Πέμπτη, 24 Ιουνίου 2010

To ανόητο δέντρο

Μια φορά κι έναν καιρό, τότε που οι άνθρωποι μαζεύονταν γύρω από τη φωτιά και έλεγαν παραμύθια, έτυχε ο προπάππος του προπάππου μου να ακούσει μια αληθινή ιστορία που μοιάζει με παραμύθι.
Μπορεί όμως και να είναι ένα παραμύθι που μοιάζει με αληθινή ιστορία, Έχουν περάσει τόσα χρόνια από τότε που άλλος πιστεύει το πρώτο και άλλος το δεύτερο, γι' αυτό μπορείτε κι εσείς να πιστέψετε αυτό που σας φαίνεται πιο σωστό.

Λένε, πως ένα πουλί που πετούσε από δω και από κει, άφησε να πέσει από το ράμφος του ένα σπυρί..
Έπεσε ανάμεσα σε δυο πλαγιές ενός ψηλού πέτρινου γκρίζου βουνού.

Την άλλη χρονιά στη θέση που έπεσε ο σπόρος φύτρωσε ένα μικρό, τόσο δα πράσινο κλαράκι.

Ο καιρός περνούσε και το κλαράκι έγινε κλωνί και το κλωνί έγινε κλώνος και ο κλώνος έγινε ένα μικρό όμορφο δεντράκι.

Το βουνό σαν είδε την καινούργια ζωή, ένιωσε χαρά μεγάλη.

«Επί τέλους, είπε, δεν θα είμαι μόνο από πέτρα, θα έχω και κάτι πράσινο να απαλύνει τη μοναξιά μου, ίσως αλλάξω και γίνω ένα καταπράσινο βουνό, ίσως γίνω και ένα δάσος και τότε, πω-πω τι ευτυχία, πουλιά θα πετούν γύρω μου και θα μου τραγουδούν».

Έτσι σκεφτόταν το πέτρινο βουνό και έκανε ότι μπορούσε για να βοηθήσει το μικρό δέντρο να μεγαλώσει.

Και πραγματικά, καθώς οι χειμώνες και τα καλοκαίρια έρχονταν και έφευγαν και καινούργιοι χειμώνες και καινούργια καλοκαίρια έβλεπαν το δέντρο να μεγαλώνει, το μικρό δεντράκι ψήλωσε, δυνάμωσε και τίναξε κλώνους και κλωνιά, έτσι που έγινε ένα κανονικό δέντρο.
Το βουνό καμάρωνε και χαιρόταν και από τη χαρά του άρχισε να ομορφαίνει.

Το δέντρο από την άλλη μεριά ήταν πολύ περήφανο για τον εαυτό του. Κοιτούσε γύρω του και αγαλλίαζε η ψυχή του που δεν υπήρχε τίποτε άλλο πιο όμορφο από το ίδιο. 
Κάθε πρωί μετρούσε το μπόι του και ανυπομονούσε να ψηλώσει περισσότερο. Είχε βάλει στόχο να φτάσει στο ίδιο ύψος με τις δυο κορφές του βουνού που έβλεπε δεξιά και αριστερά του.

Μια φορά, κάποια από τις Άνοιξες που πέρασαν από το πέτρινο βουνό, στάθηκε λίγο περισσότερο, καμάρωσε κι εκείνη το δέντρο αλλά κάτι της φάνηκε παράξενο και θέλησε να το ξεδιαλύνει.

Κάθισε λοιπόν και μίλησε μαζί του. «Δεν χρειάζεται να ρωτήσω για την υγεία σου, του είπε, σε βλέπω πολύ ζωηρό, χλωμάδα δεν υπάρχει στο πρόσωπό σου, είσαι ψηλό και δυνατό. Ένα δεν καταλαβαίνω, αφού είσαι γερό, θα έπρεπε ήδη να έχεις ρίξει το σπόρο σου στη γη».
«Και γιατί να το κάνω αυτό;»
«Γιατί αυτός είναι ο νόμος της ζωής, έτσι γεννάει η μια ζωή την άλλη και γιατί μετά από αυτό θα έχεις μια ωραία παρέα», εξήγησε η Άνοιξη.
«Χα, γέλασε το δέντρο, μα εγώ δεν θέλω να γίνει έτσι, έχω άλλο σκοπό στη ζωή μου. Θέλω να ψηλώσω περισσότερο, θέλω να φτάσω τις κορφές».
«Άδικα κοπιάζεις, απάντησε η Άνοιξη υπομονετικά, αυτό δεν θα το καταφέρεις ποτέ».
«Μπα, έτσι λες , είπε το δέντρο με αναίδεια, θα το είχα ήδη καταφέρει αν εσύ ήξερες να κάνεις καλύτερα τη δουλειά σου,
 θα έπρεπε να μένεις περισσότερο κοντά μου και να με βοηθάς.
Φέτος θα μείνεις εδώ, δεν θα σε αφήσω να φύγεις πριν γίνει αυτό που θέλω», είπε με πείσμα το δέντρο.

Η Άνοιξη ευαίσθητη και τρυφερή καθώς είναι, απογοητεύτηκε από τα λόγια του ανόητου δέντρου και πέταξε μακριά από το πέτρινο βουνό.

Το βουνό που άκουσε τη συζήτηση, θέλησε να το λογικέψει.
«Είσαι τόσο όμορφο, είπε στο δέντρο, κρίμα να είσαι ανόητο, κάνε αυτό που σε συμβούλεψε η Άνοιξη, έτσι θα βοηθήσεις να πραγματοποιηθεί και το δικό μου όνειρο.
Ονειρεύομαι να αποκτήσω καταπράσινες πλαγιές».
«Αυτό ξέχνα το, είμαι μοναδικό και θα παραμείνω μοναδικό, και ύστερα με ενδιαφέρει μόνο το δικό μου όνειρο και καθόλου το δικό σου», είπε με έπαρση το δέντρο.

Το βουνό έγινε πιο γκρίζο από τη στεναχώρια του που τόσο καιρό έτρεφε μάταιες ελπίδες. και δεν ξαναμίλησε ούτε ξαναβοήθησε το δέντρο.

Η φιλοδοξία του δέντρου διαδόθηκε στη γύρω περιοχή και στα χρόνια που ήρθαν, όλοι είχαν την περιέργεια να δουν τι θα συμβεί.
Οι Άνοιξες έμεναν όλο και λιγότερο στο πέτρινο βουνό και οι χειμώνες περιγελούσαν το δέντρο καθώς το έβλεπαν να χάνει τα λίγα καινούργια βλαστάρια που είχε αποκτήσει.

Πέρασε πολύς καιρός και το δέντρο από τη μεγάλη προσπάθεια να ρίξει μπόι όλο και αδυνάτιζε, όλο και χλώμιαζε.
Δεν ήταν πια το δυνατό όμορφο δεντρί που όλοι καμάρωναν και όλοι περίμεναν να απλωθεί και να αγκαλιάσει το βουνό.

Στο τέλος, βαρέθηκαν να ασχολούνται μαζί του, ξέχασαν και την περιέργειά τους και έμαθαν μόνο το νέο που τους είπε ο τελευταίος χειμώνας που πέρασε από το πέτρινο βουνό.

«Το βουνό είναι καλά και σας στέλνει χαιρετίσματα. Οι κορφές του είναι το ίδιο ψηλές και αγέρωχες. Το ανόητο δέντρο χάθηκε από την πλαγιά.
Είδα μόνον κάτι ξεραμένα ξύλα πεσμένα στη χαράδρα».