Απορώ πώς μεγάλωσα
χωρίς αφυγραντήρα,
μουρουνέλαιο Möller's
και Βlack Friday...
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι
Save Our Children ♦ Σώστε τα Παιδιά μας
ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΣΤΕ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΑΣ,
Προστατεύστε το Χαμομηλάκι, Είναι το Φως.
Κίνημα για την προστασία του παιδιού
hamomilaki@gmail.com ♦ ♦
Η ευτυχία είναι απλή, σαν τη σκέψη ενός παιδιού
Η μέρα περνούσε δύσκολα στο αποκλεισμένο σπίτι που δεν χωρούσε με τίποτα μια πολύτεκνη οικογένεια με ζωηρά παιδιά. Εμείς ήμασταν παιδιά του έξω και όλα τα παιχνίδια μας τα κάναμε στο ύπαιθρο. Για εσωτερικά επιτραπέζια παιχνίδια ούτε λόγος, και η όποια απασχόληση ήταν ανύπαρκτη.
Ηρεμούσε το σπίτι μόλις έπεφτε το σκοτάδι κι όλοι μαζί κατά σειρά κοιμόμασταν στρωματσάδα σκεπασμένοι με βαριές μάλλινες βελέντζες.
Το κατούρημα για τα αγόρια ήταν πιο διασκεδαστικό.
| Βάζω στοίχημα πως σαν παιδιά είχαμε φάει περισσότερα παγωτά μπανάνα, από ότι φρούτα. Απλό, αλλά εντυπωσιακό. |
| Μαζί με τη μπανάνα, εκεί στο ψυγείο της ΕΒΓΑ, υπήρχε και η πατούσα. Με φράουλα αυτή. Ε, πάντα ένας έπαιρνε το ένα και ο άλλος το άλλο. |
Ανάμεσα στο βαρέλι και στον κάδο υπήρχε πάγος για να το κρατά κρύο. Συνέχιζαν να ανακατεύουν το μείγμα μέχρι να πήξει.Έπειτα φόρτωναν το βαρέλι στη καρότσα τους και έπαιρναν δρόμο για να συναντήσουν τους πελάτες τους.
Κατά διαστήματα έριχναν κομμάτια πάγου εξωτερικά για να μη λιώσει το παγωτό.Έτσι πήγαιναν από δρόμο σε δρόμο και από γειτονιά σε γειτονιά για να γεμίσουν τα χωνάκια τους με τη δροσερή νοστιμιά που όσοι είχαν προλάβει να φάνε, θυμούνται ακόμη...
Το σαπούνι που χρησιμοποιούσαμε, ήταν αυτό που έμενε αφού έλιωνε κατά το ήμισυ, της μπουγάδας αλλά και όταν αυτό γινόταν πολύ μικρό, με άλλα μικρά σαπουνάκια,(αποσαπουνίδες) τα τυλίγαμε σ΄ένα πανάκι και μ΄αυτό λουζόμασταν…ήταν και το σφουγγαράκι μας! Αν έμπαινε το σαπούνι στα μάθια , ήτανε ξεκαπυρωμένα μια νε-βδομάδα.Συνήθως είχαμε και θεατές τα άλλα μέλη της οικογένειας ή και καμιά γειτόνισσα. Ήταν τόσο φυσιολογικό που δεν αντιδρούσε (νομίζω ) κανείς. Μετά βάζαμε μια ολιά αλάτσι στην κεφαλή για τη γλωσσοφαγιά, γιατί λέει τσι λουσμένους τσι πιάνει πια εύκολα το κακό μάτι.
Γεννημένη σε ορεινό χωριό, όταν μετακομίσαμε στη Χώρα, (Ηράκλειο), σε αστικό σπίτι με μπανιέρα, (με γαλάζια πλακάκια και θερμοσίφωνο) ήταν τέτοια η έκπληξή μου αλλά και η άγνοιά μου, που νόμιζα ότι αυτή ήταν η θάλασσα. Το δε ντουζ ήταν το τηλέφωνο. Έτσι μου το΄λεγε η μάνα μου.Πια καλά είναι εδά…. Με το ηλιακό, την μπανιέρα, το αφρόλουτρο, το σαμπουάν, τα ατομικά σφουγγαράκια,...
Κάποτε παίρναμε μια μπάλα, μαζευόμασταν σε μια αλάνα, πλατεία, σχολείο και παίζαμε ένα διπλό από το μεσημέρι, μέχρι να νυχτώσει. Αυτοί οι ποδοσφαιρικοί «μαραθώνιοι» διέπονταν από κάμποσους κανόνες και είχαν αρκετά χαρακτηριστικά, που τους καθιστούσαν μοναδικούς και τους θυμόμαστε ακόμα με νοσταλγία.
Να παίζεις ποδόσφαιρο με μπάλα της οποίας έχουν φύγει οι ραφές και περισσεύει η σκασμένη σαμπρέλα, αξία ανεκτίμητη.Ο κάτοχος της μπάλας
Υπήρχε τακτική, αφού χρησιμοποιούσαμε και πλαγιαστά «βηματάκια» προκειμένου να μείνουμε μακριά από τον αντίπαλο, αν θεωρούσαμε πως θα μας πατούσε πρώτος.Αφού έβγαινε ο νικητής της παραπάνω διαδικασίας, συνήθως επέλεγε τον καλύτερο παίκτη ή αυτόν που ξέραμε πως θα κάτσει τερματοφύλακας σε όλο τον αγώνα χωρίς να γκρινιάξει και χωρίς να ζητήσει να παίξει καθόλου μέσα.
Σύμφωνα με τους παλιούς κανόνες, μπορούσαμε να γυρίσουμε την μπάλα στον τερματοφύλακα και εκείνος να την πιάσει με τα χέρια, χωρίς να καταλογιστεί έμμεσο. Ενώ, με βάση τους καινούργιους, δεν μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο.Δεν μετράνε οι σπόντες: Ο συγκεκριμένος κανόνας έβρισκε εφαρμογή σε γήπεδα που περιλάμβαναν τείχους, όπως τα προαύλια σχολείων. Με αυτό τον κανόνα ξεκαθαρίζαμε το κατά πόσο θα μπορούσαμε να ντριμπλάρουμε κάνοντας σπόντες με τον τοίχο.
Το βλέπεις ποτέ στα όνειρά σου εκείνο το παιδί; Το θυμάσαι έστω και λίγο; Κοίτα, περνάει μπροστά σου τώρα μόλις σαν εικόνα. Ανέμελο να παίζει στο βρεγμένο χώμα. Μόλις σταμάτησε η βροχή κι εκείνο θέλησε να χτίσει ένα κάστρο. Και τα κατάφερε, το έχτισε! Και τώρα δα θαρρεί πως είναι ένας πρίγκιπας που κατοικεί στο κάστρο τούτο.Κοίτα πώς τρέχει ξέγνοιαστο δίχως να νοιάζεται για τη μητέρα του που μέσα απ' το ανοιχτό παράθυρο του επισημαίνει πως θα κρυολογήσει. Μα, τι το νοιάζει; Αυτό έχει ήδη δει χιλιάδες σχέδια να σχηματίζονται απ' τα σύννεφα στον ουρανό. Φαντάζεται πώς θα ήταν να περπατάει επάνω και πόσο άνετα θα ήταν για κρεβάτι του.
Κι άρχισε, κιόλας, να ψιχαλίζει πάλι. Αργά-αργά, χαρούμενες, πολύχρωμες σταγόνες πέφτουν επάνω στα κιτρινισμένα φύλλα αφήνοντάς τους επάνω χάδια νοσταλγικά πριν να γλιστρήσουν και πέφτοντας κάτω να γίνουν ένα με τη γη.
Ώσπου, άνοιξες τα μάτια μια μέρα ξαφνικά κι ήσουν μεγάλος. Φτερά δε φύτρωσαν στη πλάτη σου και κάθε σύννεφο στον ουρανό σου φάνταζε ενοχλητικό. Έμαθες, όταν βρέχει, να κρατάς ομπρέλα και το αδιάβροχό σου έγινε για σένα ο μόνιμος σύντροφός σου. Κόλλησε στο σώμα σου επάνω και κάθε φορά που ο δυνατός άνεμος σου πετούσε με μανία τη βροχή, εσύ όλο και πιο πολύ μαζευόσουν κι έβαζες τα χέρια σου μπροστά στο πρόσωπό σου για να προστατευτείς.Ξέχασες.
Έμαθες, βλέπεις, να βαδίζεις με το κεφάλι σου σκυφτό. Κι έτσι μεγάλωσες κι έγινες ενήλικας. Ενήλικας και σκυθρωπός. Σιχαίνεσαι τη βροχή, μα για τα σύννεφα αδιαφορείς. Είναι που απέκτησε το βλέμμα σου το χρώμα τους κι έγινες ένα μ’ αυτά.Κι ενώ τα σύννεφα ξεσπούν και καταβρέχουν τον κόσμο όλο με την οργή τους, εσύ δεν έμαθες ακόμη να μιλάς. Εσύ σωπαίνεις. Εσύ υπομένεις. Εσύ δεν ξέρεις πια ποιος είσαι. Υπάρχεις, μα ζεις; Θυμάσαι τότε, μικρό παιδί, που ονειρευόσουν; Τότε που κάθε σου ανάσα μετρούσε σαν ζωή; Θυμάσαι τότε που έλεγες θα γίνω κάποιος άλλος;
Κοιτάζεις ποτέ, καμιά φορά, έτσι τυχαία, μέσα στον καθρέφτη; Βλέπεις το φάντασμα που από μικρός φοβόσουν και κρυβόσουν κάτω απ' τα σκεπάσματα για να μη σε βρει, πώς αντικατοπτρίζεται τώρα μες στο καθρέφτη σου;