Showing posts with label Λαιμαργία. Show all posts
Showing posts with label Λαιμαργία. Show all posts

Tuesday, 27 September 2022

Ο Νηστικός και ο Φαταούλας

Μια φορά κι έναν καιρό, κάποτε και τώρα, ζούσαν στο ίδιο χωριό δίπλα - δίπλα δυο άνθρωποι ίδιοι αλλά και... διαφορετικοί. 
Ήταν ίδιοι γιατί όλοι οι άνθρωποι χρειάζονται τα ίδια για να ζήσουν και ήταν διαφορετικοί γιατί ο ένας έτρωγε πολύ και ήταν χοντρός ενώ ο άλλος δεν είχε να φάει και ήταν αδύνατος.
Τον χοντρό άνθρωπο τον έλεγαν Φαταούλα και τον αδύνατο Νηστικό.
Ο Φαταούλας κάθε πρωί που ξυπνούσε, έστρωνε τραπέζι και έτρωγε μέχρι που του κοβόταν η ανάσα.
Μόλις απότρωγε, πήγαινε για ψώνια γυρνούσε στο σπίτι, ξαναέστρωνε τραπέζι και το έριχνε πάλι στο φαγοπότι. Με λίγα λόγια ο Φαταούλας όλη μέρα έκανε δυο δουλειές, έτρωγε και γέμιζε τ' αμπάρια του.


Ο Νηστικός κάθε πρωί που ξυπνούσε δεν εύρισκε τίποτε να φάει, πήγαινε στα σκουπίδια του Φαταούλα μήπως και βρει τίποτε αποφάγια. Αν ήταν τυχερός, γυρνούσε σπίτι του και λάδωνε τ’ άντερό του προσωρινά. Αν η τύχη δεν τον βοηθούσε έπεφτε στο κρεβάτι και περίμενε να περάσει η μέρα γιατί τα πόδια του δεν τον κρατούσαν.
Ο καιρός περνούσε, ο Φαταούλας όλο χόντραινε και ο Νηστικός όλο και αδυνάτιζε, γιατί τελευταία τα σκουπίδια του Φαταούλα ήταν αδειανά από φαγώσιμα. 
Ο Νηστικός δεν μπορούσε να καταλάβει τι έκανε όλα εκείνα τα αποφάγια, αφού έβλεπε πως τα περισσεύματα έφταναν να χορτάσουν πλήθος σαν εκείνον.
Και μια φορά που ο Νηστικός είχε μέρες να βάλει μπουκιά στο στόμα του, πήγε απελπισμένος στο σπίτι του Φαταούλα να ζητιανέψει ένα πιάτο φαγητό από τα αποφάγια του.

- Γείτονα, του είπε, όπως βλέπεις εμένα ο Θεός δεν με βοήθησε να έχω τα δικά σου καλούδια. Εσύ πήρες το καλύτερο κομμάτι της γειτονιάς και μένα μου έλαχε το ξεροβούνι. Δεν φυτρώνει ούτε τσουκνίδα και η μόνη μου ελπίδα για να μην πεθάνω της πείνας είσαι εσύ. Βλέπω ότι κάθε μέρα σου περισσεύουν τα αγαθά του Αβραάμ και του Ισαάκ, θα μπορούσες να με αφήνεις να τρώω από τα περισσεύματα».
Ο Φαταούλας τον κοίταξε από πάνω ως κάτω, γέλασε κοροϊδευτικά και είπε με ψεύτικη συμπόνοια.
- Αχ άνθρωπέ μου, πού τα είδες τα περισσεύματα, να ήξερες πόσο δύσκολα περνάω κι εγώ. Τι νομίζεις πως δεν θέλω να σε βοηθήσω; Ορίστε, σου επιτρέπω να έρχεσαι όποτε θες να ψάχνεις τα σκουπίδια μου και ό,τι βρίσκεις να το παίρνεις. Άντε στο καλό και ο Θεός να σε βοηθήσει.

Σαν πήγε σπίτι του ο Νηστικός έπεσε σε βαθιά σκέψη. 
Βρε καλός άνθρωπος φαίνεται. Λες να είναι τα πράματα όπως τα λέει; Αλλά πάλι, τι το χρειάζεται τόσο φαί και τα σκουπίδια του, πώς και δεν βρίσκω τίποτε εκεί μέσα αυτό τον καιρό; Μπα, κάτι δεν μου φαίνεται σωστό αλλά ας περιμένω λίγο να δω τι γίνεται.

Την άλλη μέρα...
......
η συνέχεια εδώ
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Sunday, 2 May 2010

Ιατρική Ζωής

Το Σάββατο ήταν Πρωτομαγιά. 
Πέμπτη βράδυ πήγα για ύπνο κατά 12. Μετά από κανένα μισάωρο σηκώθηκα, ήθελα κάτι «να βάλω στο στόμα» μου. Άρχισα να ψάχνω το ψυγείο, τα ντουλάπια, τίποτε. 
Πάνω στον πάγκο της κουζίνας ήταν παρατημένα 2 μικρούτσικα γαλακτομπούρεκα. Θα ήταν εκεί καμιά βδομάδα. Τα πήρα μπροστά μου και τελετουργικά έκοψα ένα κομματάκι, το τύλιξα στο σιρόπι του και το έτεινα στο στόμα μου να κορέσω την λαιμαργία μου.
Έφαγα την μπουκιά και δυσανασχέτησα. Το γαλακτομπούρεκο δεν ήταν καλό. Όμως συνέχισα να τρώω μέχρι που κατέβασα και τα δυο μικρούτσικα μπαγιάτικα γαλακτομπούρεκα.

Το πρωί της Παρασκευής ήρθαν τα πρώτα  
συμπτώματα. Τι να σας λέω τώρα; Χάλια. 
Με συγχωρείτε κιόλας. Εν πάσει περιπτώσει το μεσημέρι της Παρασκευής έφαγα κάτι φακές με μπόλικο ξυδάκι, με τουρσί φρεσκότατο και παστό ψαράκι στο λαδάκι. 
Την έπεσα για ύπνο και το βράδυ της Παρασκευής, τηλεφώνησε η παρέα για την καθιερωμένη έξοδο στην Ταβέρνα.
Πήραμε παϊδάκια, αλλά με τα βίας έφαγα ένα. Μια ζαλάδα την ένιωθα και μαζί με την μπύρα γινόμουν χειρότερα. Πήρα κόκα-κόλα επειδή δεν άντεχα την μπύρα. Κατά τις 12 την νύχτα, κακήν κακώς γύρισα στο σπίτι.

Πέρασα από την τουαλέτα. Άσε …
Το πρωί, ίσως να ήταν ο ύπνος, αλλά ένιωθα καλύτερα.

Σηκωθήκαμε και πήγαμε στο εξοχικό, Πρωτομαγιά ήταν όπως σας είπα.
Κάναμε μερικές δουλίτσες και μετά έκανα καφέ να πιω. Απλώθηκα κανονικά, κι άρχισα να κάνω τις τσιγαριές μου. Μετά από λίγο ήρθαν φίλοι, τους κεράσαμε καφέ και αφού τον ήπιαν, έβγαλα ρακή κι αρχίσαμε να την κατεβάζουμε με αφραμύγδαλα. Το μεσημέρι, τακτοποιήσουμε λίγο τα πράγματα και τραβήξαμε για την παραλία να φάμε, Εκεί γίναμε 10 άτομα παρέα.

Θες η Πρωτομαγιά, θες η υποδοχή στο ΔΝΤ, αλλά όλη παραλία ήταν τίγκα στον κόσμο. 

Α! ρε Ελλαδίτσα με τις κληματαριές και τα κομπιουτεράκια σου. Να μου το θυμηθείτε, όταν φύγουν οι εισβολείς, θα έχουν ελληνική κουλτούρα. Τέλος πάντων.

Και τι δεν φάγαμε λοιπόν, και τις σαλάτες μας και τα μπαρμπουνάκια μας και τα κρασιά μας και τις μπύρες μας. Το στομάχι καλά κρατούσε, ούτε που του έδινα σημασία.
Μετά φύγαμε από την Ταβέρνα και πήγαμε για λουκουμάδες. 
Κάτι λουκουμάδες όνειρο! Τους έφτιαξε εκείνη την στιγμή. Μεγάλοι κρίκοι κριτσανωτοί, μέσα σε ατόφιο μέλι, πασπαλισμένο με καρύδι και δίπλα μια μπάλα παγωτό καϊμάκι. Τι να λέμε; Πανδαισία.
Η παρέα ολοκλήρωσε, αλλά περίμεναν λιγάκι ακόμη να κάνει ο υπογράφων και τον εσπρέσο του με την τσιγαριά του. Τι να σας λέω, Άρχοντας !!
 
Χαιρετηθήκαμε, χωρίσαμε, είπαμε και του χρόνου και πήραμε τον δρόμο της επιστροφής για το εξοχικό. Εδώ αρχίζει το μαρτύριο. Η κοιλιά τούμπανο, πόνος αβάσταχτος και τα … υδραυλικά στα όρια της υπερχείλισης.
Ξεκλειδώσαμε στο τσακ, τι να πω, απερίγραπτη κατάσταση. Χάλια !!

Και να πεις δεν είχα προειδοποίηση; Είχα και μάλιστα πλειστάκις. Αλλά μυαλό κουκούτσι. Τέλος πάντων, κάποια στιγμή μάζεψα τα κουρέλια μου και προσπάθησα να ζεσταθώ. 
Η ώρα ήταν περασμένες πέντε το απόγευμα και τότε είχα μια απροσδόκητη επίσκεψη. 
Ήρθε ένας αγαπημένος γιατρός στο εξοχικό. Όταν λέω αγαπημένος, δεν εννοώ ότι τον αγαπάω. Αυτός με αγαπάει, Αγαπάει όλο τον κόσμο. Ήρθε σαν από μηχανής θεός. 
Μου είπε να φάω λαπά με λεμόνι, τσαγάκι και άμα χρειαστεί να πάρω Imodium. Επενέβη διακριτικά και αποχώρησε διακριτικότερα.
Έπεσα για ύπνο, κοιμήθηκα αρκετά και κατά τις 9 το βράδυ μου τηλεφώνησαν για να πάμε σε ταβέρνα. 
Ήταν αδύνατο να συμμετέχω και σ’ αυτό το event γαστριμαργικής κραιπάλης. Έφαγα ένα λαπά και καλμάρισα κάπως. Κατά τις 12 πήγα για ύπνο, κρύωνα. Μετά τα μεσάνυχτα σηκώθηκα, ξανά τουαλέτα, ο πόνος της κοιλιάς αβάσταχτος και η δυσωδία να ξυπνάει κόσμο εκτός εμβέλειας.

Κοιμήθηκα καλά, έριξα και κάνα δυο κουβέρτες και ζεστάθηκα. Το πρωί λοιπόν ήμουν περδίκι. Σήμερα το πρωί λοιπόν έκανα ένα τσαγάκι, το ένιωσα βάλσαμο να κυλάει μέσα μου και ξεθάρρεψα. Εντάξει είμαι λέω και έφτιαξα ένα καφέ πλούσιο-πλούσιο. Χτυπητό με γαλατάκι και το καϊμάκι ένα δάχτυλο.

Άντε πάλι τον καφέ, τα τσιγάρα κι άρχισαν οι επισκέψεις πάλι στην τουαλέτα.
Εκεί, στην μοναξιά της τουαλέτας, με συντροφιά τον πόνο άρχισα να σκέφτομαι. Πόσες άραγε προειδοποιήσεις χρειάζονται για να συνετιστεί ο άνθρωπος; Πόσες ευκαιρίες πρέπει να έχει; Γιατί τόση ανευθυνότητα; Γιατί τόση ανοησία; Γιατί ενώ γνωρίζουμε τις συνέπειες, δεν ελέγχουμε τις αδυναμίες μας;

Και μετά σκέφτηκα, Αυτός ο Γιατρός, που παρενέβη, σαν να ήξερε, σαν να ήταν πάντα δίπλα μου, αυτά που μου είπε για ποιον τα είπε; Για πάρτη του; Για να μου δείξει πόσο καλός είναι; 
Καμία σχέση. Αυτός έδωσε όλη του την περιουσία για τους ασθενείς του. 
Και ούτε με επέπληξε, ούτε μια τόση δα παρατήρηση, μόνο μου είπε τα δέοντα, απλές συνταγές που όλοι τις γνωρίζουμε και απομακρύνθηκε.
Αλλά εγώ, ως "μωρά παρθένος",  έχανα και ξανα-έχανα τις ευκαιρίες μου για ανάνηψη. Η ροπή στην λαιμαργία με ταλαιπώρησε. Και μη μου πει κανείς ότι ήμουν άτυχος. Ανόητος ήμουν.

Κι έκανα μια σκέψη παραπάνω, μήπως οι συνταγές για την ανάνηψη της ζωής μας, δεν είναι γνωστές; Μήπως δεν μας έχουν δοθεί εδώ και δυο χιλιάδες χρόνια;
Ο Αγαπημένος Γιατρός της ζωής μας, ΔΕΝ μας έδωσε τις συνταγές για να μας δείξει πόσο καλός γιατρός είναι, αλλά για να μην υποφέρουμε Εμείς.

το χαμομηλάκι

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki