Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2018

Είμαι η Φάτνη - I am the manger

Είμαι η Φάτνη. Η ιστορία μου ξεκίνησε σ’ ένα σκιερό βουνό, όπου ζούσα μαζί με τη μανούλα μου, ένα ψηλό φυλλωμένο πεύκο, κι ήμουν ένα της κλαδί. Αλλά δεν τελείωσε εκεί.
Είμαι η Φάτνη.
Δεν με έλεγαν έτσι από την αρχή, γιατί εμείς τα δέντρα δεν έχουμε ονόματα. Δεν πάμε πουθενά, δεν μπερδευόμαστε με τίποτα και με κανένα, δεν τα χρειαζόμαστε τα ονόματα. 

Έτσι με ονόμασαν οι άνθρωποι. Αχ! Αυτοί οι άνθρωποι...
Είμαι η Φάτνη. Ζούσα, ευτυχισμένο κλαδί της μανούλας μου, μέχρι που ήρθαν οι άνθρωποι. Κατέφτασαν μια μέρα με τσεκούρια και, γκάπα γκούπα την έριξαν στη γη. Είπαν μεταξύ τους κάτι σαν: «Σπουδαίο σταυρό θα κάνει τούτο το κούτσουρο!». Ακούς, «κούτσουρο» τη μαμά μου! Αχ! Αυτοί οι άνθρωποι...

Μας χώρισαν. Η μαμά μου ήταν πολύ περήφανη και στοργική. Δεν έβγαλε μιλιά όσο την ξέσκιζαν με τα τσεκούρια, δεν είπε τίποτα για να μη λυπηθώ εγώ. Μόνο, καθώς την έπαιρναν από μπροστά μου, μού φώναξε: «Καλή τύχη, μικρό μου! Να έχεις την ευχή μου».
Δεν την ξαναείδα.

Με φόρτωσαν κι εμένα σ’ ένα μικρό κάρο και με πήγαν σε ένα χωριό. 

Βηθλεέμ το έλεγαν· είδα κι έπαθα να το μάθω αυτό το όνομα. Δεν έφτανε που πονούσα από το πρώτο κόψιμο και από το χωρισμό με τη μαμά μου, με κόψανε κι εμένα σε μικρότερα κομμάτια και με κάτι στραβά εργαλεία και σκουριασμένα καρφιά με έκαναν ένα ξυλόκουτο με ξυλοπόδαρα. 
Επάνω μου στοίβαξαν σανό, δηλαδή χόρτα ξερά και με έβαλαν σ’ ένα σκοτεινό μέρος, σαν σπηλιά, που βρωμούσε... πολύ. Κοπριά το έλεγαν αυτό το βρωμερό υλικό που άφηναν τα ζώα, αφού έτρωγαν το ξερό χορτάρι από πάνω μου. Με σάλιωναν κιόλας, καμιά φορά με κλωτσούσαν· μα κυρίως, με βρώμιζαν! Νοσταλγούσα τον καθαρό αέρα του βουνού και τα αρώματα από τα βότανα και τα δέντρα. Και τη μαμά μου...
Περνούσε ο καιρός, κι αυτή ήταν η ζωή μου. Είχα πια και όνομα, όπως σας είπα. Φάτνη.
Κάποιο καιρό μετά από πολλούς καιρούς, είχα αρχίσει να μαθαίνω τους ανθρώπους και τις δουλειές τους· να ξεχωρίζω τους άντρες από τις γυναίκες και τα παιδιά από τους μεγάλους, τα βόδια από τα πρόβατα και τα γαϊδούρια από τα άλογα. Θα μπορούσα να πω ότι πήγαινα «σχολείο»! 
Kι έτσι, κάπως προχωρημένη καθώς ήμουν, μια μέρα κατάλαβα μεγάλη αναστάτωση. Άνθρωποι μπαινόβγαιναν με βιασύνη, ζώα έρχονταν και έφευγαν, ησυχία δεν υπήρχε. Κάτι γινόταν στον κόσμο, μια λέξη παράξενη ακουγόταν: «απογραφή», νομίζω, έλεγαν. Δεν κατάλαβα τι ήταν αυτό.

Το βράδυ εκείνης της παράξενης μέρας, ακόμα πιο παράξενα πράγματα έγιναν μπροστά στα μάτια μου. Μπήκαν μέσα δυο φτωχικοί άνθρωποι, σκονισμένοι και κουρασμένοι τόσο, που σέρνονταν. Αλλά δεν γκρίνιαζαν. Η γυναίκα –ο άλλος ήταν ένας γέρος– είχε μια τεράστια, φουσκωμένη κοιλιά. Είχα μάθει πως έτσι είναι οι κοιλιές τους, όταν οι γυναίκες περιμένουν το παιδί τους. 
Η γυναίκα ήταν σιωπηλή κι ο γέροντας πολύ ανήσυχος. Έστρωσαν κάτω ένα ρούχο και κάθισαν να ξεκουραστούν.

Σας είπα και πριν πως εκείνο το μέρος ήταν σκοτεινό. Ήταν και νύχτα, κοντά μεσάνυχτα πια. Τα ζώα το βράδυ δεν το χρειάζονται το φως· μόλις νυχτώσει, κοιμούνται. Εγώ, όμως, πού να κλείσω μάτι! 


Γύρω μου γινόταν κάτι πρωτόγνωρο. Σιγά σιγά άρχισε να φέγγει μέσα στο σκοτεινό μου σπίτι. Δεν υπήρχε εκεί λυχνάρι ή κερί ή παράθυρο ή φεγγάρι ή ήλιος ή κάτι που να φωτίζει. Κι όμως, υπήρχε φως. Η γυναίκα με τη μεγάλη κοιλιά ψέλιζε σιωπηλά κάτι σαν προσευχή και ο γέροντας κοιτούσε προς τον ουρανό, που ήταν έξω από τη σπηλιά. Είχε σηκωμένα τα χέρια, μάλλον προσευχόταν κι αυτός.

Ακόμα πιο παράξενα πράγματα έγιναν. 

Μέσα στη σπηλιά, που ήταν το σπίτι μου, άρχισαν να έρχονται κάτι ...δεν ξέρω πώς να τα ονομάσω, κάτι με μεγάλα φτερά. 
Ούτε πουλιά ήταν ούτε πεταλούδες, ούτε μέλισσες. 
Σαν άνθρωποι που δεν πατούσαν κάτω, μόνο πετούσαν με τις φτερούγες γύρω γύρω και από το στόμα τους έβγαινε μια μουσική. Και όχι σαν των αηδονιών ή των άλλων πουλιών· μπα! Πολύ πολύ πιο ωραία. 
Πολλές φωνές, πολύ φως, πολλές παρουσίες και!... Θεέ μου, Θεέ όλου του κόσμου και των δέντρων και των βουνών! Κάτι ακούμπησαν πάνω μου και σκίρτησα ολόκληρη. 
Καθώς ήμουν σκεπασμένη με άχυρο –είμαι η φάτνη– δεν μπορούσα να δω καλά στην αρχή, αλλά το ένιωσα! Το ένιωσα, σας λέω! Ένα μικρό ανάλαφρο βάρος, ένα άγγιγμα απαλό, μια μικρούλα ανάσα, μια μικρή κίνηση, κάτι ζωντανό, πανέμορφο, ένα μωράκι.

Μά πώς και πότε; Τί και ποιός; Δεν ξέρω. 

Αυτό που ξέρω είναι ότι όλα άλλαξαν. Το φως με θάμπωσε, πλημμύρα από φως· ούτε ο ήλιος πάνω στο βουνό μια ασυννέφιαστη μέρα-μεσημέρι, ούτε βέβαια το φεγγάρι, είχαν ποτέ τους τέτοιο φως. Εκείνη η πέτρινη σπηλιά σαν να ήταν διάφανη και λαμποκοπούσε. Οι μουσικές έβγαιναν από το στόμα των πλασμάτων με τα φτερά –τώρα ξέρω ότι τους λένε αγγέλους– και έμπαιναν και κυλούσαν μέσα μου, κι ας είμαι μερικά κομμάτια ξύλο, κούτσουρο, όπως είπαν τη μαμά μου. 
Η γυναίκα –που τώρα πια δεν είχε μεγάλη κοιλιά–, και ο γέροντας χαμογελούσαν ευτυχισμένοι. Δεν θύμιζαν εκείνο το κατάκοπο ανήσυχο ζευγάρι που είχε μπει πριν λίγες ώρες στη σπηλιά.

Αλλά, τα θαύματα εκείνης της νύχτας δεν τελείωσαν τότε. Εκείνη η σανίδα που χρησίμευε για πόρτα της σπηλιάς άνοιξε διάπλατα και ένα πλήθος άνθρωποι άρχισαν να μπαίνουν μέσα. 

Τί έκαναν; Γονάτιζαν μπροστά μου. Έσκυβαν τα κεφάλια τους και ακουμπούσαν τα μέτωπά τους πάνω στα ποδαράκια του μωρού, που κοιμόταν στο σανό, πάνω μου. Το σκέπαζαν με ρούχα, του μιλούσαν σιγανά με πρόσωπα κατάπληκτα αλλά και σεβαστικά, του έφερναν κοντά του αρνάκια και κατσικάκια για δώρο. 
Οι άγγελοι φτερούγιζαν αδιάκοπα, τα ζωντανά πλησίαζαν και ξεφυσούσαν πάνω του τις ανάσες τους για να το ζεστάνουν και, ξέρετε κάτι; Δεν βρωμούσε πια! Μόνο η γλυκειά ανάσα ενός μωρού γέμιζε τη σπηλιά, το σπίτι μου.

Είμαι η Φάτνη. Ένα κομμάτι ξύλο, ένα κούτσουρο, ίσως. Αλλά πάνω μου ακούμπησε εκείνο το παιδάκι κι αμέσως έγιναν όλα αυτά τα θαυμαστά πράγματα, αλλά κι άλλα τόσα. Γιατί, δεν πέρασε πολλή ώρα κι ένα καραβάνι σταμάτησε μπροστά στην ανοιχτή, τώρα πια, πόρτα. Δεν ήξερα πού να πρωτοκοιτάξω. Έξω ένα τεράστιο άστρο φώτιζε τον ουρανό σαν να ήταν μέρα. Το φως που ήταν μέσα ξεπερνούσε το φως που ήταν έξω. Από μιαν άμαξα κατέβηκαν τρεις γέροι, με παράξενες φορεσιές. Κρατούσαν χρυσά κουτιά που άστραφταν και μοσχοβολούσαν. Γονάτισαν μπροστά μου κι αυτοί, και έδωσαν στη γυναίκα τα κουτιά. Εκείνη κοίταζε το παιδάκι της. Κάτι είπαν για ένα «βασιλιά». Η γυναίκα δεν απάντησε.

Είμαι η Φάτνη και σας λέω την αλήθεια. Έγιναν μπροστά μου όλα αυτά και έγινε και κάτι άλλο. Μέσα μου έγινε αυτό το κάτι: δεν ήμουν ένα κούτσουρο, ένα κλαδί χωρισμένο από τη μαμά του, τσεκουρωμένο, καρφωμένο, σε μια σκοτεινή σπηλιά αφημένο, ανάμεσα σε ζώα που βρωμούσαν; Ήμουν· αλλά έπαψα να είμαι. Ήμουν κούτσουρο αλλά ένιωθα θρόνος. Ήμουν σκεπασμένη με χορτάρι αλλά ένιωθα να φορώ ρούχα βασιλικά. Είχα για σπίτι μου μια σπηλιά αλλά έγινα το πρώτο σπίτι του βασιλιά. Με είχαν κόψει με τσεκούρια και με είχαν καρφώσει με καρφιά, αλλά τώρα έσκυβαν μπροστά μου και φιλούσαν τα δικά μου ξύλα, γιατί από σεβασμό δεν τολμούσαν καν να αγγίξουν τα πόδια του μικρού παιδιού, του βασιλιά.

Είμαι η Φάτνη. Δεν ξέρω γιατί διάλεξε εμένα ο βασιλιάς για να ακουμπήσει πάνω μου· ίσως ήταν η ευχή της μαμάς μου, ίσως ήθελε να με παρηγορήσει για τα τόσα βάσανά μου. Αλλά ξέρω ότι ήρθε, και ακούμπησε. Τον αγκάλιασα, τον σκέπασα με ότι είχα, τον νανούρισα όπως μπορούσα. Ήταν ο πρώτος μου επισκέπτης κι ήμουν το πρώτο του κρεβατάκι. 

Είμαι η Φάτνη. 

© Ελένη Τσαλίκη


I am the manger © Eleni Tsaliki

I'm the manger. My story began on a shady mountain, where I lived with my mommy, a tall leafy pine tree, and I was one of its’ branches. But my story did not end there.
I'm the manger. This was not my name since my first days, because we, the trees, do not have names. We do not go anywhere, we do not mess around with anybody or anything, so … no need for names. That's what people called me. Oh! People...
I'm the manger. I was living as a happy branch of my mommy, until people came. They arrived one day with axes and, bang-bang, they threw my mom on the ground. They said to each other something like, "What a great cross this log will be!" My mommy, a log! Oh! People...
They separated us. My mom was very proud and affectionate. She didn’t say a single word as they broke her down with the axes, not to make me sad. Just, as they took her away from me, she said to me loudly: "Good luck, my little one! Have my blessing".
I didn’t see her again.
They loaded me into a small cart and took me to a village. Bethlehem was its name; a long time would pass before I would learn this name. As if the hurt from the cutting and the separation from my mommy was not enough, they chopped me again, into smaller pieces and, with crooked tools and rusty nails, they made from me a wooden box. On top of me they stacked hay, that is dried grass and they put me in a dark place, like a cave, that was ... stinking a lot. Dung was the right word for this stinky thing, that the animals left after they had eaten the dried grass on top of me. They used to lick me, sometimes kick me; but, worst of all, they made me stinky! I was longing for the fresh air of the mountain and the perfumes of herbs and trees. And for my mommy...
Time was going, and this was my life. I already had a name, as I told you. Manger.
Once upon a time …upon a time, I had begun to learn these people and their works; to distinguish men from women and children from elders, the oxen from the sheep and the donkeys from the horses. I could say, I was "going to school"! And so, somewhat advanced in learning as I was, one day I realized a great deal of mess. People were rushing, animals came and left, no calm at all. Something was happening in the world of people, a strange word sounded: "census", I think, they were saying. I did not understand what it was.
In the evening of that weird day, even stranger things were to happen in front of my eyes. Two poor people, dusty and tired, almost  shuffling, entered my place. But they did not complain. The woman –the other one was an old man– had a huge, bulgy belly. I had learned that this is how their bellies are when women are going to have their babies. The woman was silent and the old man very anxious. They put a cloth on the ground and sat down to rest.
I have told you earlier that this place was dark. It was very late, almost midnight. Animals do not need light at night; as soon as it gets dark, they fall asleep. Yet I could not close my eyes! Something unprecedented was happening. Little by little, in my dark house, a shine started to appear. There was no oil lamp or candle or window or moon or sunlight or anything. But still there was light. The woman with the big belly whispered silently something like a prayer, and the old man stared up at the sky, outside the cave. He had his hands raised; probably he was praying.
Even stranger things were to happen. Inside the cave, which was my home, a kind of presence started to come... I do not know how to name it, something with big wings. Neither birds were nor butterflies or bees. As people who don’t touch or walk on the ground, they were only flying around with their wings and there was a music coming out of their mouths. And it was not like the one from nightingales or other birds! No! It was more beautiful! Much more beautiful. So many voices, so much light, innumerable presences and ... Oh, my God, Lord of the whole world and of the trees and the mountains! Something touched me and I shivered all over. As I was covered with straw –I'm the manger– I could not see it at first, but I felt it! I felt it, I insist! A small light weight, a soft touch, a sweet breath, a little movement, something vibrant, gorgeous, a little baby.
How and when? Who and what? I don’t know. What I know is that everything has changed. The light dazzled my eyes, a flood of light; neither the sun on the mountain, a cloudless day, nor, of course, the moon, had ever shed such a light. That stone cave seemed to be transparent and gleaming. The music came out of the mouth of the creatures with the wings –I now know their name is "angels"– and it came in and flowed inside me, although I am a few pieces of wood, a log, as those people called my mommy. The woman –who now had no big belly– and the old man smiled happily. They no more reminded me of that exhausted worried couple who had entered the cave just a few hours ago.
But the miracles of that night were not over. That plank, which served as a door to the cave, opened wide and a crowd of people began to come in. What did they do? They were kneeling in front of me. Their heads were leaning, touching the baby's feet, that was sleeping on the hay, on my heart. They covered it with clothes, spoke to the baby with astonished but respectful faces, brought him lambs and goats as a gift. The angels wandered unceasingly, the animals approached and blew their breaths on the baby to warm it up, and… you know something? It stank no more! Only the sweet breath of a baby filled the cave, my home.
I'm the manger. A piece of wood, a log, maybe. But that little boy touched me, and all these wonderful things immediately happened; and not only these. Many-many wonders followed. Because, it did not take long and a caravan stopped in front of the open, this time, door. I didn’t know where to look at. Outside the door, a huge star was sparkling in the sky and its’ light was shining, making it as if it were daytime. The light inside was more  than the light outside. Three old people, with strange costumes, came down from a  carriage. They held golden glittering boxes that smelled wonderfully. They knelled in front of me, and they offered the boxes to the woman. She was staring at her little boy. Something was heard about a "king." The woman did not answer.
I'm the manger and I tell you the truth. Everything took place in front of me; but also something else happened. This "something" happened deep inside me: I was a log, a branch separated from my mommy, hatched, nailed, left in a dark cave, among animals that were filthy; Wasn’t I? I was, indeed; but not anymore. I was a log, but I felt like a throne. I was covered with grass but I felt wearing royal clothes. I had a cave for my house but I became the King's first home. They had cut me with axes and nailed me, but people were now bowing in front of me, kissing my own woods, because they did not even dare to touch the legs of the little child, the King.
I'm the manger. I don’t know why the King chose me to lay upon me; maybe it was my mommy's blessing, maybe He wanted to comfort me because of my endless pains. But I know He came, and He touched me. I hugged Him, I covered Him with what I had, I told Him the lullaby I knew. He was my first guest and I was His first cradle. I'm the Manger.

Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου