Showing posts with label Έτσι παίζαμε παλιά. Show all posts
Showing posts with label Έτσι παίζαμε παλιά. Show all posts

Thursday, 30 May 2024

Ποδόσφαιρο στην αλάνα, «καραβολίδες» και στα τρία κόρνερ πέναλτι...

Ξεσκονίζοντας τις προάλλες την αποθήκη μου, έπεσα πάνω σε ένα κιτρινισμένο τετράδιο που στο εξώφυλλο είχε κολλημένα ξεθωριασμένα αυτοκόλλητα της Panini με παίκτες που αγωνιζόντουσαν στο ελληνικό πρωτάθλημα στις αρχές της δεκαετίας του ’90.
 
Το άνοιξα με ανυπομονησία για να δω και τα υπόλοιπα αυτοκόλλητα της τότε συλλογής μου, αλλά έπεσα πάνω σε κάτι που δεν περίμενα.
Στην πρώτη σελίδα έγραφα “Πρωτάθλημα 1993-1994”. 
Δεν επρόκειτο για το πρωτάθλημα της τότε Α’ Εθνικής, αλλά όπως μαρτύρησαν οι επόμενες σελίδες του τετραδίου, για ένα πρωτάθλημα μεταξύ των δύο ομάδων που είχαμε φτιάξει στην 5η δημοτικού.
Υπήρχαν γραμμένα τα ονόματα των συμμαθητών μου και πλάι τους τα γκολ που είχαν πετύχει σε κάθε αγώνα, ενώ υπήρχε και ένας πίνακας με τη βαθμολογία των δύο ομάδων. 
Τότε η νίκη έδινε ακόμα δύο βαθμούς και η ισοπαλία έναν. 

Στην επόμενες σελίδες υπήρχαν και άλλα αντίστοιχα “πρωταθλήματα”, ενώ στη μέση του τετραδίου υπήρχε γραμμένος ένας άλλος τίτλος: “Άλλα σχολεία”. Εκεί είχα περάσει τα αποτελέσματα των αγώνων του δικού μας κόντρα στα υπόλοιπα σχολεία της γειτονιάς.
Υπήρχαν σελίδες με τα ονόματα των παιδιών του κάθε σχολείου και πλάι σε αυτά το πόσο καλή μπάλα ήξερε κάθε παιδί και μια υποσημείωση για το δυνατό του σημείο, σε ένα άτυπο σκάουτινγκ της εποχής.
Συνέχισα να ξεφυλλίζω το τετράδιο και έπεσα πάνω σε ακατάλυπτα συστήματα και σε σημειώσεις με τα man-to-man κάθε αγώνα. Man-to-man που θεωρητικά έπρεπε να ακολουθήσουν όλοι οι παίκτες της ομάδας.
Ήθελα να το ζήσω ξανά όλο αυτό. Για κλάσματα δευτερολέπτου φαντάστηκα πως πήγαινα στο σταθερό μου να πάρω τηλέφωνο τον “Μπούμπη”, τον “Τσίλια” και τον “Σαλάτα” για να τους δώσω ραντεβού στις 4 στην πλατεία. “Πάρτε και τον “Ποντικό” και πείτε του να μην ξεχάσει να φέρει την μπάλα”…
Κάποτε παίρναμε μια μπάλα, μαζευόμασταν σε μια αλάνα, πλατεία, σχολείο και παίζαμε ένα διπλό από το μεσημέρι, μέχρι να νυχτώσει. Αυτοί οι ποδοσφαιρικοί «μαραθώνιοι» διέπονταν από κάμποσους κανόνες και είχαν αρκετά χαρακτηριστικά, που τους καθιστούσαν μοναδικούς και τους θυμόμαστε ακόμα με νοσταλγία. 
Το «γήπεδο» και η μπάλα
Τα βασικά μέρη που δίνονταν τα ποδοσφαιρικά ραντεβού ήταν προαύλια σχολείων, πλατείες, δρόμοι, γήπεδα μπάσκετ και αλάνες. Τα γήπεδα 5×5 αποτελούσαν ακόμα σενάριο επιστημονικής φαντασίας.
Το γεγονός ότι θα παίζαμε ποδόσφαιρο δεν σήμαινε απαραίτητα ότι θα είχαμε και μπάλα ποδοσφαίρου. Ποιος δεν έχει παίξει με πατημένο κουτάκι από αναψυκτικό; Όχι, όμως, πατημένο όπως να ναι. 
Υπήρχε συγκεκριμένη τεχνική, ώστε το κουτάκι να είναι κατάλληλο για ποδόσφαιρο. 
Έπρεπε να έχει πατηθεί εντελώς κάθετα και να μην είναι στραβό, ώστε να μπορεί να τσουλάει και να αντέχει.
Κάποιες φορές και ειδικά τα καλοκαίρια όλο και κάποιο μπαλάκι του τένις ή κάποια μπάλα του βόλεϊ θα είχε ξεμείνει από την οικογένεια κάποιου από την παραλία, με αποτέλεσμα να αναβαθμίζεται αισθητά το παιχνίδι μας.
Σαν εναλλακτική υπήρχαν και κάποιες μεγάλες μπάλες που πουλούσαν τα περίπτερα της γειτονιάς και είχαν πάνω τα σήματα μεγάλων ομάδων, γνωστές και ως «αερόμπαλες», αφού από τη στιγμή που σούταρες, ο αέρας ήταν εκείνος που αποφάσιζε την κατάληξή του σουτ.
Υπήρχαν και εκείνες οι ευλογημένες μέρες που η παρέα είχε στη διάθεση της κάποια κανονική, ποδοσφαιρική μπάλα. 
Μία «Select», μια «Mitre» ή κάποια που είχε δέρμα τέλος πάντων. Τότε τα πράγματα σοβάρευαν. Η αδρεναλίνη χτυπούσε κόκκινο και το παιχνίδι είχε την ένταση και το πάθος που θα ζήλευε και ένας τελικός Champions League.
Να παίζεις ποδόσφαιρο με μπάλα της οποίας έχουν φύγει οι ραφές και περισσεύει η σκασμένη σαμπρέλα, αξία ανεκτίμητη.
Ο κάτοχος της μπάλας
Το παιδί που διέθετε την μπάλα ήταν για την παρέα ό,τι ο Πλατινί για την UEFA. Μπορούσε σχεδόν να ορίσει τους κανόνες του παιχνιδιού από την αρχή και όχι μόνο δεν έβρισκε αντιδράσεις από τους υπόλοιπους, αντιθέτως μάλιστα τον είχαμε στα όπα όπα.
Αυτός όριζε την ώρα που θα ξεκινήσει, αλλά και θα τελειώσει το παιχνίδι και όλοι μαζευόμασταν και το «διαλύαμε» με βάση το πρόγραμμά του. 
Αν μάλιστα τον έφερνε ο πατέρας του, καλοπιάναμε και εκείνον, προκειμένου να αφήσει τον φίλο μας να κάτσει περισσότερο. Δεν ήταν λίγες οι φορές που παρακαλούσαμε τον πατέρα να μας αφήσει την μπάλα με υποσχέσεις ότι θα την προσέχαμε σαν τα μάτια μας και θα του την επιστρέφαμε σώα την επομένη.
Τα προνόμια του κατόχου της μπάλας πολλές φορές επεκτείνονταν στο να μπορεί να διαλέξει τους συμπαίκτες του, ακόμα και αν δεν του χαμε κάνει ποτέ ξανά αυτή τη χάρη, αφού στην πραγματικότητα ήταν τελείως άμπαλος. 

Ο ορισμός του τέρματος
Στα γήπεδα που αγωνιζόμασταν μικροί είναι προφανές ότι δεν υπήρχαν τέρματα. Αν υπήρχαν, μάλλον δεν θα είχε και κανένα λόγο ύπαρξης το παρόν κείμενο.
Επομένως, πριν από κάθε αγώνα ορίζαμε νοητά το τέρμα. 
Τα κάθετα δοκάρια μπορούσαν να οριστούν με διάφορους τρόπους. Με σχολικές τσάντες, με πέτρες, με νοητά σημάδια από γκράφιτι σε κάποιο τείχο, με τις βάσεις από μπασκέτες, με ό,τι μπορείς να φανταστείς.
Για να 'ναι ίσα τα τέρματα μετρούσαμε βηματάκια, ενώ ήταν άπειρες οι φορές πριν από κάποιο, πέναλτι, κόρνερ ή φάουλ που ο εκάστοτε τερματοφύλακας αναπροσάρμοζε τις διαστάσεις του τέρματός του.
Η μαγεία, όμως, είχε να κάνει με τον ορισμό του οριζόντιου δοκαριού. Τις περισσότερες φορές το οριζόντιο δοκάρι ήταν μέχρι εκεί που έφτανε να πηδήξει ο τερματοφύλακας. Όταν, λοιπόν, ο τερματοφύλακας «έτρωγε» κάποιο γκολ με σουτ που πήγαινε ψηλά, ξεκινούσε καβγάς για το πού βρισκόταν το οριζόντιο δοκάρι, συνοδευόμενος από ταυτόχρονα πηδηματάκια με τεντωμένα χέρια από όλους μας για να δείξουμε ότι δεν φτάναμε το σημείο από το οποίο πέρασε η μπάλα. 

Πώς χωριζόμασταν σε ομάδες
Πριν μπουν τα «αριθμάκια» στη ζωή μας, είχαμε έναν πιο ευφάνταστο τρόπο για να ορίζουμε τις ομάδες. Δυο παιδιά, συνήθως οι καλύτεροι παίκτες ή ο κάτοχος της μπάλας, στεκόντουσαν ο ένας απέναντι στον άλλο και έκαναν «βηματάκια» για να δουν ποιος θα διαλέξει πρώτος παίκτη.
Θυμάστε τι ήταν τα βηματάκια; Στεκόντουσαν τα δύο παιδιά, το ένα απέναντι στο άλλο σε εύλογη απόσταση και έλεγαν εναλλάξ ονόματα ποδοσφαιρικών ομάδων ή παικτών. Για κάθε συλλαβή της λέξης που έλεγαν έκαναν και ένα βήμα προς τον «αντίπαλο». Όποιος πατούσε πρώτος τον αντίπαλό του, είχε το bonus να διαλέξει πρώτος παίκτη. Κι αν νομίζεις πώς τα «βηματάκια» ήταν κάτι τυχαίο, είσαι γελασμένος.
Υπήρχε τακτική, αφού χρησιμοποιούσαμε και πλαγιαστά «βηματάκια» προκειμένου να μείνουμε μακριά από τον αντίπαλο, αν θεωρούσαμε πως θα μας πατούσε πρώτος.
Αφού έβγαινε ο νικητής της παραπάνω διαδικασίας, συνήθως επέλεγε τον καλύτερο παίκτη ή αυτόν που ξέραμε πως θα κάτσει τερματοφύλακας σε όλο τον αγώνα χωρίς να γκρινιάξει και χωρίς να ζητήσει να παίξει καθόλου μέσα.
Όσον αφορά τον τερματοφύλακα, αν δεν υπήρχε κάποιος που θα καθόταν με την θέλησή του -πράγμα σπάνιο- τότε μπαίναμε όλοι τέρμα μέχρι να φάμε ένα γκολ. Επειδή, κάποιοι το έτρωγαν επίτηδες για να ξαναμπούν γρήγορα μέσα, βάζαμε άλλους κανόνες όπως «φάμε-βάλουμε δύο» ή χρονομετρούσαμε τη θητεία του καθενός στο τέρμα. Αν ο αριθμός των παιδιών ήταν μονός, η ομάδα με το πιο αδύναμο «ρόστερ» έπαιρνε τον παίκτη παραπάνω. 

Όταν χάναμε την μπάλα
Πόσες φόρμες και σορτσάκια έχουν σκιστεί στην προσπάθεια μας να φτάσουμε με τα πόδια την μπάλα που είχε καρφωθεί κάτω από κάποιο αυτοκίνητο ή είχε μπει σε κάποιο χώρο που έπρεπε να πηδήξουμε ένα συρματόπλεγμα;
Πόσες κλωτσιές έχουμε ρίξει ομαδικά στους κορμούς δέντρων για να πέσει η μπάλα που είχε σφηνώσει σε κάποιο κλαδί; 
Τις περισσότερες φορές τα παραπάνω γινόντουσαν ενώ φωνάζαμε εν χορώ: «πού ναι η μπάλα, οέο πού ναι η μπάλα».
Επίσης, άπειρες ήταν οι φορές που η μπάλα πήγαινε σε συγκεκριμένο μπαλκόνι ή έσπαγε τα ποτήρια στα τραπέζια συγκεκριμένης κάθε φορά καφετέριας και εμείς παρακαλάγαμε τον ιδιοκτήτη να μας την δώσει πίσω και υποσχόμασταν για χιλιοστή φορά πως η συγκεκριμένη ήταν η τελευταία που συνέβαινε κάτι τέτοιο. 

Το λεξικό του ποδοσφαίρου

Υπήρχαν μια σειρά από φράσεις και λέξεις που λέγαμε όσοι παίζαμε μπάλα που δεν καταλάβαινε κανείς πλην των συμμετεχόντων.
Φυσικό εμπόδιο: Την συγκεκριμένη φράση την αναφέραμε όταν παίζαμε ποδόσφαιρο σε κάποια πλατεία και η μπάλα έπεφτε σε κάποιον διερχόμενο. 
Λέγοντας «φυσικό εμπόδιο» εννοούσαμε πως το παιχνίδι συνεχίζεται κανονικά, αφού το να συμβεί κάτι τέτοιο ήταν αναμενόμενο.
Περίπτερο/καφενείο: Έτσι αποκαλούσαμε τον παίκτη που ελλείψει offside άραζε στην άμυνα του αντιπάλου και δεν το κουνούσε αν δεν ερχόταν η μπάλα στα πόδια του. Προφανώς, το «καφενείο» δεν γυρνούσε ποτέ στην άμυνα.
Παγκότερμα / μπακότερμα: Όχι, δεν είναι ανακάλυψη του Νόιερ. «Παγκότερμα» είχαμε συνήθως όταν στο τέρμα καθόταν κάποιος πολύ καλός παίκτης ή κάποιος που βαριόταν να κάτσει τέρμα. Επομένως όταν η ομάδα του ήταν στην επίθεση έβγαινε και αυτός μπροστά, διατηρώντας ταυτόχρονα την ιδιότητα του τερματοφύλακα.
Γκελάκια/αγγελάκια/ποδαράκια: Με αυτή τη λέξη εννοούσαμε τα χτυπήματα που μπορούσε να κάνει κάποιος με την μπάλα χωρίς να πέσει εκείνη στο έδαφος. Δεν ήταν λίγες οι φορές που κάναμε διαγωνισμό για το ποιος έκανε τα περισσότερα.
Καραβολίδα: Το πάρα πολύ δυνατό σουτ. Υπήρχε μάλιστα ο άγραφος κανόνας σύμφωνα με τον οποίο απαγορεύονταν οι «καραβολίδες» από κοντά, κυρίως μετά από απαίτηση του άτυχου που τον έβαζαν πάντα τέρμα. Παραβίαση του συγκεκριμένου κανόνα ήταν λόγος για καβγά.
Ξερόμυτο: Το πολύ δυνατό σουτ που γινόταν με την μύτη του παπουτσιού.
Μπεκάτσα/τσαρούχι/στα περιστέρια: Το πολύ άστοχο σουτ που δεν έβρισκε στόχο και θεωρητικά πήγαινε στα πουλιά.
 
Οι κανόνες
Το γεγονός ότι παίζαμε ποδόσφαιρο, δεν σημαίνει πως οι κανόνες ήταν δεδομένοι. Προφανώς δεν υπήρχε offside, ενώ ένα ξακαθάρισμα που κάναμε από την αρχή του ματς ήταν το αν θα παίζαμε με «τους παλιούς ή με τους καινούργιους κανόνες». Το γεγονός ότι στην προηγούμενη πρόταση χρησιμοποιούσαμε πληθυντικό δεν είχε απολύτως κανένα νόημα, αφού στην ουσία ο μοναδικός κανόνας που άλλαζε ήταν το «έμμεσο».
Σύμφωνα με τους παλιούς κανόνες, μπορούσαμε να γυρίσουμε την μπάλα στον τερματοφύλακα και εκείνος να την πιάσει με τα χέρια, χωρίς να καταλογιστεί έμμεσο. Ενώ, με βάση τους καινούργιους, δεν μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο.
Δεν μετράνε οι σπόντες: Ο συγκεκριμένος κανόνας έβρισκε εφαρμογή σε γήπεδα που περιλάμβαναν τείχους, όπως τα προαύλια σχολείων. Με αυτό τον κανόνα ξεκαθαρίζαμε το κατά πόσο θα μπορούσαμε να ντριμπλάρουμε κάνοντας σπόντες με τον τοίχο.
Στα τρία κόρνερ πέναλτι: Αυτός ο κανόνας αφορούσε τα μονά και συνέβαινε αυτό ακριβώς που περιγράφει. Όταν μια ομάδα έβγαζε την μπάλα τρεις φορές άουτ, οι αντίπαλοι χτυπούσαν πέναλτι.
«Αυτό δεν το είχαμε πει από την αρχή»: Η ατάκα αυτή λειτουργούσε ως κανόνας πάνω από τους κανόνες. Αν για παράδειγμα δεν είχαμε ξεκαθαρίσει από την αρχή αν θα παίζαμε π.χ. με σπόντα ή χωρίς, μόλις κάποιος έλεγε αυτή την ατάκα έθετε θέμα για τους κανόνες του παιχνιδιού από εκείνη τη στιγμή και μετά. Συνήθως ήταν λόγος για να ξεσπάσει σύρραξη στο γήπεδο. 

Η «φάση»
Η συγκεκριμένη λέξη αποτελεί την πιο «δημιουργική ασάφεια» του ποδοσφαίρου των παιδικών μας χρόνων. 
Όταν το παιχνίδι έφτανε χρονικά προς την λήξη του, η ομάδα που καιγόταν να ισοφαρίσει ή να πλησιάσει στο σκορ άρχιζε να φωνάζει «φάση».
Λέγοντας «φάση» στην ουσία εννοούσε πως έπρεπε να γίνει ακόμα μια φάση πριν να ολοκληρωθεί το παιχνίδι. Ποτέ, όμως, δεν είχε διευκρινιστεί με σαφήνεια αν η φάση τελείωνε όταν η μπάλα έβγαινε άουτ, πλάγιο, γινόταν φάουλ ή έμπαινε γκολ.
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα πολλές φορές η «φάση» να πλησιάζει σε διάρκεια ολόκληρο το μέχρι τότε παιχνίδι. Κατά τη διάρκεια της «φάσης» έχουν μπει τα πιο επικά γκολ, έχουν γίνει οι πιο εντυπωσιακοί πανηγυρισμοί και έχει πέσει το περισσότερο ξύλο στην ιστορία του ποδοσφαίρου της «αλάνας». 

Τα παιχνίδια
Πέρα από το κλασικό «διπλό» υπήρχε μια σειρά ποδοσφαιρικών παιχνιδιών που παίζαμε είτε για «ζέσταμα» είτε γιατί δεν μαζευόμασταν ο απαραίτητος αριθμός ατόμων για «διπλό’.
Πασούλες και σουτ: Μέχρι να μαζευτούμε για να αποφασίσουμε τι θα παίξουμε, όσοι είχαν πάει νωρίτερα στο «γήπεδο» έκαναν πάσες και σούταραν στον τερματοφύλακα. Τόσο απλό!
Μονό ή μονάκι: Στο μονό συνήθως συμμετείχαν 3 ή 5 άτομα.
Ένας εναντίον ενός ή δύο εναντίον δύο και ένας τερματοφύλακας. Το παιχνίδι ξεκινούσε με τον τερματοφύλακα να έχει γυρισμένη την πλάτη προς τους παίκτες και να τους πετάει την μπάλα στα τυφλά για λόγους αξιοκρατίας. Στο μονό έβρισκε εφαρμογή ο κανόνας «στα τρία κόρνερ πέναλτι».
Ένας άλλος κανόνας που ίσχυε στο μονό ήταν πως για να μετρήσει ένα γκολ θα έπρεπε η μια ομάδα να έχει περάσει τουλάχιστον έναν από τους αντιπάλους. Ο μοναδικός τρόπος για να μετρήσει το γκολ χωρίς να περάσεις τον αντίπαλό σου ήταν να βάλεις γκολ απευθείας από την επαναφορά του τερματοφύλακα, χωρίς εκείνη να έχει προλάβει να ακουμπήσει στο έδαφος.
Πρωταθληματάκια: Όταν υπήρχαν πολλά άτομα, αλλά βαριόμασταν να παίξουμε διπλό, χωριζόμασταν σε ομάδες των δύο ατόμων και παίζαμε knock-out μονάκια, μέχρι να αναδειχθεί ο πρωταθλητής.
Γερμανικό/άγια: Για το παιχνίδι αυτό χρειαζόταν ένας τερματοφύλακας και δύο έως τέσσερις παίκτες (παραπάνω δεν ήταν βολικό). Σε αυτό το παιχνίδι έπρεπε να σκοράρεις μετά από πάσα χωρίς η μπάλα να πέσει στο έδαφος. 
Ανάλογα με τον τρόπο που θα έβαζες το γκολ έπαιρνες και πόντους. Για απλό σουτ έπαιρνες έναν πόντο, για κεφαλιά δύο, για ψαλιδάκι -λέμε τώρα- πέντε.
Αφιερωμένο σε όσους συνεχίζουν να παίζουν σε αλάνες. 

Monday, 16 September 2019

Ένα νοσταλγικό και άκρως «ζωντανό» αφήγημα για όσους μεγάλωσαν τη δεκαετία του ’80

Εικόνες που ζήσατε, περνούν από τα μάτια σας
σα να είναι σημερινές…
Πριν από μερικές ημέρες πήραμε στην κόρη μου ένα τάμπλετ. Πάνω στην κουβέντα, λοιπόν, η ερώτηση από μεριά της ήρθε σχεδόν φυσιολογικά. «Εσύ μπαμπά όταν ήσουν παιδάκι πότε πήρες πρώτη φορά τάμπλετ»; Η απάντηση από την πλευρά μου εξίσου φυσιολογική. «Δεν είχαμε, μωρό μου, τότε εμείς τάμπλετ».
Με κοίταξε γεμάτη απορία και με ξαναρώτησε: «τι εννοείς δεν είχατε τάμπλετ». Κατάλαβα πως η κουβέντα θα ξεφύγει. «Ε, δεν είχαμε. Ήταν άλλες εποχές τότε». Τα μάτια της άρχισαν να γεμίζουν ερωτηματικά. Το έβλεπα να έρχεται. «Και πώς παίζατε παιχνίδια»; Η επόμενη απάντηση ήταν απλή: «Στο δρόμο παίζαμε». Και τότε ήρθε η χαριστική βολή. «Και καλά, μουσική πώς ακούγατε»; Παίρνω το σοβαρό μου ύφος και της απαντώ σαν επιστήμονας που απαντά ερώτηση για την κβαντική μηχανική: «Από κασέτες παιδί μου»!

Το σοκ στα μάτια της με έκανε να αναθεωρήσω τη χρησιμότητα της κουβέντας και να κάνω ένα βήμα πίσω: «τι κάνεις ρε στο παιδάκι; Σταμάτα να το σοκάρεις»! Γιατί ναι, μπορεί να μας χωρίζουν κοντά στα 30 χρόνια άλλα μέσα σε αυτές τις τρεις δεκαετίες τίποτα δεν παρέμεινε ίδιο. Η τεχνολογία προόδευσε με αδιανόητους ρυθμούς, οι καθημερινές συνήθειες άλλαξαν δραματικά, οι άνθρωποι έγιναν πιο… «κουμπωμένοι».

 
Και άντε τώρα να εξηγήσεις σε ένα παιδάκι που σήμερα είναι γύρω στα 10 και έχει να επιλέξει ανάμεσα σε ένα από τα έξι παιδικά κανάλια που του παρέχει η συνδρομητική τηλεόραση, πως στην δική μας εποχή, εκεί στις αρχές της δεκαετίας του 1980, ο μικρότερος ήταν αυτός που σηκωνόταν (και πάντα με φασαρία) για να αλλάξει χειροκίνητα το κανάλι (ένα από τα 3-4 που υπήρχαν τότε) στην ασπρόμαυρη τηλεόραση!
Το παιχνίδι στο δρόμο
Σε αυτό το κείμενο υπάρχει ένας μεγάλος κίνδυνος. Να πέσουμε στην παγίδα του «χάσματος των γενεών». Να κάνουμε, δηλαδή, το ίδιο λάθος που έκαναν οι γονείς μας. Αυτό το «αχ, στη δική μας εποχή τα πράγματα ήταν καλύτερα». Άλλα όχι. Στη δική μας εποχή τα πράγματα δεν ήταν καλύτερα. Ήταν πιο αγνά, ίσως. Και με μεγαλύτερη δόση «άγνοιας κινδύνου», σίγουρα.
Εμείς δεν είχαμε παιδότοπους γεμάτους αφρολέξ και προστατευτικά στις γωνιές. Παίζαμε στην παιδική χαρά με τις σκουριασμένες κούνιες και τις αιχμηρές γωνιές. Όταν ιδρώναμε δεν αλλάζαμε μπλούζα. Τη βγάζαμε, την αφήναμε στο χώμα και την ξαναβάζαμε μετά αδιαφορώντας για τα μικρόβια που έστηναν πάρτι πάνω της. Όταν διψούσαμε δεν είχαμε το ειδικά σχεδιασμένο παγουράκι. Από την βρύση στην άκρη της πλατείας πίναμε. Που ήταν εντελώς εκτεθειμένη και από εκεί ξεδιψούσαν και τα αδέσποτα σκυλάκια.

Όταν χτυπούσαμε δεν σήμαινε γενικός συναγερμός. Αν δεν χρειαζόσουν ράμματα, τότε γινόσουν καλά με λίγο ιώδιο που γιάτρευε τα πάντα και την άλλη ημέρα έδειχνες με καμάρι το κόκκινο χρώμα πάνω στο σώμα σου. Η μάνα μας το πιθανότερο είναι να φώναζε για το σκισμένο παντελόνι και την επόμενη να πήγαινε να έβαζε εκείνο το θρυλικό (συνήθως καφέ ή μαύρο) οβάλ δερμάτινο μπάλωμα.
Και αν θέλαμε να παίξουμε κάτι πιο ήρεμο μαζεύαμε χαρτάκια για να τα κολλάμε στα άλμπουμ. Χαμός για να αγοράσουμε ένα φακελάκι. Κλάμα αν τα είχαμε «διπλά». Περηφάνια αν πετυχαίναμε κάποιο «υπερσπάνιο». Τα περισσότερα άλμπουμ ήταν για το ποδόσφαιρο. Αλλά υπήρχαν και τα κοριτσίστικά. Μέχρι και για την «Τόλμη και Γοητεία» με τον Ριτζ και την Καρολάιν που τότε ήταν στα ντουζένια τους, είχαν βγάλει, οι αθεόφοβοι.
Και για να γυρίσουμε στα του τάμπλετ. Ποιο τάμπλετ; Στην καλύτερη και για τους μεγαλύτερους υπήρχαν τα «ουφάδικα» που… έλιωνες στο πακ-μαν ή προς το τέλος της δεκαετίας να μας αγόραζαν οι δικοί μας το «ατάρι».

Εμείς, θα παίζαμε με τις ώρες μπάλα και δεν θα γυρίζαμε σπίτι αν δεν φώναζε η μάνα από το παράθυρο. Θα παίζαμε πετροπόλεμο ή μάχη με τα νεράτζια μέχρι να την πληρώσει το παράθυρο του γείτονα. Θα πηγαίναμε να εξερευνήσουμε τον μικρό λόφο που τότε έμοιαζε θεόρατο βουνό. Θα καθόμασταν με τις ώρες να χαζεύουμε τα μεγαλύτερα παιδιά που αγόραζαν το πρώτο τους «παπί», τρύπαγαν την εξάτμιση και έκαναν περατζάδες από την πλατεία, σπάζοντας τα νεύρα των γιαγιάδων που μαζευόντουσαν για να πλέξουν (και να κουτσομπολεύσουν)
Θα ακούγαμε μουσική από τις κασέτες που είχαμε στοιβαγμένες τη μια πάνω στην άλλη και στην καλύτερη δίσκους στο πικάπ αλλά με προσοχή για να μη σπάσουμε τη βελόνα.
Και αν είχε καύσωνα, το παιχνίδι δεν σταματούσε. Απλά στην «εξίσωση» έμπαινε το λάστιχο της αυλής. Για κλιματιστικά ούτε λόγος. Όχι ένα σε κάθε δωμάτιο, όπως τώρα. Πουθενά. Οι σπουδαίες αυτές εφευρέσεις μπήκαν στη ζωή μας μετά τον μεγάλο καύσωνα του 1987.
Τα φαγητά, οι λιχουδιές και τα αναψυκτικά


Και επειδή νηστικό αρκούδι δεν χορεύει, τρώγαμε τα πάντα. Όταν λέμε τα πάντα, εννοούμε τα πάντα. Χωρίς περιορισμούς, χωρίς καταλόγους ανθυγιεινών. Σοκολάτες, γαριδάκια, δρακουλίνια, φοφίκο. Τα πάντα όλα. Και αναψυκτικά. Οι φυσικοί χυμοί ήταν για όταν ήμασταν άρρωστοι, προκειμένου να παίρνουμε βιταμίνες αλλά μέχρι εκεί.
Η μάνα μαγείρευε υγιεινά φαγητά (για λίγο καιρό μόνο έκοψε τα πολλά πράσινα εξαιτίας του Τσέρνομπιλ) για να πάρουμε δυνάμεις αλλά, όπως γυρνούσαμε από το φροντιστήριο αγγλικών κάναμε μια στάση στο σουβλατζίδικο του κυρ Ηλία για να πάρουμε ένα πιτόγυρο που το έφτιαχνε με τα χεράκια του.
Για όσους δεν διάβασαν καλά την προηγούμενη παράγραφο, ας μου επιτραπούν δυο επισημάνσεις.
Γυρνάγαμε μόνοι μας στο σπίτι. Το φαντάζεστε; Διανύαμε δυο στενά απόσταση χωρίς να πρέπει να έχει ξεσηκωθεί το μισό σόι για το «ποιος θα πάρει το παιδί»! Τα περί εγκληματικότητας, είναι υπερβολές. Και τότε υπήρχε. Δεν δημιουργήθηκε τα τελευταία χρόνια. Ούτε τα νούμερα έχουν τεράστιες διαφορές. Αυτά τα «κοιμόμασταν με τις πόρτες ξεκλείδωτες και τα παράθυρα ανοιχτά» τα έλεγαν οι γονείς μας.
Η δεύτερη επισήμανση έχει να κάνει με τον κυρ Ηλία. Ούτε γαντάκια, ούτε σκουφάκια, ούτε ειδικές κουτάλες για να βάλει τα υλικά μέσα στην πίτα. Όλα με τα χέρια. Μέσα στα λάδια. Τα οποία σκούπιζε πάνω στην (και καλά) άσπρη ποδιά και σου έλεγε «κόλλα πέντε» αν την προηγούμενη ημέρα είχε κερδίσει ο Ολυμπιακός!

Και όταν πηγαίναμε οικογενειακώς στις ταβέρνες τρώγαμε ότι έτρωγαν οι μεγάλοι. Δεν υπήρχαν ειδικές παραγγελίες με καλοψημένα φιλετάκια. Γαρδούμπες; Γαρδούμπες. Κοκορέτσι; Κοκορέτσι. Και όταν νύσταζες αποκαμωμένος από το παιχνίδι ανάμεσα στα τραπέζια, δεν σηκωνόντουσαν όλοι να φύγουν «επειδή το παιδί κουράστηκε». Ενώνανε δυο καρέκλες και σε έβαζαν να κοιμηθείς εκεί. Και εσύ κοιμόσουν.
Οι επικοινωνίες και οι μετακινήσεις λίγο μετά την… εποχή των σπηλαίων

Όταν έβγαινες για να παίξεις, έβγαινες για να παίξεις. Έλεγες τι ώρα θα γυρνούσες (συνήθως δεν ήταν ώρα αλλά το κλασικό «μόλις νυχτώσει, ντε») και τέλος. Οι γονείς μας είχαν μόνο μια αμυδρή εικόνα του που μπορεί να είμασταν. Στην πάνω πλατεία; Στην παιδική; Στο σχολείο; Ε, κάπου εκεί, τέλος πάντων. Ούτε τηλέφωνα, ούτε μηνύματα, ούτε τίποτα. Για την ακρίβεια, στα πρώτα χρόνια εκείνης της δεκαετίας, δεν υπήρχε καν σταθερό στο σπίτι. Οι ανάγκες συνήθως εξυπηρετούνταν από το ζαχαροπλαστείο απέναντι.
«Νίκο, τράβα φώναξε τον πατέρα σου. Τον ζητάνε στο τηλέφωνο», έλεγε ο κυρ Θύμιος που πέρα από ζαχαροπλάστης ήταν και ο… ΟΤΕ της εποχής με εκείνη την κλασική κι αγαπημένη συσκευή με το κυκλικό καντράν που όλοι πίστευαν πως αν έπαιρναν το «μηδέν» θα ακουγόταν καλύτερα! Ο κυρ Θύμιος ήταν που μας ένωνε όλους. Και για τα γλυκά και για την επικοινωνία. Δυο σε ένα. Πήγαινες να μιλήσεις στο τηλέφωνο, αγόραζες και μια πάστα.
Εκείνες οι εποχές που δεν είχαμε ούτε messenger, ούτε viber και, όπως πρόσφατα μου θύμισε η Μυρτώ από το διπλανό γραφείο, αν ήσουν και λίγο καψουράκος, έπρεπε να περιμένεις μέχρι τελευταία στιγμή στο σπίτι, μπας και χτυπήσει το τηλέφωνο και ήταν το… πρόσωπο. Τότε μας ενδιέφεραν οι μεγαλύτερες κοπέλες. Που φορούσαν αυτά τα θρυλικά πουκάμισα με τις βάτες και έκαναν τα μαλλιά τους περμανάντ.
Και αν ήθελες να βρεθείς με κάποιον χωρίς να έχετε συνεννοηθεί από πριν, πήγαινες κάτω από το παράθυρο του και φώναζες. «Μητσοοοοο»! Έβγαινε ο Μήτσος κι αν είχε προλάβει να τελειώσει τα διαβάσματα ερχόταν μαζί στο παιχνίδι. Αν δεν τα είχε τελειώσει, έριχνε έναν τσακωμό, το έσκαγε και ερχόταν. Δεν έπρεπε πρώτα να μιλήσει η μαμά του, με τη μαμά σου να το σκεφτούν, να το εξετάσουν ενδελεχώς και στη συνέχεια να απαντήσουν αρμοδίως. Τα απογεύματα ήταν κλεισμένα για παιχνίδι. Εκτός κι αν ήσουν «απογευματινός» στο σχολείο. Γιατί τότε πολλά σχολεία είχαν και απογευματινή βάρδια. Μία εβδομάδα πρωί. Μια εβδομάδα απόγευμα.

Και όταν μπαίναμε στο αυτοκίνητο για να πάμε κάπου οικογενειακά, καθόμασταν στα πίσω καθίσματα και στην καλύτερη να βάζαμε ζώνες. Τα παιδικά καθισματάκια ήταν προϊόν… επιστημονικής φαντασίας. Και ο πατέρας κάπνιζε. Θα μου πει κάποιος και ήταν καλά όλα αυτά, δηλαδή; Σίγουρα όχι. Ναι, τα 80s είναι σαφώς μια εποχή που δεν κυριαρχούσε η λογική. Αλλά αφενός επιβιώσαμε και φτάσαμε εδώ που φτάσαμε και αφετέρου η υπερβολική προστατευτικότητα, στα όρια της υστερίας -χωρίς να βγάζω απ’ έξω τον εαυτό μου, ως μπαμπά, πλέον- ποτέ δεν είχε καλά αποτελέσματα. Οι γυάλες, άλλωστε, είναι για τα χρυσόψαρα.

madata.gr
irafina.gr
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Monday, 11 February 2019

Εικόνες παιδικής ηλικίας που δείχνουν πόσο διαφορετική είναι σήμερα

ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ
και ΟΧΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΖΟΥΝΕ ΤΩΡΑ !!
Σελίδα με εικόνες

«Δεν το είχαμε αυτό όταν ήμασταν παιδιά!» μια πολύ συνηθισμένη έκφραση- αναστεναγμός από τη γενιά που μεγάλωσε στη δεκαετία του ’90. Πράγματι είναι μεγάλη αλήθεια!
Πολλά παιχνίδια και πράγματα που έχουν τα σύγχρονα παιδιά θα φάνταζαν εξωπραγματικά εκείνα τα χρόνια. Θα βρούμε πολλές διαφορές ανάμεσα στο χτες και στο σήμερα των παιδικών χρόνων.
Εμείς τις συγκεντρώσαμε και τις ζωντανέψαμε μέσα από εικόνες. Θα τις δείτε παρακάτω και σίγουρα θα γεμίσετε με νοσταλγία κι αγάπη για την παιδική σας ηλικία.

Παιχνίδια

Τιμωρία

 Κορίτσια στην εφηβεία

 Τα νέα της σχολικής ημέρας
 Τηλέφωνο

 Τι θέλεις να γίνεις όταν μεγαλώσεις;

“Μαμά, 5 λεπτά ακόμη, σε παρακαλώ!”

Στο τέλος μας περιμένει μια μικρή έκπληξη-ανάμνηση
που ενώνει τις δυο γενιές.

Η μεγαλύτερη τραγωδία της παιδικής ηλικίας

fanpage.gr
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Tuesday, 18 July 2017

«Άκατα μάκατα σούκου τουμπέ, άμπε φάμπε ντομινέ…»:
Η τελετή έναρξης των καλοκαιρινών μας περιπετειών

Από την ΣΟΦΗ ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΥ

Θυμάμαι τέτοιες μέρες όταν ήμουν μικρή που οι γειτονιές γέμιζαν παιδιά. Με το που ξημέρωνε η τελευταία μέρα του σχολείου, βάζαμε τα βιβλία στα ράφια, τις σχολικές τσάντες στις ντουλάπες και ξεχυνόμασταν στις αλάνες και τις γειτονιές. Από το πρωί μέχρι το βράδυ. Λες και έπρεπε να βγάλουμε τα σπασμένα όλης της χρονιάς. Λες και οι καλοκαιρινές διακοπές δεν θα κρατούσαν τρεις μήνες, αλλά μια τόση δα στιγμή. 
Και η ατμόσφαιρα μύριζε ανεμελιά και πλημμύριζε με φωνούλες που τραγουδούσαν «Άκατα μάκατα σούκου τουμπέ, άμπε φάμπε ντομινέ…». Κάτι σαν τελετή έναρξης των καλοκαιρινών μας περιπετειών. 
Γιατί ό,τι και να κάναμε, όποιο παιχνίδι και αν παίζαμε, έπρεπε να «τα βγάλουμε», για να χωριστούν οι ομάδες. Δίκαια πράγματα. Άσχετο αν τις περισσότερες φορές καταλήγαμε να τσακωνόμαστε και να φωνάζουμε «Δεν πάει!!!» προσπαθώντας απεγνωσμένα να βρούμε το δίκιο μας. 
Οι περιπέτειες ήταν πολλές και με διαφορετικά ονόματα, ανάλογα με τα κέφια των πρωταγωνιστών. Μακριά γαϊδούρα, βαρελάκια, λαστιχάκι, μαντιλάκι, εφτάπετρο και η λίστα δεν είχε τέλος. Μας αρκούσαν μια μπάλα και ένα ζευγάρι γρήγορα πόδια. 

Στη μακριά γαϊδούρα χωριζόμασταν σε δυο ομάδες. Οι παίκτες της μιας ομάδας στηνόμασταν στη σειρά ο ένας πίσω από τον άλλο, σκυμμένοι και προσπαθούσαμε να αντέξουμε το βάρος της άλλης ομάδας. Και όταν δεν τα καταφέρναμε σωριαζόμασταν κάτω γελώντας και πονώντας μαζί, γιατί κάθε φορά το πιο μεγαλόσωμο παιδί κατάφερνε να προσγειωθεί ανώμαλα στις πλατούλες του πιο μικροκαμωμένου. 

Στα βαρελάκια προσπαθούσαμε να πηδήξουμε τα κουλουριασμένα σώματα των φίλων μας. Έτσι όμως και κάποιος ξεχνιόταν και δεν έσκυβε σωστά αφήνοντας το κεφάλι του εκτεθειμένο… το μετάνιωνε στην πορεία. Πόσες και πόσες γονατιές δεν είχαν φάει τα αφτιά μας!
 
Το λαστιχάκι πάλι ήταν παιχνίδι πιο «κοριτσίστικο». Αμερικάνικο ή γερμανικό, σημασία είχε να χοροπηδάμε στα σωστά βήματα και το λαστιχάκι να ανεβαίνει σιγά - σιγά από τον αστράγαλο στις μασχάλες. 

Το αγαπημένο παιχνίδι όλων μας ήταν τα «αγαλματάκια». Αγαλματάκια αγέλαστα, αμίλητα, ακούνητα… μέρα ή νύχτα; Και αυτός που τα φυλούσε άνοιγε τα μάτια του και οι υπόλοιποι προσπαθούσαμε να μην κουνηθούμε, να μη μιλήσουμε, να μην ανασάνουμε. 
Και πώς γινόταν και πάντα εκείνη τη στιγμή θέλαμε να φτερνιστούμε, να βήξουμε ή να ξυστούμε. 
Γιατί όταν είναι να σε τσιμπήσει, το κουνούπι τους κανόνες του παιχνιδιού αψηφά. Και άντε πάλι τα «Δεν πάει» και οι φωνές. 

Τα «αγαλματάκια» μπορούσαμε να τα παίζουμε όλη μέρα. 
Ή τουλάχιστον μέχρι το τελευταίο φως της ημέρας. Γιατί τότε άρχιζαν την επίθεση τα κουνούπια. «Ξεκίνησε το λεφούσι». 
Δεν ξέρω καν αν υπάρχει αυτή η λέξη, όμως εμείς στη γειτονιά έτσι φωνάζαμε τους φτερωτούς εισβολείς που έστηναν γλέντι όπου έβρισκαν. Πάνω σε χέρια, πόδια, μάγουλα. 
Καμιά φορά περνάω από τη γειτονιά που μεγάλωσα και χαίρομαι τόσο πολύ όταν βλέπω να παίζουν ακόμα τα ίδια παιχνίδια που παίζαμε κι εμείς. 
Όταν ακούω πάλι ξέγνοιαστες φωνές παιδιών που είναι έτοιμα να ανακαλύψουν τον κόσμο με τον δικό τους μοναδικό τρόπο. 
Παιδιά που δεν φοβούνται να πέσουν, να χτυπήσουν, να ξανασηκωθούν. Παιδιά ευτυχισμένα, που όταν θα μεγαλώσουν θα είναι γεμάτα με τις πιο όμορφες αναμνήσεις. 

Saturday, 3 June 2017

Πως έπαιζαν παλιά τα παιδιά!

Μα πως ζούσαμε τότε χωρίς κανάλια, χωρίς τάμπλετ, χωρίς πλέι-στέισον, χωρίς άιφον, χωρίς εορτοδάνεια; Ελεύθεροι! Ένα καταπληκτικό αφιέρωμα με φωτογραφίες από την παλιά Ελλάδα που δείχνει πως πάιζαν τα παιδιά έξω.
Παλιότερα δεν υπήρχαν τηλεοράσεις, στερεοφωνικά, ή τηλεοπτικά παιχνίδια, δεν υπήρχαν χρήματα για ακριβά παιχνίδια και οι γονείς μας ήταν πολύ απασχολημένοι για να ασχοληθούν.
Ευτυχώς η κίνηση στους δρόμους ήταν μικρή ή δεν υπήρχε, οπότε ο δρόμος ήταν η παιδική χαρά.
Οι δρόμοι, τα πεζοδρόμια, καθώς και στους μικρούς κήπους μπροστά.
Παίζαν έξω έως ότου βράδιαζε και δεν βλέπαν πια.
Απο τα χαρακτηριστικά στοιχεία της παλιότερης εποχής ήταν ότι τα πιό αγαπημένα παιχνίδια ήταν αυτά που τα φτιάχναν μόνα τους τα παιδιά αφού η κατασκευή τους, η συνεχής τροποποίηση και τελειοποίησή τους αποτελούσε από μόνη της το μεγαλύτερο ίσως παιχνίδι.
Είχαν, το παιχνίδι με τα τσέρκια.Υπήρχαν ξύλινα σε διάφορα μεγέθη για τα κορίτσια με τα ραβδιά τα κυλούσαν στα πεζοδρόμια.Τα αγόρια είχαν σιδερένια τσέρκια. Κέρδιζε το παιδί που θα έφτανε πρώτο στο προκαθορισμένο σημείο.
-------
Το πατίνι είναι ένα όχημα χωρίς μηχανή, χωρίς πεντάλ και χωρίς σέλα ή άλλο κάθισμα, στο οποίο ο οδηγός στέκεται όρθιος η» καθιστός τοποθετώντας το ένα πόδι του στον πεπλατυσμένο άξονα που ενώνει τους δυο τροχούς ενώ με το άλλο δίνει ώθηση με συνεχείς παλινδρομικές κινήσεις εκκρεμούς ώστε να μετακινηθεί το όχημα.
ΠΕΡΝΑ, ΠΕΡΝΑ Η ΜΕΛΙΣΣΑ
Τα παιδιά, από 6 και πάνω, διαλέγουν από τα πιο μεγάλα, δυο μάνες και η κάθε μια παίρνει με λάχνισμα τον ήλιο ή το φεγγάρι. Οι 2 μάνες σχηματίζουν με τα χέρια τους μια καμάρα και στέκονται όρθιες στη μέση. Τα υπόλοιπα παιδιά σχηματίζουν μια γραμμή, το ένα πίσω απ’ το άλλο, κρατημένα απ’ τη μέση ή απ’ τη ζώνη τους. Όπως έχουν σχηματίσει τη σειρά προχωρούν προς την καμάρα τραγουδώντας:Περνά, περνά η μέλισσα Με τα μελισσόπουλα Και με τα παιδόπουλα!
ΔΕΝ ΠΕΡΝΑΣ ΚΥΡΑ ΜΑΡΙΑ
Πιάνονται απ’ το χέρι και σχηματίζουν κύκλο, ενώ ένα κορίτσι απ’ τα μεγαλύτερα, η κυρα-Μαρία, στέκεται στη μέση. Αρχίζουν να γυρίζουν γύρω γύρω και τραγουδούν, ενώ η κυρα-Μαρία προσπαθεί να περάσει ανάμεσά τους.
Εκείνη την εποχή, τα παιδιά είχαν απαραίτητα μαζί τους και από μία ξύλινη σφεντόνα ( τέγκαλα ) για το κυνήγι των πουλιών και για το σημάδι διαφόρων στόχων.
----
Κρυφτό
Μετά από κλήρο , ένας παίκτης τα «φυλούσε» (δηλαδή μετρούσε μέχρι ένα αριθμό με κλειστά μάτια) . Σ’ αυτό το χρονικό διάστημα , οι άλλοι παίκτες κρυβόντουσαν . Αυτός που τα φύλαγε είχε σκοπό να βρεί έναν παίκτη . Μόλις τον έβρισκε , τα φύλαγε αυτός.
Τυφλόμυγα
Η τυφλόμυγα παίζεται από δύο παιδιά και πάνω. Στην αρχή όλοι τραβάνε έναν κλήρο για να δούνε ποιος θα τα φυλάει. Αυτός κλείνει τα μάτια του με ένα μαντήλι . Την ώρα που τα έχει κλειστά τα παιδιά ανακατεύονται. ΄Οποιο παιδί πιάσει πρέπει να βρει πως το λένε δηλαδή ποιο είναι. Αν το αναγνωρίσει τότε αυτό το παιδί κάνει τη τυφλόμυγα. Και έτσι αυτό συνεχίζεται.
Το Μπιζζζ!
Μαζεύονται τα παιδιά και αποφασίζουν ποιος θα τα «φυλάει». Αυτός λοιπόν κάθεται σ’ ένα σκαμνί ή στέκει σκυφτός και βάζει το δεξί του χέρι κάτω από την αριστερή του μασχάλη, κρατώντας την παλάμη ανοιχτή προς τα επάνω, ενώ με το αριστερό του χέρι κρατάει κλειστά τα μάτια του. Οι άλλοι παίκτες στέκονται προς τ’ αριστερά του και ένας απ’ αυτούς τον πλησιάζει, του χτυπάει την ανοιχτή παλάμη και ύστερα απομακρύνεται μαζί με τους άλλους. Όλοι χοροπηδούν γύρω του και στρυφογυρίζουν το δάχτυλο τους φωνάζοντας «Μπιζζ!» όπως κάνει η μέλισσα. Αυτός που τα φυλάει πρέπει να μαντέψει ποιος τον χτύπησε. Αν τον ανακαλύψει, τότε αυτός παίρνει τη θέση του αλλιώς το παιχνίδι συνεχίζεται κατά τον ίδιο τρόπο.

-
Τα αγόρια έπαιζαν «βόλους» έστρωναν τους βόλους σε μια σειρά, και τα παιδιά έριχναν το καθένα το δικό του βώλο από κάποια καθορισμένη απόσταση, προσπαθώντας να πετύχουν κάποιον απο τους «στρωμένους» βώλους. Οποιο βώλο πετύχαινε το παιδί, τον κέρδιζε.
-------
_______________________
   Πηγή: tilestwra.com
by Αντικλείδι

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki