Σάββατο, 16 Απριλίου 2016

«Όσο θα υπάρχουνε στον κόσμο παιδιά, ζώα και λουλούδια… μη Φοβάστε! Όλα θα πάνε καλά!»

της Μαρίας Λιονάκη
................
Βγαίνω στο μπαλκόνι να χαϊδέψω το βασιλικό μου. 
Έχει αδυνατίσει, κυρίως κοντά στις ρίζες, έχει κιτρινίσει λίγο, η πλούσια κώμη του έχει χαλάσει… Είναι όμως ο μοναδικός βασιλικός που φύτεψα και άντεξε όλο το χειμώνα. 
«Κανείς άλλος δεν με άντεξε τόσο καιρό! » σκέφτομαι και γελάω λίγο πικρά, καθώς παλεύω να ξεφορτωθώ την άσχημη διάθεση που μου προκάλεσαν οι προηγούμενες σκέψεις μου. 
Να μην ξεχάσω να τον μεταφυτεύσω… 
«Κρατήσου του λέω, τα δύσκολα πέρασαν!» 

Περπατάω πάνω κάτω στο μπαλκόνι μου. Η αφρικανική χρυσόσκονη κι ο χρυσός ήλιος συγκατοικούν σήμερα στην ατμόσφαιρα. Αναπνέω με διάθεση ρεμβασμού τις χρωματιστές εικόνες των λουλουδιών, ήχους από κελαηδήματα ξέγνοιαστων πουλιών, μυρωδιές ανοιξιάτικης ελπιδοφόρας φύσης και ζωής…

Ξαφνικά μια παιδική φωνούλα τραβάει την προσοχή μου, το βλέμμα μου και κάνει το αμυδρό ως τώρα χαμόγελο μου πιο πλατύ, εγκάρδιο και τρυφερό.… 
Η γειτόνισσά μου στο απέναντι μπαλκόνι έχει πάρει μέρες τώρα, όπως έχω δει μια τεράστια γλάστρα. Θέλει να μεταφυτεύσει , όπως μου είπε, μια βουκαμβίλια φούξια που έχει μεγαλώσει πολύ και ασφυκτιά στην προηγούμενη ζωή , στα προηγούμενα ρούχα… Εχει βάλει λοιπόν την τεράστια γλάστρα πάνω σε μια βάση με ροδάκια κι αναμένει την κατάλληλη στιγμή. 
Κι όμως το έργο δεν προχωρεί… Γιατί; 
Επειδή η εγγονή της, η μικρή Ραφαελίτσα, λουλουδάκι δύο χρονών περίπου, έχει κάνει κατάληψη στη γλάστρα, την έχει κάνει σπίτι της! Η μικρή έρχεται κάθε μέρα, τέτοια περίπου ώρα με τη μαμά της στη γιαγιά. Μόλις λοιπόν κατέβει απ’ το καρότσι της, πηγαίνει πάνω κάτω τρεχάτη, ψάχνει, αναζητεί ανυπόμονα, όπως παρατηρώ, τη γλάστρα. Τη βρίσκει με ενθουσιασμό κάθε φορά, όπου κι αν είναι κρυμμένη, μπαίνει μέσα και χαμογελάει. 

Και τότε αρχίζει το πανηγύρι…
Η τεράστια γλάστρα με τα ροδάκια και την ευτυχισμένη μικρή μέσα, άλλοτε μετατρέπεται σε αυτοκινητάκι που η μαμά οδηγεί σε λούνα παρκ κι άλλοτε σε τροχό παιδικής χαράς που στροβιλίζει με τις συνεχείς σβούρες του χαρούμενο παιδί. 
Οι τσιριχτές χαρούμενες φωνούλες, τα γέλια της μικρής ξεχύνονται στο χώρο, γλυκαίνουν τον αέρα και τον κόσμο, τραβούν τρυφερά βλέμματα, τα δικά μου και των γειτόνων, ενώνονται με την ανοιξιάτικη ευτυχία της φύσης, των πουλιών, των ζώων και των λουλουδιών κι όλα μοιάζουν ξαφνικά πιο όμορφα, αισιόδοξα και λαμπερά.… 
Μια στιγμή παιδικού γέλιου κι η ζωή αλλάζει, τα πολιτικά και κοινωνικά αδιέξοδα αυτής της εποχής, οι καιρικές και μη δυσκολίες φεύγουν απ’ το προσκήνιο, χάνουν τον πρωταγωνιστικό τους ρόλο κι όλα μοιάζουν αισιόδοξα κι ελπιδοφόρα. 
Δε γίνεται αλλιώς… 

Γιατί, όπως έγραψε ο Νίκος Καζαντζάκης
«Όσο θα υπάρχουνε στον κόσμο παιδιά, ζώα και λουλούδια…
Μη Φοβάστε! Όλα θα πάνε καλά!»