάς. Θαυμάσετε, Χριστιανοί, το έλεος!
Ο ληστής άνοιξε τον παράδεισο για να μπούνε από πίσω του οι προφήτες, οι απόστολοι, οι ιεράρχες, οι όσιοι, οι μάρτυρες. Τι μυστήρια ξεσκέπασε στα μάτια μας ο φιλάνθρωπος κι ο γλυκύτατος Χριστός μας! Όσα είχε πρωτύτερα ο άνθρωπος για αδύνατα, για αδιόρθωτα, για άσβυστα, για αμετατόπιστα, ο Χριστός τα έσβυσε, τα έκανε σαν να μην γινήκανε· συγχώρησε τον ληστή που μετάνοιωσε και παρευθύς σβύσανε όσα έκανε, σαν να μη γινήκανε.
Πού είναι πια εκείνο το αρχαίο ρητό «Τα γενόμενα ουκ απογίνονται», δηλ. «όσα γινήκανε δεν ξεγίνουνται»; Αυτή την καταδίκη, αυτή την άσπαστη αλυσίδα, που έπνιγε τον άνθρωπο, ο Χριστός την έσπασε, τον σκληρό νόμο τον κατάργησε. Όχι με κανένα αστροπελέκι, σαν και κείνα που έρριχνε ο Δίας, μα με τη συγχώρηση. Αυτή είναι η ελευθερία των τέκνων του Θεού, που μας χάρισε. Ο ληστής ξαναγεννιέται άγιος· κ' ο μαθητής του Χριστού που έτρωγε μαζί του στο τραπέζι, και που τον φώναζε φίλο, ο υποκριτής ο Ιούδας, γίνεται από γυιός του Θεού, γυιός του χαμού, «υιός της απωλείας».
Ο σεισμός που γίνηκε την ημέρα που σταυρώθηκε ο Κύριος, αναποδογύρισε την οικουμένη, γκρέμνισε τον παλιό τον κόσμο, τους νόμους του, τις συνήθειές του, κατά τα λόγια που έγραψε υστερώτερα ο Απόστολος Παύλος : «Τα αρχαία παρήλθεν, ιδού γέγονε καινά τα πάντα».
Αυτός ο σεισμός και τ' αναποδογύρισμα γίνηκε μέσα στον άνθρωπο. Τρισκαλότυχοι όποιοι αρπαχθήκανε και πεταχθήκανε έξω από το σκοτεινό μνήμα τους, όπως οι νεκροί που βγήκανε από τους τάφους τη μέρα που σταυρώθηκε ο Χριστός. Γιατί αυτοί που λέγω καλότυχους, ήτανε πρωτύτερα με το κεφάλι κάτω και με τα πόδια απάνω, και θαρρούσανε πως έτσι ήτανε καλά, κι ο σεισμός του Χριστού τους αναποδογύρισε και τους έστησε απάνω στα ποδάρια τους.
Κ' έτσι μπορέσανε να κυττάξουνε καλά και να νοιώσουνε την αληθινή όψη του κόσμου, όπως τον έκανε ο Θεός. Με το αναποδογύρισμα του κόσμου της ψευτιάς, λευτερώθηκε ο άνθρωπος, γιατί ξαναγεννήθηκε στον κόσμο της αλήθειας, στον κόσμο του Χριστού, που λέγει : «Εγώ είμαι το φως του κόσμου. Όποιος ακολουθά εμένα, δεν θα περπατήσει στο σκοτάδι, μα θάχει το φως της ζωής». Κι αλλού λέγει : «Γνώσεσθε την αλήθειαν και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς», δηλαδή θα «γνωρίσετε την αλήθεια, εμένα, κι όχι τις αλήθειες των φιλοσόφων και των ηθικολόγων που είναι ψευτιές, και που για τούτο δεν μπορούνε να σας ελευθερώσουνε».
Ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης λέγει :
«Γνώσιν αληθείας, την της χάριτος αίσθησιν είναι κυρίως νόμισον. Τας δε λοιπάς νοήσεων εμφάσεις και πραγμάτων αποδείξεις αποκαλείν δει». Ήγουν : «Γνώση της αλήθειας να ξέρεις πως είναι το να νοιώσεις τη θεία χάρη μέσα σου. Τις δε άλλες (που τις λένε γνώσεις της αλήθειας), πρέπει να τις λένε φανερώματα των νοημάτων κι αποδείξεις των πραγμάτων».
Κι ο άγιος Μάρκος ο ασκητής λέγει το ίδιο πράγμα με άλλα λόγια: «Έτερόν εστι γνώσις πραγμάτων, και έτερόν εστι αληθείας επίγνωσις». Αυτή τη μια και μονάχη αλήθεια, τη νοιώθουνε όσοι πηγαίνουνε κοντά στον Χριστό με απλή διάνοια και με αγάπη και με ταπείνωση. Για να μας φέρει αυτή την αλήθεια, σταυρώθηκε σήμερα. Όποιος τον πιστεύει και τον αγαπά, αυτός πιστεύει κι αγαπά την αλήθεια.
Για τούτο να μην τον ρωτάμε το Χριστό, σαν νάναι φιλόσοφος: «Τι είναι η αλήθεια;», όπως έκανε ο Πιλάτος, που είχε ο δυστυχής μπροστά του την αλήθεια και ρωτούσε «Τί εστιν αλήθεια;», περιμένοντας να ακούσει κάποια λόγια κούφια, από κείνα που λένε οι άνθρωποι για τις ψεύτικες αλήθειες τους.
.
ΚΙΒΩΤΟΣ
ΜΗΝΙΑΙΟΝ ΦΥΛΛΑΔΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΔΙΔΑΧΗΣ
ΕΤΟΣ Β’ ΜΑΡΤΙΟΣ 1953 ΑΡΙΘ. ΦΥΛΛΟΥ 15


Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Monday, 26 July 2021

Η Αγία Παρασκευή του Κόντογλου

Στο Μοναστήρι της Αγίας Παρασκευής στο Αϊβαλί ανήμερα της γιορτής της, με ξεναγό τον κυρ Φώτη.

Η χερσόνησος της Αγίας Παρασκευής σήμερα

Στην Αϊβαλιώτικη χερσόνησο με το Μοναστήρι της Αγίας Παρασκευής που σήμερα θα γιόρταζε. Σε ένα καφενείο στο δρόμο για το Γενιτσαροχώρι αναπαύεσαι, να συνεχίσεις για το μοναστήρι… Με το Φώτη Κόντογλου δίπλα μου να κερνά καφέ, να σου δείχνει τις ζωγραφιές του…

Και να σου ψιθυρίζει:

«Στο χαμοβούνι απάνου στέκεται ένας βράχος φοβερός και θεόχτιστος, που άλλος ένας τέτοιος λένε πως δε βρίσκεται στην Ανατολή.  Εξόν ότι είναι θεόρατος, είναι και πολύ παράξενος, γιατί έχει στη μέση μια τρύπα σαν καμάρα, κι από τη μια μεριά απομένει μονάχα έναποδάρι, είδος κολόνα, κι απάνου σε κείνη την κολόνα ζυγιάζεται ούλο το βάρος που κρέμεται στον αγέρα. Ο κάθε άνθρωπος στέκεται και θαυμάζει κι απορεί πώς δεν πέφτει εκείνη η σκουριασμένη σιδερόπετρα, εκατομμύρια καντάρια βάρος, και στέκεται κρεμάμενη απάν’ από το κεφάλι του, σκισμένη σε σφήνες από την πολυκαιρία κι από τους σεισμούς, που λες πως την ίδιαν ώρα θα γκρεμιστεί, όχι χρόνια και ζαμάνια που στέκεται καθώς τη βλέπεις.

Η χερσόνησος της Αγίας Παρασκευής ζωγραφισμένη από τον Κόντογλου

Στην κολόνα απάνου είναι κολλημένη η εκκλησιά της Αγιάς Παρασκευής, ένα μικρό κλησάκι. Στη ρίζα του βράχου, κατά το μέρος της νοτιάς, είναι χτισμένο κάστρο σωστό, με πλήθος κάμαρες και κελάρια, επειδή η Αγιά Παρασκευή ήτανε υποστατικό κ’ είχε σύνορα από το Ταλιάνι ίσαμε του Δαιμόνου του Τραπέζι, και το λέγανε μοναστήρι, γιατί ήτανε η συνήθεια ένας από το σόγι εκεινών που τ’ ορίζανε να καλογερεύει. Οι Τούρκοι το λέγανε Τασλί Μοναστίρ δηλαδή Πετρομονάστηρο…

Το βράχο τον λέγανε οι Αϊβαλιώτες Σκούρκα. Εκεί ποδίζανε με τις φουρτούνες τα καΐκια κι οι θαλασσινοί κάνανε παρέα με τους τσομπάνηδες οι γεμιτζήδες τρώγανε παχειές μυτζήθρες κ’ οι τσομπαναρέοι  ψάρια και χάβαρα, τα λεγόμενα πεινάσματα, γιατί όσο τρως τόσο πεινάς.

Στο βράχο ανεβαίνει κανένας μόνο από μια ανεβασιά,.  Απάνου βρίσκουνται ακόμα πέτρες πελεκημένες από παλιούς τοίχους, οι πιο πολλές από τη μεριά που κοιτάζει στον βοριά και στο βασίλεμα. Μπορεί να’ τανε γενουβέζικοι, καμιά βίγλα κατά τα φαινόμενα, επειδής ο βράχος αγναντεύει όλη την περιφέρεια σαν πιάτο, καθώς και το πέλαγο απ’ όξω…

Η Αγιά Παρασκευή ήτανε ξακουσμένη ίσαμε μέσα στην Ανατολή για τα θάματά της, ίσαμε την Καισάρεια. Ανθρώποι απ’ το Μπαλούκεσερ, από το Σόμα, απ’ το Φρένελι, απ’ την Πέργαμο, από τη Μυτιλήνη, από τη Λήμνο, πηγαίνανε με τάματα και γιαίνανε, αλυσοδεμένοι ανεβαίνανε, με τα σωστά τους κατεβαίνανε. Ίσαμε τη Μπραίλα και το Σουλινά που παγαίνανε με τα καράβια οι Μοσχονησιώτες κ’ οι Αϊβαλιώτες, ίσαμε κει ήτανε ξακουσμένη…

Την Αγιά-Παρασκευή τη λέγανε μοναστήρι, μα στ’ αληθινά ήτανε ένα υποστατικό που το όριζε ο γούμενος. Δεν είχε μήτε καλόγερους, μήτε τα άλλα που έχουνε τα μοναστήρια. Ο γούμενος και το σόγι του ορίζανε τα γύρω βουνά, τους ελαιώνες, τα χωράφια, τα περιβόλια, τους βοσκότοπους, τις αλυκές, τη θάλασσα, τα ζωντανά που βοσκούσανε στους μεράδες. Γούμενος χεροτονιότανε ένας απ’ την οικογένειας, ο πιο γραμματισμένος κι ο πιο τιμημένος, κι αυτό γινότανε πάππων προπάππων».

 

Είναι άγνωστο πότε πρωτοφτιάχτηκε το Μοναστήρι αυτό. Πάντως τα γύρω γκρεμισμένα ντουβάρια δείχνουν ότι χαλάστηκε και ξαναφτιάχτηκε πολλές φορές.

Ετούτη όμως η Αγία Παρασκευή, σε εν αντίθεσει με τις άλλες που ήταν γιάτρισσες των ματιών «επί πολύ… διετέλει ιερόν άσυλον θεραπείας των πασχόντων τας φρένας». Για τούτο και οι Τούρκοι το είχαν βαφτίσει Ντελί Μοναστίρ, που πάει να πει τρελομονάστηρο.

Σήμερα το Μοναστήρι της Αγίας Παρασκευής της Αιβαλιώτισσας είναι τελείως ερειπωμένο. Το εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής κάτω από τον θεόρατο βράχο της Σκούρκας διατηρεί μοναχά τη θολωτή του σκεπή.

Σκουπίζεις τον ιδρώτα σου… Χαϊδολογάς το βράχο. Τα ντουβάρια…

Παίρνεις το δρόμο για το γυρισμό…

Κι η παρέα σου, ο κυρ Φώτης, ο Φώτης Κόντογλου να σου ψιθυρίζει: «Μοιρολογώ την κουρσεμένη πατρίδα μου, τ’ Αϊβαλί της Μικράς Ασίας, και μαζί τη ζεστή φωλιά μου, το υποστατικό που ζούσα αποτραβηγμένος. Ήτανε ένα βραχόβουνο, μια χερσόνησο, που μ’ αφήσανε κληρονομιά οι μπαρμπάδες μου. Είχανε ζήσει και πεθάνει πάνου κει πάππου προσπάππου, καλόγεροι οι πιο πολλοί. Τώρα… κλαίγω για το χαμό του, μα το πόσο πονώ, καταλαβαίνω πως δε θα μπορέσω να το πω με λόγια ποτές μου. Τι να σημειώσω στο χαρτί χωρίς να κατατρακυλήσει κ’ ένα ζεματιστό δάκρυ, να λυώσει τα ψηφιά; Τ’ όνομα σου; Ή κατά που έπεφτε η αγιασμένη μεριά, που βρισκόσουν μια φορά, απάνω στην απέραντη επιφάνεια της γης; Αγαπημένη γωνιά! Αγιασμένο βουνό!… Τα πάντα λησμονούν, μόνο η καρδιά τ’ ανθρώπου θυμάται και ματώνει…»

Η Σκούρκα με το μοναστήρι


stonisi.gr
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Sunday, 16 May 2021

Ἀνέστη Χριστός! - Ἡ δοκιμασία τοῦ λογικοῦ

του Φώτη Κόντογλου

Ἡ λέξη Ἀνάσταση δὲν χωρᾶ μέσα στὰ βιβλία τῆς γνώσης μας... Γιατὶ «ἡ γνώση τούτου τοῦ κόσμου, δὲ μπορεῖ νὰ γνωρίσει ἄλλο τίποτα, παρεκτὸς ἀπὸ ἕνα πλῆθος λογισμούς, ὄχι ὅμως ἐκεῖνο ποὺ γνωρίζεται μὲ τὴν ἁπλότητα τῆς διάνοιας».

Οἱ πολλοὶ ἄνθρωποι εἶναι ἄπιστοι. Οἱ ἴδιοι οἱ μαθητάδες τοῦ Χριστοῦ δὲν δίνανε πίστη στὰ λόγια τοῦ δασκάλου τους ὅποτε τοὺς ἔλεγε πὼς θ᾿ ἀναστηθῆ, μ᾿ ὅλο τὸ σεβασμὸ καὶ τὴν ἀφοσίωση ποὺ εἶχαν σ᾿ Αὐτὸν καὶ τὴν ἐμπιστοσύνη στὰ λόγια του. 
Καὶ σὰν πήγανε οἱ Μυροφόρες τὴν αὐγὴ στὸ μνῆμα τοῦ Χριστοῦ, κ᾿ εἴδανε τοὺς δυὸ ἀγγέλους ποὺ τὶς μιλήσανε, λέγοντας σ᾿ αὐτὲς πὼς ἀναστήθηκε, τρέξανε νὰ ποῦμε τὴ χαροποιὰ τὴν εἴδηση στοὺς μαθητές, ἐκεῖνοι δὲν πιστέψανε τὰ λόγια τους, ἔχοντας τὴν ἰδέα πὼς ἤτανε φαντασίες: «Καὶ ἐφάνησαν ἐνώπιον αὐτῶν ὡσεὶ λῆρος (τρέλα) τὰ ῥήματα αὐτῶν, καὶ ἠπίστουν αὐταῖς»...

Βλέπεις καταπάνω σὲ πόση ἀπιστία ἀγωνίσθηκε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός; Καὶ στοὺς ἴδιους τοὺς μαθητάδες του. Εἶδες μὲ πόση μακροθυμία τὰ ὑπόμεινε ὅλα; ... Καὶ μ᾿ ὅλα αὐτὰ, ἴσαμε σήμερα οἱ περισσότεροι ἀπὸ μᾶς εἴμαστε χωρισμένοι ἀπὸ τὸν Χριστὸ μ᾿ ἕνα τοῖχο παγωμένον, τὸν τοῖχο τῆς ἀπιστίας. Ἐκεῖνος ἀνοίγει τὴν ἀγκάλη του καὶ μᾶς καλεῖ κ᾿ ἐμεῖς τὸν ἀρνιόμαστε. Μᾶς δείχνει τὰ τρυπημένα χέρια του καὶ τὰ πόδια του, κ᾿ ἐμεῖς λέμε πὼς δὲν τὰ βλέπουμε. Ἐμεῖς ψάχνουμε νὰ βροῦμε στηρίγματα στὴν ἀπιστία μας γιὰ νὰ ἱκανοποιήσουμε τὸν ἐγωϊσμό μας, ποὺ τὸν λέμε Φιλοσοφία καὶ Ἐπιστήμη.
..................
περισσότερα εδώ:
hamomilaki
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Saturday, 15 August 2020

Φώτης Κόντογλου: Ἡ Χαρὰ τῶν Χριστιανῶν

Ἡ Παναγία εἶναι τὸ πνευματικὸ στόλισμα τῆς ὀρθοδοξίας. Γιὰ μᾶς τοὺς Ἕλληνες εἶναι ἡ πονεμένη μητέρα, ἡ παρηγορήτρια κ᾿ ἡ προστάτρια, ποὺ μᾶς παραστέκεται σὲ κάθε περίσταση.
Σὲ κάθε μέρος τῆς Ἑλλάδας εἶναι χτισμένες ἀμέτρητες ἐκκλησιὲς καὶ μοναστήρια, παλάτια αὐτηνῆς τῆς ταπεινῆς βασίλισσας, κι᾿ ἕνα σωρὸ ρημοκλήσια, μέσα στὰ βουνά, στοὺς κάμπους καὶ στὰ νησιά, μοσκοβολημένα ἀπὸ τὴν παρθενικὴ καὶ πνευματικὴ εὐωδία της. Μέσα στὸ καθένα ἀπ᾿ αὐτὰ βρίσκεται τὸ παληὸ καὶ σεβάσμιο εἰκόνισμά της μὲ τὸ μελαχροινὸ καὶ χρυσοκέρινο πρόσωπό της, ποὺ τὸ βρέχουνε ὁλοένα τὰ δάκρυα τοῦ βασανισμένου λαοῦ μας, γιατὶ δὲν ἔχουμε ἄλλη νὰ μᾶς βοηθήσει, παρεκτὸς ἀπὸ τὴν Παναγία, «ἄλλην γὰρ οὐκ ἔχομεν ἁμαρτωλοὶ πρὸς Θεὸν ἐν κινδύνοις καὶ θλίψεσιν ἀεὶ μεσιτείαν, οἱ κατακαμπτόμενοι ὑπὸ πταισμάτων πολλῶν». Τὸ κάλλος τῆς Παναγίας δὲν εἶναι κάλλος σαρκικό, ἀλλὰ πνευματικό, γιατὶ ἐκεῖ ποὺ ὑπάρχει ὁ πόνος κ᾿ ἡ ἁγιότητα, ὑπάρχει μονάχα κάλλος πνευματικό. Τὸ σαρκικὸ κάλλος φέρνει τὴ σαρκικὴ ἔξαψη, ἐνῶ τὸ πνευματικὸ κάλλος φέρνει κατυάνυξη, σεβασμὸ κι᾿ ἁγνὴ ἀγάπη. Αὐτὸ τὸ κάλλος ἔχει ἡ Παναγία. Κι᾿ αὐτὸ τὸ κάλλος εἶναι ἀποτυπωμένο στὰ ἑλληνικὰ εἰκονίσματά της ποὺ τὰ κάνανε ἄνθρωποι εὐσεβεῖς ὁποῦ νηστεύανε καὶ ψέλνανε καὶ βρισκόντανε σὲ συντριβὴ καρδίας καὶ σὲ πνευματικὴ καθαρότητα. Στὴν ὄψη τῆς Παναγίας ἔχει τυπωθεῖ αὐτὸ τὸ μυστικὸ κάλλος ποὺ τραβᾷ σὰν μαγνήτης τὶς εὐσεβεῖς ψυχὲς καὶ τὶς ἡσυχάζει καὶ τὶς παρηγορᾷ. Κι᾿ αὐτὴ ἡ πνευματικὴ εὐωδία εἶναι τὸ λεγόμενο Χαροποιὸν Πένθος (1) ποὺ μᾶς χαρίζει ἡ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ, ἕνα βότανο ἄγνωστο στοὺς ἀνθρώπους ποὺ δὲν πήγανε κοντὰ σ᾿ αὐτὸν τὸν καλὸν ποιμένα. Τούτη τὴ χαροποιὰ λύπη τὴν ἔχουνε ὅλα ὅσα ἔκανε ἡ ὀρθόδοξη τέχνη, καὶ τὰ εὐωδιάζει σὰν σμύρνα καὶ σὰν ἀλόη, κἂν εἰκόνισμα εἶναι, κἂν ὑμνωδία, κἂν ψαλμωδία, κἂν χειρόγραφο, κἂν ἄμφια, κἂν λόγος, κἂν κίνημα, κἂν εὐλογία, κἂν χαιρετισμός, κἂν μοναστήρι, κἂν κελλί, κἂν σκαλιστὸ ξύλο, κἂν κέντημα, κἂν καντήλι, κἂν ἀναλόγι, κἂν μανουάλι, ὅτι καὶ νἆναι ἁγιωτικό.
 Ἀπὸ τὰ ὀνόματα καὶ μόνο ποὺ ἔδωσε ἡ ὀρθοδοξία στὴν Παναγία, καὶ ποὺ μ᾿ αὐτὰ τὴν καταστόλισε, ὄχι σὰν εἴδωλο θεατρικό, ὅπως γίνηκε ἀλλοῦ ποὺ φορτώσανε μία κούκλα μὲ δαχτυλίδια καὶ σκουλαρήκια καὶ μὲ ἕνα σωρὸ ἄλλα ἀνίερα καὶ ἀνόητα πράγματα, λοιπὸν αὐτὰ μοναχά, λέγω, φαίνεται πόσο πνευματικὴ ἀληθινὰ εἶναι ἡ λατρεία τῆς Παναγίας στὴν ἑλληνικὴ ὀρθοδοξία. Πρῶτα-πρῶτα τὸ ἕνα ἁγιώτατο ὄνομά της: Παναγία. Ὕστερα τὰ ἄλλα: Ὑπερευλογημένη, Θεοτόκος, Παναμώμητος, Τιμιωτέρα τῶν Χερουβεὶμ καὶ ἐνδοξωτέρα ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ, Ζῶσα καὶ Ἄφθονος, Πηγή, Ἔμψυχος Κιβωτός, Ἄχραντος, Ἀμόλυντος, Κεχαριτωμένη, Ἀειμακάριστος καὶ Παναμώμητος, Προστασία, Ἐπακούουσα, Γρηγοροῦσα, Γοργοεπήκοος, Ἡγιασμένος Ναός, Παράδεισος λογικός, Ῥόδον τὸ Ἀμάραντον, Χρυσοῦν Θυμιατήριον, Χρυσὴ Λυχνία, Μαναδόχος Στάμνος, Κλίμαξ Ἐπουράνιος, Πρεσβεία θερμή, Τεῖχος ἀπροσμάχητον, Ἐλέους Πηγή, τοῦ Κόσμου Καταφύγιον, Βασιλέως Καθέδρα, Χρυσοπλοκώτατος Πύργος καὶ Δωδεκάτειχος Πόλις, Ἠλιοστάλακτος Θρόνος, Σκέπη τοῦ Κόσμου, Δένδρον ἀγλαόκαρπον, Ξύλον εὐσκιόφυλλον, Ἀκτὶς νοητοῦ ἡλίου, Σιὼν ἁγία, Θεοῦ κατοικητήριον, Ἐπουράνιος Πύλη, Ἀδικουμένων προστάτις, Βακτηρία τυφλῶν, Θλιβομένων ἡ χαρά, καὶ χίλια δυὸ ἄλλα, ποὺ βρίσκονται μέσα στὰ βιβλία τῆς ἐκκλησίας. Κοντὰ σ᾿ αὐτὰ εἶναι καὶ τὰ ὀνόματα ποὺ γράφουνε ἀπάνω στὰ ἅγια εἰκονίσματά της οἱ ἁγιογράφοι: Ὁδηγήτρια, Γλυκοφιλοῦσα, Πλατυτέρα τῶν Οὐρανῶν, ἡ Ἐλπὶς τῶν ἀπελπισμένων, ἡ Ταχεία Ἐπίσκεψις, ἡ Ἀμόλυντος, ἡ Ἐλπὶς τῶν Χριστιανῶν, ἡ Παραμυθία, ἡ Ἐλεοῦσα κι ἄλλα πολλά, ποὺ γράφουνται ἀπὸ κάτω ἀπὸ τὴ συντομογραφία: ΜΗΡ ΘΥ, ποὺ θὰ πεῖ Μήτηρ Θεοῦ. Πόση ἀγάπη, πόσο σέβας καὶ πόσα κατανυκτικὰ δάκρυα φανερώνουνε μοναχὰ αὐτὰ τὰ ὀνάματα, ποὺ δὲν εἰπωθήκανε σὰν τὰ λόγια ὁποῦ βγαίνουνε εὔκολα ἀπὸ τὸ στόμα, ἀλλὰ ποὺ χαραχτήκανε στὶς ψυχὲς μὲ πόνο καὶ μὲ ταπείνωση καὶ μὲ πίστη.

Ἀμὴ οἱ ὕμνοι τῆς ποῦναι ἀμέτρητοι σὰν τἄστρα τ᾿ οὐρανοῦ κ᾿ ἐξαίσιοι στὸ κάλλος, καὶ ποὺ τοὺς συνθέσανε οἱ ἅγιοι ὑμνολόγοι, «θίασον συγκροτήσαντες πνευματικόν»! Σ᾿ αὐτὸ τὸ εὐωδιασμένο περιβόλι βρίσκουνται ὅλα τὰ ἀμάραντα ἄνθη καὶ τὰ εὐωδιασμένα βότανα τοῦ λόγου. Ἀληθινὰ προφήτεψε ἡ ἴδια ἡ Παναγία γιὰ τὸν ἑαυτό της, τότε ποὺ πῆγε στὸ σπίτι τοῦ Ζαχαρία καὶ τὴν ἀσπάσθηκε ἡ Ἐλισάβετ, πὼς θὰ τὴ μακαρίζουνε ὅλες οἱ γενεές: «Ἐκεῖνες τὶς μέρες, σηκώθηκε ἡ Μαριὰμ καὶ πῆγε στὴν Ὀρεινὴ μὲ σπουδὴ στὴν πολιτεία τοῦ Ἰούδα καὶ μπῆκε στὸ σπίτι τοῦ Ζαχαρία καὶ χαιρέτησε τὴν Ἐλισάβετ. Καὶ σὰν ἄκουσε ἡ Ἐλισάβετ τὸν χαιρετισμὸ τῆς Μαρίας πήδηξε τὸ παιδὶ μέσα στὴν κοιλιά της (2).

Καὶ γέμισε Πνεῦμα Ἅγιο ἡ Ἐλισάβετ καὶ φώναξε μὲ φωνὴ μεγάλη κ᾿ εἶπε: Βλογημένη εἶσαι ἐσὺ ἀνάμεσα στὶς γυναῖκες καὶ βλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας σου. Κι᾿ ἀπὸ ποῦ μοῦ ἦρθε αὐτὸ τὸ καλό, νἄρθει ἡ μητέρα τοῦ Κυρίου μου πρὸς ἐμένα; γιατὶ μόλις ἦρθε ἡ φωνὴ τοῦ χαιρετισμοῦ σου στ᾿ αὐτιά μου, ξεπέταξε τὸ παιδὶ στὴν κοιλιά μου, κι᾿ εἶναι μακάρια ἐκείνη ποὺ πίστεψε σὲ ὅσα τῆς εἶπεν ὁ Κύριος (3). Κ᾿ εἶπε ἡ Μαριάμ: «Δοξολογᾷ ἡ ψυχή μου τὸν Κύριο κι᾿ ἀναγάλλιασε τὸ πνεῦμα μου γιὰ τὸ Θεὸ τὸν Σωτῆρα μου, γιατὶ καταδέχθηκε νὰ κυτάξει τὴν ταπεινή τη δούλα του. Γιατί, νά, ἀπὸ τώρα κ᾿ ὕστερα θὰ μὲ μακαρίζουνε ὅλες οἱ γενεές, ἐπειδὴ ἔκανε σὲ μένα μεγαλεῖα ὁ Δυνατός, κ᾿ εἶναι ἁγιασμένο τ᾿ ὄνομά του, καὶ τὸ ἔλεός του πηγαίνει ἀπὸ γενεὰ σὲ γενεὰ σὲ κείνους ποὺ ἔχουνε τὸν φόβο του».

Ἀμέτρητες εἶναι οἱ ὑμνωδίες τῆς Παναγίας, μὰ ἀμέτρητα εἶναι καὶ τὰ σεμνόχρωμα εἰκονίσματά της, ποὺ καταστολίζουνε τὶς ἐκκλησιές μας, ζωγραφισμένα στὸ σανίδι εἴτε στὸν τοῖχο. Σὲ κάθε ὀρθόδοξη ἐκκλησιὰ στέκεται τὸ εἰκόνισμά της στὸ τέμπλο ἀπὸ τὰ δεξιὰ τῆς ἅγιας Πόρτας. Σὲ ἄλλες εἰκόνες ζωγραφίζεται καὶ μοναχή, μὰ στὰ εἰκονίσματα τοῦ τέμπλου κρατᾶ πάντα τὸν Χριστὸ στὴν ἀγκαλιά της ἀπ᾿ τ᾿ ἀριστερά, σπάνια ἀπ᾿ τὰ δεξιά, (τότε λέγεται Δεξιοκρατοῦσα). Τὸ κεφάλι της εἶναι σκεπασμένο σεμνὰ καὶ σοβαρὰ μὲ τὸ μαφόριο, ἕνα φόρεμα φαρδὺ κι᾿ ἱερατικὸ σκοῦρο βυσσινί, ποὺ πέφτει στὸν ὦμο της ἁπλόχωρο, ἀφήνοντας νὰ φαίνεται μοναχὰ τὸ μακρουλὸ πρόσωπό της καὶ τὰ χέρια της. Ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὸ σκέπασμα φαίνεται μία στενὴ λουρίδα ἀπὸ τὸ δέσιμο τοῦ κεφαλιοῦ της ποὺ σφίγγει τὸ μέτωπό της καὶ ἀφίνει νὰ φανοῦνε μονάχα οἱ ἄκρες τῶν αὐτιῶν της. Τὸ μέτωπό της εἶναι σὰν μελαχροινὸ φίλντισι, ἁγνό, ἁπλὸ καὶ κατακάθαρο. Τὰ ματόφρυδά της εἶναι καμαρωτά, ζωηρὰ καὶ μακρυά, φτάνοντας ἴσαμε κοντὰ στ᾿ αὐτιά της, τὰ μάτια της ἀμυγδαλωτά, ἰσκιωμένα, καστανά, βαθειά, σοβαρὰ μὰ γλυκύτατα, μὲ τ᾿ ἀσπράδι καθαρὸ μὰ ἰσκιωμένο. Τὸ βλέμμα της εἶναι μελαγχολικὸ ἁπλό, ἴσιο, ἥσυχο, συμπαθητικό, ἀγαπητό, θλιμένο μὰ καὶ μαζὶ χαροποιό, αὐστηρὸ μὰ καὶ μαζὶ συμπονετικό, ἁγιώτατο, πνευματικό, ἀθῶο, σκεφτικό, ἄμωμο, ἐλπιδοφόρο, ὑπομονητικό, πρᾶο, σεμνώτατο, μακρυὰ ἀπὸ κάθε σαρκικὸν λογισμό, καθρέφτισμα μυστικὸ τοῦ παραδείσου, βασιλικὸ καὶ ταπεινό, ἀνθρώπινο καὶ θεϊκό, ἄκακο, ἀδελφικό, εὐγενικό, ἐλεγκτικό, ἄγρυπνο, γαληνό, φιλάνθρωπο, μητρικό, παρθενικό, δροσερό, καυτερὸ γιὰ ὅσους ἔχουνε πονηροὺς λογισμούς, τρυφερό,διαπεραστικό, ἐρευνητικό, ἀπροσποίητο, ἡγεμονικό, συγκαταβατικό, παρακαλεστικό, ἀμετασάλευτο. Ἡ μύτη της εἶναι μακρυὰ καὶ στενή, μὲ μέτρο, ἰουδαϊκή, ἄσαρκη, μὲ λεπτὰ ρουθούνια, λίγο γυριστή, σεμνή. Τὸ στόμα της μικρό, ντροπαλό, φρόνιμο, κλειστό, καθαρό, ἰσκιωμένο κατὰ τὸ μάγουλο, σὰν νὰ χαμογελᾶ ἐλαφρά. Τὸ πηγούνι της γυριστό, σεβαστό, ἀνεπιτήδευτο, ταπεινό. Τὸ μαγουλό της, παρθενικό, καθαρό, χνουδωτό, εὐωδιασμένο, ντροπαλό, χλωμὸ μὲ μίαν ἐλαφρότατη ροδοκοκκινάδα. Ὁ λαιμός της γυρτὸς ταπεινά, σμίγει μὲ τὸ πηγούνι μ᾿ ἕνα ἁπαλὸ ἴσκιασμα ποὺ τὸ λέγανε οἱ παλαιοὶ γλυκασμό. Τὸ ὅλο πρόσωπό της εἶναι ἱερατικὸ καὶ θρησκευτικό, καὶ μαρτυρᾶ ἀρχαία φυλή. Τὰ ἄχραντα χέρια της εἶναι μικρά, στενὰ μακροδάχτυλα, λεπτόνυχα. Μὲ τὸ ἀριστερὸ βαστᾶ τὸν Χριστό, καὶ τὸ δεξὶ τὄχει ἀκουμπισμένο σεμνὰ ἀπάνω στὸ στῆθος της, σὲ στάση παρακαλεστική, μὲ τὸ μεγάλο δάχτυλο μακρυὰ ἀπὸ τ᾿ ἄλλα. Στὰ πιὸ ἀρχαῖα εἰκονίσματα αὐτὸ τὸ χέρι εἶναι πιὸ ὄρθιο καὶ πιὸ ψηλά, κοντὰ στὸ λαιμό.

Ὁ πιὸ αὐστηρὸς τύπος τῆς Παναγίας εἶναι ἡ λεγόμενη Ὁδηγήτρια, ποὺ ἔχει ὄρθια τὴν κεφαλή της, ἔκφραση ἀπαθέστερη καὶ τὸ ὅλο σχῆμα της εἶναι πιὸ ἱερατικό. Ἐνῶ ἡ Γλυκοφιλοῦσα ἔχει τὸ κεφάλι της γυρτὸ κατὰ τὸ παιδί της, ποὺ τ᾿ ἀγκαλιάζει σφιχτότερα, κ᾿ ἡ ἔκφρασή της εἶναι πιὸ αἰσθηματική. Ἡ Πλατυτέρα παριστάνεται καθισμένη ἀπάνω στὸ θρόνο, αὐστηρὴ κι᾿ ἀλύγιστη, καὶ βαστᾶ τὸν Χριστὸ στὰ γόνατά της, ἀκουμπώντας τὅνα χέρι της στὸν ὦμο του καὶ μὲ τ᾿ ἄλλο βαστώντας τὸ πόδι του ἢ ἕνα μαντήλι.

Στὴν Ἑλλάδα, οἱ περισσότερες ἐκκλησιὲς τῆς Παναγίας γιορτάζουνε κατὰ τὴν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου, δηλαδὴ στὶς 15 Αὐγούστου. Τὰ τροπάρια ποὺ ψέλνουνε σ᾿ αὐτὴ τὴ γιορτὴ εἶναι ἀπὸ τὰ πιὸ ἐξαίσια. Τὸ δοξαστικὸ τοῦ Ἑσπερινοῦ εἶναι τὸ μονάχο τροπάρι ποὺ ψέλνεται μὲ τοὺς ὀχτὼ ἤχους, κάθε φράση κι᾿ ἄλλος ἦχος· ἀρχίζει ἀπὸ τὸν πρῶτον ἦχο καὶ τελειώνει πάλι στὸν πρῶτον.
Μὰ ὁλάκερη ἡ Ἑλλάδα δὲν ὑμνολογᾶ τὴν Παναγία μονάχα μὲ τοὺς ψαλτάδες καὶ μὲ τοὺς παπάδες στὶς ἐκκλησιές, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ κάθε τί της, μὲ τὰ χωριά, μὲ τὰ βουνά, μὲ τὰ νησιά, ποὔχουνε τ᾿ ἁγιασμένο τ᾿ ὄνομά της. Τὰ καράβια βολτατζάρουνε στὴ δροσερὴ θάλασσα, ἀνοιχτὰ ἀπὸ τοὺς κάβους ποὖναι χτισμένα τὰ μοναστήρια της, ἔχοντας στὴ πρύμνη σκαλισμένο τ᾿ ἀγαπημένο καὶ προσκυνητὸ ὄνομά της. Ὅποιος ταξιδεύει στὰ ἑλληνικὰ νερά, σ᾿ ὅποιο μέρος κι᾿ ἂν βρεθεῖ τὴ μέρα τῆς Παναγίας, θὰν ἀκούσει ἀπ᾿ ἀνοιχτὰ τὶς καμπάνες ἀπάνω ἀπὸ τὸ πέλαγο. Ἄλλες ἔρχουνται ἀπὸ τ᾿ Ἅγιον Ὄρος ποὺ τὸ λένε Περιβόλι τῆς Παναγίας, ἄλλες ἀπὸ τὴν Τῆνο ποὔχει τὸ ξακουστὸ παλάτι της, ἄλλες ἀπὸ τὴν Σαλαμίνα ποὺ γιορτάζει ἡ Φανερωμένη, ἄλλες ἀπὸ τὴ Μυτιλήνη, ἀπὸ τὴν Παναγιὰ τῆς Ἁγιάσσος καὶ τῆς Πέτρας, ἄλλες ἀπὸ τὸ Μοναστήρι τῆς Σίφνου, ἄλλες ἀπὸ τὴ Σκιάθο, ἄλλες ἀπὸ τὴ Νάξο, ἀπὸ κάθε νησί, ἀπὸ κάθε κάβο, ἀπὸ κάθε στεριά.

Σημειώσεις

1.- Βλέπε τὸ «Χαροποιὸν Πένθος» τεῦχος 61 τ. 6ος Ἑλληνικὴ Δημιουργία» σ.σ. 247-251.
2.- Τὸ παιδὶ ἤτανε ὁ Πρόδρομος.
3.- Δηλαδὴ σὲ ὅσα εἶπε, στὴν Παναγία ὁ ἀρχάγγελος Γαβριὴλ κατὰ τὸν Εὐαγγελισμό.

Ἑλληνικὴ Δημιουργία, τ.61, 1959 ἢ στὸ βιβλίο «Παναγία καὶ Ὑπεραγία» των ἐκδόσεων Ἀρμός

users.uoa.gr
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Tuesday, 31 December 2019

“Καρδία συντετριμμένη και τεταπεινωμένη…” (παραμονή πρωτοχρονιάς με τον Φώτη Κόντογλου)

Του αειμνήστου ΦΩΤΙΟΥ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ † 1965
…Χρυσά χέρια και πολλά χαρίσματα μου έδωσε ο Κύριος. Δεν τα μεταχειρίσθηκα για να αποχτήσω υλικά αγαθά, μήτε χρήματα, μήτε δόξα, μήτε κανενός είδους καλοπέραση. Τα μεταχειρίσθηκα προς δόξαν του Κυρίου και της Ορθοδοξίας του.
Όχι μόνο τον εαυτό μου παράβλεψα, μα και τους δικούς μου, τη γυναίκα μου, τα παιδιά μου και τα εγγόνια μου τα αδίκησα, κατά το πνεύμα του κόσμου.
Κανένας άνθρωπος δεν στάθηκε τόσο ανίκανος να βοηθήσει τους συγγενείς του, όσο εγώ. Μ’ όλο που είχα ένα όνομα και πολλούς θαυμαστές, ποτέ δεν τα μεταχειρίσθηκα για ωφέλειά μου, τόσο, ώστε ν’ απορούν οι γνωστοί μου κι οι ξένοι.
Λεπτομέρεια από την οικογένεια του ζωγράφου, με τη Δεσπούλα να συμμετέχει στο έργο του Φωτίου.
Λεπτομέρεια από την οικογένεια του ζωγράφου,
με τη Δεσπούλα να συμμετέχει και να πρωταγωνιστεί στο έργο του Φωτίου (περ. 1930).
Ήμουνα προσηλωμένος στο έργο που έβαλα για σκοπό μου, και στον σκληρόν αγώνα για την Ορθόδοξη πίστη μας. Για τούτο τυραννιστήκαμε και τυραννιόμαστε στη ζωή μας. Φτωχός εγώ, φτωχά και τα παιδιά μας. Βιοπάλη σκληρή.
Μα, με την ελπίδα του Θεού, όλα γαληνεύουν. Όλα τα θλιβερά τα περνούμε με ευχαριστία. Ξέρω πως όσα βάσανα μας έρχονται, μας έρχονται γιατί δεν πέσαμε να προσκυνήσουμε τον διάβολο, να καλοπεράσουμε, παρά ακολουθούμε Εκείνον που μας δείχνει «την στενήν και τεθλιμμένην οδόν», και σ’ αυτόν τον δρόμο τον ακολουθούμε πρόθυμα….
Νωπογραφία με την οικογένεια από το σπίτι της οδού Βιζυηνού που φυλάσσεται στην Εθνική Πινακοθήκη.
Νωπογραφία με την οικογένεια από το σπίτι της οδού Βιζυηνού που φυλάσσεται στην Εθνική Πινακοθήκη (1932). Μαρία και Δεσπούλα. Η λατρεμένη σύντροφος και η πολυαγαπημένη κόρη του Φωτίου εμπνέουν και απεικονίζονται πολύ συχνά από τον ζωγράφο
*********
Εχθές, παραμονή της Πρωτοχρονιάς, ήμουνα ξαπλωμένος στο κουβούκλι μας περασμένα τα μεσάνυχτα, και συλλογιζόμουνα. Είχα δουλέψει νυχτέρι για να τελειώσω μια Παναγία Γλυκοφιλούσα, και δίπλα μου καθότανε η γυναίκα μου κι έπλεκε. Όποτε δουλεύω, βρίσκουμαι σε μεγάλη κατάνυξη, και ψέλνω διάφορα τροπάρια. Σιγόψελνα λοιπόν εκεί που ζωγράφιζα την Παναγία, κι η Μαρία έψελνε και κείνη μαζί μου με τη γλυκειά φωνή της. Βλογημένη γυναίκα μου έδωσε ο Θεός, ας είναι δοξασμένο τ’ όνομά του για όλα τα μυστήρια της οικονομίας του. Τον ευχαριστώ για όσα μου έδωσε, και πρώτο απ’ όλα για την απλή τη Μαρία, που μου τη δώρισε συντροφιά στη ζωή μου, ψυχή θρησκευτική, ένα δροσερό ποταμάκι που γλυκομουρμουρίζει μέρα νύχτα δίπλα σ’ έναν παλιόν καστρότοιχο….

Κοντά μου κάθεται και με συντροφεύει, ήμερος άνθρωπος, Μαρία η Απλή. Εκείνη πλέκει είτε ράβει, κι εγώ δουλεύω την αγιασμένη τέχνη μου και φιλοτεχνώ εικονίσματα που τα προσκυνά ο κόσμος. Τί χάρη μας έδωσε ο Παντοδύναμος, που την έχουνε λιγοστοί άνθρωποι: «Ότι επέβλεψεν επί την ταπείνωσιν των δούλων αυτού». Το καλύβι μας είναι φτωχό στα μάτια του κόσμου, και μολαταύτα στ’ αληθινά είναι χρυσοπλοκώτατος πύργος κι ηλιοστάλαχτος θρόνος, γιατί μέσα του σκήνωσε η πίστη κι η ευλάβεια. Κι εμείς που καθόμαστε μέσα, ήμαστε οι πιο φτωχοί από τους φτωχούς, πλην μας πλουτίζει με τα πλούτη του Εκείνος που είπε: «Πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν, οι δε εκζητούντες τον Κύριον ουκ ελαττωθήσονται παντός αγαθού».

Αφού λοιπόν τελείωσα τη δουλειά μου κατά τα μεσάνυχτα, ξάπλωσα στο μεντέρι μου, κι η Μαρία ξάπλωσε και κείνη κοντά μου και σκεπάσθηκε και την πήρε ο ύπνος. Έπιασα να συλλογίζουμαι τον κόσμο. Συλλογίσθηκα πρώτα τον εαυτό μου και τους δικούς μου, τη γυναίκα μου και το παιδί μου. Γύρισα και κοίταξα τη Μαρία που ήτανε κουκουλωμένη και δεν φαι­νότανε αν είναι άνθρωπος αποκάτω από το σκέπασμα.

Κι είπα: Ποιος μας συλλογίζεται; Οι άνθρωποι λένε λόγια πολλά, μα δεν πιστεύουνε σε τίποτα, γι’ αυτό είπε ο Δαυίδ:«Πας άνθρωπος ψεύστης». Γύρισα και κοίταξα το φτωχικό μας, πούνε σαν ξωκλήσι, στολισμένο με εικονίσματα και με αγιωτικά βιβλία, χωμένο ανάμεσα στ’ αρχοντόσπιτα της Βαβυλώνας, κρυμένο, σαν τον φτωχό που ντρέπεται μη τον δει ο κόσμος. Η καρδιά μου ζεστάθηκε, κρυμένη και κείνη μέσα μου.

Ένοιωσα πως ήμουνα χωρισμένος από τον κόσμο, κι οι λογισμοί μου πως ήτανε και κείνοι κρυμένοι πίσω από το καταπέτασμα που χώριζε τον κόσμο από μένα, και πως άλλος ήλιος κι άλλο φεγγάρι φωτίζανε τον δικό μας τον κόσμο. Κι αντί να πικραθώ, ευφράνθηκε η ψυχή μου πως μ’ έχουνε ξεχασμένο, κι η χαρά η μυστική, που τη νοιώθουνε όσοι είναι παραπεταμένοι, άναψε μέσα μου ήσυχα κι ειρηνικά, κι η παρηγοριά με γλύκανε σαν μπάλσαμο, ανακατεμένη με το παράπονο.

Και φχαρίστησα Εκείνον που φανερώνει τέτοια μυστήρια στον άνθρωπο, και που κάνει πλούσιους τους φτωχούς, τους χαρούμενους, τους θλιμμένους, που δίνει μυστική συντροφιά στους ξεμοναχιασμένους, και που μεθά με το κρασί της τράπεζάς του όσους κρεμάσανε την ελπίδα τους σε Κείνον. Αν δεν ήμουνα φτωχός και ξευτελισμένος, δεν θα μπορούσα να αξιωθώ τούτη την πονεμένη χαρά, γιατί δεν ξαγοράζεται με τίποτα άλλο, παρεκτός με την συντριβή της καρδιάς, κατά τον Δαυίδ που λέγει: «Κύριε, εν θλίψει επλάτυνάς με». Επειδή όποιος δεν πόνεσε και δεν ταπεινώθηκε, δεν παίρνει έλεος. Έτσι τα θέλησε η ανεξιχνίαστη σοφία. Μα οι άνθρωποι δεν τα νοιώ­θουνε αυτά, γιατί δεν θέλουνε να πονέσουνε και να ταπεινωθούνε, ώστε να νοιώσουνε κάποιο πράγμα που είναι παραπέρα από την καλοπέραση του κορμιού κι από τα μάταια πάθη τους.

Ολοένα, χωρίς να το καταλάβω, ανεβαίνανε τα δάκρυα στα μάτια μου, δάκρυα για τον κόσμο και δάκρυα για μένα. Δάκρυα για τον κόσμο γιατί γυρεύει να βρει τη χαρά εκεί που δεν βρίσκεται, και δάκρυα για μένα γιατί πολλές φορές δείλιασα μπροστά στη φτώχια και στους άλλους πειρασμούς, και δικαίωσα τους ανθρώπους, ενώ τώρα ένοιωσα πως δεν παίρνει ο άνθρωπος μεγάλο χάρισμα χωρίς να περάσει μεγάλον πειρασμό. Κι αντρειεύθηκα κατά το πνεύμα, κι ένοιωσα πως δεν φοβάμαι τη φτώχια, παρά πως την αγαπώ. Και κατάλαβα καλά πως δεν πρέπει ο άνθρωπος να αγαπήσει άλλο τίποτα από τον πόνο του, γιατί από τον πόνο αναβρύζει η αληθινή χαρά κι η παρηγοριά, κι εκεί βρίσκουνται οι πηγές της αληθινής ζωής.

Αληθινά, η φτώχια είναι φοβερό θηρίο. Όποιος το νικήσει όμως και φτάξει να μην το φοβάται, θα βρει μεγάλα πλούτη μέσα του. Τούτη την αφοβία τη δίνει ο Κύριος, άμα ταπεινωθεί ο άνθρωπος. Σ’ αυτόν τον πόλεμο που η αντρία λέγεται ταπείνωση, και τα βραβεία είναι καταφρόνεση και εξευτελισμός, δεν βα­στάνε οι αντρείοι του κόσμου. Όποιος δεν περάσει από τη φωτιά της δοκιμής, δεν ένοιωσε αληθινά τί είναι η ζωή, και γιατί ο Χριστός είπε: «Εγώ είμαι η ζωή», και γιατί είπε πάλι: «Μακάριοι οι πικραμένοι, γιατί αυτοί θα παρηγορηθούνε». Όποιος δεν απελπί­σθηκε από όλα, δεν τρέχει κοντά στον Θεό, γιατί λογαριάζει πως υπάρχουνε κι άλλοι προστάτες γι’ αυτόν, παρεκτός του Θεού.

Κι εκεί που τα συλλογιζόμουνα αυτά, ένοιωσα μέσα μου ένα θάρρος και μια αφοβιά ακόμα πιο μεγάλη, κι ειρήνη με περισκέπασε, κι είπα τα λόγια που είπε ο Ιωνάς μέσα από το θεριόψαρο: «Εβόησα εν θλίψει μου προς Κύριον τον Θεόν μου και εισήκουσέ μου. Από την κοιλιά του Άδη άκουσες την κραυγή μου, άκουσες τη φωνή μου. Άβυσσο άπατη με έζωσε. Το κεφάλι μου χώνεψε μέσα στις σκισμάδες των βουνών, κατέβηκα στη γης, που την κρατάνε αμπάρες ακατάλυτες. Ας ανεβεί η ζωή μου από τη φθορά προς εσένα, Κύριε ο Θεός μου. Την ώρα που χάνεται η ζωή μου, θυμήθηκα τον Κύριο. Ας έρθει η προσευχή μου στην αγιασμένη εκκλησιά σου. Όσοι φυλάγουνε μάταια και ψεύτικα θα παρατηθούνε χωρίς έλεος. Μα εγώ θα σε φχαριστήσω και με φωνή αινέσεως θα σε δοξολογήσω».
Η οικογένεια του ζωγράφου.
Και πάλι δόξασα τον Θεό και τον φχαρίστησα γιατί μ’ έκανε αναίσθητο για τις ηδονές του κόσμου, τόσο που να συχαίνουμαι όσα είναι ποθητά για τους άλλους, και να νοιώσω πως είμαι κερδισμένος όποτε οι άλλοι λογαριάζουνε πως είμαι ζημιωμένος. Και γιατί πήρα δύναμη από Κείνον να καταφρονήσω τον σατανά, που παραφυλάγει πότε θα λιγοψυχήσω, κι έρχεται και μου λέγει: «Πέσε προσκύνησέ με, γιατί θα γίνουνε ψωμιά αυτές οι πέτρες που βλέπεις».

Και πάλι ξανάρχεται και μου λέγει: «Ε, πως χαίρεται ο κόσμος! Ακούς τον αλαλαγμό, τις φωνές που βγαίνουνε από τα παλάτια όπου διασκεδάζουνε οι φτυχισμένοι υποταχτικοί μου, άντρες και γυναίκες; Πέσε προσκύνησέ με και σαν απλώσεις μοναχά το χέρι σου να τα πάρεις όλα. Εσύ είσαι άνθρωπος τιμημένος για την τέχνη σου. Γιατί να υποφέρνεις, σε καιρό που αυτοί χαίρουνται όλα τα καλά και τ’ αγαθά, μ’ όλο που δεν έχουνε τη δική σου την αξιοσύνη; Κοίταξε τη φτώχια σου, κι αν δεν λυπάσαι τον εαυτό σου, λυπήσου την καϋμένη τη γυναίκα σου και το φτωχό το παιδί σου, που υποφέρνουνε από σένα!».

Άλλη φορά τον άκουγα, μ’ όλο που δεν έκανα ότι μούλεγε, μα τώρα τον άφησα να λέγει χωρίς να τον ακούσω ολότελα. Έμενα ο νους μου ήτανε σε κείνους τους θλιμμένους και τους βασανισμένους που δεν έχουνε ελπίδα, και σε κείνους που τρώγανε και πίνανε κείνη τη νύχτα και που χορεύανε με τις γυναίκες που δεν έχουνε ντροπή, και σε κείνους που μαζεύουνε πλούτη κι αδιαφόρετα πράματα που δεν μπορούνε να τ’ αποχωριστούνε σαν σιμώσει ο θάνατος, και που καταγίνουνται να δέσουνε τον εαυτό τους με πιο πολλά σκοινιά, αντίς να τα λιγοστέψουνε.

Επειδής οι δύστυχοι είναι φτωχοί από μέσα τους κι αδειανοί και τρεμάμενοι, και θέλουνε να ζεσταθούνε και γι’ αυτό ρίχνουνε από πάνω τους όλα αυτά τα πράματα, σαν τον θερμιασμένον που ρίχνει απάνω του παπλώματα και ρούχα, δίχως να ζεσταθεί. Λογαριάζω πως οι σημερινοί οι άνθρωποι είναι πιο φτωχοί στο απομέσα πλούτος και γι’ αυτό έ­χουνε ανάγκη από τόσα πολλά μάταια πράματα. Αυτά που λένε χαρές και ηδονές, τα δοκίμασα κι εγώ σαν άνθρωπος, και πίστευα κι εγώ πως ήτανε στ’ αληθινά χαρά κι ευτυχία.

Μα γλήγορα κατάλαβα πως ήτανε ψευτιές και φαντασίες ασύστατες, και πως χοντραίνουνε την ψυχή και στραβώνουνε τα πνευματικά της μάτια, και τότε δε μπορεί να δει, και γίνεται κακιά κι αλύπητη στον πόνο τ’ αδερφού της, αδιάντροπη, ακατάδεκτη, άθεη, θυμώτρα, αιμοβόρα.

Όσοι είναι σκλάβοι στην καλοπέραση του κορμιού τους δεν έχουνε αληθινή χαρά, γιατί δεν έχουνε ειρήνη. Για τούτο θέλουνε να βρίσκουνται μέσα σε φουρτούνα και να ζαλίζουνται, ώστε να θαρούνε πως είναι φτυχισμένοι. Η χαρά η αληθινή είναι μια θέρμη της διάνοιας και μιαν ελπίδα της καρδιάς που τις αξώνουνται όσοι θέλουνε να μην τους ξέρουνε οι άνθρωποι, για να τους ξέρει ο Θεός. Γι’ αυτό, Κύριε και Θεέ και πατέρα μου, καλότυχος όποιος έκανε σκαλούνια από τη φτώχια κι από τα βάσανα κι από την καταφρό­νεση του κόσμου, για ν’ ανεβεί σε Σένα. Καλότυχος ο άνθρωπος που ένοιωσε την αδυναμία του αληθινά. Όσο πιο γλήγορα το κατάλαβε, τόσο πιο γλήγορα θα απογευτεί από το ψωμί που θρέφει κι από το κρασί που δυναμώνει, αν έχει την πίστη του σε Σένα. Αλλοιώς θα γκρεμνιστεί στο βάραθρο της απελπισίας.
Με τί λόγια να φχαριστήσω τον Κύριό μου, που ήμουνα χαμένος και με χεροκράτησε, στραβός και μ’ έκανε να βλέπω; Εκείνος έστρεψε την λύπη μου σε χαρά. «Διήλθομεν δια πυρός και ύδατος, και εξήγαγεν ημάς εις αναψυχήν. Μακάριος άνθρωπος ο ελπίζων επ’ Αυτόν».

Αδέλφια μου, δώστε προσοχή στα λόγια μου! Έτσι που βλέπετε, έβλεπα κι εγώ, και θαρρούσα πως έβλεπα» μα τώρα κατάλαβα πως ήμουνα στραβός και κουφός και ποδαγρός. Μετά χαράς δέχουμαι κάθε κακοπάθηση, γιατί αλλοιώς δεν ανοίγουνε τα μάτια στο αληθινό το φως, μήτε τ’ αυτιά ακούνε τα καλά μηνύματα, μήτε τα πόδια περπατάνε στον δρόμο που πάγει εκεί όπου είναι η αιώνια πολιτεία του Χριστού, εκεί που βρίσκουνε ειρήνη κι ανάπαψη οι αγαπημένοι του. Όποιος δεν καταλάβει πως είναι απροστάτευτος από τους ανθρώπους κι έρημος στον κόσμον τούτον, δεν θα ταπεινωθεί. Κι όποιος δεν ταπεινωθεί δεν θα ελεηθεί. Η λύπη της διάνοιας μας σιμώνει στον Θεό. Γι’ αυτό δεν θέλω καμιά καλοπέραση, αλλά καρδιά συντριμμένη.

Αυτά κι άλλα πολλά αναβρύζανε από μέσα μου κείνη τη νύχτα, και τα μάτια μου τρέχανε. Δεν ήξερε τι συλλογίζουμαι κανένας άνθρωπος, εκεί που ήμουνα τρυπωμένος, στο κουβούκλι μου, ούτε καν η Μαρία που κοιμότανε δίπλα μου κουκουλωμένη. Ο βοριάς έκανε μεγάλη ταραχή απ’ όξω. Τα δέντρα αναστενάζανε, θαρρούσες πως κλαίγανε και πως παρακαλούσανε ν’ ανοίξω να μπούνε μέσα να προστατευτούνε. Το καντήλι έριχνε το χρυσοκέρινο φέγγος του απάνου στα κονίσματα και στ’ ασημωμένο Ευαγγέλιο.

Δόξα σοι ο Θεός, καλά ήμαστε! Μακάριος είναι όποιος είναι ξεχασμένος. Ο κόσμος παραπέρα γλεντά, χορεύει, κάνει αμαρτίες με τις γυναίκες, παίζει χαρτιά. Ο δυστυχής γιορτάζει τον θάνατο του κορμιού του, που κάνει τόσα για να το φχαριστήσει. Λες πως κερδίσανε την αθανασία, τώρα που ήρθε ο καινούργιος χρόνος, αντίς να κλάψουνε πως σιμώνουνε ολοένα στο τέλος αυτής της πονηρής ζωής. «Πάτερ άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τί ποιούσι». Τί κάνουνε; Πού πάνε; Σε λίγο θα καταντήσουνε τα κόκκαλά τους σαν λιθάρια άψυχα, θα γκρεμνιστούνε τα παλάτια τους, θα σβύσει όλη τούτη η οχλοβοή κι η φωτοχυσία, σαν κάποιο πράγμα που δεν γίνηκε ποτές. Ω κατάδικοι, τί ξεγελοιώσαστε;«Ίνα τί αγαπάτε ματαιότητα και ζητήτε ψεύδος;».

Ξημέρωμα 1ης Ιανουαρίου 1950
Αξιοπρόσεκτες ευσεβείς σκέψεις
του ακαταβλήτου αγωνιστού
αειμνήστου ΦΩΤΙΟΥ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ † 1965
Εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη» Θεσσαλονίκη 

Πηγή κειμένου:Ιερά Μονή Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου   impantokratoros   /το διάβασα στο Αβέρωφ, εικόνες από : https://ardalion.wordpress.com/2009/06/02/despo/

antexoume
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki