Showing posts with label Χριστουγεννιάτικη ιστορία. Show all posts
Showing posts with label Χριστουγεννιάτικη ιστορία. Show all posts

Friday, 22 December 2023

Είμαι η Φάτνη - I am the Manger

Είμαι η Φάτνη. Η ιστορία μου ξεκίνησε σ’ ένα σκιερό βουνό, όπου ζούσα μαζί με τη μανούλα μου, ένα ψηλό φυλλωμένο πεύκο, κι ήμουν ένα της κλαδί. Αλλά δεν τελείωσε εκεί.
Είμαι η Φάτνη.
Δεν με έλεγαν έτσι από την αρχή, γιατί εμείς τα δέντρα δεν έχουμε ονόματα. Δεν πάμε πουθενά, δεν μπερδευόμαστε με τίποτα και με κανένα, δεν τα χρειαζόμαστε τα ονόματα. 

Έτσι με ονόμασαν οι άνθρωποι. Αχ! Αυτοί οι άνθρωποι...
Είμαι η Φάτνη. Ζούσα, ευτυχισμένο κλαδί της μανούλας μου, μέχρι που ήρθαν οι άνθρωποι. Κατέφτασαν μια μέρα με τσεκούρια και, γκάπα γκούπα την έριξαν στη γη. Είπαν μεταξύ τους κάτι σαν: «Σπουδαίο σταυρό θα κάνει τούτο το κούτσουρο!». Ακούς, «κούτσουρο» τη μαμά μου! Αχ! Αυτοί οι άνθρωποι...

Μας χώρισαν. Η μαμά μου ήταν πολύ περήφανη και στοργική. Δεν έβγαλε μιλιά όσο την ξέσκιζαν με τα τσεκούρια, δεν είπε τίποτα για να μη λυπηθώ εγώ. Μόνο, καθώς την έπαιρναν από μπροστά μου, μού φώναξε: «Καλή τύχη, μικρό μου! Να έχεις την ευχή μου».
Δεν την ξαναείδα.

Με φόρτωσαν κι εμένα σ’ ένα μικρό κάρο και με πήγαν σε ένα χωριό. 

Βηθλεέμ το έλεγαν· είδα κι έπαθα να το μάθω αυτό το όνομα. Δεν έφτανε που πονούσα από το πρώτο κόψιμο και από το χωρισμό με τη μαμά μου, με κόψανε κι εμένα σε μικρότερα κομμάτια και με κάτι στραβά εργαλεία και σκουριασμένα καρφιά με έκαναν ένα ξυλόκουτο με ξυλοπόδαρα. 
Επάνω μου στοίβαξαν σανό, δηλαδή χόρτα ξερά και με έβαλαν σ’ ένα σκοτεινό μέρος, σαν σπηλιά, που βρωμούσε... πολύ. Κοπριά το έλεγαν αυτό το βρωμερό υλικό που άφηναν τα ζώα, αφού έτρωγαν το ξερό χορτάρι από πάνω μου. Με σάλιωναν κιόλας, καμιά φορά με κλωτσούσαν· μα κυρίως, με βρώμιζαν! Νοσταλγούσα τον καθαρό αέρα του βουνού και τα αρώματα από τα βότανα και τα δέντρα. Και τη μαμά μου...
Περνούσε ο καιρός, κι αυτή ήταν η ζωή μου. Είχα πια και όνομα, όπως σας είπα. Φάτνη.
Κάποιο καιρό μετά από πολλούς καιρούς, είχα αρχίσει να μαθαίνω τους ανθρώπους και τις δουλειές τους· να ξεχωρίζω τους άντρες από τις γυναίκες και τα παιδιά από τους μεγάλους, τα βόδια από τα πρόβατα και τα γαϊδούρια από τα άλογα. Θα μπορούσα να πω ότι πήγαινα «σχολείο»! 
Kι έτσι, κάπως προχωρημένη καθώς ήμουν, μια μέρα κατάλαβα μεγάλη αναστάτωση. Άνθρωποι μπαινόβγαιναν με βιασύνη, ζώα έρχονταν και έφευγαν, ησυχία δεν υπήρχε. Κάτι γινόταν στον κόσμο, μια λέξη παράξενη ακουγόταν: «απογραφή», νομίζω, έλεγαν. Δεν κατάλαβα τι ήταν αυτό.

Το βράδυ εκείνης της παράξενης μέρας, ακόμα πιο παράξενα πράγματα έγιναν μπροστά στα μάτια μου. Μπήκαν μέσα δυο φτωχικοί άνθρωποι, σκονισμένοι και κουρασμένοι τόσο, που σέρνονταν. Αλλά δεν γκρίνιαζαν. Η γυναίκα –ο άλλος ήταν ένας γέρος– είχε μια τεράστια, φουσκωμένη κοιλιά. Είχα μάθει πως έτσι είναι οι κοιλιές τους, όταν οι γυναίκες περιμένουν το παιδί τους. 
Η γυναίκα ήταν σιωπηλή κι ο γέροντας πολύ ανήσυχος. Έστρωσαν κάτω ένα ρούχο και κάθισαν να ξεκουραστούν.

Σας είπα και πριν πως εκείνο το μέρος ήταν σκοτεινό. Ήταν και νύχτα, κοντά μεσάνυχτα πια. Τα ζώα το βράδυ δεν το χρειάζονται το φως· μόλις νυχτώσει, κοιμούνται. Εγώ, όμως, πού να κλείσω μάτι! 


Γύρω μου γινόταν κάτι πρωτόγνωρο. Σιγά σιγά άρχισε να φέγγει μέσα στο σκοτεινό μου σπίτι. Δεν υπήρχε εκεί λυχνάρι ή κερί ή παράθυρο ή φεγγάρι ή ήλιος ή κάτι που να φωτίζει. Κι όμως, υπήρχε φως. Η γυναίκα με τη μεγάλη κοιλιά ψέλιζε σιωπηλά κάτι σαν προσευχή και ο γέροντας κοιτούσε προς τον ουρανό, που ήταν έξω από τη σπηλιά. Είχε σηκωμένα τα χέρια, μάλλον προσευχόταν κι αυτός.

Ακόμα πιο παράξενα πράγματα έγιναν. 

Μέσα στη σπηλιά, που ήταν το σπίτι μου, άρχισαν να έρχονται κάτι ...δεν ξέρω πώς να τα ονομάσω, κάτι με μεγάλα φτερά. 
Ούτε πουλιά ήταν ούτε πεταλούδες, ούτε μέλισσες. 
Σαν άνθρωποι που δεν πατούσαν κάτω, μόνο πετούσαν με τις φτερούγες γύρω γύρω και από το στόμα τους έβγαινε μια μουσική. Και όχι σαν των αηδονιών ή των άλλων πουλιών· μπα! Πολύ πολύ πιο ωραία. 
Πολλές φωνές, πολύ φως, πολλές παρουσίες και!... Θεέ μου, Θεέ όλου του κόσμου και των δέντρων και των βουνών! Κάτι ακούμπησαν πάνω μου και σκίρτησα ολόκληρη. 
Καθώς ήμουν σκεπασμένη με άχυρο –είμαι η φάτνη– δεν μπορούσα να δω καλά στην αρχή, αλλά το ένιωσα! Το ένιωσα, σας λέω! Ένα μικρό ανάλαφρο βάρος, ένα άγγιγμα απαλό, μια μικρούλα ανάσα, μια μικρή κίνηση, κάτι ζωντανό, πανέμορφο, ένα μωράκι.

Μά πώς και πότε; Τί και ποιός; Δεν ξέρω. 

Αυτό που ξέρω είναι ότι όλα άλλαξαν. Το φως με θάμπωσε, πλημμύρα από φως· ούτε ο ήλιος πάνω στο βουνό μια ασυννέφιαστη μέρα-μεσημέρι, ούτε βέβαια το φεγγάρι, είχαν ποτέ τους τέτοιο φως. Εκείνη η πέτρινη σπηλιά σαν να ήταν διάφανη και λαμποκοπούσε. Οι μουσικές έβγαιναν από το στόμα των πλασμάτων με τα φτερά –τώρα ξέρω ότι τους λένε αγγέλους– και έμπαιναν και κυλούσαν μέσα μου, κι ας είμαι μερικά κομμάτια ξύλο, κούτσουρο, όπως είπαν τη μαμά μου. 
Η γυναίκα –που τώρα πια δεν είχε μεγάλη κοιλιά–, και ο γέροντας χαμογελούσαν ευτυχισμένοι. Δεν θύμιζαν εκείνο το κατάκοπο ανήσυχο ζευγάρι που είχε μπει πριν λίγες ώρες στη σπηλιά.

Αλλά, τα θαύματα εκείνης της νύχτας δεν τελείωσαν τότε. Εκείνη η σανίδα που χρησίμευε για πόρτα της σπηλιάς άνοιξε διάπλατα και ένα πλήθος άνθρωποι άρχισαν να μπαίνουν μέσα. 

Τί έκαναν; Γονάτιζαν μπροστά μου. Έσκυβαν τα κεφάλια τους και ακουμπούσαν τα μέτωπά τους πάνω στα ποδαράκια του μωρού, που κοιμόταν στο σανό, πάνω μου. Το σκέπαζαν με ρούχα, του μιλούσαν σιγανά με πρόσωπα κατάπληκτα αλλά και σεβαστικά, του έφερναν κοντά του αρνάκια και κατσικάκια για δώρο. 
Οι άγγελοι φτερούγιζαν αδιάκοπα, τα ζωντανά πλησίαζαν και ξεφυσούσαν πάνω του τις ανάσες τους για να το ζεστάνουν και, ξέρετε κάτι; Δεν βρωμούσε πια! Μόνο η γλυκειά ανάσα ενός μωρού γέμιζε τη σπηλιά, το σπίτι μου.

Είμαι η Φάτνη. Ένα κομμάτι ξύλο, ένα κούτσουρο, ίσως. Αλλά πάνω μου ακούμπησε εκείνο το παιδάκι κι αμέσως έγιναν όλα αυτά τα θαυμαστά πράγματα, αλλά κι άλλα τόσα. Γιατί, δεν πέρασε πολλή ώρα κι ένα καραβάνι σταμάτησε μπροστά στην ανοιχτή, τώρα πια, πόρτα. Δεν ήξερα πού να πρωτοκοιτάξω. Έξω ένα τεράστιο άστρο φώτιζε τον ουρανό σαν να ήταν μέρα. Το φως που ήταν μέσα ξεπερνούσε το φως που ήταν έξω. Από μιαν άμαξα κατέβηκαν τρεις γέροι, με παράξενες φορεσιές. Κρατούσαν χρυσά κουτιά που άστραφταν και μοσχοβολούσαν. Γονάτισαν μπροστά μου κι αυτοί, και έδωσαν στη γυναίκα τα κουτιά. Εκείνη κοίταζε το παιδάκι της. Κάτι είπαν για ένα «βασιλιά». Η γυναίκα δεν απάντησε.

Είμαι η Φάτνη και σας λέω την αλήθεια. Έγιναν μπροστά μου όλα αυτά και έγινε και κάτι άλλο. Μέσα μου έγινε αυτό το κάτι: δεν ήμουν ένα κούτσουρο, ένα κλαδί χωρισμένο από τη μαμά του, τσεκουρωμένο, καρφωμένο, σε μια σκοτεινή σπηλιά αφημένο, ανάμεσα σε ζώα που βρωμούσαν; Ήμουν· αλλά έπαψα να είμαι. Ήμουν κούτσουρο αλλά ένιωθα θρόνος. Ήμουν σκεπασμένη με χορτάρι αλλά ένιωθα να φορώ ρούχα βασιλικά. Είχα για σπίτι μου μια σπηλιά αλλά έγινα το πρώτο σπίτι του βασιλιά. Με είχαν κόψει με τσεκούρια και με είχαν καρφώσει με καρφιά, αλλά τώρα έσκυβαν μπροστά μου και φιλούσαν τα δικά μου ξύλα, γιατί από σεβασμό δεν τολμούσαν καν να αγγίξουν τα πόδια του μικρού παιδιού, του βασιλιά.

Είμαι η Φάτνη. Δεν ξέρω γιατί διάλεξε εμένα ο βασιλιάς για να ακουμπήσει πάνω μου· ίσως ήταν η ευχή της μαμάς μου, ίσως ήθελε να με παρηγορήσει για τα τόσα βάσανά μου. Αλλά ξέρω ότι ήρθε, και ακούμπησε. Τον αγκάλιασα, τον σκέπασα με ότι είχα, τον νανούρισα όπως μπορούσα. Ήταν ο πρώτος μου επισκέπτης κι ήμουν το πρώτο του κρεβατάκι. 

Είμαι η Φάτνη. 

© Ελένη Τσαλίκη


I am the manger © Eleni Tsaliki

I'm the manger. My story began on a shady mountain, where I lived with my mommy, a tall leafy pine tree, and I was one of its’ branches. But my story did not end there.
I'm the manger. This was not my name since my first days, because we, the trees, do not have names. We do not go anywhere, we do not mess around with anybody or anything, so … no need for names. That's what people called me. Oh! People...
I'm the manger. I was living as a happy branch of my mommy, until people came. They arrived one day with axes and, bang-bang, they threw my mom on the ground. They said to each other something like, "What a great cross this log will be!" My mommy, a log! Oh! People...
They separated us. My mom was very proud and affectionate. She didn’t say a single word as they broke her down with the axes, not to make me sad. Just, as they took her away from me, she said to me loudly: "Good luck, my little one! Have my blessing".
I didn’t see her again.
They loaded me into a small cart and took me to a village. Bethlehem was its name; a long time would pass before I would learn this name. As if the hurt from the cutting and the separation from my mommy was not enough, they chopped me again, into smaller pieces and, with crooked tools and rusty nails, they made from me a wooden box. On top of me they stacked hay, that is dried grass and they put me in a dark place, like a cave, that was ... stinking a lot. Dung was the right word for this stinky thing, that the animals left after they had eaten the dried grass on top of me. They used to lick me, sometimes kick me; but, worst of all, they made me stinky! I was longing for the fresh air of the mountain and the perfumes of herbs and trees. And for my mommy...
Time was going, and this was my life. I already had a name, as I told you. Manger.
Once upon a time …upon a time, I had begun to learn these people and their works; to distinguish men from women and children from elders, the oxen from the sheep and the donkeys from the horses. I could say, I was "going to school"! And so, somewhat advanced in learning as I was, one day I realized a great deal of mess. People were rushing, animals came and left, no calm at all. Something was happening in the world of people, a strange word sounded: "census", I think, they were saying. I did not understand what it was.
In the evening of that weird day, even stranger things were to happen in front of my eyes. Two poor people, dusty and tired, almost  shuffling, entered my place. But they did not complain. The woman –the other one was an old man– had a huge, bulgy belly. I had learned that this is how their bellies are when women are going to have their babies. The woman was silent and the old man very anxious. They put a cloth on the ground and sat down to rest.
I have told you earlier that this place was dark. It was very late, almost midnight. Animals do not need light at night; as soon as it gets dark, they fall asleep. Yet I could not close my eyes! Something unprecedented was happening. Little by little, in my dark house, a shine started to appear. There was no oil lamp or candle or window or moon or sunlight or anything. But still there was light. The woman with the big belly whispered silently something like a prayer, and the old man stared up at the sky, outside the cave. He had his hands raised; probably he was praying.
Even stranger things were to happen. Inside the cave, which was my home, a kind of presence started to come... I do not know how to name it, something with big wings. Neither birds were nor butterflies or bees. As people who don’t touch or walk on the ground, they were only flying around with their wings and there was a music coming out of their mouths. And it was not like the one from nightingales or other birds! No! It was more beautiful! Much more beautiful. So many voices, so much light, innumerable presences and ... Oh, my God, Lord of the whole world and of the trees and the mountains! Something touched me and I shivered all over. As I was covered with straw –I'm the manger– I could not see it at first, but I felt it! I felt it, I insist! A small light weight, a soft touch, a sweet breath, a little movement, something vibrant, gorgeous, a little baby.
How and when? Who and what? I don’t know. What I know is that everything has changed. The light dazzled my eyes, a flood of light; neither the sun on the mountain, a cloudless day, nor, of course, the moon, had ever shed such a light. That stone cave seemed to be transparent and gleaming. The music came out of the mouth of the creatures with the wings –I now know their name is "angels"– and it came in and flowed inside me, although I am a few pieces of wood, a log, as those people called my mommy. The woman –who now had no big belly– and the old man smiled happily. They no more reminded me of that exhausted worried couple who had entered the cave just a few hours ago.
But the miracles of that night were not over. That plank, which served as a door to the cave, opened wide and a crowd of people began to come in. What did they do? They were kneeling in front of me. Their heads were leaning, touching the baby's feet, that was sleeping on the hay, on my heart. They covered it with clothes, spoke to the baby with astonished but respectful faces, brought him lambs and goats as a gift. The angels wandered unceasingly, the animals approached and blew their breaths on the baby to warm it up, and… you know something? It stank no more! Only the sweet breath of a baby filled the cave, my home.
I'm the manger. A piece of wood, a log, maybe. But that little boy touched me, and all these wonderful things immediately happened; and not only these. Many-many wonders followed. Because, it did not take long and a caravan stopped in front of the open, this time, door. I didn’t know where to look at. Outside the door, a huge star was sparkling in the sky and its’ light was shining, making it as if it were daytime. The light inside was more  than the light outside. Three old people, with strange costumes, came down from a  carriage. They held golden glittering boxes that smelled wonderfully. They knelled in front of me, and they offered the boxes to the woman. She was staring at her little boy. Something was heard about a "king." The woman did not answer.
I'm the manger and I tell you the truth. Everything took place in front of me; but also something else happened. This "something" happened deep inside me: I was a log, a branch separated from my mommy, hatched, nailed, left in a dark cave, among animals that were filthy; Wasn’t I? I was, indeed; but not anymore. I was a log, but I felt like a throne. I was covered with grass but I felt wearing royal clothes. I had a cave for my house but I became the King's first home. They had cut me with axes and nailed me, but people were now bowing in front of me, kissing my own woods, because they did not even dare to touch the legs of the little child, the King.
I'm the manger. I don’t know why the King chose me to lay upon me; maybe it was my mommy's blessing, maybe He wanted to comfort me because of my endless pains. But I know He came, and He touched me. I hugged Him, I covered Him with what I had, I told Him the lullaby I knew. He was my first guest and I was His first cradle. I'm the Manger.

Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Friday, 11 December 2020

Μια ανθισμένη χριστουγεννιάτικη ιστορία

 Το πενηντάρικο
   Ο μικρός Γιαννάκης κρύωνε έτσι όπως καθόταν μέσα στο χιόνι στην αυλή του σπιτιού του.  Ο Γιαννάκης δεν φορούσε ζεστές μπότες – ούτε του άρεσαν αλλά ούτε και είχε μπότες να φορέσει.  Τα λεπτά πάνινα αθλητικά του παπούτσια είχαν μερικές τρύπες και δεν κατάφερναν να κρατούν το κρύο μακριά από τα ποδαράκια του.  Ο Γιαννάκης βρισκόταν στην ίδια θέση εδώ και περίπου μία ώρα κι όσο σκληρά κι αν προσπαθούσε, δεν κατάφερνε να βρει καμία καλή ιδέα για το τι δώρο να κάνει στη μητέρα του για τα Χριστούγεννα.  Κούνησε το κεφάλι του με απογοήτευση καθώς κατέληξε και πάλι στο ίδιο συμπέρασμα:  «τι παιδεύομαι;  Έτσι κι αλλιώς, ακόμα κι αν μου έρθει μία καλή ιδέα, δεν έχω καθόλου χρήματα».
   Από τότε που πέθανε ο πατέρας του πριν από τρία χρόνια, η πενταμελής οικογένεια δυσκολευόταν πολύ να τα φέρει βόλτα.  Δεν ήταν επειδή η μητέρα του δεν προσπαθούσε αρκετά ή δεν ενδιαφερόταν αλλά ποτέ δεν φαινόταν να υπάρχουν αρκετά χρήματα.  Δούλευε βραδινές βάρδιες στο νοσοκομείο της περιοχής αλλά ο μικρός της μισθός δεν μπορούσε να καλύψει τίποτα παραπάνω.  Όμως όλα όσα τους έλειπαν σε χρήματα και υλικά αγαθά, περίσσευαν σε αποθέματα αγάπης και ενότητας στην οικογένεια.  Ο Γιαννάκης είχε δύο μεγαλύτερες και μία μικρότερη αδελφή, οι οποίες φρόντιζαν το νοικοκυριό όσο έλειπε η μητέρα τους.  Και οι τρεις αδελφές του είχαν ήδη φτιάξει πανέμορφα δώρα για τη μητέρα τους.  Δεν ήταν δίκαιο.  Ήταν ήδη Παραμονή των Χριστουγέννων και αυτός δεν είχε τίποτα να της χαρίσει.
Σκουπίζοντας το δάκρυ που κατηφόρισε από τα ματάκια του, ο Γιαννάκης έδωσε μία γερή κλωτσιά στο χιόνι κι άρχισε να περπατάει προς το δρόμο με τα καταστήματα.  Δεν ήταν εύκολο για μία πενταμελή οικογένεια να τα βγάζει πέρα χωρίς πατέρα, ειδικά όταν αυτός ο ίδιος χρειαζόταν έναν άνδρα για να μιλήσει.  Ο Γιαννάκης περπατούσε από κατάστημα σε κατάστημα κοιτάζοντας μία μία τις στολισμένες βιτρίνες.  Όλα ήταν τόσο όμορφα αλλά και τόσο απρόσιτα για εκείνον.

   Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει και χωρίς να πολυθέλει ο Γιαννάκης ξεκίνησε για το σπίτι.   Ξαφνικά τα μάτια του έπεσαν σε μία αντανάκλαση του ήλιου που έδυε πάνω σε κάτι που γυάλιζε στην άκρη του δρόμου.  Έσκυψε και ανακάλυψε ένα γυαλιστερό πενηντάρικο.  Κανείς δεν είχε νιώσει ποτέ τόσο πλούσιος όσο ένιωσε ο Γιαννάκης εκείνη τη στιγμή.  Κρατώντας σφιχτά τον θησαυρό του ένιωσε τόσο ευτυχισμένος που μπήκε μέσα στο πρώτο κατάστημα που είδε.

   Ο ενθουσιασμός του όμως ξεθώριασε γρήγορα όταν ο πωλητής του είπε ότι δεν μπορούσε να αγοράσει απολύτως τίποτα με μόνο ένα πενηντάρικο.   Βγαίνοντας από το κατάστημα, είδε απέναντι ένα ανθοπωλείο και μπήκε μέσα να περιμένει στην ουρά.  Όταν ο καταστηματάρχης τον ρώτησε πώς θα μπορούσε να τον εξυπηρετήσει, ο Γιαννάκης του έδειξε το πενηντάρικο και τον ρώτησε αν μπορούσε να αγοράσει ένα λουλούδι για να το δωρίσει στη μητέρα του για τα Χριστούγεννα.  Ο ανθοπώλης κοίταξε το Γιαννάκη και το πενηντάρικο που κρατούσε στο χέρι του.  Μετά, ακούμπησε τον ώμο του Γιαννάκη και του είπε «Περίμενε εδώ και θα δω τι μπορώ να κάνω για σένα».  Όσο ο Γιαννάκης περίμενε κοίταζε γύρω του τα όμορφα λουλούδια και αν και ήταν αγόρι, μπορούσε να καταλάβει γιατί οι μαμάδες και τα κορίτσια λατρεύουν τα λουλούδια.
   Ο ήχος της πόρτας που έκλεινε καθώς έφευγε και ο τελευταίος πελάτης, επανέφερε τον Γιαννάκη στην πραγματικότητα.  Μόνος του πια μέσα στο κατάστημα, ο Γιαννάκης άρχισε να νιώθει μόνος και φοβισμένος.



Ξαφνικά εμφανίστηκε ο ανθοπώλης που προχώρησε προς το ταμείο.  Ακούμπησε πάνω στον πάγκο, μπροστά στα έκθαμβα μάτια του Γιαννάκη, 12 μακριά κατακόκκινα τριαντάφυλλα με πρασινάδες και λευκά μικροσκοπικά λουλουδάκια, δεμένα με μία ασημένια κορδέλα και ένα μεγάλο φιόγκο.  Η καρδιά του Γιαννάκη σφίχτηκε όταν είδε τον ανθοπώλη να τα παίρνει και να τα βάζει σε ένα μεγάλο άσπρο κουτί.  «Αυτό κοστίζει 50 δραχμές νεαρέ μου» είπε ο ανθοπώλης κι άπλωσε το χέρι του για να πάρει το πενηντάρικο.
   Με αργές κινήσεις ο Γιαννάκης σήκωσε το χέρι του για να δώσει στον ανθοπώλη το πενηντάρικο.  Μα μπορούσε αυτό να συμβαίνει στα αλήθεια;  Κανείς άλλος δεν του έδινε τίποτα για μόνο πενήντα δραχμές!
   Βλέποντας τον μικρούλη διστακτικό, ο ανθοπώλης είπε «Έτυχε σήμερα να έχω κάποια προσφορά με 50 δραχμές για δώδεκα τριαντάφυλλα.  Θα τα ήθελες;»  Αυτή τη φορά ο Γιαννάκης δεν δίστασε και όταν ο ανθοπώλης ακούμπησε το άσπρο κουτί στα χέρια του, πίστεψε ότι ήταν αλήθεια.  Βγαίνοντας από την πόρτα που ο ανθοπώλης του κρατούσε ανοιχτή, τον άκουσε να λέει «Χαρούμενα Χριστούγεννα, μικρέ».
 

Καθώς ο ανθοπώλης έκλεισε την πόρτα και γύρισε στον πάγκο του, εμφανίστηκε η γυναίκα του.  «Με ποιόν μιλούσες τόση ώρα; Και πού είναι τα τριαντάφυλλα  που ετοίμαζες;»
   Κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο και σκουπίζοντας κρυφά τα δάκρυα που είχαν αρχίσει να κυλούν από τα μάτια του, ο ανθοπώλης της απάντησε «Το πρωί μου συνέβη κάτι πολύ παράξενο.  Καθώς ετοιμαζόμουν να ανοίξω το κατάστημα νόμισα ότι άκουσα μία φωνή να μου λέει να κρατήσω δώδεκα από τα καλύτερα τριαντάφυλλά μου για ένα πολύ ειδικό δώρο.  Εκείνη τη στιγμή πίστεψα ότι τρελάθηκα αλλά έτσι κι αλλιώς τα κράτησα στην άκρη».  Τώρα, πριν από λίγα μόλις λεπτά, μπήκε στο ανθοπωλείο ένα μικρό αγοράκι που ήθελε να αγοράσει ένα Χριστουγεννιάτικο δώρο για τη μητέρα του με μόλις ένα πενηντάρικο.
  «Όταν κοίταξα αυτό το παιδάκι, είδα τον εαυτό μου, όπως ήμουν πριν από πολλά χρόνια.  Ήμουν κι εγώ ένα φτωχό αγόρι και δεν είχα τίποτα για να αγοράσω Χριστουγεννιάτικο δώρο στη δική μου μητέρα.  
Ένας άνδρας με γενειάδα, που δεν τον είχα ξαναδεί ποτέ, με σταμάτησε στο δρόμο και μου είπε ότι ήθελε να μου δώσει ένα χιλιάρικο.  «Όταν είδα αυτό το μικρό αγόρι απόψε, ήξερα ποια ήταν αυτή η φωνή που άκουσα και έτσι του έδωσα δώδεκα από τα καλύτερα τριαντάφυλλά μου».
   Ο ανθοπώλης και η γυναίκα του αγκαλιάστηκαν σφιχτά κι έτσι αγκαλιασμένοι βγήκαν στον παγωμένο χειμωνιάτικο αέρα . . . οι καρδιές τους όμως ήταν τόσο ζεστές που δεν ένιωθαν καθόλου το κρύο.
   Μακάρι αυτή η ιστορία να ξυπνήσει το πνεύμα των Χριστουγέννων και σε σας και να κάνετε κι εσείς τέτοιες πράξεις καλοσύνης.
  Νά έχετε καλές καί χαρούμενες γιορτές
 
 
 
 
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Wednesday, 9 December 2020

«Χριστουγεννιάτικη Ιστορία»

Εἶναι παραμονὴ Χριστουγέννων. Βράδυ καὶ τὸ κρύο ἔξω εἶναι τσουχτερό. Τὸ χιόνι σὰν ἄσπρο σεντόνι σκεπάζει τοὺς δρόμους τοῦ χωριοῦ καὶ τὰ γύρω βουνά. Ὁ πατέρας καὶ ἡ μητέρα πῆγαν στὴν ἐκκλησία. Τὰ παιδιὰ εἶναι λυπημένα, γιατὶ δὲν πῆγαν κι ἐκεῖνα. Τότε ἡ γιαγιά, γιὰ νὰ διώξη τὴ στενοχώρια τῶν παιδιῶν, ἄρχισε νὰ τοὺς λέη τὴ χριστουγεννιάτικη ἱστορία.
– Μιὰ φορά, ξεκίνησε ἕνας φτωχὸς ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν καλύβα του νὰ βρῆ φωτιά. Γύριζε ἀπὸ πόρτα σὲ πόρτα, χτυποῦσε νὰ τοῦ ἀνοίξουν κι ἔλεγε:
– Βοηθῆστε με, καλοί μου ἄνθρωποι! Ἡ γυναίκα μου γέννησε ἕνα παιδάκι… Πρέπει ν’ ἀνάψω φωτιά, γιὰ νὰ ζεστάνω κι αὐτὴ καὶ τὸ μωρό. Μὰ ἦταν νύχτα. Ὅλοι κοιμόνταν κλεισμένοι στὰ σπίτια τους καὶ κανένας δὲν ἔδινε ἀπάντηση στὰ παρακάλια του. Ὁ ἄνθρωπος ὅλο καὶ προχωροῦσε καὶ ξεμάκραινε ἀπὸ τὴ φτωχή του καλύβα.
Κάποτε εἶδε μακριὰ ἕνα μικρό φῶς. Ὅλος χαρά, πὼς θάβρισκε πιὰ φωτιά, κίνησε κατὰ κεῖ. Ὅταν πλησίασε, εἶδε πὼς ἦταν μιὰ μεγάλη φωτιὰ κι ὁλόγυρά της ἦταν ξαπλωμένα ἕνα κοπάδι ἄσπρα πρόβατα.
Τὸ κοπάδι τὸ φύλαγε ἕνας γεροβοσκός.
Κι ὁ ἄνθρωπος ποὺ χρειαζόταν τὴ φωτιά, πλησίασε τὰ πρόβατα καὶ εἶδε, πὼς στὰ πόδια τοῦ βοσκοῦ ἦταν ξαπλωμένα τρία μεγάλα σκυλιά.
Ὅταν πλησίασε ὁ ἄνθρωπος τὰ σκυλιά, ἐκεῖνα ξύπνησαν κι ἄνοιξαν τὰ μεγάλα τους στόματα, γιὰ νὰ γαβγίσουν. Μὰ ἡ φωνή τους παράλυσε στὸ στόμα τους καὶ κανένα γάβγισμα δὲν τάραξε τὴ νυχτερινὴ ἡσυχία.
Τότε ὁ ἄνθρωπος εἶδε, πὼς ἀνασηκώθηκε ἡ τρίχα τους, πὼς γυάλισαν τὰ δόντια τους καὶ πὼς ρίχτηκαν ἐπάνω του. Ἔνιωσε πὼς ἕνα σκυλὶ τὸν ἅρπαξε ἀπὸ τὰ γόνατα, τ’ ἄλλο ἀπὸ τὸ χέρι καὶ τὸ τρίτο κρεμάστηκε ἀπὸ τό λαιμό του. Μὰ τὰ δόντια τους ἔμειναν παράλυτα καὶ τὰ σκυλιά,  χωρὶς νὰ τοῦ κάνουν κανένα κακό, τραβήχτηκαν.
Τότε ὁ ἄνθρωπος ἔκαμε νὰ πλησιάση στὴ φωτιά, μὰ τὰ πρόβατα στριμώχτηκαν τὸ ἕνα κοντὰ στό ἄλλο, τόσο πολύ, ποὺ δὲν εἶχε ποῦ νὰ πατήση. Τότε κι αὐτὸς ἄρχισε νὰ πατάη στὶς πλάτες τους, μὰ κανένα ἀπὸ τὰ πρόβατα οὔτε κουνήθηκε,οὔτε ξύπνησε.
Τότε ὁ Γιαννάκης ρώτησε:
– Γιατί, γιαγιά, τὰ πρόβατα ἐξακολούθησαν ἥσυχα τὸν ὕπνο τους, ἀφοῦ ξέρομε πόσο δειλὰ εἶναι;
– Ἔχε λίγη ὑπομονὴ καὶ θὰ τὸ μάθης, εἶπε ἡ γιαγιὰ κι ἐξακολούθησε τὴ διήγησή της:
– Ὅταν ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς πλησίασε σχεδὸν τὴ φωτιά, ὁ βοσκὸς σήκωσε τὸ κεφάλι του.
Ἦταν ἕνας κατσουφιασμένος γέρος, παράξενος καὶ σκληρὸς καὶ μιλοῦσε ἀπότομα σὲ ὅλους. Ὅταν εἶδε τὸν ἄγνωστο, ποὺ πλησίαζε, ἔριξε ἐπάνω του τὴ μακριά του γκλίτσα, ποὺ ἦταν στὴν ἄκρη μυτερή. Μὰ ἡ γκλίτσα λοξοδρόμησε κι ἔπεσε μὲ πολὺ κρότο στὴ γῆ, χωρὶς νὰ βλάψη τὸν ἄγνωστο.
Ἡ γιαγιὰ ἤθελε νὰ ἐξακολουθήση, μὰ ὁ Κωστάκης τώρα μὲ τὴν ἀράδα του τὴ ρώτησε: 
– Μὰ γιατί, γιαγιά, δὲν τὸν πέτυχε ἡ γκλίτσα; Μὰ ἡ γιαγιά, χωρὶς νὰ προσέξη τὴν ἐρώτηση τοῦ Κωστάκη, ἐξακολούθησε:
– Τότε ὁ ἄγνωστος πλησίασε τὸ βοσκὸ καὶ τοῦ εἶπε:
– Καλέ μου ἄνθρωπε, βοήθησέ με καὶ δῶσε μου λίγη φωτιά. ῾Η γυναίκα μου γέννησε καὶ πρέπει ν’ ἀνάψω φωτιὰ νὰ ζεσταθῆ κι αὐτὴ καὶ τὸ μωρό.
Ὁ βοσκὸς θέλησε νὰ τοῦ ἀρνηθῆ. Θυμήθηκε ὅμως, πὼς τὰ σκυλιὰ δὲν μπόρεσαν νὰ τὸν δαγκάσουν, τὰ πράβατα δὲν τὸν φοβήθηκαν καὶ δὲν σκορπίστηκαν καὶ πὼς ἡ μαγκούρα του δὲν τὸν πέτυχε καὶ δείλιασε. Δὲν τόλμησε λοιπὸν νὰ ἀρνηθῆ στὸν ἄγνωστο.
– Πάρε ὅση φωτιὰ θέλεις! εἶπε ὁ βοσκός.
Μὰ ἡ φωτιὰ εἶχε χωνέψει πιὰ καὶ δὲν εἶχε κανένα μακρὺ ξύλο ἢ κλαδί. Ἦταν μονάχα ἕνας μεγάλος σωρὸς ἀπὸ ἀναμμένα κάρβουνα. Καὶ ὁ ἄγνωστος δὲν εἶχε οὔτε φτυάρι, οὔτε κανέναν τενεκέ, οὔτε τίποτ’ ἄλλο, γιὰ νὰ τὰ βάλη καὶ νὰ τὸν πάη σπίτι του.
Ὁ βοσκός, ποὺ τόνιωσε αὐτό, τοῦ ξαναεῖπε:
– Πάρε ὅση φωτιὰ θέλεις καὶ ἀπὸ μέσα του χαιρόταν, πὼς δὲ θὰ μπορέση νὰ πάρη φωτιά.
Μὰ ὁ ἄγνωστος ἔσκυψε, παραμέρισε μὲ τὸ χέρι του τὴ στάχτη ἀπὸ τὰ κάρβουνα, ὕστερα ἀνασήκωσε τὴν ἄκρη ἀπὸ τὸ φόρεμά του καὶ τὰ ἔβαλε ἐκεῖ. Τί περίεργο ὅμως! Τὰ κάρβουνα, οὔτε τὰ χέρια του ἔκαιγαν, ὅταν τάπιανε, οὔτε τώρα τὸ φόρεμά του. Τὰ πήγαινε σπίτι του, σὰ νὰ μὴν ἦταν ἀναμμένα κάρβουνα, ἀλλὰ μῆλα ἢ καρύδια.
Ἐδῶ γιὰ τρίτη φορὰ τὰ παιδιὰ ρώτησαν τὴ γιαγιά:
– Μὰ γιατί, γιαγιά, δὲν τὸν ἔκαψαν τὰ κάρβουνα;
– Τώρα θὰ ἰδῆτε γιατί, περιμένετε! Εἶπε ἡ γιαγιὰ κι ἐξακολούθησε.
Ὅταν εἶδε αὐτὰ ὁ κακὸς βοσκός, ἀπόρησε.
– Μὰ τί νύχτα εἶναι αὐτή, συλλογίστηκε, ποὺ τ’ ἀγριόσκυλα δὲ δαγκάνουν, τὰ πρόβατα δὲν τρομάζουν, ἡ γκλίτσα δὲν πληγώνει καὶ τὰ κάρβουνα δὲν καῖνε;
Σταμάτησε τὸν ἄγνωστο καὶ τὸν ρώτησε:
– Τί νύχτα εἶναι ἡ σημερινὴ καὶ γιατί ὅλα ἔχουν τόση καλοσύνη γιὰ σένα;
– Ἄν δὲν τὸ βλέπεις μόνος σου, δὲν μπορῶ ἐγὼ νὰ σοῦ ἐξηγήσω, ἀποκρίθηκε ὁ ἄγνωστος, καὶ τράβηξε τὸ δρόμο του, γιὰ νὰ προφτάση νὰ ζεστάνη τὴ γυναίκα του καὶ τὸ βρέφος.
Ὁ βοσκὸς ἀποφάσισε ν᾽ ἀκολουθήση τὸν ἄγνωστο καὶ νὰ μάθη τί σημαίνουν ὅλα αὐτά. Πήγαινε λοιπὸν ἀπὸ πίσω του, ὥσπου ὁ ἄγνωστος ἔφτασε στὴν καλύβα του.
Εἶδε τότε ὁ βοσκός, πὼς ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς δὲν εἶχε οὔτε καλύβα καὶ πὼς ἡ γυναίκα του καὶ τὸ μωρὸ ἦταν ξαπλωμένοι μέσα σὲ μιὰ γυμνὴ σπηλιά, ποὺ δὲν εἶχε τίποτ’ ἄλλο ἀπὸ τοὺς τέσσερεις γυμνοὺς τοίχους. Ὁ βοσκὸς σκέφτηκε τότε, πὼς τὸ μικρὸ καὶ ἀθῶο βρέφος θὰ πάγωνε μέσα στὴ σπηλιὰ κι ἂν καὶ ἡ καρδιά του ἦταν σκληρή, τὸ λυπήθηκε. Ξεκρέμασε τότε τὸ σακούλι, ποὺ εἶχε κρεμασμένο στὸν ὦμο του, ἔβγαλε μιὰ κάτασπρη μαλακὴ προβιὰ καὶ τὴν ἔδωσε στὸν ἄγνωστο νὰ τὴ στρώση κάτω ἀπὸ τὸ παιδάκι.
Ἐκείνη τὴ στιγμή, ποὺ αὐτὸς ὁ σκληρὸς ἄνθρωπος ἔνιωσε συμπόνια γιὰ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους κι ἔκαμε μιὰν ἐλεημοσύνη, ἄνοιξαν τὰ μάτια του. Εἶδε αὐτά, ποὺ πρὶν δὲν μποροῦσε νὰ ἰδῆ κι ἄκουσε ἐκεῖνο, ποὺ πρὶν δὲν μποροῦσε ν’ ἀκούση.
Εἶδε, πὼς ὁλόγυρα ἦταν ἄγγελοι μ᾽ ἀσημένιες φτεροῦγες καὶ πὼς στὰ χέρια τους κρατοῦσαν κιθάρες. Κι ἄκουσε ποὺ ἔψαλλαν, πὼς τὴ νύχτα ἐκείνη γεννήθηκε ὁ Σωτὴρας τοῦ κόσμου.
Τὸτε κατάλαβε ὁ βοσκός, γιατί τὴ νύχτα ἐκείνη δὲν μποροῦσε κανένας νὰ κάμη κακὸ στὸν ἄγνωστο.
Ἔπειτα εἶδε ὁ βοσκός, πὼς ἄγγελοι ἦταν παντοῦ. Κάθονταν στὴ σπηλιά, κατέβαιναν ἀπ᾽ τὸ βουνό, πετοῦσαν στὸν οὐρανό, περπατοῦσαν πολλοὶ μαζὶ στοὺς δρόμους, σταματοῦσαν στὴν εἴσοδο τῆς σπηλιᾶς καὶ κοίταζαν τὸ βρέφος. Παντοῦ ἦταν σκορπισμένη ἡ χαρά, τὸ τραγούδι καὶ μιὰ λεπτὴ ψαλμωδία. Κι ὅταν ὁ βοσκὸς στὴ σκοτεινὴ ἐκείνη νύχτα εἶδε κι ἄκουσε, ὅσα πρὶν οὔτε ἔβλεπε οὔτε ἄκουε, ἔνιωσε μεγάλη χαρά, ποὺ ἄνοιξαν τὰ μάτια του καὶ γονάτισε κι εὐχαρίστησε τὸ Θεό.
Τότε κι ὁ Γιαννάκης, ποὺ ἡ γιαγιὰ πιὰ σταμάτησε τὴ διήγησή της, εἶπε:
– Τώρα, γιαγιά, κατάλαβα κι ἐγώ, γιατί ἐκείνη τὴ νύχτα τὰ σκυλιὰ δὲ δάγκωναν, τὰ πρόβατα δὲν ξυπνοῦσαν ἀπὸ τὸ φόβο τους, ἡ γκλίτσα δὲν πλήγωνε καὶ τὰ κάρβουνα δὲν ἔκαιαν. Εἶχαν ὅλα τὴν καλοσύνη τοῦ Χριστούλη μας, γιατὶ τὸ μωρό, ποὺ γεννήθηκε ἐκείνη τὴ νύχτα, ἦταν ὁ Χριστός!
῎Ε, γιαγιάκα;
– Ναί, παιδάκια μου, εἶπε ἡ γιαγιὰ καὶ φίλησε τὰ ἐγγονάκια της. ᾽Ελᾶτε τώρα καὶ σεῖς στὰ κρεβατάκια σας νὰ κοιμηθῆτε.

Πηγή : Αναγνωστικό Β’ Δημοτικού 1948

αναδημοσίευση:kapodistrias.info
pappanna.wordpress.com
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Friday, 20 December 2019

Κάρολος Ντίκενς: Χριστουγεννιάτικη Ιστορία

Διήγημα του Κάρολου Ντίκενς, που δημιούργησε τον μοναδικό μεγάλο χριστουγεννιάτικο μύθο της σύγχρονης λογοτεχνίας. Ο πρωτότυπος τίτλος του είναι A Christmas Carol (Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα). Το βιβλίο κυκλοφόρησε στις 19 Δεκεμβρίου 1843 και αμέσως έγινε μεγάλη επιτυχία. Μόλις την πρώτη εβδομάδα κυκλοφορίας του πούλησε 6.000 αντίτυπα, ασύλληπτο νούμερο για την εποχή εκείνη.
Χριστουγεννιάτικη Ιστορία - Η πρωτότυπη έκδοση του 1843
Ήρωας του μυθιστορήματος είναι ο Εμπενίζερ Σκρουτζ, ένας ηλικιωμένος τσιγκούνης, που δεν αισθάνεται συμπόνια για κανέναν από τους ανθρώπους του περιβάλλοντός του. Στο μυαλό του οι άνθρωποι υπάρχουν μόνο για να του προσφέρουν χρήματα, ενώ απεχθάνεται τα Χριστούγεννα, καθώς θεωρεί ότι προσθέτουν ένα ακόμα χρόνο στην πλάτη του, χωρίς να τον κάνουν πλουσιότερο.
Την παραμονή κάποιων Χριστουγέννων, ο Σκρουτζ δέχεται έναν απρόσκλητο επισκέπτη. Είναι το φάντασμα του νεκρού συνεργάτη του Τζέικομπ Μάρλεϊ, τσιγκούνη και μίζερου, όπως ο Σκρουτζ, που τον προειδοποιεί να αλλάξει χαρακτήρα για να μην έχει την ίδια κατάληξη με αυτόν. Στη συνέχεια, τον επισκέπτονται τα τρία φαντάσματα των Χριστουγέννων και του υποδεικνύουν τα λάθη του, βοηθώντας τον να αγγίξει τη μετάνοια. Μετά την εμπειρία αυτή, ο πρώην εκμεταλλευτής Σκρουτζ αλλάζει άρδην τη συμπεριφορά του και μετατρέπεται στον μεγαλύτερο ευεργέτη της πόλης του.

Το βιβλίο διατρέχουν τα δύο θέματα, που έχουν κομβική σημασία στο έργο του Ντίκενς: η κοινωνική αδικία και η συνακόλουθη φτώχεια, δύο από τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά της βικτωριανής Αγγλίας, που βίωνε τον άκρατο καπιταλισμό της Βιομηχανικής Επανάστασης. Ο σπουδαίος άγγλος συγγραφέας το έγραψε σε μία περίοδο, που βρισκόταν και αυτός σε εξαιρετικά άσχημη οικονομική κατάσταση. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να δεθεί συναισθηματικά με τους ήρωες της ιστορίας του, δίνοντας εξαιρετική ζωντάνια στην αφήγηση. Μάλιστα, ο ίδιος έλεγε, ότι καθώς έγραφε γελούσε κι έκλαιγε ξανά και ξανά.

Το βιβλίο του Ντίκενς ζέστανε τις καρδιές των ανθρώπων και συνεισέφερε στην αναζωογόννηση των Χριστουγέννων ως γιορτή αγάπης και συμπόνοιας, σε μια περίοδο απόλυτης ένδειας για την εργατική τάξη της Αγγλίας. Ο ίδιος πίστευε σε μία «φιλοσοφία Χριστουγέννων», δηλαδή ότι το πνεύμα των Χριστουγέννων πρέπει να κυριαρχεί όλο τον χρόνο στις σχέσεις των ανθρώπων.

 
Το διήγημα του Ντίκενς από την πρώτη μέρα της κυκλοφορίας του κέρδισε τους κριτικούς, ενώ επαινέθηκε και από τους ομοτέχνους του, με προεξάρχοντα τον Γουίλιαμ Μέικπις Θάκερεϊ, που δεν φείσθηκε επαίνων. Στον αντίποδα, ο σύγχρονος αμερικανός φιλόσοφος Μάικλ Λέβιν, έγραψε μία κριτική του έργου από νεοφιλελεύθερη σκοπιά, για να καταγγείλει τα «μεγάλα ψέμματα» του Ντίκενς και να υπερσπισθεί τον Σκρουτζ «ως ένα επιχειρηματία του οποίου οι ιδέες και πρακτικές ωφελούν, όχι μόνο τον ίδιο, αλλά και τους υπαλλήλους του και την κοινωνία εν γένει».
Η Χριστουγεννιάτικη Ιστορία γνώρισε πολλές μεταφορές στον κινηματογράφο, στην τηλεόραση, το θέατρο και την όπερα. Ο Σκρουτζ Μακ Ντακ, ο πάμπλουτος τσιγγούνης ήρωας του Γουόλτ Ντίσνεϊ, έχει σημείο αναφοράς τον Εμπενίζερ Σκρουτζ.

© SanSimera.gr
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Wednesday, 26 December 2018

Τα Χριστούγεννα του Ισμαήλ

-Τι έγινε σε πήρε ο ύπνος; Του είπε και τον σκούντηξε ελαφρά.
- Με τόση κούραση τι περιμένεις συμπλήρωσε αυτός που στεκόταν δεξιά του.
- Όχι ,όχι δεν κοιμόμουν. Έβλεπα ένα όραμα.
- Όνειρο.
- Όχι όραμα, επέμενε εκείνος. Έβλεπα πως έμπαινα σε μια πόλη με έναν άντρα ντυμένο στα λευκά. Ο κόσμος γύρω του τον επευφημούσε κρατώντας φοίνικες και βάγια. Ξαφνικά η εικόνα χάθηκε και ήταν σαν να κοίταζα από μακριά τον ίδιο άντρα στα κόκκινα να ανεβαίνει έναν λόφο περικυκλωμένος από στρατιώτες και κουβαλώντας ένα σταυρό.
- Δεν μας είπες, τον διέκοψε ο εκ δεξιών, πως καταλήξατε εδώ;
- Ήρθαμε για την, να δεις πως το είπαν, α ναι απογραφή.
- Και ερχόσαστε από μακριά;
- Από την Ναζαρέτ. Είναι μια παράξενη ιστορία. Στεκόμουν στην αυλή του άντρα, νύχτα, και ξαφνικά εμφανίστηκε ένας Άγγελος
- Άγγελος; ακούστηκε από την ομήγυρη
- Άγγελος. Ο άντρας είχε σηκωθεί στεκόταν στην πόρτα όταν εμφανίστηκε από το πουθενά ένας λευκοντυμένος άντρας που έλαμπε σε ένα παράξενο φως.
- “Μη φοβάσαι Ιωσήφ - του είπε- είμαι Άγγελος Κύριου. Η μνηστή σου η Μαρία περιμένει παιδί που θα το πάρεις και θα το φροντίζεις σαν δικό σου.”
Ο άντρας έσκυψε το κεφάλι και είπε “Γενηθήτω το θέλημα σου”. Την άλλη μέρα που σηκώθηκε και βγήκε στην αυλή τον άκουσα να μουρμουρίζει “τι όνειρο και αυτό”. Ώσπου έριξε μια ματιά τριγύρω και έμεινε άναυδος. Στην κατάξερη αυλή του δίπλα από την είσοδο είχε φυτρώσει ένας κρίνος.
- Μετά;
- Μετά ήρθε η διαταγή για την απογραφή και έπρεπε να έρθει εδώ, γιατί εδώ είναι ο τόπος καταγωγής του. Μας πήρε λοιπόν και ξεκινήσαμε την μεγάλη πορεία. Νύχτα φτάσαμε στην πόλη που ήταν γεμάτη από κόσμο. Άρχισε να ψάχνει ένα- ένα τα πανδοχεία για να βρει κάπου να μείνουν, άλλα όλα ηταν γεμάτα. Όταν φύγαμε από το τελευταίο, που είχε παρακαλέσει πολύ για να μας κρατήσουν, ακούσαμε βήματα και την γυναίκα του πανδοχέα να μας φωνάζει. Ήρθε γρήγορα προς το μέρος μας μαζί με το γιο της που κρατούσε ένα δαυλό.
- “Λυπάμαι που δεν έχουμε δωμάτια άλλα έχουμε δώσει ακόμα και τα δικά μας . Από την άλλη απ’ ότι βλέπω ότι δεν μπορείτε να συνεχίσετε για πολύ.
- Όχι- απάντησε ο άντρας δεν μπορούμε και δείχνοντας την γυναίκα του συμπλήρωσε-είναι ετοιμόγεννη.
- Μπορούμε να σας παραχωρήσουμε ένα μέρος που έχουμε λίγο έξω από την πόλη και βάζουμε τα ζωντανά μας. Θα σας πάει ο γιος μου.
- Πως σε λένε τον ρώτησε.
- Σίμωνα.
- Είναι ο βράχος τις οικογένειας -είπε η μητέρα του- αν και μαζί με το αδελφό του τον Αντρέα που τους χάνεις που τους βρίσκεις στο καΐκι του θείου τους να ψαρεύουν. Εκείνη την στιγμή η γυναίκα έβγαλε μια κραυγή. Γύρισαν και την κοίταξαν.
- Νομίζω πως ήρθε η ώρα.
- Καλέ σπάσαν τα νερά -είπε η γυναίκα του πανδοχέα- γρήγορα βιαστείτε”.
Και ενώ εκείνοι κίναγαν για εδώ, τους φώναξε από πίσω,
- “Ειδοποιήστε τις γυναίκες των βοσκών να σας βοηθήσουν. Θα έρθω και εγώ μόλις μπορέσω”.
Και έτσι καταλήξαμε εδώ. Ίσα που πρόλαβαν να μπουν μέσα. Ο μικρός έτρεξε και μίλησε με τους βοσκούς. Οι γυναίκες τους έφτασαν, έβγαλαν έξω τον άντρα και λίγο αργότερα ακούστηκε το κλάμα του μωρού.
- Θα έπρεπε να γίνεις παραμυθάς, του είπε κάποιος από την παρέα.
- Γιατί;
- Μα Άγγελος;
- Θα ήθελα να δω με τι μοιάζει ένας Άγγελος τον ειρωνεύτηκε κάποιος άλλος.
- Σαν και αυτόν εκεί, τους είπε.
Σήκωσαν όλοι τα κεφάλια τους ταυτόχρονα και κοίταξαν προς την σπηλιά-σταύλο. Όση ώρα μιλούσαν ένα αστέρι είχε σταθεί από πάνω τις και μια φωτεινή αχτίδα σαν πυραμίδα την αγκάλιαζε. Μέσα στο φως τις αχτίδας ανεβοκατέβαιναν προς τον ουρανό τυλιγμένοι στα λευκά Άγγελοι ψέλνοντας ένα σκοπό.
- Ε αυτό πια. Λοιπόν δεν έχω ζήσει πιο παράξενη νύχτα, είπε ο μεγαλύτερος.
- Τι ψέλνουν μαμά; ρώτησε ένας από τους νεαρούς.
- Ωσαννά, είπε εκείνος, το έχω ξανακούσει.
Αυτή την φορά κάνεις δεν τον αμφισβήτησε.
- Και τι παράξενο αστέρι
- Είναι των μάγων τους είδα πριν μπουν στο παλάτι , παράξενα ονόματα που έχουν και καμήλες, ήρθε πετώντας προς το μέρος τους ακούμπησε στον ώμο του και προσπάθησε να τα πει όλα με μια ανάσα
- Για σιγά και ένα-ένα ποίοι μάγοι πιο παλάτι; Ρώτησε αυτός στα δεξιά του.
- Εγώ το αστέρι το είχα δει από μακριά. Σκέφτηκα να δω τι είναι. Όταν πλησίασα μόλις ξέστηναν μια κατασκήνωση. Είχαν καμήλες και μίλαγαν μεταξύ τους λέγοντας πως το αστέρι θα στεκόταν πάνω από το παλάτι ενός νεογέννητου Βασιλιά. Τα ονόματα τους ηταν έεε Μελχιόρ, Γασπάρ και, και εεε α ναι Βαλταζάρ. Μετά μπήκαν στη πόλη και συγκεκριμένα στο παλάτι του Βασιλιά. Εγώ όμως είδα ότι το αστέρι συνέχιζε τον δρόμο του και το ακουλούθησα. Τι εδώ γεννήθηκε ο νέος Βασιλιάς; Μα ......
- Γιατί δεν πάμε μέσα να δούμε τους είπε. Οι βοσκοί έχουν μπει ήδη.
Ξεκίνησε ενώ κάποιοι από την παρέα φανήκαν να διστάζουν
- Θα μας διώξουν πάλι.
Γύρισε τους κοίταξε και συνέχισε να προχωράει. Τον ακολούθησαν. Όταν μπήκαν, μια παράξενη θαλπωρή τους τύλιξε. Στάθηκαν διστακτικά, εκείνος όμως πλησίασε θαρρετά και στάθηκε δίπλα στο παχνί. Ένα μωρό τυλιγμένο με ένα απόκοσμο φως και παλιά ρούχα, ήταν ξαπλωμένο μέσα και κοίταζε τριγύρω του με μεγάλη περιέργεια. Μόλις έφτασε κοντά το μωρό γύρισε το κεφάλι του και τον κοίταξε στα μάτια. Και νάτο πάλι το όραμα που είχε δει και προηγουμένως.
- Δεν έχω ξαναδεί πιο ήσυχο μωρό είπε μια από τις γυναίκες που καθόταν δίπλα στην λεχώνα.
- Και όμορφο. Συμπλήρωσε μια άλλη. Μαρία και Ιωσήφ πρέπει να είστε πολύ περήφανοι.
Το ζευγάρι κοιτάχτηκε και χαμογέλασε.
- Για δέστε πως κοιτάζονται στα μάτια Αβραάμ, ξαναείπε η πρώτη γυναίκα απευθυνόμενη στον άντρα που στεκόταν τώρα δίπλα του. Λες και γνωρίζονται, λες και συνεννοούνται.
- Α, ο πιστός μας Ισμαήλ, είπε ο Ιωσήφ χωρίς αυτόν δεν θα είχαμε φτάσει έως εδώ.
- Και κοιτάξτε εδώ, είπε ο Αβραάμ, εκτός από το κοτσύφι που κάθεται στον ώμο του, στην πλάτη του έχει σαν ζωγραφισμένο έναν τεράστιο σταυρό. Πως έγινε αυτό Ιωσήφ;
- Τον έχει από τότε που γεννήθηκε αποκρίθηκε εκείνος. Βλέπετε ο Ισμαήλ είναι ένα πολύ ξεχωριστό γαϊδουράκι.

Θεοδωρίδης Θεόδωρος
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Monday, 24 December 2018

Όνειρο χριστουγεννιάτικης νύχτας

Ένα μικρό παιδί καθόταν στην πολυθρόνα του, μέσα στο ζεστό και φωτισμένο σπίτι, δίπλα στο χριστουγεννιάτικο δέντρο και το θαύμαζε. Φωτάκια και μπάλες, δώρα, στολίδια, κι από κάτω η φάτνη με το χρυσό άστρο πάνω της. «Tι όμορφο που είναι!», συλλογιζόταν, κι έτσι, καθώς περνούσε η ώρα, αποικοιμήθηκε κι ονειρεύτηκε...
Δυο μεγάλα φτερά το σήκωσαν από την πολυθρόνα κι άρχισε να ταξιδεύει μαζί τους στο σύμπαν. Πέρασαν πάνω από τη Γη και την είδε να μικραίνει, ώσπου έγινε ένα μικρό γαλάζιο σημαδάκι στον ορίζοντα. Ύστερα εμφανίστηκαν τα πρώτα άστρα. Tι μεγαλείο! Tι φως! Tι χρώματα! Tι σχήματα παράξενα! Aκόμη και μουσική ακουγόταν γύρω του, υπέροχη, γλυκειά μουσική των αστεριών. Aυτό που του έκανε περισσότερη εντύπωση ήταν ότι τα αστέρια δεν ήταν όλα το ίδιο λαμπερά, κι είχαν και διάφορα χρώματα. Kάπου εκεί, πολύ μακριά, διέκρινε ένα μικρούλι αστεράκι που γύρω του πηγαινοέρχονταν κάποιοι. Kοίταξε με μεγάλη προσοχή κι είδε πολλούς πολλούς αγγέλους, μικρούς και μεγάλους, να παίρνουν κάτι από το αστεράκι και να φεύγουν. Πλησίασαν κι άλλο και, τότε... δεν πίστευε στα μάτια του: Οι άγγελοι έπαιρναν μικρές και μεγάλες ακτίνες από το αστέρι και κάπου τις πήγαιναν. Πού, όμως; Όταν έφτασαν πολύ κοντά, το ρώτησε:

― Γιατί σου παίρνουν τις ακτίνες σου;
― Δε μου τις παίρνουν, είπε το αστεράκι. Eγώ τις χαρίζω.
― Tι τις κάνουν οι άγγελοι τις ακτίνες; Tι τους χρειάζονται;
― Οι άγγελοι δεν τις κρατάνε για τον εαυτό τους, είπε το αστέρι. Tις παίρνουν και τις πηγαίνουν στη Γη.
― Tι τις θέλει η Γη τις ακτίνες;
― Aχ, μικρό παιδί, είπε το αστέρι. Άκου να δεις. Eγώ, σαν αστέρι που είμαι, δεν μπορώ να επισκεφθώ τη Γη. Bρήκα λοιπόν αυτό τον τρόπο να στείλω το δώρο μου στο νεογέννητο Xριστό. Οι άγγελοι παίρνουν τις ακτίνες μου, το δώρο μου δηλαδή, τις κατεβάζουν στη Γη και τις αφήνουν πάνω από τη φάτνη.
― Kαι θα μείνεις χωρίς ακτίνες; ρώτησε το παιδί.
― Άκου και κάτι άλλο, μικρό παιδί. H αγάπη κάνει πολλά θαύματα, και να ένα απ’ αυτά. Ό,τι δίνεις με αγάπη, δεν το χάνεις. Kι εγώ, με τόση αγάπη για τον Xριστό, τις δίνω και δε φοβάμαι μη μου τελειώσουν.

H ώρα είχε περάσει. Tο παιδί σιγά-σιγά άρχισε να ξυπνά από το γλυκό του ύπνο. Tα μάτια του καρφώθηκαν πάνω στη φάτνη και... στο πιο ψηλό της σημείο είδε το χρυσό άστρο που έλαμπε. Kι όμως, ήταν αλήθεια. Δεν ήταν όνειρο! Ήταν φτιαγμένο από τις ακτίνες που είχε στείλει με τους αγγέλους το μικρό αστέρι. Kαι ήξερε πως δε θα του τελείωναν ποτέ, γιατί ήταν δοσμένες με τόση αγάπη!


© Ελένη Τσαλίκη 
(από τη συλλογή Kάθε μέρα, κάθε μήνα, μια ολόκληρη χρονιά)
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki