Monday, 2 January 2017

Αλ. Παπαδιαμάντης – Τα Πτερόεντα Δώρα
Εφημερίδα «Αλήθεια», 1 Ιανουρίου 1907

Ξένος του κόσμου και της σάρκας κατέβηκε την παραμονή από τα ύψη, αφού μάζεψε τις φτερούγες, όπως τις κρύβει θεϊκός άγγελος. Έφερνε δώρα από τα πάνω βασί­λεια, για να φιλέψει τους κατοίκους της πρωτεύουσας. Ήταν ο καλός άγγελος της πόλης.

Κρατούσε στο χέρι ένα άστρο και στο στήθος του έπαλ­λε ζωή και δύναμη και από το στόμα του έβγαινε πνοή θεϊ­κής γαλήνης. Τα δώρα αυτά ήθελε να τα μεταδώσει σε όλους, όσοι πρόθυμα τα δέχονται.

Μπήκε πρώτα σε ένα αρχοντικό μέγαρο. Είδε εκεί την ψευτιά και τη σεμνοτυφία, την ανία και την ανώφελη ζωή, ζωγραφισμένα στα πρόσωπα του άντρα και της γυ­ναίκας και άκουγε τα δυο παιδιά να ψελλίζουν λέξεις σε άγνωστη γλώσσα. Ο Άγγελος πήρε τα τρία ουράνια δώρα του και έφυγε τρέχοντας από εκεί.

Πήγε στην καλύβα ενός φτωχού ανθρώπου. Ο άντρας έλειπε όλη τη μέρα στην ταβέρνα. Η γυναίκα προσπαθού­σε με λίγο ξερό ψωμί να αποκοιμίσει τα πέντε παιδιά, βλαστημώντας ταυτόχρονα την ώρα που είχε παντρευτεί. Τα μεσάνυχτα επέστρεψε ο άντρας της, αυτή τον έβρισε νευρική, με φωνή διαπεραστική, εκείνος την έδειρε με το ραβδί με τους ρόζους και μετά από λίγο οι δυο πλάγια­σαν, χωρίς να κάνουν την προσευχή τους και άρχισαν να ροχαλίζουν με βαριούς ήχους. Έφυγε από κει ο Άγγελος.
Ανέβηκε σε μεγάλο κτίριο, πλούσια φωτισμένο. Ήταν εκεί πολλά δωμάτια με τραπέζια, κι επάνω τους έσκυβαν άνθρωποι, μετρώντας χρήματα, παίζοντας με χαρτιά. Χλω­μοί και δυστυχισμένοι, όλη η ψυχή τους ήταν συγκεντρωμέ­νη στην ασχολία αυτή. Ο Άγγελος κάλυψε με τις φτερούγες του τα μάτια του, για να μη βλέπει, και προσπέρασε.

Στο δρόμο συνάντησε πολλούς ανθρώπους, άλλους να βγαίνουν από τα καπηλειά, πιωμένους, και άλλους να κα­τεβαίνουν από τα χαρτοπαίγνια, μεθυσμένους από χειρό­τερο μεθύσι. Είδε μερικούς ν’ ασχημονούν και άκουσε μερικούς να βλαστημούν τον Αη-Βασίλη για φταίχτη. Ο Άγγελος κάλυψε με τις φτερούγες του τα αυτιά, για να μην ακούει, και προσπέρασε.

Ξημέρωνε πια το πρωί της πρωτοχρονιάς και ο Άγγε­λος, για να παρηγορηθεί, μπήκε στην εκκλησία. Πολύ κο­ντά στις πόρτες είδε ανθρώπους να μετρούν νομίσματα, μόνο που δεν είχαν τραπουλόχαρτα στα χέρι. Και στο βά­θος αντίκρυσε έναν άνθρωπο χρυσοστόλιστο, με μίτρα στο κεφάλι, σα Μήδο σατράπη της εποχής του Δαρείου, που έκανε προσποιητές κινήσεις. Δεξιά και αριστερά άλ­λοι έψαλλαν με φωνές που δεν ήταν φυσικές: Το Δεσπότη και Αρχιερέα!
Ο Άγγελος δε βρήκε παρηγοριά. Πήρε τα φτερωτά του δώρα -το άστρο το προορισμένο να λάμπει στις συνειδή­σεις, την αύρα, την ικανή να δροσίζει τις ψυχές, και τη ζωή, την πλασμένη για να πάλλει στις καρδιές, τέντωσε τις φτερούγες του και επέστρεψε στις ουράνιες αψίδες.

Εφημερίδα «Αλήθεια», 1 Ιανουαρίου 1907.
Παπαδιαμάντης Αλέξανδρος 
Διηγήματα για τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά
antikleidi

Sunday, 1 January 2017

Ἡ ὀμορφιὰ τοῦ ἐθίμου...

Ο Ἀλεξανδρος Παπαδιαμάντης, ἐπειδὴ κάποιοι μοντερνίζοντες κριτικοὶ τοῦ καταλόγιζαν μιὰ ἀναχρονιστικὴ –κατ’ αὐτοὺς– καὶ μονότονη θρησκευτικότητα, διότι συνήθιζε, κατὰ τὰ Χριστούγεννα καὶ τὸ Πάσχα νὰ προσφέρει στὸ ἀναγνωστικό κοινὸ διηγήματα μὲ θρησκευτικό περιεχόμενο, στὸ διήγημα «Λαμπριάτικος ψάλτης» ἐπιτρέπει στὸν ἑαυτό του ἕνα ἀντεπιθετικό ξέσπασμα, ποὺ εἰδικὰ σήμερα ἀποκτᾶ μιὰ ἰδιαίτερη ἐπικαιρότητα. 
Γράφει:
«Ἄγγλος ἢ Γερμανὸς ἢ Γάλλος δύναται νὰ εἶναι κοσμοπολίτης ἢ ἀναρχικὸς ἢ ἄθεος ἢ ὅ,τιδήποτε. Ἔκαμε τὸ πατριωτικὸν χρέος του, ἔκτισε μεγάλην πατρίδα. Τώρα εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἐπαγγέλλεται χάριν πολυτελείας τὴν ἀπιστίαν καὶ τὴν ἀπαισιοδοξίαν.
Ἀλλὰ Γραικύλος τῆς σήμερον, ὅστις θέλει νὰ κάμῃ δημοσίᾳ τὸν ἄθεον ἢ τὸν κοσμοπολίτην, ὁμοιάζει μὲ νᾶνον ἀνορθούμενον ἐπἰ ἄκρων ὀνύχων καὶ τανυόμενον νὰ φθάσῃ εἰς ὕψος καὶ φανῇ καὶ αὐτὸς γίγας. Τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, τὸ δοῦλον, ἀλλ᾽ οὐδὲν ἧττον καὶ τὸ ἐλεύθερον, ἔχει καὶ θὰ ἔχῃ διὰ παντὸς ἀνάγκην τῆς θρησκείας του.

Τὸ ἐπ᾽ ἐμοί, ἐνόσῳ ζῶ καὶ ἀναπνέω καὶ σωφρονῶ, δὲν θὰ παύσω πάντοτε, ἰδίως δὲ κατὰ τὰς πανεκλάμπρους ταύτας ἡμέρας, νὰ ὑμνῶ μετὰ λατρείας τὸν Χριστόν μου, νὰ περιγράφω μετ᾽ ἔρωτος τὴν φύσιν καὶ νὰ ζωγραφῶ μετὰ στοργῆς τὰ γνήσια Ἑλληνικὰ ἤθη. “Ἐὰν ἐπιλάθωμαί σου, Ἱερουσαλήμ, ἐπιλησθείη ἡ δεξιά μου, κολληθείη ἡ γλῶσσά μου τῷ λάρυγγί μου, ἐὰν οὐ μή σου μνησθῶ”».

Ἐὰν οἱ πανέκλαμπρες, κατὰ τὸν Παπαδιαμάντη, ἑορτὲς τῶν Χριστουγέννων καὶ τοῦ Πάσχα ἔχασαν τὴ γνησιότητα καὶ τὴν ὀμορφιά τους, τοῦτο ὀφείλεται στὸ γεγονὸς ὅτι ἔχασαν τὴ θρησκευτικότητα ἀλλὰ καὶ τὴν ἑλληνικότητὰ τους.
Ἀποκόπηκαν ἀπὸ τὰ γνήσια ἑλληνικὰ ἔθιμα, πῆραν ξενόμορφο καὶ καταναλωτικὸ χαρακτῆρα. Τώρα σχετίζονται περισσότερο μὲ τὸ φαγητὸ, τὴν πίστα, τὶς ἀγορὲς δώρων.

Εἰδικὰ ὁ Ἅγιος Βασίλης ἔχει γίνει ἕνας ἄλλος καρνάβαλος. 
Κι ὅμως στὸ παρελθὸν ἡ ἐμμονὴ στὰ ἔθιμα ποὺ ἀνάγονται σὲ βάθος αἰώνων, ἔδινε στὴ ζωὴ τῶν προγόνων μας ἕνα βαθύτερο νόημα, ἕνα ποιητικώτερο αἴσθημα, μιὰ γεύση ἀνθρωπιᾶς, ἀφοῦ ἡ ἱερότητα τοῦ χριστουγεννιάτικου τραπεζιοῦ ἐπέβαλλε τὸ καθῆκον νὰ ἐνθυμηθοῦν καὶ τοὺς φτωχούς.

Γράφει ὁ Γ. Α. Μέγας στὸ βιβλίο του «Ἑλληνικαὶ ἑορταὶ καὶ ἔθιμα τῆς λαϊκῆς λατρείας» τοῦτο τὸ ἀξιοπρόσεκτο: «(Στὴ Κορώνη) τὴν πρώτην ἀγκωνὴ τοῦ τσουρεκιοῦ, ποὺ θὰ κόψουν, τὴ δίνουνε ἑνὸς διακονιάρη, ποὺ θὰ περνάῃ κ’ ὕστερα θὰ κάτσουνε στὸ τραπέζι» (σελ. 51).

Στὴν ἴδια σελίδα ὁ παλαιὸς λαογράφος γράφει ὅτι τὰ ἀπορρίματα, δηλαδὴ τὰ ἀποφάγια, δὲν τὰ πετοῦσαν στὰ σκουπίδια ἀλλὰ τὰ χρησιμοποιοῦσαν –κι αὐτὰ πάλι στὴν Κορώνη– γιὰ τὴν καρποφορία. Σύμφωνα μὲ τὴν καταγραφὴ, τὸ ἔθιμο εἶχε ὡς ἐξῆς:
«Τ’ ἀποφαγούδια οὗλα τὰ μαζώνουνε σὲ μιὰ σακούλα καὶ τὰ πᾶνε στὰ χτήματὰ τους. Παίρνουνε ἀπὸ λιγουλάκι καὶ τὸ χώνουνε στὴ ρίζα ἑνοῦ δεντρικοῦ, ἑνοῦ λιόφτου (ἐλαιόφυτου, ἐλαιό­δεντρου), μιανῆς μηλιᾶς, μιανῆς λεϊμονιᾶς. Καὶ ποτὲ νὰ μὴν καρπίζῃ θὰ τσακίσῃ στὸν καρπὸ τοῦ χρόνου, ἅμα τοῦ βάνουνε στὴ ρίζα του ἀπὸ φτοῦνα τ’ ἀποφαγούδια».

Το ἔθιμο αὐτὸ ἦταν ἕνα εἶδος ἱεροτελεστίας, ποὺ δείχνει τὴ στενὴ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὰ φυτὰ ποὺ τοῦ προσφέρουν τὰ πρὸς τὸ ζῆν.
Ὅπως αὐτὸς ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ τροφὴ, τὴν ἴδια, ἀλλὰ στὸ ἐλάχιστο, ἔχουν κι αὐτὰ. Τὰ δέντρα γιὰ νὰ σοῦ δώσουν καρπὸ, πρέπει νὰ τοὺς δείξεις ὅτι τὰ νοιάζεσαι.

Ἔτσι δημιουργεῖται ἡ σχέση τοῦ do ut des (=δίνω γιὰ νὰ μοῦ δίνεις) ποὺ ἰσχύει καὶ στὶς σχέσεις τοῦ λαοῦ μὲ τὸ θεῖον. Κι αὐτὸ ἀπὸ τὰ πανάρχαια χρόνια.
Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι σὲ πολλὰ μέρη τοῦ ἑλληνικοῦ κόσμου, τουλάχιστον μέχρι τὰ προπολεμικά χρόνια, γίνονταν σπονδὲς οἴνου καὶ ἐλαίου κατὰ τὴν ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων.

Αὐτὸ ἦταν κατάλοιπο λατρείας ποὺ ἀπὸ τὴν ἀρχαία ἐποχὴ γινόταν στὴ φωτιὰ τῆς ἑστίας, τοῦ πατρογονικοῦ τζακιοῦ. Καὶ θὰ κλείσουμε μὲ ἕνα παλαιὸ ἔθιμο τῆς Ἠπείρου.
Τὴ νύχτα τῶν Χριστουγέννων οἱ ἄνθρωποι πήγαιναν σὲ μιὰ βρυσούλα κι «ἔκλεβαν» νερό. Καὶ ἀφοῦ πρῶτα ὁ ἕνας εἶχε κεράσει τὸν ἄλλο μέ ὅ,τι ἀγαθὸ εἶχε, ἔλεγαν μιὰ ὑπέροχη εὐχὴ: «Ὅπως τρέχει τὸ νερό σου, βρυσούλα μου, ἔτσι νὰ τρέχει τὸ βιὸς μου».

Τὴν εὐχὴ αὐτὴ προσφέρουμε σὲ ὅλους τοὺς συνεργάτες καὶ στοὺς ἀναγνῶστες αὐτῆς τῆς ἐφημερίδας.

sarantoskargakos.gr
Το βρήκαμε στην αγαπημένη μας "Ιδεοπηγή"

Ευτυχισμένη η Νέα Χρονιά με Υγεία, Αγάπη,
Ευημερία και Ευτυχία!

Ευτυχισμένη η Νέα Χρονιά με Υγεία, Αγάπη, 
Ευημερία και Ευτυχία!

Saturday, 31 December 2016

Κρητικά Κάλαντα Πρωτοχρονιάς


Ταχιά ταχιά ν’ αρχιμηνιά ταχια ν’ αρχή του χρόνου
που βγήκε και περπάτησε ο Κύριος στον κόσμο.
Και βγήκε και χαιρέτησε ούλους τσοι ζευγολάτες
κι ο πρώτος που του πάντηξε ήταν Αϊ Βασίλης..
"Πολλά τα έτη Βασιλιό, καλό ζευγάρι'ν έχεις.."
"Καλό το λες αφέντη μου καλό κι ευλοϊμένο.
Η Χάρη Σου το βλόϊσε με το δεξί Σου χέρι, 
με το δεξί, με το ζερβί, με το μαλαματένιο.
Μάλαμα είν’ τ’ αλέτρι μου κι ασήμι ο ζυγός μου, 
ως και το βουκεντράκι μου τ’ ΑΪ Γιωργιού κοντάρι
και τ’ αποζεύλι του ζυγού κουκί μαργαριτάρι."

Και πάλι ξαναπέρασε και ξαναρώτησε ν’ τον..

"Πέ μου να ζήσεις Βασιλιό πόσα μουζούρια σπέρνεις;"
"Σπέρνω σταράκι δώδεκα κριθάρι δεκαπέντε, 
ταγή και ρόβι δεκοχτώ κι απο νωρίς στο στάβλο.
Κι έσπειρα κάτω στο γιαλό κάτω στο περιγιάλι, 
μουζούρια στάρι'ν έσπειρα μουζούρια λεπτοκάρυ.
Κι εκεί το νεριαστήκανε περδίκια και λαγούδια
κι απ’ τα ξεπερδικίσματα έβγαλα χίλια μούδια
κι απ’ τα ξελαγουδίσματα δεν είχα μπλιό που βάλω
και πήρα το στρατί στρατί στο Θραψανό να πάω
να πα’ να βρω τον πιθαρά, πιθάρια για να πάρω.
Στο δρόμο με συναπαντούν οι σκύλοι οι γ'Ιουδαίοι
κάθου γ'και τυραννούσι με τραγούδια να τους λέω.
Ο Δάσκαλος δε μου’ μαθε τραγούδια να σας λέω, 
την Αλφαβήτα μου’ μαθε κι εκείνη σας’ ε λέω."

Και στο ραβδί ν’ του ακούμπησε να πει την Αλφαβήτα
και το ραβδί ν’ του ήτω ξερό χλωρούς βλαστούς και βγάνει
και πάνω σε χλωρό βλαστό αετοφωλιά χτισμένη
και μέσα στην αετοφωλιά Χώρα ξετελεμένη!!!


Μα επόπαμε του Βασιλιού τ’ Αφέντη μας να πούμε..

«Μέσα κοιμάτ’ Αφέντη μας στα πούπουλα θεσμένος
και ποιος θα μπει και ποιος θα βγει να μας τον’ ε’ ξυπνήσει
και θα βαστά ροδόσταμο να τον ροδοσταμνίσει;»
«Εγώ θα μπω κι εγώ θα βγω να σας τον’ ε’ ξυπνήσω
και θα βαστώ ροδόσταμο να τον ροδοσταμνίσω.
Ξύπνησε Αφέντη, ξύπνησε κι εκκλησιές συμένουν, 
το εν υψίστη ψάλουσι κι εσένα ανιμένουν.
Να φας απο λαγού πλευρά κι απ’ αγριμιού τη μέση, 
να φας κι απο την πέρδικα την αϊδονολαλούσα, 
που κελαηδούσε το πρωί κι εξύπνα τα κοράσια
κι εξύπνα και τσοι γέροντες απου τα σπηλιαράκια.»

Μα επόπαμε τ’ Αφέντη μας να πούμε τση Κερά μας..

«Κερά μαρμαροτράχιλη και φεγγαρομαγούλα, 
Κερά το φουστανάκι σου είναι κακοραμμένο
και φέρε μου το εις το σκολειό να σου το καλοράψω.
Να βάλω αϊτούς και περαϊτούς πουλιά και χελιδόνια, 
να κελαηδούνε τα πουλιά να λεν’ τα χελιδόνια.
Κερά το παπουτσάκι σου είναι κακοραμμένο
και φέρε μου το στο σκολειό να σου το καλοράψω.
Να βάλω ασήμι στην οργιά μαργέλι στο μουζάκι, 
να σέρνω και το λυρατζή να παίζει το λυράκι
κι εσύ Κερά να κάθεσαι να κάνεις σεϊράκι.»

Μα επόπαμε και τση Κεράς να πούμε και του γιού ν’ τως.

«Επα’ χουν τον καλόν υγιό το μοσχοκανακάρη
λούγου ν’ τον και χτενίζου ν’ τον και στο σκολειό τον πέμπουν
κι ο Δάσκαλος τον έδειρε με το χρυσό βιτσάρι
και η κερά Δασκάλισα με το μαργαριτάρι.»
"Σήκω υγιέ να χτενιστείς σήκω υγιέ ν’ αλλάξεις
να πας σε τάφο του Χριστού να ηδεις αν ε’ γνωρίσεις
τον πλούσιο απου το φτωχό να τον’ ε’ ξεχωρίσεις, 
χώρια θα ηδεις την κεφαλή και χώρια τ’ άλλο σώμα, 
ετσά το πρόδειξε ο Θεός να γινομέστα χώμα.."

Μα επόπαμε του γιόκα ν’ τως να πούμε και τση κόρης..

"Επα’ χουν κόρην όμορφη γραμματικός τη θέλει, 
μα αν είναι και γραμματικός πολλά λεφτά γυρεύει.
Γυρεύει αμπέλια ατρύγητα, χωράφια με σιτάρια, 
γυρεύει και τη θάλασσα μ’ ούλα τζη τα καράβια.»

Μα επόπαμε τση κόρης τως να πούμε και τση βάγιας..

"Βαγίτσα άψε το κερί άψε και το διπλέρι
και κάτσε και ντουχιούντησε ήντα θα μας ε’ φέρεις.
Βάλε στο τσέστο κάστανα στο τσέστο πορτοκάλια
και φέρε και γλυκό κρασί να πιουν τα παλληκάρια.
Κι απο το πιθαράκι σας που’ χετε τα καρύδια, 
να μας ε’ ποχερίσετε αν’ είν’ πολλά γ'ή λίγα.
Κι απο το πιθαράκι σας που’ χετε τσι σταφίδες, 
να μας ε’ ποχερίσετε αν’ είν’ πολλές γ'ή λίγες.
Κι απο τη μαύρη'ν όρνιθα κανένα αβγουλάκι, 
κι αν είν’ απου τη γαλανή ας είν’ και ζευγαράκι.
Κι απο τ’ απακολούκανα κι απο πλευριάς κομάτι, 
κι απο τον πόρο του βουτσού να πιούμε μια γεμάτη.
Κι αν είναι με το θέλημα άσπρη μου περιστέρα, 
ανοίξετε την πόρτα σας να πούμε καλημέρα.»

«Καλημέρα, χρόνια πολλά.»

«Επά που καλαντίσαμε καλά μας ε’ πλερώσα, 
καλά να πα’ ν’ τα έχει ν’ τως και τα ποδώματα ν’ τως»

Σημείωση:
Αν η οικογένεια δεν είχε παιδιά οι καλαντιστές έλεγαν:

«Επά παιδί δεν έχουνε ο Θιός να τως ε’ πέψει, 
κι αν είν’ α σερνικό παιδί στη σέλα καβαλάρης
να σειέται να λυγίζεται να πέφτει το λογάρι
να το μαζώνει η μάνα ν’ του να’ χει χαρά μεγάλη.
Πάλι κι αν είναι θηλυκό μοίρα καλή να κάμει
του Ρεζοσπάντη τον υγιό άντρα να τον ε’ πάρει.

Χώροι «ζεστασιάς» για τους άστεγους της Αθήνας

Ποιοι χώροι θα «ζεστάνουν» τους άστεγους της Αθήνας
Μια ζεστή γωνιά και προστασία από το ψύχος και τις χαμηλές θερμοκρασίες των τελευταίων ημερών στους άστεγους και τους ευάλωτους πολίτες, προσφέρει ο δήμος Αθηναίων, σε συνεργασία με το υπουργείο Μεταφορών και Υποδομών. 
Πέντε σταθμοί του Μετρό (Ομόνοια, Μοναστηράκι, Μεταξουργείο, Συγγρού-Φιξ και Ελαιώνας) έπειτα από απόφαση του αρμόδιου υπουργού, Χρήστου Σπίρτζη θα μείνουν ανοιχτοί ώστε να υποδεχτούν και να φιλοξενήσουν τους ανθρώπους που περνούν τις πιο κρύες ημέρες του χρόνου στον δρόμο. 
Παράλληλα, ο δήμος Αθηναίων έχει εξασφαλίσει να παραμείνουν ανοιχτές και τέσσερις θερμαινόμενες αίθουσες στην Αθήνα, όσο χρονικό διάστημα το επιβάλλουν οι καιρικές συνθήκες.

Ειδικότερα, ως καταφύγιο από τις χαμηλές θερμοκρασίες λειτουργούν ήδη τρεις δημοτικές αίθουσες του δήμου Αθηναίων:
  1. Λέσχη Φιλίας Κολοκυνθούς, (Αίμονος 9 και Άστρους), 2105140877
  2. Λέσχη Φιλίας Κουκακίου (Δράκου 26-28) τηλ. 210 9232044
  3. Αίθουσα γυμναστηρίου ΟΠΑΝΔΑ, Παγκράτι (Φορμίωνος 12), τηλ. 210 7222590, 210 7216707
  4. διαθέσιμο είναι και το Καταφύγιο Αγάπης, (Ευρυπίδου 14, 7ος όροφος), 2103315417
Το Κέντρο Υποδοχής και Αλληλεγγύης του δήμου Αθηναίων (ΚΥΑΔΑ) βρίσκεται σε 24ωρη επιφυλακή με ομάδες δράσης, που θα πραγματοποιούν επιτόπιες παρεμβάσεις εφοδιάζοντας τους άστεγους με ρούχα, σκεπάσματα και τρόφιμα, καθώς και τους εν λειτουργία θερμαινόμενους χώρους με φαγητό και κουβέρτες. 

Σε αυτήν την «μάχη» με το ψύχος ο δήμος Αθηναίων ζητά την συνεργασία και συνδρομή των πολιτών, οι οποίοι για περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης καλούνται να τηλεφωνούν στις γραμμές 
210 5246515 
210 5246516,
καθώς και στον τετραψήφιο αριθμό 1595.
zougla.gr

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki