Showing posts with label Τριζόνι. Show all posts
Showing posts with label Τριζόνι. Show all posts

Thursday, 6 July 2023

Το Φεγγάρι και το Τριζόνι...

... oι αιώνιοι σύντροφοι της νύχτας

- «Ω τριζόνι! Ψυχή μυστηριώδης, απόκοσμο πλάσμα που έρχεσαι από κάποιον άλλον κόσμο, μαζί με τη νύχτα, μαζί με το φεγγάρι!»
«Κάθουμαι βουτηγμένος μέσα στο μυστήριο της νύχτας, και κοιτάζω το φεγγάρι που εβγήκε πίσω από τα βουνά, και στέκεται στον ουρανό.
Εβγήκε, κι όλη η πλάση άλλαξε, σά να μαγεύτηκε, τυλίχθηκε με κάποιο βαθύ κι ανεξιχνίαστο μυστήριο.
Ω Σελήνη, ω μάγισσα Κίρκη, που μεταμορφώνεις ψυχές και σώματα! Από ποιόν άλλον κόσμο έρχεσαι στον δικό μας, και τον κάνεις αγνώριστον;
Από το υδραργυρένιο κεφάλι σου διαχύνεται ένα μαγικό πέπλο, που τα σκεπάζει όλα, βουνά, θάλασσες, δέντρα, βράχους, κάμπους, πολιτείες!
Θαρρεί κανένας πως βρίσκεται κάτω, βαθιά στον πάτο της θάλασσας και πως η συντεφένια σφαίρα σου πλέει απάνω στο νερό ρίχνοντας το ειρηνικό φως της σαν μπάλσαμο, που γλυκαίνει κι αποκοιμίζει κάθε πλάσμα.
Μυστήριο βαθύ κι ανεξιχνίαστο τυλίγει την πλάση. Κι οι φωνές από τα ζώα, από τα πουλιά, από τους ανθρώπους, είναι κι αυτές, τώρα που στέκεται το φεγγάρι στον ουρανό, παράξενες και μυστηριώδεις. Οι άνθρωποι περπατάνε σαν φαντάσματα, σά νυχτοπάτες.

Τα δένδρα σηκώνουνε τα φουντωμένα κλαριά τους κατά τον ουρανό, δίχως να σαλεύει μήτε ένα φύλλο, κι είναι γεμάτα από πνεύματα που σιγομουρμουρίζουνε. Πνεύματα νυκτολάλα, αστρομαγικά. Κάτω από τα δέντρα περπατά σαν ίσκιος κανένας άνθρωπος, μέσα στο θαμποφέγγισμα. Από μέσα από τους μαύρους ίσκιους, ακούγονται οι άνθρωποι που μιλούνε, μα οι ομιλίες τους δεν μοιάζουνε με τις ομιλίες που κάνουνε τη μέρα.

Αλλά και τα σπίτια, οι δρόμοι, τα δέντρα, είναι αλλοιώτικα άπ’ ό,τι ήτανε τη μέρα. Όλα αλλάξανε. Λές κι είναι τα πνεύματά τους.
***
Στην άβυσσο τ’ ούρανού αργοταξιδεύει, δίχως να φαίνεται πως σαλεύει η μυστική βασίλισσα της νύχτας. Από τις κορφές των δένδρων κι από τις σκεπές των σπιτιών βγαίνει ένας ασημένιος αχνός κι ανεβαίνει στον συντεφένιον ουρανό.

Πέρα, το πέλαγος χάνεται μέσα στο δάμπος. Τα βαθιά νερά της θάλασσας τα χρυσώνει το φεγγάρι, σαν να ναι εικόνισμα μαλαμοκαπνισμένο. 
Μέσα στην άβυσσο, τα ψάρια και τ’ άλλα πλάσματά της ξαγρυπνάνε από τη μυστική φωτοχυσία που απλώνει απάνω από τα νερά, κοιτάζοντας το φεγγάρι μέσα από το θαμπόφωτο. 
Το μαργαριταρένιο φως του κατεβαίνει ως τον πάτο, μπαίνει μέσα στα σκοτεινά θολάμια, που φωλιάζουνε τα παράξενα τέρατα, μέσα στις μαύρες κουφάλες, ανάμεσα στα κοράλλια, στα γιούσουρα και στα άλλα ζωόφυτα, που είναι γεμάτα μάτια. 
Το χταπόδι, με τα γουρλωμένα μάτια του, κοιτάζει κατά κεί που κατεβαίνει το φως του φεγγαριού, κι αργοσαλεύει τα πλοκάμια του. Ό αστακός, με την αρματωσιά του, κάθεται στην τρύπα του, κι είναι σαν μεθυσμένος από το υδραργυρένιο θάμπος που κατεβαίνει από πάνω. Οι σαργοί και τ’ άλλα τα μικρόψαρα αργοκολυμπάνε κοπαδιαστά, σαν να κάνουνε λιτανεία μέσα στο συντεφένιο νερό. Η πονηρή η σμέρνα ξαγρυπνά και κείνη, χωμένη μέσα στο θολάμι της.

Οι ξέρες και τα νησιά στέκουνται μέσα στη θάλασσα, θαμπά και ξωτικά. Ένα χρυσό ποτάμι αυλακώνει τα νερά, και χάνεται πέρα, μέσα στο σκοτεινό πέλαγο. Περνά καμμιά βαρκούλα, δίχως να ταράξει την ησυχία, σαν ίσκιος.
Από την άλλη μεριά, τα βουνά στέκουνται βουβά, βουτηγμένα στο μυστήριο. Οι ράχες τους αχνίζουνε έναν αχνό π’ ανεβαίνει στον ουρανό. Από πάνω τους είναι κρεμασμένο το μαρμαρένιο κεφάλι του φεγγαριού, στραγγισμένο από αίμα.
***
Κοντεύουνε τα μεσάνυχτα. Σιωπή. Πάψανε όλα τα σούσουρα, τα μυστηριώδη μουρμουρίσματα, τα ξεμακρυσμένα γαυγίσματα των σκυλιών. 
Μέσα στην ησυχία ακούγεται ολομόναχο το τριζόνι: «Τρρρ…. τρρρ… τρρρ…». Αυτή η γλυκειά και μυστική φωνή θαρρείς πως βγαίνει από το στόμα του φεγγαριού, που κρέμεται μέσα στην ερημιά του ουρανού, ένα πρόσωπο υδραργυρένιο, με μάτια ανοιχτά, με κλειστό στόμα.
Αυτή η ψιλή και μακρόσυρτη φωνή ακούγεται πέρα ως πέρα, πετά απάνω από τα δέντρα, από τα χαμόδεντρα, από τα χαμόβουνα, από την ακροθαλασσιά και σκορπά απάνω από το πέλαγο.

Μα άραγες από που βγαίνει; Που κάθεται κρυμμένο αυτό το πλάσμα, που παίζει τούτη την ξωτική φλογέρα; Που είναι η φωλιά του, άπ’ όπου μαγεύει όλη την πλάση; Είναι μέσα σε τούτα τα χαμόδενδρα; Σε κείνες τις λουλουδισμένες πρασινάδες; Σε κείνον τον σκοίνο που βρίσκεται κοντά στην έρημη ακροθαλασσιά, Μήπως βρίσκεται στον αέρα; Μήπως βρίσκεται μέσα στο φεγγάρι; Μήπως είναι το ίδιο το φεγγάρι;…

Το μυστικό τραγούδι, πότε σου φαίνεται πως έρχεται από τούτη τη μεριά, πότε από κείνη, πότε δυναμώνει, πότε σβήνει, έρχεται στ’ αυτιά σου κυματιστά.

Ω τριζόνι! Ψυχή μυστηριώδης, απόκοσμο πλάσμα που έρχεσαι από κάποιον άλλον κόσμο, μαζί με τη νύχτα, μαζί με το φεγγάρι! Άραγε τραγουδάς, ή κλαίς, ή ψέλνεις; 
Η φωνή σου είναι ένα τίποτα, ένα τρίξιμο, μονότονο, ανάλλαχτο από τότε που έγινε ο κόσμος. Ωστόσο, πόσο βαθύ κι άδολο είναι αυτό το τρίξιμό σου, αυτό το τιποτένιο τρρρ! Γιατί, συγκινά τη ψυχή μου περισσότερο από τη μάταια μουσική που επινοήσανε οι άνθρωποι!…»

Friday, 1 July 2022

Τριζόνι - Ο ήχος του Καλοκαιριού

Αυτό είναι το τριζόνι, που σαλεύει τα καλοκαίρια με τον ήχο του, της νύχτας το βυθό.
Με το τριζόνι λες και παίρνουνε φωτιά τα άστρα, τις νύχτες του καλοκαιριού. Χιλιάδες χρόνια τώρα, αυτό συμβαίνει. Προσφιλές θέμα για ποιητές παλιότερα, αλλά και λογής ακόμη ρομαντικούς, που έγραφαν ωδές για τη φωνή του γρύλου, σε νυκτέλιους παροξυσμούς.
Ήχος αρχαίος. Από καταβολής καλοκαιριού, το τριζόνι είναι που οδηγεί με το τραγούδι του, τις ζεστές νύχτες στη Μεσόγειο.
Το Καλοκαίρι έχεις εικόνες όπως αυτή και ήχους, όπως το τριζόνι.
Ερωτικές νύχτες, που τις ντύνει αυτή η μουσική απ' τα τριζόνια. Ο γρύλος, από τα αρχαία χρόνια είναι ο τζίτζικας της νύχτας, ο τραγουδιστής του σκοταδιού, που κρύβει απόκρυφες αναπνοές.
Τριζόνι προτιμούν να τον λένε οι λογοτέχνες, μα όπως και να 'χει, το τραγούδι του γρύλου είναι ο πιο ερωτικός ήχος της νύχτας.
Άλλωστε, αυτός ο ίδιος ήχος είναι στ' αλήθεια ένα πραγματικό ερωτικό κάλεσμα, αφού έτσι ο αρσενικός γρύλος αναζητά ταίρι για να ζευγαρώσει.
Οι γεωργοί τον θεωρούν παράσιτο και θα προτιμούσαν να μην τον βλέπουν στα χωράφια τους, γιατί του αρέσει να ροκανίζει τις τρυφερές ρίζες στα μικρά φυτά. Έτσι, στις περιοχές με συστηματικές καλλιέργειες ο γρύλος τα βρίσκει σκούρα με τα φυτοφάρμακα και δεν έχει κέφια για τραγούδια.
Αντίθετα, εκεί που οι καλλιέργειες πια έχουν ατονήσει, σε τόπους άγονους ή τουριστικούς, αυτός ο τροβαδούρος της νύχτας έχει την τιμητική του.
Εικόνες καλοκαιριού, με τη θάλασσα να κυριαρχεί στα όνειρα των διακοπών. Ωστόσο, λένε πως ο γρύλος είναι αυτός που ...υφαίνει το καλοκαίρι με τους ήχους του. Λινό πανί, όπως η θάλασσα.
Το βέβαιο είναι ότι δεν ακούς πια παντού του γρύλου το τραγούδι. Κι όταν το ακούσεις τελικά αποκτά μιαν άλλη μουσική η νύχτα.
Στις Κυκλάδες, στην Kρήτη και στα Δωδεκάνησα τα τριζόνια φαίνεται πως έχουν ακόμη κράτος και εξουσία για να προκαλούν ένα πανδαιμόνιο με τις φωνές τους. Κι έτσι, εκεί οι νύχτες μοιάζουν να είναι πιο ερωτικές, πιο διάφανες και πιο ωραίες.
Μικρός έπιανα τα τριζόνια και τα έβαζα μέσα σε χάρτινα κουτιά, που τους άνοιγα γύρω-γύρω τρύπες για να μπορούν να αναπνέουν. Τα τάιζα ζάχαρη κι αυτά τις νύχτες χαλούσαν τον κόσμο από το τραγούδι τους. Λες και έτριζε να σπάσει η νύχτα. Αφού τα κρατούσα μια-δυο νύχτες, τα ελευθέρωνα για να πιάσω άλλα. Αυτό γινόταν όλο το καλοκαίρι...
Τυχαία έπεσε στα χέρια μου ένα κείμενο του Γρηγορίου Ξενόπουλου για τα τριζόνια απ' όπου δανείστηκα ένα απόσπασμα:
«...Αυτό το φεγγαρόφωτο είχε γαργαλίσει και τον απονύχτερο γρύλο που δεν έπαυε το τραγούδι του. T' άκουγα από το παράθυρο με όση ευχαρίστηση άφηνα να με δροσίζει η αύρα. Kι ενώ στην αρχή απολάμβανα το μεταλλικό ήχο, χωρίς να συλλογιέμαι καθόλου το αθόρυβο όργανο που τον έβγαζε, έπειτα ο νους μου αποζήτησε κι αυτό. Εννοώ το γρύλο που τραγουδούσε. Πού να ήταν;
Φυλακισμένος σε κανένα κλουβάκι; ή κρυμμένος σε καμιά γωνιά του μανάβικου, που είχε φτάσει το πρωί με το φόρτωμα των καρπουζιών και των πεπονιών;
Αυτό μου φαινόταν το πιθανότερο. O γρύλος θα 'ταν ελεύτερος να φύγει όπως ήρθε. Γιατί εδώ δεν πολυσυνηθίζουν να πιάνουν τα ωδικά αυτά έντομα, να τα βάζουν σε κλουβάκια και να τα τρέφουν για ν' ακούν το τραγούδι τους.
Στην πατρίδα μου όμως αυτό είναι μια από τις καλοκαιριάτικες χαρές των παιδιών.
Στο δρόμο, όπως πουλούν σύκα και σταφύλια, πουλούν και γρύλους ή τριζόνια, όπως τους λέμε κει. Πουλούν ακόμη και κλουβάκια με τριζόνια.
Όλα τα παιδιά... κλαίνε, ώσπου να τους δώσει η μητέρα δεκάρες για ν' αγοράσουν. Kι έτσι όλα τα σπίτια έχουν από ένα τουλάχιστο κλουβάκι με τριζόνι, κρεμασμένο στο παράθυρο του δρόμου ή της αυλής...».
Ένας θηλυκός γρύλος πάνω στο χέρι μου, ποζάρει για να τον φωτογραφίσω.
Ο γρύλος, λέει η επιστήμη, ανήκει στο γένος των «ορθοπτέρων εντόμων, της οικογένειας των γρυλιδών». Και το γένος τους αριθμεί περί τα σαράντα είδη, από τα οποία κυριαρχούν δυο:
  • Ο «οικιακός γρύλος», που προτιμά να ζει σε χαραμάδες, κοντά σε κουζίνες, μαγειρεία ή φουρνάρικα, γιατί του αρέσουν τα ζυμαρικά.
  • Και ο αγροτικός γρύλος, που ζει στα χωράφια και του αρέσει να τρέφεται με τις ρίζες των φυτών.
Καλοκαίρι στις Κυκλάδες. Οι νύχτες του έχουν εξαίσιες μουσικές από τριζόνια.
Ο χαρακτηριστικός ήχος του γρύλου δεν παράγεται από κανένα φωνητικό σύστημα. Δεν είναι δηλαδή η «φωνή» του, αλλά ένα τρίξιμο, που το παράγει μόνο το αρσενικό. Ένας ήχος που μοιάζει με τριγμό, γι' αυτό και πήρε το όνομα τριζόνι.
Το τρίξιμο αυτό προέρχεται από το τρίψιμο που κάνει το αρσενικό με τα μπροστινά φτερά του, που έχουν μετατραπεί σε σκληρά έλυτρα (καλύμματα), και με αυτό τον ερωτικό ήχο προσελκύει το θηλυκό για να ζευγαρώσουν.
Τριζόνια υπάρχουν σε όλο τον κόσμο, ωστόσο, τα έντομα αυτά αποφεύγουν συνήθως τις ψυχρές περιοχές και προτιμούν τα θερμά κλίματα και ιδίως τις ζεστές νύχτες του καλοκαιριού.
Το τριζόνι δηλώνει συχνά την παρουσία του σε κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, που σημαίνει ότι πάντοτε ο ήχος του ήταν κατά ένα τρόπο το «σήμα» των καλοκαιριών.

Το καλοκαίρι γράφει κύκλους στη θάλασσα και ο γρύλος διαπερνά τη νύχτα.
... ορισμένοι που δεν δίνουν σημασία στα τραγούδια του.

Ο γρύλος είναι ο σηματωρός της νύχτας, διάπυρος ερώτων, επίμονος και αειθαλής στις κρύπτες των καλοκαιριών. Όπως οι τροπές του ήλιου. Μοναδικός τραγουδιστής με ένα μονότονο αρχαίο τραγούδι, που δεν αντιγράφεται και δεν κουράζει.
Είναι ο φράχτης της νύχτας, εκεί ακριβώς που πάνε τα όνειρα να δραπετεύσουν και πιάνονται στο δόκανο.
Ωστόσο, κι αυτό το καλοκαίρι βαδίζει ήδη προς την έξοδο με την ισημερία του Σεπτέμβρη. Ακόμη μια φορά, ο ήχος του γρύλου θα είναι σε λίγο μια ανάμνηση, όπως τα ηλιοβασιλέματα στη Σαντορίνη: στο Φηρό Στεφάνι, στην Οία ή στο Ημεροβίγλι. Μα και στη Νάξο: στην Πορτάρα ή όπου αλλού σταθήκαμε εκστατικοί, μπροστά σ' αυτό το αρχετυπικό τελετουργικό, ευλαβούμενοι του ήλιου.

Κυκλάδες.
Σ' αυτούς τους θαμνότοπους δίπλα στη θάλασσα σαλεύει η νύχτα απ' τα τριζόνια.
Ο ήχος του τριζονιού θα θυμίζει όλο το χειμώνα τις βουτιές του καλοκαιριού, με το κορμί να γράφει τόξα στο νερό και να χάνεται στης θάλασσας το αχανές.
Τις νύχτες όλες του καλοκαιριού ανακαλεί στη μνήμη η φωνή του γρύλου. Ο,τι λάμπει στο ίχνος των άστρων με τα φεγγίσματα της νύχτας και των παθών τις ταραχές. Ψήγματα ήχων στο σκοτάδι. Φώτα μακρινά, πέρα τη θάλασσα. Τα σειρήτια του αλατιού στο δέρμα.
Αιώνες επιστρέφει με τον ίδιο τρόπο αυτός ο ήχος, που είναι δοκίμιο του καλοκαιριού. Ο Ιούνιος, ο Ιούλιος και ο Αύγουστος, ενός τριζονιού τόπος.
Ο γρύλος είναι μια από κείνες τις ασώματες φωνές της νύχτας του καλοκαιριού. Ακούς τον ήχο μόνο, με το σκοτάδι να πάλλεται εξ αρρήτων.
Σκιές στο φως του φεγγαριού, λες και έχει η νύχτα μύρια μονοπάτια.
Το καλοκαίρι φεύγει με τον τρόπο που φεύγουν τα πλοία από τα λιμάνια. Ο ήχος του γρύλου είναι ο χαιρετισμός...

Ο κύριος γρύλος κάνει και ζημιές στους κήπους γι' αυτό και δεν τον πολυσυμπαθούν

Το τριζόνι είναι η ούγια του καλοκαιριού, ένα σημάδι αυθεντικό, το αίσιο στη διαπασών, η άκρη της ευδαιμονίας.
Στα ξερά χόρτα της Δήλου, στο Φοινικόδασος του Βάι, στους αμμόλοφους της Πλάκας στη Νάξο, στις λάβες της Νέας Καμένης και στο Μέσα Βουνό της Σαντορίνης. Στης Σέριφος τις ερημιές, στον Τριπόταμο της Τήνου, στη Νίσυρο, στο βράχο της Λίνδου στη Ρόδο, στα Μάταλα, στον Κομμό, στο Μόχλος.
Αρχαίοι τόποι με σημερινές αναπνοές, όπως και ο γρύλος, που τραγουδάει ακόμη από του Ομηρου τις ραψωδίες, μέχρι τις μουσικές του Χατζηδάκι.
Ορχηστής του Διόνυσου, μεθυστικός. Η φωνή του μοιάζει με τα σείστρα, που κρατούν το τέμπο στις Μαινάδες.

Αυτά τα χόρτα σημαίνουν Καλοκαίρι, ιδανικός τόπος για τριζόνια.
Σείεται η νύχτα, Μαινάδα από γεννησιμιού της, τρώει το φως και αναδιπλώνεται στα βάθη της συστρέφοντας του σκοταδιού το σώμα, που λάμπει ωστόσο, με ψήγματα αστεριών.
Το Καλοκαίρι πάει κιόλας, τρέχοντας προς τις Υάδες. Όλο και παίρνει μπόι η νύχτα. Το φως μικραίνει, χάνει μπόι. Όλο και πιο πολύ σωπαίνει ο γρύλος.
Το πλοίο φεύγει...

ΚΕΙΜΕΝΟ/ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ΝΙΚΟΣ ΖΕΡΒΟΝΙΚΟΛΑΚΗΣ
Ως3

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki