Showing posts with label Επαρση. Show all posts
Showing posts with label Επαρση. Show all posts

Sunday, 20 March 2011

Της Φουκουσίμα γίνεται στην Μεσόγειο

Μας πως μπλέξαμε πάλι έτσι;
Δεν λέω για μας, που είμαστε μονίμως μπλεγμένοι, λέω για όλο τον κόσμο.
Το πάνω-κάτω σε όλη την γη.

Να μη ξέρεις με ποιον να πας και ποιον ν’ αφήσεις.
Τώρα εγώ, με τον Καντάφι είμαι ή με τους αμερικάνους;
Τι μπλέξιμο κι αυτό. Τα λέει πάρα πολύ ωραία ο φίλος στον Τοίχο-Τοίχο
Αν είναι δυνατόν να μπαίνω στο δίλημμα, αν θα είμαι με τον δικτάτορα ή με τον Χωροφύλακα. Αυτό το νόμισμα, μου φαίνεται ότι έχει την ίδια όψη κι απ’ τις δυο μεριές.
Πήγαν οι αμερικάνοι στο Ιράκ, πήγανε να βάλουν χέρι, στήσανε μια ολόκληρη παράσταση για την σωτηρία του λαού. Μέχρι που το ΝΑΤΟ πήρε απόφαση για λογαριασμό του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, ενώ τώρα με τον Καντάφι τους έπιασε η ευαισθησία και δεν θέλανε να επέμβουν … αμέσως. Πήγανε στο Ιράκ, φάγανε τον Σαντάμ, αλλά δεν τους βγήκε καλά η συνταγή. 
Ακόμα προσπαθούν να ξεκολλήσουν από εκεί.

Πιο πριν χτύπησαν στον Κόλπο, μετά στην Γιουγκοσλαβία, αλλά το χρέος-χρέος στην Αμέρικα. 
Το 2009 το δημόσιο χρέος στις ΗΠΑ ήταν 11,5 τρις δολλάρια. Μετά έγινε το επισόδειο των Αδελφών Λήμαν στην Αμερική. Τόσοι οικονομολόγοι, τόσοι νομπελίστες, τόσα Harvard, τόσα London School of Economics δεν πήραν είδηση τίποτε. Η κρίση ήρθε ξαφνικά, μας έπιασε στον ύπνο.
Αφού απομύζησαν όσες χώρες μπόρεσαν εκεί στις ελεγχόμενες κυβερνήσεις στην λατινική Αμερική, ήρθαν και στο μαλακό υπογάστριο του Πλανήτη. Χτύπησαν τους αδύναμους κρίκους, Ελλάδα, Ιρλανδία, PIGS κλπ.
Παίξανε, τζογάρανε, spreads, επιτόκια, κερδοσκοπίες και φάγανε, λίγα πράγματα, τι είναι ο κάβουρας, τι είναι το ζουμί του, δεν είχαμε παραπάνω και να στήσουνε κανένα πραξικόπημα δεν είχαν την άνεση, τα είχαν κάνει νωρίτερα βλέπετε αυτά, πριν 40 χρόνια.

Οπότε, τι να κάνουνε, βάλανε φωτιά στην Μεσόγειο, πήγαν και ψιθύρισαν στους λαούς τους κακομοίρηδες: «Άντε ξεσηκωθείτε, εμείς σας στηρίζουμε, μέχρι πότε θα είστε σκλαβωμένοι, διώξτε τους τυράννους ». 
Κι όπου φτωχός κι η μοίρα του. Να η Τυνησία, να η Αίγυπτος, να η Υεμένη, να το Μπαχρέιν, να η Λιβύη και έπεται συνέχεια, έρχεται το Ιράν, ο Λίβανος, η Συρία, φωτιά θα πάρει η Μεσόγειος. Όσο κρατάει η φωτιά θα κάνουνε αλισβερίσι με τον πόλεμο, πολλά φράγκα. Ποιον ένοιαξε το δημόσιο χρέος, οι εταιρείες πολέμου να βγάζουν λεφτά. Ο τζίρος να αυξάνει. Εταιρείες Πολέμου, Εισαγωγές-Εξαγωγές.
Κι άμα σβήσουν οι φωτιές στην Μεσόγειο, έχουμε και τα πετρέλαια της Μεσογείου, πρέπει να γίνει μοιρασιά. «Οδύσσεια-Αυγή» και χαζομάρες.

Και δεν μας φτάνουν αυτά που γίνονται στην αυλή μας, έχουμε στην άλλη άκρη και τα «φυσικά φαινόμενα». Να σεισμοί, να λοιμοί, να καταποντισμοί. 
Πρόβλεψαν οι Γιαπωνέζοι τους σεισμούς, αλλά η έπαρση της ισχύος τους δεν τους άφησε να δουν τα τσουνάμια. Και να τα τσουνάμια και πάνε 10-20.000 άνθρωποι. Αλλά δεν είχαν μόνο έπαρση, είχαν και απληστία. 
Πόσους αντιδραστήρες θα κάνεις βρε κακομοίρη; 
Πόσα φράγκα θέλουν να βγάλουν οι εταιρείες σας; 
Ακατάλληλες από χρόνια οι εγκαταστάσεις. 
Ο άνθρωπος μυαλό δεν βάζει, μια Χιροσίμα και ένα Ναγκασάκι δεν τους έβαλε μυαλό. Αυτοί που κατ’ εξοχήν γνώριζαν τον όλεθρο, προσπάθησαν να τον τιθασέψουν, να ξαναγίνουν οι Σαμουράι του κόσμου, ντροπιασμένοι από τον Χωροφύλακα της εποχής εκείνης. Αλλά τι θα σου κάνει η Έπαρση; Πύργος της Βαβέλ θα γίνεις. Τα λέει πάρα πολύ ωραία ο εκπαιδευτικός Οδυσσέας Χιλιτίδης, στο άρθρο του «Οι Γιαπωνέζοι και τα 4 κακά της μοίρας τους: Σεισμός, τσουνάμι, ραδιενέργεια και χειμώνας βαρύς». Και τα κρύβανε κιόλας τα στραβά τους, με το σταγονόμετρο η πληροφόρηση.

Κάναμε τον πλανήτη σαν τα μούτρα μας, τον απομυζήσαμε, από γης, αέρος και ύδατος και τι θα κάνει αντιδράει και αντιδράει άσχημα και δεν φτάνει η οικολογική καταστροφή που κάναμε, μετά κάναμε την οικονομική καταστροφή και μετά είπαμε να το κάψουμε το μαγαζί, στάχτη και μπούρμπερη τώρα η Μεσόγειος.
Η Φουκουσίμα τώρα είναι εδώ, είναι στην άλλη άκρη της γης, είναι παντού κι αυτό το κάναμε εμείς, ούτε η Φύση, ούτε ο Θεός. Άμα μας νοιάζει μόνο η πάρτη μας, γιατί δυσανασχετούμε όταν η τάδε εταιρεία νοιάζεται μόνο για την πάρτη της; 
Άμα δεν μας συγκινεί η δυστυχία του διπλανού μας, γιατί να συγκινήσει τον Ομπάμα, τον Σαρκοζί, τον Μπερλουσκόνι; 
Κοίτα ρε κάτι τύποι που κυβερνάνε τη γη! 
Αλλά τι να πεις, οι λαοί έχουν τους ηγέτες που τους αξίζουν.

Thursday, 24 June 2010

Το ανόητο δέντρο

Μια φορά κι έναν καιρό, τότε που οι άνθρωποι μαζεύονταν γύρω από τη φωτιά και έλεγαν παραμύθια, έτυχε ο προπάππος του προπάππου μου να ακούσει μια αληθινή ιστορία που μοιάζει με παραμύθι.
Μπορεί όμως και να είναι ένα παραμύθι που μοιάζει με αληθινή ιστορία, Έχουν περάσει τόσα χρόνια από τότε που άλλος πιστεύει το πρώτο και άλλος το δεύτερο, γι' αυτό μπορείτε κι εσείς να πιστέψετε αυτό που σας φαίνεται πιο σωστό.

Λένε, πως ένα πουλί που πετούσε από δω και από κει, άφησε να πέσει από το ράμφος του ένα σπυρί..
Έπεσε ανάμεσα σε δυο πλαγιές ενός ψηλού πέτρινου γκρίζου βουνού.

Την άλλη χρονιά στη θέση που έπεσε ο σπόρος φύτρωσε ένα μικρό, τόσο δα πράσινο κλαράκι.

Ο καιρός περνούσε και το κλαράκι έγινε κλωνί και το κλωνί έγινε κλώνος και ο κλώνος έγινε ένα μικρό όμορφο δεντράκι.

Το βουνό σαν είδε την καινούργια ζωή, ένιωσε χαρά μεγάλη.

«Επί τέλους, είπε, δεν θα είμαι μόνο από πέτρα, θα έχω και κάτι πράσινο να απαλύνει τη μοναξιά μου, ίσως αλλάξω και γίνω ένα καταπράσινο βουνό, ίσως γίνω και ένα δάσος και τότε, πω-πω τι ευτυχία, πουλιά θα πετούν γύρω μου και θα μου τραγουδούν».

Έτσι σκεφτόταν το πέτρινο βουνό και έκανε ότι μπορούσε για να βοηθήσει το μικρό δέντρο να μεγαλώσει.

Και πραγματικά, καθώς οι χειμώνες και τα καλοκαίρια έρχονταν και έφευγαν και καινούργιοι χειμώνες και καινούργια καλοκαίρια έβλεπαν το δέντρο να μεγαλώνει, το μικρό δεντράκι ψήλωσε, δυνάμωσε και τίναξε κλώνους και κλωνιά, έτσι που έγινε ένα κανονικό δέντρο.
Το βουνό καμάρωνε και χαιρόταν και από τη χαρά του άρχισε να ομορφαίνει.

Το δέντρο από την άλλη μεριά ήταν πολύ περήφανο για τον εαυτό του. Κοιτούσε γύρω του και αγαλλίαζε η ψυχή του που δεν υπήρχε τίποτε άλλο πιο όμορφο από το ίδιο. 
Κάθε πρωί μετρούσε το μπόι του και ανυπομονούσε να ψηλώσει περισσότερο. Είχε βάλει στόχο να φτάσει στο ίδιο ύψος με τις δυο κορφές του βουνού που έβλεπε δεξιά και αριστερά του.

Μια φορά, κάποια από τις Άνοιξες που πέρασαν από το πέτρινο βουνό, στάθηκε λίγο περισσότερο, καμάρωσε κι εκείνη το δέντρο αλλά κάτι της φάνηκε παράξενο και θέλησε να το ξεδιαλύνει.

Κάθισε λοιπόν και μίλησε μαζί του. «Δεν χρειάζεται να ρωτήσω για την υγεία σου, του είπε, σε βλέπω πολύ ζωηρό, χλωμάδα δεν υπάρχει στο πρόσωπό σου, είσαι ψηλό και δυνατό. Ένα δεν καταλαβαίνω, αφού είσαι γερό, θα έπρεπε ήδη να έχεις ρίξει το σπόρο σου στη γη».
«Και γιατί να το κάνω αυτό;»
«Γιατί αυτός είναι ο νόμος της ζωής, έτσι γεννάει η μια ζωή την άλλη και γιατί μετά από αυτό θα έχεις μια ωραία παρέα», εξήγησε η Άνοιξη.
«Χα, γέλασε το δέντρο, μα εγώ δεν θέλω να γίνει έτσι, έχω άλλο σκοπό στη ζωή μου. Θέλω να ψηλώσω περισσότερο, θέλω να φτάσω τις κορφές».
«Άδικα κοπιάζεις, απάντησε η Άνοιξη υπομονετικά, αυτό δεν θα το καταφέρεις ποτέ».
«Μπα, έτσι λες , είπε το δέντρο με αναίδεια, θα το είχα ήδη καταφέρει αν εσύ ήξερες να κάνεις καλύτερα τη δουλειά σου,
 θα έπρεπε να μένεις περισσότερο κοντά μου και να με βοηθάς.
Φέτος θα μείνεις εδώ, δεν θα σε αφήσω να φύγεις πριν γίνει αυτό που θέλω», είπε με πείσμα το δέντρο.

Η Άνοιξη ευαίσθητη και τρυφερή καθώς είναι, απογοητεύτηκε από τα λόγια του ανόητου δέντρου και πέταξε μακριά από το πέτρινο βουνό.

Το βουνό που άκουσε τη συζήτηση, θέλησε να το λογικέψει.
«Είσαι τόσο όμορφο, είπε στο δέντρο, κρίμα να είσαι ανόητο, κάνε αυτό που σε συμβούλεψε η Άνοιξη, έτσι θα βοηθήσεις να πραγματοποιηθεί και το δικό μου όνειρο.
Ονειρεύομαι να αποκτήσω καταπράσινες πλαγιές».
«Αυτό ξέχνα το, είμαι μοναδικό και θα παραμείνω μοναδικό, και ύστερα με ενδιαφέρει μόνο το δικό μου όνειρο και καθόλου το δικό σου», είπε με έπαρση το δέντρο.

Το βουνό έγινε πιο γκρίζο από τη στεναχώρια του που τόσο καιρό έτρεφε μάταιες ελπίδες. και δεν ξαναμίλησε ούτε ξαναβοήθησε το δέντρο.

Η φιλοδοξία του δέντρου διαδόθηκε στη γύρω περιοχή και στα χρόνια που ήρθαν, όλοι είχαν την περιέργεια να δουν τι θα συμβεί.
Οι Άνοιξες έμεναν όλο και λιγότερο στο πέτρινο βουνό και οι χειμώνες περιγελούσαν το δέντρο καθώς το έβλεπαν να χάνει τα λίγα καινούργια βλαστάρια που είχε αποκτήσει.

Πέρασε πολύς καιρός και το δέντρο από τη μεγάλη προσπάθεια να ρίξει μπόι όλο και αδυνάτιζε, όλο και χλώμιαζε.
Δεν ήταν πια το δυνατό όμορφο δεντρί που όλοι καμάρωναν και όλοι περίμεναν να απλωθεί και να αγκαλιάσει το βουνό.

Στο τέλος, βαρέθηκαν να ασχολούνται μαζί του, ξέχασαν και την περιέργειά τους και έμαθαν μόνο το νέο που τους είπε ο τελευταίος χειμώνας που πέρασε από το πέτρινο βουνό.

«Το βουνό είναι καλά και σας στέλνει χαιρετίσματα. Οι κορφές του είναι το ίδιο ψηλές και αγέρωχες. Το ανόητο δέντρο χάθηκε από την πλαγιά.
Είδα μόνον κάτι ξεραμένα ξύλα πεσμένα στη χαράδρα».

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki