Showing posts with label Παιδικές αναμνήσεις. Show all posts
Showing posts with label Παιδικές αναμνήσεις. Show all posts

Friday, 28 November 2025

Απορώ...

Απορώ πώς μεγάλωσα 
χωρίς αφυγραντήρα, 
μουρουνέλαιο Möller's 
και Βlack Friday...


Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Monday, 13 January 2025

Αναμνήσεις από το αποκλεισμένο σπίτι στο χωριό από τα χιόνια

Στους παλιούς χειμώνες τα πολλά χιόνια που έπεφταν στο χωριό προκαλούσαν μεγάλα προβλήματα στις αναγκαίες μετακινήσεις, στα σχολεία που έκλειναν για βδομάδες, στις απόμακρες στάνες, στις προμήθειες βασικών αναγκών της οικογένειας. 
Για μετακίνηση με αυτοκίνητο ούτε λόγος, κι όταν υπήρχε ανάγκη σε άρρωστο, αναλάμβαναν την επιχείρηση κάποιοι ψυχωμένοι νεαροί χιονοδρόμοι τυλιγμένοι με χοντρά μαλέτα, σκουφιά και κάπες. 
Μια φορά τουλάχιστον στη διάρκεια του χειμώνα αποκλειόμασταν από τον έξω κόσμο για μέρες με το πολύ χιόνι που έκλεινε τις πόρτες με τα ανεμοσούρια που συσσωρεύονταν σε μεγάλο ύψος μπροστά τους. 

Ένα πρωινό θυμάμαι πως ανοίξαμε την πόρτα και είδαμε έναν άσπρο τοίχο να φράζει την έξοδο. Τότε με φτυάρια και άλλα εργαλεία ανοίξαμε ένα τούνελ για να φτάσουμε ως την αυλή που ήταν η ξυλαποθήκη για να πάρουμε ξύλα για το τζάκι. 
Το χιόνι το κουβαλήσαμε με τσίγκινους τενεκέδες, τροβάδες και μπακράτσια μέσα από το σπίτι και το ρίχναμε έξω, από την πίσω πόρτα όπου είχε λιγότερο χιόνι, γιατί ο τοίχος του γειτονικού αχυρώνα έκοβε τον βορειοδυτικό ελατίσιο αέρα και δεν μαζευόταν ανεμοσούρι. 

Οι μεγάλοι όμως σε παλιότερες εποχές ήταν εξοικειωμένοι με τον χιονιά, ήξεραν από βαριούς χειμώνες κι έκαναν το κουμάντο τους στο σπίτι με τα απαραίτητα που κρατούσουν για πολύ καιρό. 

Έγκαιρα αποθήκευαν μεγάλες ποσότητες με τα αναγκαία για τη διαβίωση της οικογένειας: αλεύρι για το ψωμί που ψήναμε στη γάστρα στο τζάκι, όταν ο φούρνος της αυλής σκεπαζόταν με χιόνι, τραχανά, το νόστιμο και τονωτικό πρωινό μας, τυρί φέτα σε κάδες, λίπος (λίγδα) από το γουρούνι που έσφαζαν τα Χριστούγεννα, κρέας μέσα σε παγωμένη λίγδα, λουκάνικα κρεμασμένα στο κατώι, φασόλια, φακές και ρεβίθια, ξεραμένες τσουκνίδες για τις τσουκνιδόπιτες, κρασί και τσίπουρο, λίγο λάδι για εξαιρετικές περιπτώσεις. 

Οι κότες που ήταν προστατευμένες στον ζεστό αχυρώνα συνέχιζαν να γεννούν και μας προμήθευαν αυγά για τις συχνές ομελέτες ανακατωμένες με τηγανισμένα πράσα και λουκάνικα. 
Για θέρμανση είχαμε τα ξύλα, βελανιδιές, κέδρα και πουρνάρια, στο τζάκι που έκαιγε μέρα νύχτα. 
Το τζάκι χρησίμευε και για μαγειρείο, όπου οι νοικοκυρές ετοίμαζαν το μεσημεριάτικο φαγητό σε μεγάλες κατσαρόλες πάνω σε πυροστιές και τηγάνιζαν κρέατα, λουκάνικα και αυγά, συνήθως τα βράδια. 
Για φωτισμό τις νύχτες έφτανε το φως που έδιναν οι φλόγες από το τζάκι, βοηθητικά οι γκαζόλαμπες με λαμπογυάλι και οι απλές τσίγκινες με φιτίλι και όταν για οικονομία ή σωνόταν το γκάζι, το φωτιστικό πετρέλαιο, σε ώρα ανάγκης το δαδί, που ήταν σκίζες από κορμό πεύκου. 
Η μέρα περνούσε δύσκολα στο αποκλεισμένο σπίτι που δεν χωρούσε με τίποτα μια πολύτεκνη οικογένεια με ζωηρά παιδιά. Εμείς ήμασταν παιδιά του έξω και όλα τα παιχνίδια μας τα κάναμε στο ύπαιθρο. Για εσωτερικά επιτραπέζια παιχνίδια ούτε λόγος, και η όποια απασχόληση ήταν ανύπαρκτη. 
Εφτά αδέρφια σε ένα ισόγειο δωμάτιο, που ήταν το μοναδικό ζεστό, ήταν φρίκη. Τα δυο δωμάτια του ορόφου ήταν παγωμένα και οι μεγάλοι δεν μας εμπιστεύονταν να ανάψουμε μόνοι μας εκεί τζάκι σε ξύλινο πάτωμα από τον φόβο πυρκαγιάς. Τρωγόμασταν, μαλώναμε, ησυχάζαμε λίγο με τις φοβέρες και πάλι από την αρχή. 
Ηρεμούσε το σπίτι μόλις έπεφτε το σκοτάδι κι όλοι μαζί κατά σειρά κοιμόμασταν στρωματσάδα σκεπασμένοι με βαριές μάλλινες βελέντζες. 
Η απαντοχή μας ήταν να λήξει ο χιονένιος αποκλεισμός και να βγούμε έξω από το σπίτι που ήταν η ζωή μας. 
Το μεγαλύτερο πρόβλημα σε τέτοιες έκτακτες καιρικές καταστάσεις θυμάμαι ότι ήταν η τουαλέτα. 
Εμείς, ως παιδιά, ήμασταν συνηθισμένοι, εκεί στη δεκαετία του 1950, να αποπατούμε έξω, στα χωράφια, στον κήπο, στην άκρη της αυλής. 
Μέσα στο σπίτι δεν υπήρχε αποχωρητήριο κι ένα υποτυπώδες κοντά στον κήπο, χωρίς στέγη και απάνεμα παραπετάσματα, ήταν απροσπέλαστο στον χιονιά. Έτσι υποχρεωνόμασταν να κάνουμε την ανάγκη μας με άλλον τρόπο. 
Το κυρίως σπίτι συγκοινωνούσε με παραπόρτι με τον αχυρώνα όπου σε κακοκαιρία βάζαμε τα ζώα, ένα μουλάρι κι ένα γαϊδούρι. 
Εκεί πηγαίναμε κεφάτοι, με γέλια και πειράγματα, ήταν μια διέξοδος στην κλεισούρα, καθόμασταν ανακούρκουδα κατά σειρά και μερικές φορές κατά παράταξη δυο-τρεις μαζί, και αποπατούσαμε στο χωμάτινο δάπεδο σκεπασμένο με παχύ στρώμα άχυρου ανακατεμένο με σβουνιές, την κοπριά των ζώων. 
Στη συνέχεια με ένα φτυάρι τα πετούσαμε όσο γινόταν πιο μακριά έξω στο χιόνι. Οι καθημερινές απορρίψεις μαύριζαν την άσπρη επιφάνεια της αυλής, αν δεν καλύπτονταν από νέα χιονόπτωση. 
Το κατούρημα για τα αγόρια ήταν πιο διασκεδαστικό. 
Ανοίγαμε την κεντρική πόρτα και συναγωνιζόμασταν ποιος θα φτάσει πιο μακριά το καυτερό νερό και ποιος θα ανοίξει μεγαλύτερη τρύπα στο αχνιστό χιόνι. 
Όταν αργότερα ήρθε ο πολιτισμός στο χωριό και φτιάξαμε αναγκαστικά κανονικό αποχωρητήριο, κάποιοι από μας σε ανάλογους αποκλεισμούς, από πλάκα και νοσταλγία, προτιμούσαμε το παιδικό συνήθειο, γελώντας και δακρύζοντας συνάμα.
_______________________ 
 ~ O δημοσιογράφος Χρίστος Ζαφείρης θυμήθηκε τα παιδικά «χιονισμένα» χρόνια στο χωριό, την Κρανιά Ελασσόνας. kraneaelassonas.blogspot.com 

Friday, 27 December 2024

Ο χειμώνας γύρω από την ξυλόσομπα

Για δεκάδες χρόνια η ξυλόσομπα είχε χαθεί από το προσκήνιο. Επανήλθε τελευταία λόγω οικονομικής κρίσης
Υπήρχαν εποχές που η ξυλόσομπα ήταν μεγάλο απόχτημα. Προσπαθούσε να ζεστάνει τα σπίτια, που στα περισσότερα, από τις χαραμάδες στις πόρτες και στα παράθυρα άκουγες μέσα τον αέρα να σφυρίζει τα χειμωνιάτικα βράδια.
Εκτός από ζεστασιά δημιουργούσε θαλπωρή αφού όλη η οικογένεια ήταν συγκεντρωμένη τριγύρω της.
Πριν φτάσει στο σπίτι του φτωχού είχε ήδη φτάσει στο καφενείο του χωριού. 
Στα δικά μας χωριά αντικατέστησε το «τζάκι» και θεωρούνταν μεγάλη πρόοδος και εξέλιξη για την εποχή. Με τα ξύλα που δεν έλειπαν από κανένα σπίτι, εκτός ζεστασιά παρείχε μαγείρεμα και ψήσιμο.
«Τρόιρα στη σόμπα μαζώνουνταν παππούδια κι μπαρμπάδις, κι πάφα-πούφα μι τσι στριφτές τσιγάρις, ντουμάνιαζαν τουν τόπου.»
Διαβάστε εδώ τη συνέχεια της ξεκαρδιστικής ιστορίας που συνόδευε την παραπάνω φωτογραφία
Ελλάδα 1948, Φωτογραφία από Dimtri Kessel…
για το περιοδικό LIFE
Ελλάδα 1948, Φωτογραφία από Dimtri Kessel…
για το περιοδικό LIFE
Γύρω από την σόμπα… Στο Λουζέστι (σήμερα Ελάφι)
Καλαμπάκας το 1947
.
.
Οι φωτογραφίες, που δανειστήκαμε από το: Φωτογραφίες Μνήμες Παράδοση, αναφέρονται σε παλιότερες και πολύ δυσκολότερες εποχές.

Monday, 18 November 2024

Ψωμί, λάδι, αλάτι, ρίγανη, ζάχαρη!!

Βρέχαμε μια φέτα με νερό (όχι πολύ για να μην «παπαριάσει» και διαλυθεί) και μετά ρίχναμε πάνω της ζάχαρη. 
Η ζάχαρη νοτιζόταν απ’ το νερό και κολλούσε με πάθος γλυκό πάνω στη φέτα του ψωμιού. 
Κάθε δαγκωνιά ήταν και μια γεύση θεϊκής αμβροσίας!
Ήταν ακόμα η φέτα με το λάδι. 
Έριχνε η μάνα ή η γιαγιά λάδι με το ροΐ πάνω στη φέτα και μετά την «σπυραλάτιζε» (πόσες ωραίες παλαιές λέξεις έχουμε ξεχάσει), έριχνε δηλαδή από πάνω με τα τρία δάχτυλα (σαν που κάνουμε το Σταυρό μας) αλατάκι και τέλος και ρίγανη ξερή με τον ίδιο τρόπο. 
Αυτή η φέτα ήταν η πιο μερακλίδικη φέτα της ιστορίας στο φαγητό του δρόμου και της αλάνας! 
Δεν ξέρω αν έχει υπάρξει ποτέ καλύτερη παρέα από τούτους τους τέσσερις καλούς φίλους: Το ψωμί, το λάδι, το αλάτι και τη ρίγανη! Φέτα τη φέτα, μεγαλώσαμε, γίναμε κι εμείς «κάποιοι», φάγαμε και χορτάσαμε και μπουχτίσαμε την αφθονία, αλλά πάντα είμαστε ακόμα πεινασμένοι για κείνες της φέτες του ψωμιού, που μας έζησαν σαν παιδιά! 
Δεν τις χορτάσαμε ποτέ, τίποτε σημερινό δεν μπορεί να τις παραβγεί και να τις αντικαταστήσει!

από fb, Άρωμα Γυναίκας
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Thursday, 25 July 2024

Τότε που λαχταρούσαμε την «τρόικα» και τρώγαμε πατούσες!! - Τα παγωτά της παιδική μας ηλικίας.

Βάζω στοίχημα πως σαν παιδιά είχαμε φάει
περισσότερα παγωτά μπανάνα, από ότι φρούτα.
Απλό, αλλά εντυπωσιακό.
Του Λευτέρη Σαββίδη

Η διαδρομή γνωστή: θάλασσα, κατάστημα, ψυγείο, παγωτό. Την ώρα που βουτούσες μέσα σε ένα τεράστιο ψυγείο για να βρεις το αγαπημένο σου παγωτό, βίωνες μια στιγμή στον παράδεισο. Πόση ευτυχία μπορούσε να προσφέρει ένα απλό παγωτό; Μόνο όταν το βιώσεις ως παιδί μπορείς να το συνειδητοποιήσεις.
Τα παγωτά των παιδικών μας χρόνων ήταν πιο απλά και ταυτόχρονα πιο εντυπωσιακά. Από την πατούσα και τη μπανάνα, στις απίθανες γρανίτες, τους πελώριους πύργους και όλα εκείνα τα παγωτά που βρίσκαμε στα ψυγεία όταν ήμασταν παιδιά. 
Μαζί με τη μπανάνα, εκεί στο ψυγείο της ΕΒΓΑ, υπήρχε και η πατούσα.
Με φράουλα αυτή. Ε, πάντα ένας έπαιρνε το ένα και ο άλλος το άλλο.
Φτιάξαμε μια λίστα με εκείνα που έμειναν ανεξίτηλα στο μυαλό μας από τότε που τα παγωτά κυκλοφορούσαν μόνο τους καλοκαιρινού μήνες.  
Κάποια κυκλοφορούν και σήμερα, ενώ άλλα παραμένουν απλά μια γλυκιά ανάμνηση.
Τσέκαρε τη λίστα και ψήφισε εκείνο που θυμάσαι πιο έντονα από τότε που ήσουν παιδί:
..................
περισσότερα εδώ: eccefpolis

Friday, 28 June 2024

Πώς έφτιαχναν παλιά τα παγωτά οι παγωτατζήδες;

Κάποτε, για να φάει κανείς παγωτό, έπρεπε να περιμένει να ακούσει τον παγωτατζή της γειτονιάς να περνά από το δρόμο του.
Με το τρίτροχο ποδήλατο ή το μηχανοκίνητο καροτσάκι, ο παγωτατζής έκανε μία βόλτα στα δημοτικά σχολεία, στις εκκλησίες τις Κυριακές, στα πανηγύρια και όπου ήξερε πως θα βρει πολύ κόσμο.

Πώς έφτιαχναν όμως τότε τα παγωτά; 
Απλά και νόστιμα. 
Έβραζαν το γάλα, προσθέτοντας ζάχαρη, αυγά, κακάο ή βανίλια.

Όταν πλέον είχε βράσει το μείγμα τους, το τοποθετούσαν σε μεταλικό κάδο ο οποίος ήταν μέσα σε ένα ξύλινο βαρέλι. 


Ανάμεσα στο βαρέλι και στον κάδο υπήρχε πάγος για να το κρατά κρύο. Συνέχιζαν να ανακατεύουν το μείγμα μέχρι να πήξει.
Έπειτα φόρτωναν το βαρέλι στη καρότσα τους και έπαιρναν δρόμο για να συναντήσουν τους πελάτες τους. 
Κατά διαστήματα έριχναν κομμάτια πάγου εξωτερικά για να μη λιώσει το παγωτό. 
Έτσι πήγαιναν από δρόμο σε δρόμο και από γειτονιά σε γειτονιά για να γεμίσουν τα χωνάκια τους με τη δροσερή νοστιμιά που όσοι είχαν προλάβει να φάνε, θυμούνται ακόμη...
🍦🍦🍦
(πληροφορίες από το Ινστιτούτο Ανάπτυξης Επιχειρηματικότητας (ΙΝ.ΑΝ.ΕΠ.)

e-daily

Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Wednesday, 26 June 2024

Μπάνιο στη σκάφη!…

Πριν μερικές δεκαετίες στα σπίτια δεν υπήρχε ούτε νερό, ούτε μπανιέρα. Οι νοικοκυρές έπρεπε να φέρουν νερό από την τουλούμπα της γειτονιάς, για να μαγειρέψουν και να κάνουν μπάνιο τα παιδιά, συνήθως Σάββατο.
Ναι το έζησα…. Το πρόλαβα…
Κείμενο: Βασιλική Παπουτσάκη

Όταν τυχαία είδα αυτή τη φωτογραφία, μου ήρθαν μνήμες στο νου.
Σάββατο, οπωσδήποτε Σάββατο, ζέσταινε ή μάνα μου νερό στο μπουγαδοτσίκαλο. 

Ύστερα, το έβαζε στον κουβά, έριχνε και κρύο να μη μας ε-κάψει (μέχρι να ξεκινήσει βέβαια αυτό είχε παγώσει). Στην καλύτερη περίπτωση το χειμώνα άναβε η ξυλόσομπα. 
Πρώτα σκύφταμε και μας έλουζε με πράσινο σαπούνι τα μαλλιά, ρίχνοντας νερό με το κουμαράκι, (νομίζω ότι τα ξέπλενε ελαφρώς... γιατί που να φτάξει το νερό).
Μετά, στο ίδιο νερό μπαίναμε τσιτσίδι. Μας έτριβε την πλάτη πάλι με πράσινο σαπούνι. Ο ζόρες ήταν τα γόνατα και οι αγκώνες που ήταν μέσα στην κάσα* .... Ολοκάσαστοι ήμασταν ειδικά το καλοκαίρι που γυρίζαμε και παίζαμε πέρα πόδε. 

Το σαπούνι που χρησιμοποιούσαμε, ήταν αυτό που έμενε αφού έλιωνε κατά το ήμισυ, της μπουγάδας αλλά και όταν αυτό γινόταν πολύ μικρό, με άλλα μικρά σαπουνάκια,(αποσαπουνίδες) τα τυλίγαμε σ΄ένα πανάκι και μ΄αυτό λουζόμασταν…ήταν και το σφουγγαράκι μας! Αν έμπαινε το σαπούνι στα μάθια , ήτανε ξεκαπυρωμένα μια νε-βδομάδα.
Συνήθως είχαμε και θεατές τα άλλα μέλη της οικογένειας ή και καμιά γειτόνισσα. Ήταν τόσο φυσιολογικό που δεν αντιδρούσε (νομίζω ) κανείς. Μετά βάζαμε μια ολιά αλάτσι στην κεφαλή για τη γλωσσοφαγιά, γιατί λέει τσι λουσμένους τσι πιάνει πια εύκολα το κακό μάτι.
Γεννημένη σε ορεινό χωριό, όταν μετακομίσαμε στη Χώρα, (Ηράκλειο), σε αστικό σπίτι με μπανιέρα, (με γαλάζια πλακάκια και θερμοσίφωνο) ήταν τέτοια η έκπληξή μου αλλά και η άγνοιά μου, που νόμιζα ότι αυτή ήταν η θάλασσα. Το δε ντουζ ήταν το τηλέφωνο. Έτσι μου το΄λεγε η μάνα μου.
Πια καλά είναι εδά…. Με το ηλιακό, την μπανιέρα, το αφρόλουτρο, το σαμπουάν, τα ατομικά σφουγγαράκια,...
την ιδιωτικότητα βρε αδερφέ

Πηγή: iscreta

* βρωμιά, μπίχλα

Thursday, 13 June 2024

Φερνάντο Πεσσόα - Έχουμε όλοι δυο ζωές

«Έχουμε όλοι δυο ζωές:
Την πραγματική, αυτή που ονειρευόμαστε
Στην παιδική μας ηλικία, αυτή
Που συνεχίζουμε να ονειρευόμαστε, μεγάλοι,
Στο βάθος της ομίχλης
Και την ψεύτικη, αυτή που ζούμε
Στις συναλλαγές μας με τους άλλους.
Που είναι η πρακτική, η χρήσιμη,
Αυτή που την τελειώνουμε στο φέρετρο.
Στην άλλη δεν υπάρχουν φέρετρα, θάνατοι,
Μόνο εικόνες των παιδικών μας χρόνων:
Μεγάλα βιβλία χρωματιστά, για να δεις κι όχι για να διαβάσεις
Μεγάλες σελίδες χρωματιστές, για να θυμάσαι αργότερα.
Στην άλλη είμαστε εμείς,
Στην άλλη ζούμε.
Σ’ αυτή πεθαίνουμε, και ζωή σημαίνει αυτό ακριβώς.
Αυτή τη στιγμή, λόγω αηδίας, ζω στην άλλη…»

Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Thursday, 30 May 2024

Ποδόσφαιρο στην αλάνα, «καραβολίδες» και στα τρία κόρνερ πέναλτι...

Ξεσκονίζοντας τις προάλλες την αποθήκη μου, έπεσα πάνω σε ένα κιτρινισμένο τετράδιο που στο εξώφυλλο είχε κολλημένα ξεθωριασμένα αυτοκόλλητα της Panini με παίκτες που αγωνιζόντουσαν στο ελληνικό πρωτάθλημα στις αρχές της δεκαετίας του ’90.
 
Το άνοιξα με ανυπομονησία για να δω και τα υπόλοιπα αυτοκόλλητα της τότε συλλογής μου, αλλά έπεσα πάνω σε κάτι που δεν περίμενα.
Στην πρώτη σελίδα έγραφα “Πρωτάθλημα 1993-1994”. 
Δεν επρόκειτο για το πρωτάθλημα της τότε Α’ Εθνικής, αλλά όπως μαρτύρησαν οι επόμενες σελίδες του τετραδίου, για ένα πρωτάθλημα μεταξύ των δύο ομάδων που είχαμε φτιάξει στην 5η δημοτικού.
Υπήρχαν γραμμένα τα ονόματα των συμμαθητών μου και πλάι τους τα γκολ που είχαν πετύχει σε κάθε αγώνα, ενώ υπήρχε και ένας πίνακας με τη βαθμολογία των δύο ομάδων. 
Τότε η νίκη έδινε ακόμα δύο βαθμούς και η ισοπαλία έναν. 

Στην επόμενες σελίδες υπήρχαν και άλλα αντίστοιχα “πρωταθλήματα”, ενώ στη μέση του τετραδίου υπήρχε γραμμένος ένας άλλος τίτλος: “Άλλα σχολεία”. Εκεί είχα περάσει τα αποτελέσματα των αγώνων του δικού μας κόντρα στα υπόλοιπα σχολεία της γειτονιάς.
Υπήρχαν σελίδες με τα ονόματα των παιδιών του κάθε σχολείου και πλάι σε αυτά το πόσο καλή μπάλα ήξερε κάθε παιδί και μια υποσημείωση για το δυνατό του σημείο, σε ένα άτυπο σκάουτινγκ της εποχής.
Συνέχισα να ξεφυλλίζω το τετράδιο και έπεσα πάνω σε ακατάλυπτα συστήματα και σε σημειώσεις με τα man-to-man κάθε αγώνα. Man-to-man που θεωρητικά έπρεπε να ακολουθήσουν όλοι οι παίκτες της ομάδας.
Ήθελα να το ζήσω ξανά όλο αυτό. Για κλάσματα δευτερολέπτου φαντάστηκα πως πήγαινα στο σταθερό μου να πάρω τηλέφωνο τον “Μπούμπη”, τον “Τσίλια” και τον “Σαλάτα” για να τους δώσω ραντεβού στις 4 στην πλατεία. “Πάρτε και τον “Ποντικό” και πείτε του να μην ξεχάσει να φέρει την μπάλα”…
Κάποτε παίρναμε μια μπάλα, μαζευόμασταν σε μια αλάνα, πλατεία, σχολείο και παίζαμε ένα διπλό από το μεσημέρι, μέχρι να νυχτώσει. Αυτοί οι ποδοσφαιρικοί «μαραθώνιοι» διέπονταν από κάμποσους κανόνες και είχαν αρκετά χαρακτηριστικά, που τους καθιστούσαν μοναδικούς και τους θυμόμαστε ακόμα με νοσταλγία. 
Το «γήπεδο» και η μπάλα
Τα βασικά μέρη που δίνονταν τα ποδοσφαιρικά ραντεβού ήταν προαύλια σχολείων, πλατείες, δρόμοι, γήπεδα μπάσκετ και αλάνες. Τα γήπεδα 5×5 αποτελούσαν ακόμα σενάριο επιστημονικής φαντασίας.
Το γεγονός ότι θα παίζαμε ποδόσφαιρο δεν σήμαινε απαραίτητα ότι θα είχαμε και μπάλα ποδοσφαίρου. Ποιος δεν έχει παίξει με πατημένο κουτάκι από αναψυκτικό; Όχι, όμως, πατημένο όπως να ναι. 
Υπήρχε συγκεκριμένη τεχνική, ώστε το κουτάκι να είναι κατάλληλο για ποδόσφαιρο. 
Έπρεπε να έχει πατηθεί εντελώς κάθετα και να μην είναι στραβό, ώστε να μπορεί να τσουλάει και να αντέχει.
Κάποιες φορές και ειδικά τα καλοκαίρια όλο και κάποιο μπαλάκι του τένις ή κάποια μπάλα του βόλεϊ θα είχε ξεμείνει από την οικογένεια κάποιου από την παραλία, με αποτέλεσμα να αναβαθμίζεται αισθητά το παιχνίδι μας.
Σαν εναλλακτική υπήρχαν και κάποιες μεγάλες μπάλες που πουλούσαν τα περίπτερα της γειτονιάς και είχαν πάνω τα σήματα μεγάλων ομάδων, γνωστές και ως «αερόμπαλες», αφού από τη στιγμή που σούταρες, ο αέρας ήταν εκείνος που αποφάσιζε την κατάληξή του σουτ.
Υπήρχαν και εκείνες οι ευλογημένες μέρες που η παρέα είχε στη διάθεση της κάποια κανονική, ποδοσφαιρική μπάλα. 
Μία «Select», μια «Mitre» ή κάποια που είχε δέρμα τέλος πάντων. Τότε τα πράγματα σοβάρευαν. Η αδρεναλίνη χτυπούσε κόκκινο και το παιχνίδι είχε την ένταση και το πάθος που θα ζήλευε και ένας τελικός Champions League.
Να παίζεις ποδόσφαιρο με μπάλα της οποίας έχουν φύγει οι ραφές και περισσεύει η σκασμένη σαμπρέλα, αξία ανεκτίμητη.
Ο κάτοχος της μπάλας
Το παιδί που διέθετε την μπάλα ήταν για την παρέα ό,τι ο Πλατινί για την UEFA. Μπορούσε σχεδόν να ορίσει τους κανόνες του παιχνιδιού από την αρχή και όχι μόνο δεν έβρισκε αντιδράσεις από τους υπόλοιπους, αντιθέτως μάλιστα τον είχαμε στα όπα όπα.
Αυτός όριζε την ώρα που θα ξεκινήσει, αλλά και θα τελειώσει το παιχνίδι και όλοι μαζευόμασταν και το «διαλύαμε» με βάση το πρόγραμμά του. 
Αν μάλιστα τον έφερνε ο πατέρας του, καλοπιάναμε και εκείνον, προκειμένου να αφήσει τον φίλο μας να κάτσει περισσότερο. Δεν ήταν λίγες οι φορές που παρακαλούσαμε τον πατέρα να μας αφήσει την μπάλα με υποσχέσεις ότι θα την προσέχαμε σαν τα μάτια μας και θα του την επιστρέφαμε σώα την επομένη.
Τα προνόμια του κατόχου της μπάλας πολλές φορές επεκτείνονταν στο να μπορεί να διαλέξει τους συμπαίκτες του, ακόμα και αν δεν του χαμε κάνει ποτέ ξανά αυτή τη χάρη, αφού στην πραγματικότητα ήταν τελείως άμπαλος. 

Ο ορισμός του τέρματος
Στα γήπεδα που αγωνιζόμασταν μικροί είναι προφανές ότι δεν υπήρχαν τέρματα. Αν υπήρχαν, μάλλον δεν θα είχε και κανένα λόγο ύπαρξης το παρόν κείμενο.
Επομένως, πριν από κάθε αγώνα ορίζαμε νοητά το τέρμα. 
Τα κάθετα δοκάρια μπορούσαν να οριστούν με διάφορους τρόπους. Με σχολικές τσάντες, με πέτρες, με νοητά σημάδια από γκράφιτι σε κάποιο τείχο, με τις βάσεις από μπασκέτες, με ό,τι μπορείς να φανταστείς.
Για να 'ναι ίσα τα τέρματα μετρούσαμε βηματάκια, ενώ ήταν άπειρες οι φορές πριν από κάποιο, πέναλτι, κόρνερ ή φάουλ που ο εκάστοτε τερματοφύλακας αναπροσάρμοζε τις διαστάσεις του τέρματός του.
Η μαγεία, όμως, είχε να κάνει με τον ορισμό του οριζόντιου δοκαριού. Τις περισσότερες φορές το οριζόντιο δοκάρι ήταν μέχρι εκεί που έφτανε να πηδήξει ο τερματοφύλακας. Όταν, λοιπόν, ο τερματοφύλακας «έτρωγε» κάποιο γκολ με σουτ που πήγαινε ψηλά, ξεκινούσε καβγάς για το πού βρισκόταν το οριζόντιο δοκάρι, συνοδευόμενος από ταυτόχρονα πηδηματάκια με τεντωμένα χέρια από όλους μας για να δείξουμε ότι δεν φτάναμε το σημείο από το οποίο πέρασε η μπάλα. 

Πώς χωριζόμασταν σε ομάδες
Πριν μπουν τα «αριθμάκια» στη ζωή μας, είχαμε έναν πιο ευφάνταστο τρόπο για να ορίζουμε τις ομάδες. Δυο παιδιά, συνήθως οι καλύτεροι παίκτες ή ο κάτοχος της μπάλας, στεκόντουσαν ο ένας απέναντι στον άλλο και έκαναν «βηματάκια» για να δουν ποιος θα διαλέξει πρώτος παίκτη.
Θυμάστε τι ήταν τα βηματάκια; Στεκόντουσαν τα δύο παιδιά, το ένα απέναντι στο άλλο σε εύλογη απόσταση και έλεγαν εναλλάξ ονόματα ποδοσφαιρικών ομάδων ή παικτών. Για κάθε συλλαβή της λέξης που έλεγαν έκαναν και ένα βήμα προς τον «αντίπαλο». Όποιος πατούσε πρώτος τον αντίπαλό του, είχε το bonus να διαλέξει πρώτος παίκτη. Κι αν νομίζεις πώς τα «βηματάκια» ήταν κάτι τυχαίο, είσαι γελασμένος.
Υπήρχε τακτική, αφού χρησιμοποιούσαμε και πλαγιαστά «βηματάκια» προκειμένου να μείνουμε μακριά από τον αντίπαλο, αν θεωρούσαμε πως θα μας πατούσε πρώτος.
Αφού έβγαινε ο νικητής της παραπάνω διαδικασίας, συνήθως επέλεγε τον καλύτερο παίκτη ή αυτόν που ξέραμε πως θα κάτσει τερματοφύλακας σε όλο τον αγώνα χωρίς να γκρινιάξει και χωρίς να ζητήσει να παίξει καθόλου μέσα.
Όσον αφορά τον τερματοφύλακα, αν δεν υπήρχε κάποιος που θα καθόταν με την θέλησή του -πράγμα σπάνιο- τότε μπαίναμε όλοι τέρμα μέχρι να φάμε ένα γκολ. Επειδή, κάποιοι το έτρωγαν επίτηδες για να ξαναμπούν γρήγορα μέσα, βάζαμε άλλους κανόνες όπως «φάμε-βάλουμε δύο» ή χρονομετρούσαμε τη θητεία του καθενός στο τέρμα. Αν ο αριθμός των παιδιών ήταν μονός, η ομάδα με το πιο αδύναμο «ρόστερ» έπαιρνε τον παίκτη παραπάνω. 

Όταν χάναμε την μπάλα
Πόσες φόρμες και σορτσάκια έχουν σκιστεί στην προσπάθεια μας να φτάσουμε με τα πόδια την μπάλα που είχε καρφωθεί κάτω από κάποιο αυτοκίνητο ή είχε μπει σε κάποιο χώρο που έπρεπε να πηδήξουμε ένα συρματόπλεγμα;
Πόσες κλωτσιές έχουμε ρίξει ομαδικά στους κορμούς δέντρων για να πέσει η μπάλα που είχε σφηνώσει σε κάποιο κλαδί; 
Τις περισσότερες φορές τα παραπάνω γινόντουσαν ενώ φωνάζαμε εν χορώ: «πού ναι η μπάλα, οέο πού ναι η μπάλα».
Επίσης, άπειρες ήταν οι φορές που η μπάλα πήγαινε σε συγκεκριμένο μπαλκόνι ή έσπαγε τα ποτήρια στα τραπέζια συγκεκριμένης κάθε φορά καφετέριας και εμείς παρακαλάγαμε τον ιδιοκτήτη να μας την δώσει πίσω και υποσχόμασταν για χιλιοστή φορά πως η συγκεκριμένη ήταν η τελευταία που συνέβαινε κάτι τέτοιο. 

Το λεξικό του ποδοσφαίρου

Υπήρχαν μια σειρά από φράσεις και λέξεις που λέγαμε όσοι παίζαμε μπάλα που δεν καταλάβαινε κανείς πλην των συμμετεχόντων.
Φυσικό εμπόδιο: Την συγκεκριμένη φράση την αναφέραμε όταν παίζαμε ποδόσφαιρο σε κάποια πλατεία και η μπάλα έπεφτε σε κάποιον διερχόμενο. 
Λέγοντας «φυσικό εμπόδιο» εννοούσαμε πως το παιχνίδι συνεχίζεται κανονικά, αφού το να συμβεί κάτι τέτοιο ήταν αναμενόμενο.
Περίπτερο/καφενείο: Έτσι αποκαλούσαμε τον παίκτη που ελλείψει offside άραζε στην άμυνα του αντιπάλου και δεν το κουνούσε αν δεν ερχόταν η μπάλα στα πόδια του. Προφανώς, το «καφενείο» δεν γυρνούσε ποτέ στην άμυνα.
Παγκότερμα / μπακότερμα: Όχι, δεν είναι ανακάλυψη του Νόιερ. «Παγκότερμα» είχαμε συνήθως όταν στο τέρμα καθόταν κάποιος πολύ καλός παίκτης ή κάποιος που βαριόταν να κάτσει τέρμα. Επομένως όταν η ομάδα του ήταν στην επίθεση έβγαινε και αυτός μπροστά, διατηρώντας ταυτόχρονα την ιδιότητα του τερματοφύλακα.
Γκελάκια/αγγελάκια/ποδαράκια: Με αυτή τη λέξη εννοούσαμε τα χτυπήματα που μπορούσε να κάνει κάποιος με την μπάλα χωρίς να πέσει εκείνη στο έδαφος. Δεν ήταν λίγες οι φορές που κάναμε διαγωνισμό για το ποιος έκανε τα περισσότερα.
Καραβολίδα: Το πάρα πολύ δυνατό σουτ. Υπήρχε μάλιστα ο άγραφος κανόνας σύμφωνα με τον οποίο απαγορεύονταν οι «καραβολίδες» από κοντά, κυρίως μετά από απαίτηση του άτυχου που τον έβαζαν πάντα τέρμα. Παραβίαση του συγκεκριμένου κανόνα ήταν λόγος για καβγά.
Ξερόμυτο: Το πολύ δυνατό σουτ που γινόταν με την μύτη του παπουτσιού.
Μπεκάτσα/τσαρούχι/στα περιστέρια: Το πολύ άστοχο σουτ που δεν έβρισκε στόχο και θεωρητικά πήγαινε στα πουλιά.
 
Οι κανόνες
Το γεγονός ότι παίζαμε ποδόσφαιρο, δεν σημαίνει πως οι κανόνες ήταν δεδομένοι. Προφανώς δεν υπήρχε offside, ενώ ένα ξακαθάρισμα που κάναμε από την αρχή του ματς ήταν το αν θα παίζαμε με «τους παλιούς ή με τους καινούργιους κανόνες». Το γεγονός ότι στην προηγούμενη πρόταση χρησιμοποιούσαμε πληθυντικό δεν είχε απολύτως κανένα νόημα, αφού στην ουσία ο μοναδικός κανόνας που άλλαζε ήταν το «έμμεσο».
Σύμφωνα με τους παλιούς κανόνες, μπορούσαμε να γυρίσουμε την μπάλα στον τερματοφύλακα και εκείνος να την πιάσει με τα χέρια, χωρίς να καταλογιστεί έμμεσο. Ενώ, με βάση τους καινούργιους, δεν μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο.
Δεν μετράνε οι σπόντες: Ο συγκεκριμένος κανόνας έβρισκε εφαρμογή σε γήπεδα που περιλάμβαναν τείχους, όπως τα προαύλια σχολείων. Με αυτό τον κανόνα ξεκαθαρίζαμε το κατά πόσο θα μπορούσαμε να ντριμπλάρουμε κάνοντας σπόντες με τον τοίχο.
Στα τρία κόρνερ πέναλτι: Αυτός ο κανόνας αφορούσε τα μονά και συνέβαινε αυτό ακριβώς που περιγράφει. Όταν μια ομάδα έβγαζε την μπάλα τρεις φορές άουτ, οι αντίπαλοι χτυπούσαν πέναλτι.
«Αυτό δεν το είχαμε πει από την αρχή»: Η ατάκα αυτή λειτουργούσε ως κανόνας πάνω από τους κανόνες. Αν για παράδειγμα δεν είχαμε ξεκαθαρίσει από την αρχή αν θα παίζαμε π.χ. με σπόντα ή χωρίς, μόλις κάποιος έλεγε αυτή την ατάκα έθετε θέμα για τους κανόνες του παιχνιδιού από εκείνη τη στιγμή και μετά. Συνήθως ήταν λόγος για να ξεσπάσει σύρραξη στο γήπεδο. 

Η «φάση»
Η συγκεκριμένη λέξη αποτελεί την πιο «δημιουργική ασάφεια» του ποδοσφαίρου των παιδικών μας χρόνων. 
Όταν το παιχνίδι έφτανε χρονικά προς την λήξη του, η ομάδα που καιγόταν να ισοφαρίσει ή να πλησιάσει στο σκορ άρχιζε να φωνάζει «φάση».
Λέγοντας «φάση» στην ουσία εννοούσε πως έπρεπε να γίνει ακόμα μια φάση πριν να ολοκληρωθεί το παιχνίδι. Ποτέ, όμως, δεν είχε διευκρινιστεί με σαφήνεια αν η φάση τελείωνε όταν η μπάλα έβγαινε άουτ, πλάγιο, γινόταν φάουλ ή έμπαινε γκολ.
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα πολλές φορές η «φάση» να πλησιάζει σε διάρκεια ολόκληρο το μέχρι τότε παιχνίδι. Κατά τη διάρκεια της «φάσης» έχουν μπει τα πιο επικά γκολ, έχουν γίνει οι πιο εντυπωσιακοί πανηγυρισμοί και έχει πέσει το περισσότερο ξύλο στην ιστορία του ποδοσφαίρου της «αλάνας». 

Τα παιχνίδια
Πέρα από το κλασικό «διπλό» υπήρχε μια σειρά ποδοσφαιρικών παιχνιδιών που παίζαμε είτε για «ζέσταμα» είτε γιατί δεν μαζευόμασταν ο απαραίτητος αριθμός ατόμων για «διπλό’.
Πασούλες και σουτ: Μέχρι να μαζευτούμε για να αποφασίσουμε τι θα παίξουμε, όσοι είχαν πάει νωρίτερα στο «γήπεδο» έκαναν πάσες και σούταραν στον τερματοφύλακα. Τόσο απλό!
Μονό ή μονάκι: Στο μονό συνήθως συμμετείχαν 3 ή 5 άτομα.
Ένας εναντίον ενός ή δύο εναντίον δύο και ένας τερματοφύλακας. Το παιχνίδι ξεκινούσε με τον τερματοφύλακα να έχει γυρισμένη την πλάτη προς τους παίκτες και να τους πετάει την μπάλα στα τυφλά για λόγους αξιοκρατίας. Στο μονό έβρισκε εφαρμογή ο κανόνας «στα τρία κόρνερ πέναλτι».
Ένας άλλος κανόνας που ίσχυε στο μονό ήταν πως για να μετρήσει ένα γκολ θα έπρεπε η μια ομάδα να έχει περάσει τουλάχιστον έναν από τους αντιπάλους. Ο μοναδικός τρόπος για να μετρήσει το γκολ χωρίς να περάσεις τον αντίπαλό σου ήταν να βάλεις γκολ απευθείας από την επαναφορά του τερματοφύλακα, χωρίς εκείνη να έχει προλάβει να ακουμπήσει στο έδαφος.
Πρωταθληματάκια: Όταν υπήρχαν πολλά άτομα, αλλά βαριόμασταν να παίξουμε διπλό, χωριζόμασταν σε ομάδες των δύο ατόμων και παίζαμε knock-out μονάκια, μέχρι να αναδειχθεί ο πρωταθλητής.
Γερμανικό/άγια: Για το παιχνίδι αυτό χρειαζόταν ένας τερματοφύλακας και δύο έως τέσσερις παίκτες (παραπάνω δεν ήταν βολικό). Σε αυτό το παιχνίδι έπρεπε να σκοράρεις μετά από πάσα χωρίς η μπάλα να πέσει στο έδαφος. 
Ανάλογα με τον τρόπο που θα έβαζες το γκολ έπαιρνες και πόντους. Για απλό σουτ έπαιρνες έναν πόντο, για κεφαλιά δύο, για ψαλιδάκι -λέμε τώρα- πέντε.
Αφιερωμένο σε όσους συνεχίζουν να παίζουν σε αλάνες. 

Friday, 19 January 2024

Μικρέ μου άνθρωπε, θυμάσαι τα όνειρα που έκανες ως παιδί;

Θυμάσαι τα όνειρα που έκανες μικρός; Τότε που ίσα που φαινόσουν απ' τη γη μα που νόμιζες πως αν σήκωνες το χέρι σου ψηλά, θα άγγιζες τον ουρανό; Θυμάσαι τότε που ονειρευόσουν να πετάξεις; 
Ήθελες, λέει, να είχες φτερά στην πλάτη σου σαν αυτά τα μικροσκοπικά σπουργιτάκια που χτυπούσαν ρυθμικά το παράθυρό σου το χειμώνα. 
Ήθελες, λέει, να δεις τη γη από ψηλά, κι ακόμη, κι όταν έβρεχε, χιόνιζε, φυσούσε, εσύ τα φτερά σου δε θα τα έκλεινες.
Το βλέπεις ποτέ στα όνειρά σου εκείνο το παιδί; Το θυμάσαι έστω και λίγο; Κοίτα, περνάει μπροστά σου τώρα μόλις σαν εικόνα. Ανέμελο να παίζει στο βρεγμένο χώμα. Μόλις σταμάτησε η βροχή κι εκείνο θέλησε να χτίσει ένα κάστρο. Και τα κατάφερε, το έχτισε! Και τώρα δα θαρρεί πως είναι ένας πρίγκιπας που κατοικεί στο κάστρο τούτο.
Κοίτα πώς τρέχει ξέγνοιαστο δίχως να νοιάζεται για τη μητέρα του που μέσα απ' το ανοιχτό παράθυρο του επισημαίνει πως θα κρυολογήσει. Μα, τι το νοιάζει; Αυτό έχει ήδη δει χιλιάδες σχέδια να σχηματίζονται απ' τα σύννεφα στον ουρανό. Φαντάζεται πώς θα ήταν να περπατάει επάνω και πόσο άνετα θα ήταν για κρεβάτι του. 
Κι άρχισε, κιόλας, να ψιχαλίζει πάλι. Αργά-αργά, χαρούμενες, πολύχρωμες σταγόνες πέφτουν επάνω στα κιτρινισμένα φύλλα αφήνοντάς τους επάνω χάδια νοσταλγικά πριν να γλιστρήσουν και πέφτοντας κάτω να γίνουν ένα με τη γη. 
Κι εκείνο το παιδί σηκώνει τα χέρια, ανοίγει τις παλάμες και γέρνοντας το κεφάλι προς τα πίσω ανοίγει το στόμα να γευτεί τις ψιχάλες.

Έχει άρωμα η βροχή, έχει υφή, έχει γεύση. Το νιώθει παντού στο μικροσκοπικό κορμάκι του. Στο βρεγμένο του προσωπάκι του και στις μικρές παλάμες του που έχουν γεμίσει με σταγόνες. Κλείνει τα μάτια δυνατά, όσο το δυνατόν σφιχτότερα κι ονειρεύεται.
Ώσπου, άνοιξες τα μάτια μια μέρα ξαφνικά κι ήσουν μεγάλος. Φτερά δε φύτρωσαν στη πλάτη σου και κάθε σύννεφο στον ουρανό σου φάνταζε ενοχλητικό. Έμαθες, όταν βρέχει, να κρατάς ομπρέλα και το αδιάβροχό σου έγινε για σένα ο μόνιμος σύντροφός σου. Κόλλησε στο σώμα σου επάνω και κάθε φορά που ο δυνατός άνεμος σου πετούσε με μανία τη βροχή, εσύ όλο και πιο πολύ μαζευόσουν κι έβαζες τα χέρια σου μπροστά στο πρόσωπό σου για να προστατευτείς.
Ξέχασες. 
Ξέχασες τότε που ονειρευόσουν και τώρα πια, αν θα σε ρωτήσω, τι χρώματα έχει ο ουρανός έπειτα από σκέψη θα μου απαντήσεις. Δε θα θυμάσαι, γιατί έπαψες να τον κοιτάζεις. Κι ίσως, αυτά που θα μου πεις λάθος να είναι. Μάλλον, θα φταίει που κάθε φορά που βρέχει εσύ τον κοιτάζεις μέσα από παράθυρα μονάχα. Κι αν είσαι έξω, ποτέ δεν τον παρατηρείς.
Έμαθες, βλέπεις, να βαδίζεις με το κεφάλι σου σκυφτό. Κι έτσι μεγάλωσες κι έγινες ενήλικας. Ενήλικας και σκυθρωπός. Σιχαίνεσαι τη βροχή, μα για τα σύννεφα αδιαφορείς. Είναι που απέκτησε το βλέμμα σου το χρώμα τους κι έγινες ένα μ’ αυτά.
Κι ενώ τα σύννεφα ξεσπούν και καταβρέχουν τον κόσμο όλο με την οργή τους, εσύ δεν έμαθες ακόμη να μιλάς. Εσύ σωπαίνεις. Εσύ υπομένεις. Εσύ δεν ξέρεις πια ποιος είσαι. Υπάρχεις, μα ζεις; Θυμάσαι τότε, μικρό παιδί, που ονειρευόσουν; Τότε που κάθε σου ανάσα μετρούσε σαν ζωή; Θυμάσαι τότε που έλεγες θα γίνω κάποιος άλλος;

Να σε ρωτήσω, όμως, και κάτι άλλο θέλω: 
Κοιτάζεις ποτέ, καμιά φορά, έτσι τυχαία, μέσα στον καθρέφτη; Βλέπεις το φάντασμα που από μικρός φοβόσουν και κρυβόσουν κάτω απ' τα σκεπάσματα για να μη σε βρει, πώς αντικατοπτρίζεται τώρα μες στο καθρέφτη σου; 
Τι βλέπεις, μικρέ μου άνθρωπε; Αυτό που είσαι, αυτό που κάποτε ονειρεύτηκες πως θα γίνεις ή αυτό που ευχήθηκες να μη γινόσουν ποτέ;

Επιμέλεια κειμένου Κωνσταντίνας Χνάρη: Νάννου Αναστασία.
pillowfights

Saturday, 23 December 2023

Ακούστε τα κάλαντα από την ιδιαίτερη πατρίδα σας!!

Σαράντα οκτώ παραδοσιακά κάλαντα και τραγούδια
Διαβάστε τους στίχους και ακούστε ένα μουσικό δείγμα
ή και ολόκληρο το τραγούδι.
Περιέχονται στα cd:
και το LP Ελληνικά Κάλαντα (1974).
.
Των Χριστουγέννων
Άναρχος Θεός. Βυζαντινά κάλαντα από τα Κοτύωρα του Πόντου.
Δεν ακούς περιστερούδα μου. Τραγούδι Χριστουγέννων Θράκης.
Η μέρα η σημερινή. Χριστουγεννιάτικη μαντινάδα Κρήτης.
Kι τι τραγούδι νά ’βρουμι. Ευχές και παινέματα. Θράκης.
Καλήν εσπέραν άρχοντες. Από την Ιερισσό Χαλκιδικής.
Καλήν ημέραν άρχοντες. Από το Πουρί Πηλίου.
Καλώς τα τα Χριστούγεννα. Από τους Φούρνους Ικαρίας.
Κόλιαντα μπάμπω, κόλιαντα. Από την Κοζάνη.
Κόλιντα τσέλιγκα. Από το Μέτσοβο.
Πιδιά μ’ ήρθαν τα κόλιαντα. Από τη Σιάτιστα.
'Πόψα Χριστός γεννήθηκε. Μακεδονίας.
Χριστός γεννάται σήμερο. Κρήτης.
Χριστός γιννιέται, χαρά στουν κόσμου. Θράκης.
Χριστούγεννα Πρωτούγεννα. Από τη Σκιάθο.
Χριστούγεννα Πρωτούγεννα. Από την Αστυπάλαια.
Χριστούγεννα Πρωτούγεννα. Από την Ήπειρο.
Χριστούγεννα Πρωτούγεννα. Από τον Μαρμαρά Προποντίδας.
Χριστούγεννα Πρωτούγεννα. Πελοποννήσου.

Της Πρωτοχρονιάς

Άγιος Βασίλης έρκεται
. Από τους Φούρνους Ικαρίας.
Άγιος Βασίλης έρχεται
. Από τη Γιάλοβα Προποντίδας.
Άνοιξε πόρτα μ’ άνοιξε
. Από το Βιλοσσό Χίου.
Ανοίξετε την πόρτα σας
. Κρήτης.
Aρχιμηνιά, κερά, κι αρχιχρονιά. Μικράς Ασίας.
Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά
. Από την Απείρανθο Νάξου.
Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά. Από τον Άγιο Γεώργιο Κρήτης.
Αρχιμηνιά Πρωτοχρονιά
. Ηπείρου.
Άρχιν, άρχιν τα κάλαντα
. Από τα Φλογητά Καππαδοκίας.
Άστρον ανεφάνεις Βασίλειε
. Από τα Φάρασα Καππαδοκίας.
Βασίλης βόσκει πρόβατα
. Απο το Μελί Μικράς Ασίας.
Εις αυτό το νέον έτος
. Μικράς Ασίας.
Π' αυγινικό κι αν βγήκαμι
. Θράκης.
Πάλιν ακούσετ' άρχοντες
. Από την Αστυπάλαια.
Σούρβα σούρβα
. Θράκης.

Των Φώτων

Ας τονε καλαντρίσομε
. Από το Καρλόβασι Σάμου.
Ας τονε καλαντρίσουμε
. Κάλαντα των μπεκρήδων Καρλόβασι
Αύριο είναι τω Φωτώ
. Κρήτης.
Αύριο ’ν’ τα Θεοφάνεια
. Από το Πουρί Πηλίου.
Αύριον είναι τω Φωτώ. Από την Αστυπάλαια.
Ήρθανε τα Φώτα
. Ηπείρου.
Ήρθανε τα Φώτα και τα Φωτερά
. Από την Μάνη Πελοποννήσου.
Καλημέρα πάντες, ω αδελφοί . Από την Πάτμο.
Παρακαλώ σας δώστε μι. Από το Πουρί Πηλίου.
Σήκω κερά μου κι άλλαξι
. Από την Λήμνο.
Σήμερα είναι των Φωτών
. Από την Αστυπάλαια.
Σήμερα είναι των Φωτών
. Από το Μελί Μικράς Ασίας.
Σήμερα είν’ τα Φώτα
. Μικράς Ασίας.
Σήμερα τα Φώτα και οι φωτισμοί
. Από τους Φούρνους Ικαρίας.
Σήμιρα τα Φώτα κι φουτισμός
. Θράκης.

πηγή:
domnasamiou
τα βρήκαμε εδώ: theologosgr

Sunday, 10 December 2023

Πτι-Μπερ (Petit-Beurre): Τα μπισκότα των παιδικών μας χρόνων

Πόσες στιγμές και πόσες αναμνήσεις από την παιδική μας ηλικία – και όχι μόνο – είναι συνδεδεμένες με το μπισκότο Petit-Beurre; Ήταν το κολατσιό μας σε απογευματινές βόλτες, πικ νικ, για να μην αναφερθούμε και στα Κυριακάτικα τραπέζια που τελείωναν με ένα ταψί μπισκοτογλυκό – must της εποχής. 
Αυτό το υπέροχο μπισκότο, έχει ένα ιδιαίτερο, αλλά καθόλου τυχαίο, σχήμα.
Τα petit-beurre εφευρέθηκαν το 1886 από τον βιομήχανο Louis-Lefèvre Utile, τον ιδρυτή της βιομηχανίας μπισκότων LU. Η γαλλική εταιρεία LU πρωτοστάτησε με το μπισκότο της, το οποίο φτιάχτηκε μόνο με τέσσερα υλικά: αλεύρι, βούτυρο, ζάχαρη και γάλα. 
Αυτό το απλό μπισκότο, κέρδισε το μεγάλο βραβείο στην κατηγορία των μπισκότων στην Παγκόσμια Έκθεση του 1900 στο Παρίσι.

Ο Louis το τρίτο παιδί οικογένειας ζαχαροπλαστών, ήταν πρωτοπόρος για την εποχή του, τελειομανής και αναζητούσε ύψιστη ποιότητα στις πρώτες ύλες των προϊόντων του. Υποστήριζε δε, ότι «για να ξυπνήσει η λαιμαργία πρέπει πρώτα να σαγηνευτεί το μάτι». Γι’ αυτό και για κάθε νέο προϊόν, συνεργαζόταν με καλλιτέχνες τους οποίους συχνά προσκαλούσε στο σπίτι του και μαζί αποφάσιζαν για το σχήμα και την εικόνα, τόσο των μπισκότων όσο και των συσκευασιών τους.

Το σχήμα του μπισκότου petit-beurre δεν είναι τυχαίο. Ένας κόφτης σε σχήμα Petit Beurre χρονολογείται από τις 8 Σεπτεμβρίου 1886. Ο δημιουργός τους Louis-Lefèvre Utile το εμπνεύστηκε από το σχήμα των πετσετών (σουπλά) οι οποίες χρησιμοποιούνταν για το σερβίρισμα του τσαγιού την εποχή εκείνη. Αναζητώντας το τέλειο σχέδιο, μετέτρεψε το σχήμα αυτό σε «αλληγορία του χρόνου».

Έτσι, το μπισκότο petit-beurre έχει 4 «αυτιά» (4 γωνίες) που αντιστοιχούν στις 4 εποχές του έτους, 52 δόντια για τις 52 εβδομάδες του έτους και 24 σημεία τομής σε ένα φανταστικό πλέγμα, που συμβολίζουν τις ώρες της ημέρας. Αυτή εδώ είναι μια πληροφορία που δεν περιμέναμε να μάθουμε, απολαμβάνοντας όλα αυτά τα χρόνια τα μπισκότα μας!

Μέρος του σχεδιασμού του αρχικού μπισκότου της LU ήταν και η γραμμένη φράση “LU PETIT-BEURRE NANTES” σε τρεις γραμμές, με γραμματοσειρά που σύμφωνα με το EatDessertFirstGreece, θυμίζει τα βιβλία που διάβαζε η γιαγιά ενός δημιουργού της.

Επίσης, το πάχος των οκτώ μπισκότων είναι ίσο με το μήκος ενός, γεγονός που διευκολύνει τη συσκευασία του.

Σήμερα η μάρκα LU ανήκει στην Kraft Foods (τώρα Mondelēz International) και υπάρχουν πολλές άλλες εταιρείες που παράγουν μπισκότα petit-beurre. Καθώς η LU είχε πολλούς ανταγωνιστές από την αρχή, ονόμασε το μπισκότο της “Véritable petit-beurre”, που σημαίνει “το πραγματικό petit-beurre”! Μερικά από τα μπισκότα που πωλούνται σε όλο τον κόσμο εξακολουθούν να παρασκευάζονται κοντά στη Νάντη, στο εργοστάσιο La Haye-Fouassière, του Louis-Lefèvre Utile.
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Friday, 8 December 2023

Τότε που ο χιονιάς ήταν... ανώνυμος

Δεκαετία του '60

Αναμμένο τζάκι και ένα τηγάνι στη πυροστιά. Η μάνα μου να ετοιμάζει το πρωϊνό μας, που συνήθως ήταν τραχανάς με μπόλικο πιπέρι για να γεμίσουμε το στομάχι μας και να αντέξουμε μέχρι το μεσημέρι που θα γυρνούσαμε από το σχολείο.

Χοντρές πλεγμένες κάλτσες και γαλότσες, ένα μαντήλι στο κεφάλι μας για να προφυλάξουμε τα αυτιά μας, στο ένα χέρι η τσάντα μας και στο άλλο το κούτσουρο για τη σόμπα του σχολείου... (ναι δεν είχαμε καλοριφέρ και κάθε παιδί ήταν υποχρεωμένο να φέρνει ένα ξύλο από το σπίτι του σε καθημερινή βάση).
Η μάνα μου μ’ ένα φτυάρι να παραμερίζει το χιόνι στο σοκάκι μας για να μπορέσουμε να βγούμε στο παράδρομο και στο κεντρικό δρόμο του χωριού μας... και όλα τα παιδιά ακολουθώντας τα χνάρια πάνω στο χιόνι να κατευθυνόμαστε στο σχολείο.

Και εκείνη η σόμπα να μη λέει να ζεστάνει την αίθουσα. Να θέλεις να γράψεις και να μην υπακούν τα δάχτυλα και δε θυμάμαι ποτέ να μη κάναμε σχολείο λόγω χιονιά. Και ας μη σχολιάσω και τις λευκές νύχτες.

Να θέλεις να βγεις έξω για τη φυσική σου ανάγκη και να τρέμει το φυλλοκάρδι σου από το ουρλιαχτό των λύκων, οι οποίοι πολλές φορές κατέβαιναν μέσα στο χωριό. Θα μου πείτε άλλες εποχές…

Ναι, άλλες εποχές αλλά η ζωή κάνει κύκλους και ας έχουμε κατά νου, πως υπάρχουν και χειρότερα.

Καλή συνέχεια και χειμώνας είναι, υπομονή θα έρθει και η άνοιξη!

Το κείμενο της κ. Αρετής Γραμμόζη από το Κεφαλόβρυσο Ιωαννίνων

Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki