Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2008

Έρωτας είναι πόθος και κίνητρο για το ωραίο και αληθινό

Έρωτας είναι πόθος και κίνητρο για το ωραίο και αληθινό
Ο Έρως είναι «ο τόκος εν τω καλώ».
Ο Έρως είναι έρως προς το ωραίο.

Σαν γιος λοιπόν του Πόρου και της Πενίας, πρώτα-πρώτα αιώνια φτωχός είναι και κάθε άλλο παρά απαλός και ωραίος, όπως τον φαντάζεται ο κόσμος. Αντίθετα είναι τραχύς και απεριποίητος και ανυπόδητος και άστεγος.
Τα πράγματα δηλαδή έχουν ως εξής: Θεός κανένας δεν φιλοσοφεί, ούτε ποθεί να γίνει σοφός, αφού είναι. Παρόμοια και οποιοσδήποτε άλλος είναι σοφός, δεν φιλοσοφεί.
Ο λόγος της Διοτίμας, της Δασκάλας του Σωκράτη, για τον Έρωτα 
(από το Συμπόσιον του Πλάτωνα, σε ελεύθερη απόδοση)

Πάνω στον Όλυμπο οι θεοί είχαν γιορτή μεγάλη, τη μέρα που γεννήθηκε η Αφροδίτη, τη μέρα που η Ομορφιά ήρθε στον κόσμο.
Τραπέζι μεγάλο έστρωσαν και έφαγαν και χόρτασαν από αμβροσία ήπιαν το νέκταρ το θεϊκό και χαίρονταν και γλεντούσαν.
Όλοι ήσαν καλεσμένοι, όλοι, θεοί και νύμφες μικρές και μεγάλες θεότητες, όλοι έξω από την Πενία, τη φτώχεια την κακάσχημη που από τα αποφάγια γύρευε να χορτάσει την ακόρεστη πείνα της.

Περιφρονεμένη απ' όλους γύριζε στους κήπους του ανάκτορου του Δία μπας και βρει κάτι να βάλει στην πάντα για το αύριο.
Και να, κάτω από ένα θάμνο κοιμόταν βαριά απ' το πολύ το νέκταρ, ένα παλληκάρι όμορφο, ο γιος της Μήτιδας, ο Πόρος, του πλούτου ο θεός. Της Φτώχειας τότε της μπήκε η ιδέα, παιδί από τον Πλούτο να αποκτήσει.
Πλάγιασε μαζί του κι απόκτησε τον Έρωτα που συνοδός της Αφροδίτης έγινε, αφού στα δικά της γενέθλια γεννήθηκε και απ' τη φύση του ερωτευμένος με το Ωραίο είναι και με τη θεά του την Αφροδίτη.
Πλαγιάζει πάντοτε χάμω και χωρίς στρώματα, κοιμάται στο ύπαιθρο, στα κατώφλια και τους δρόμους, έχει της μητέρας του το φυσικό, επομένως διαρκή σύντροφο την στέρηση.

Αφ' ετέρου, κατά του πατέρα του το φυσικό, είναι παγιδευτής πανούργος των ωραίων και των εκλεκτών, είναι γενναίος και ριψοκίνδυνος και ενεργητικός, κυνηγός φοβερός, που εξυφαίνει διαρκώς σχέδια, επιθυμεί την σύνεση και είναι επινοητικός, αναζητητής της γνώσης για τη ζωή, τρομερός στο να μαγεύει με γητειές, με βότανα, με λόγια ωραία.

Δεν είναι όμοιος στην φύση του με αθάνατο ούτε με θνητό, αλλά μέσα σε μια και την αυτή ημέρα, πότε ανθεί και ζει, όταν βρει ευπορία, πότε πεθαίνει και πάλι ξαναζωντανεύει, χάρις στην πατρική του φύση, και πάλι ό,τι αποκτά κάθε φορά, του φεύγει διαρκώς μέσ' από τα δάκτυλα.
Έτσι ούτε άπορος ποτέ τελείως είναι ο Έρως ούτε πλούσιος σε μέσα.
Και πάλι, ευρίσκεται στο μέσον μεταξύ σοφίας και ανοησίας.
Ούτε οι ανόητοι φιλοσοφούν, ούτε ποθούν να γίνουν σοφοί, αφού αυτό ακριβώς είναι το κακό της ανοησίας, το ότι, χωρίς να είναι κανείς ωραίος και καλός και φρόνιμος, είναι ικανοποιημένος από τον εαυτό του. Εκείνος επομένως, που δεν φαντάζεται ότι του λείπει τίποτε, δεν έχει τον πόθο εκείνου, το οποίο δεν φαντάζεται πως του χρειάζεται».
«Και ποιοί είναι τότε οι φιλοσοφούντες, Διοτίμα» ρώτησα εγώ «αφού δεν είναι μήτε οι σοφοί μήτε οι ανόητοι;»
«Μα αυτό επιτέλους» είπε «είναι και σ' ένα παιδί φανερό: ακριβώς όσοι ευρίσκονται στο μέσον αυτών των δύο. Μεταξύ αυτών θα πρέπει να είναι και ο Έρωτας. Γιατί η σοφία ανήκει φυσικά στα ωραιότερα πράγματα.
Ο Έρωτας είναι έρως προς το ωραίο.
Κατ' ανάγκην άρα ο Έρωτας είναι φιλόσοφος, και σαν φιλόσοφος που είναι, βρίσκεται μεταξύ της σοφίας και της μωρίας. Οφείλεται δε και τούτο στην καταγωγή του.
Επειδή είναι από πατέρα μεν σοφό και πολυμήχανο, από μητέρα δε αμήχανο και όχι σοφή. Αυτή λοιπόν είναι, αγαπητέ Σωκράτη, η φύση του δαίμονος. Αυτό δε που συ εξέλαβες σαν Έρωτα - δεν είναι διόλου παράξενο αυτό που σου συνέβη. Εξέλαβες, υποθέτω (και το συμπεραίνω απ' όσα λες), το αντικείμενο του έρωτος ως Έρωτα, όχι το υποκείμενο.

Έτσι λοιπόν, νομίζω, αντίκριζες τον Έρωτα σαν κάτι πανέμορφο. 
Γιατί όντως το αντικείμενο του έρωτα είναι ωραίο, τρυφερό, τέλειο, αξιομακάριστο. Το υποκείμενο όμως του έρωτα έχει διαφορετική εμφάνιση, όπως εγώ σου την περιέγραψα».