Showing posts with label Προμηθέας Πυρφόρος. Show all posts
Showing posts with label Προμηθέας Πυρφόρος. Show all posts

Monday, 21 May 2012

Ένας καλλιτέχνης γράφει για την Τέχνη

Απόσπασμα από το έργο Προμηθεύς Πυρφόρος
της Βασιλικής Π. Δεδούση 

Ο τόκος μέσα στο Καλό,
—και το Καλό ειν’ τ’ όμορφο—
δημιουργός οδύνη, πόνος γλυκός και μόχθος.

Καλλιτέχνης
Στου είναι μου τα μύχια
το φως σου το ‘νιωσα θερμό, αέρινο άγγιγμα,
Πυρφόρε Προμηθέα.
Ερωτευμένος κυνηγός,
ταγμένος οπαδός του άπιαστου Ωραίου
και θέλω να το κλείσω στην άκρη της γραφίδας μου,
στο χτύπημα της σμίλης,
σε τέλειες γραμμές σχημάτων νοερών,
σε συγχορδίες αρμονικών διαστημάτων,
να δείξω, όσο μπορώ και δύναμαι,
δειλά να προσεγγίσω με λόγο, χρώμα, μουσική,
να φανερώσω τ’ άλλα,
που είναι εκεί, το ξέρω, εκεί
κι εγώ απλός μύστης τυφλός
ψηλαφιστά τ’ αγγίζω
μα γνώστης τους και κάτοχος δεν είμαι,
δεν είμαι.
Χορός
Ψηλά η ματιά.
Εκεί η αλήθεια κρύβεται,
αόρατη κι ανύπαρκτη για το ανόητο μυαλό
επενδυτών κοντόφθαλμων
φθαρτής και χωματένιας ύλης.
 Καλλιτέχνης
Ψηλά η ματιά.
Το επέκεινα Κάλλος μαγνήτης,
της ψυχής γητευτής,
να θυμηθεί την καλεί, να νοήσει
—όσο μπορεί και δύναται—
του αληθινού την ομορφιά,
την αΐδια κι αλώβητη των Ιδεών ουσία.
Στου μυαλού μου τα βάθη μια λέξη, δυο, τρεις.
Η πρώτη ιδέα, η σύλληψη.
Διάχυτο γύρω της πυράς σου το φως
την ύπαρξή μου κλείνει θερμά,
σαν αγκαλιά, σαν ζωογόνα ανασεμιά
κι αγαπημένο χάδι.
 Χορός
Κυοφορεί ο νους, μοχθεί, μέχρι να πάρει σχήμα
η σπινθηρίζουσα έμπνευση,
και να γενεί τραγούδι, λόγος, πίνακας.
Δεν είναι όλα Τέχνη.
Δεν είναι Τέχνη όλα αυτά, που οι άνθρωποι
καυχιούνται και επαίρονται πως έχουν και κατέχουν.
Χάρισμα είναι τ’ Ουρανού,
σ’ όποιον το δέχετ’ έτσι
και εξαρχής στοχάζεται πως το χρωστάει σ’ όλους.
Καλλιτέχνης
Σαν της ζωής σου οι χίμαιρες ξοπίσω σου ορμούν,
και στόχο έχουν βάλει βάρος να γίνουν αβάσταγο
να σε κρατήσουν χαμηλά, να ξεχαστείς, να φοβηθείς
και ν’ αρνηθείς ανέβασμα κοπιαστικό
στα εννιά κλιμακωτά της Τέχνης τα γιοφύρια,
με νου παραδομένο σε ζάλη μέθης νηφάλιας,
Χορός
και στόχο έχουν
ν’ αρνηθείς να δεις και να γενείς ο δέκτης,
όσων ο Ουρανός, χωρίς φειδώ, απλόχερα
σε ταπεινούς χαρίζει,
τότε, έντιμο θάρρος κι εγρήγορση,
μέχρι να πεις:
«Εγώ ούτε μπορώ, ούτε ξέρω».
Υπέρβαση.
Καλλιτέχνης
Των παθών εγκρατής της Σοφίας ο φίλος.
Αυτό μ’ έμαθες, Πυρφόρε Προμηθέα.
Ερευνητής του ωραίου, ταπεινός,
της Σοφίας ο φίλος, της άγνοιάς του ο γνώστης.
Έτσι μονάχα γίνεται ο νους, μεσ’ στη σιωπή του,
του άπειρου συμπορευτής,
ερμηνευτής αθόρυβος,
για να πάρουν,
μέσα απ’ αυτόν, διάσταση οι άυλες ιδέες,
με τη θαυμαστή των γραμμάτων σειρά,
του λόγου την τέχνη,
και τη γραμμή των αριθμών την ατελεύτητη.
Να συνταιριάξουνε σωστά, λόγια, σχημάτων χρώματα,
πνοή να πάρουν τ’ άψυχα,
τα άσχημα τα αταίριαχτα
μ’ αρμονικά ταιριάγματα, όλα να μπουν σε τάξη,
όλα να πάρουν και σχήμα και νόημα.
Χορός
Κυοφορίας αγωνία γλυκιά,
ανεπαίσθητος φόβος, λαχτάρα μητρική
γι αυτό που επίκειται,
σαν βρέφος τρυφερό, καλοδεχούμενο,
άγνωστο στη μορφή, που τόσο οικείο είναι.
Καλλιτέχνης
Σαν φτάσει η ώρα του τόκου,
μεμιάς ευδιάκριτες πια οι μελωδίες.
Η ώρα του τόκου σαν έρθει, παίρνουν μορφή τελική
των συναισθημάτων οι λεπτές αποχρώσεις,
τα άπειρα ακαθόριστα σχήματα,
των στίχων οι αράδες, οι ρυθμοί,
και οι χοροί των ασμάτων.

Μέσα απ’ την ύλη τη φθαρτή η ματιά,
—η άλλη ματιά, αυτή που διακρίνει
χρώματα άλλα, ήχων μελωδίες πρωτόγνωρες—,
αυτή η ματιά, αυτές οι αισθήσεις,
πηγές δειλά αναβρύζουσες,
γίνονται των παιδιών της ψυχής μου οι ανάδοχοι.
Χορός
Ο τόκος μέσα στο Καλό,
—και το Καλό ειν’ τ’ όμορφο—δημιουργός οδύνη, πόνος γλυκός και μόχθος.
Καλλιτέχνης
Σαν το μυαλό γεννάει, στιγμές απομόνωσης.
Όντας πάσχει του μυαλού το υπογάστριο,
με λένε απόκοσμο, παράξενο,
μοναχικό κι απόμακρο άνθρωπο.
Όχι δεν είμαι.
Μοναξιά, έτσι νομίζουν όλοι,
μα η πλάση ολόκληρη είναι μαζί μου
και συ, ο σύντροφός μου,
αναμμένη κρατάς, Πυρφόρε, τη φλόγα,
μέσα και γύρω μου,
σε στιγμές οδυνηρής ευτυχίας.

Τα έργα, παιδιά μου,
παιδιά μας.
Τα έργα ύμνοι, και δοξαστικοί για τον Πλάστη παιάνες.
Τα παιδιά μας, εκφάνσεις ψυχής δεκτικής, ανοιχτής,
της ζωής θριαμβικά αντηχήσματα.
Χορός
Φτερά ψυχής βγάζ’ η καρδιά
και το μυαλό αισθάνεται την ομορφιά του κόσμου.

Wednesday, 15 February 2012

Μην σκύβεις το κεφάλι, ΖΗΣΕ!!

Ἡ ἀπογοήτευση καί ἡ μελαγχολία δέν εἶναι καλοί σύμμαχοι στόν καθημερινό ἀγώνα μας. Δέν πρέπει νά ξεχνοῦμε ἄλλωστε πῶς τό πυκνότερο σκοτάδι ὑπάρχει λίγο πρίν ξημερώσει. 

Στα πόδια σου ορθώσου, το βλέμμα ψηλά.
Σε άνθρωπο αντρείο μιζέρια και θρήνοι δεν πρέπουν.
Και τώρα…
με ένα σωτήριο άλμα,
στα πόδια σου ορθώσου, το βλέμμα ψηλά.
Μην επιτρέψεις τη χαρά της ζωής
να σου κλέψει ο πανάθλιος φόβος.

Wednesday, 27 July 2011

Προμηθεύς Πυρφόρος - Τιμῶντας τόν Αἰσχύλο

« ...
Δίας...
Εσύ, που λάθρα, ακάλεστος
τα χίλια μάτια του Κράτους μου γέλασες
κι απ’ της σκύλας της Βίας τ’ ανίκητα ρόπαλα
γλίστρησες
και λάθρα, ακάλεστος
στο πανώριο το σπίτι μου μπήκες κλεφτά
και μ’ έκλεψες,
θα κλάψεις πικρά και ικέτης θα σέρνεσαι.

Και σεις θα το πληρώσετε, κλεπταποδόχοι άτιμοι
χαθείτε από μπροστά μου.

Μπροστά στο δικό μου θυμό,
θεός ποιος, θνητός ποιος,
να στέκεται αγέρωχα δύναται;
Μονάχα συ, μισητέ και αυθάδη
τολμάς ίσια στα μάτια, σαν ίσος
να θωρείς το θεό σου.
Στις βροντές του θυμού μου, ποιος;
Προμηθέας
Τ’ ανέμου και των σύννεφων παιγνίδια και γυρίσματα
Δίας
Στους κεραυνούς της οργής μου, ποιος;
Προμηθέας
Σπιθίσματα πελώρια του αιθέρα
πάνω στων αντιθέτων τη σύγκρουση
Δίας
Σκάσε, σ’ ακούν.
Το στόμα σου κλείσε.
Θες να τους μάθεις να σκέφτονται;
Προμηθέας
Τρέμεις, τη γνώση φοβάσαι.
Το δρόμο τούς άνοιξα….
... »

Monday, 8 June 2009

Προμηθέας Πυρφόρος: «Θεός δεν είσαι»

Ο Προμηθέας έφερε τη φωτιά του Ήφαιστου και την τέχνη της Αθηνάς  στους ανθρώπους κι απ' το χαμό τους γλίτωσε.
Ο Δίας, έξαλλος για την κλοπή των θεϊκών δώρων, απειλεί τον Προμηθέα με φρικτή τιμωρία, από την οποία θα απαλλαγεί , εάν του πει το φοβερό μυστικό, που γνωρίζει απ' τη μάνα του. 

Πρόκειται για τον ερχομό Κάποιου που θα ανατρέψει την εξουσία του ίδιου και των υπόλοιπων θεών.  
Ο Προμηθέας στις απειλές του Δία απαντά:


ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ:
Θεός δεν είσαι.
Του μυαλού τους ο φόβος σε γέννησε,
φάντασμα άπιαστο,
του αγνώστου η άγνοια
κι ο τρόμος.
Θεός δεν είσαι
.
Όσα φοβούνται,
-τη Μοίρα, τις κόρες της,
των εποχών τα γυρίσματα,
τον φοβερό τον Τυφώνα, την Έχιδνα-
θεούς κι αμέτρητους δαίμονες τάφτιαξαν
και δίπλα σου τάβαλαν
εσύ να τα ορίζεις.
ΟΛΑ.
Έξω απ’ τη Μοίρα.
.
Και όσο φοβούνται
τόσες θυσίες σου κάνουν
την οργή να κοπάσεις
και να μην καταστρέψεις αυτά
που δεν έπλασες.
Κι απ’ τα σφάγια ευφραίνεσαι.
Έτσι νομίζουν…
μα αναπαμό δεν έχουν.
.
Το ταξίδι τους είσαι
στ’ αληθινού τη ζήτηση.
Θεός δεν είσαι.
.
Δεν σ’ αγαπούν, σε φοβούνται.
Και ποιος τάχα μπορεί ν’ αγαπήσει
αυτό που φοβάται;
Η αγωνία και ο φόβος τους σ’ έπλασαν
και στον Όλυμπο σ΄ έστησαν
για να ‘σαι μακριά τους.
Θεός δεν είσαι,
γι αυτό και φοβάσαι
.
Το Ποιος θε να ‘ρθεί και  από Ποια
-Παρθένα και Μάνα μαζί-
δε θα πω.
.
Μέσα τους σκάλωσες,
δικό τους κατασκεύασμα είσαι.
Άλλον προσμένουν.
Έτοιμοι να τον δεχτούν ακόμα δεν είναι.
Και τα δώρα που πήραν…
όχι, δε φτάνουν
η σπίθα του μέσα μυαλού τους ν’ ανάψει
.
Το Ποιος κι από Ποια δε θα πω,
δε θα πω.
.
Άλλοι, πολλοί,
για τα νέφη,
για των πλάνητων άστρων τους κύκλους
θα πουν,
για των αστραπών, των βροντών σου το μύθο
θα γράψουν.
.
Άλλοι, πολλοί,
για τον Έναν θα πουν,
θα διδάξουν…
για τον Έναν που θα ‘ρθει…
.
Άλλα πια δε θα πω…
Σιωπή…
.
Μα η ώρα σαν φτάσει,
σαν την ομίχλη που φεύγει
στη ζέστα του ήλιου,
έτσι θα φύγεις
και πίσω θ’ αφήσεις
αχνάρια μονάχα,
ναούς και βωμούς κι αγάλματα πάλευκα,
της ανάγκης για Ελπίδα και Αγάπη.
.
Και τότε…
Σιωπή…
Άλλα πια δε θα πω…
Άλλον γυρεύουνε,
μα η ώρα Του ακόμη δεν ήρθε.

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki